ΕΦΕΤΕΙΟ ΚΥΠΡΟΥ ‑ ΠΟΙΝΙΚΗ ΔΙΚΑΙΟΔΟΣΙΑ
(Ποινική Έφεση Αρ.: 86/2024)
29 Οκτωβρίου 2026
[Μ. ΑΜΠΙΖΑΣ, ΣΤ. ΧΡΙΣΤΟΔΟΥΛΙΔΟΥ‑ΜΕΣΣΙΟΥ, Ι. ΣΤΥΛΙΑΝΙΔΟΥ, Δ/ΣΤΕΣ]
ΕΛΕΝΗ ΜΙΧΑΗΛ,
Εφεσείουσα,
v.
ΑΣΤΥΝΟΜΙΑΣ,
Εφεσίβλητης.
_______________________
Α. Αλεξάνδρου, για την Εφεσείουσα.
Χ. Περγαντή (κα) για Γενικό Εισαγγελέα της Δημοκρατίας, για την Εφεσίβλητη.
ΑΜΠΙΖΑΣ, Δ.: Η απόφαση του Δικαστηρίου είναι ομόφωνη και θα δοθεί από την Χριστοδουλίδου‑Μέσσιου, Δ.
Α Π Ο Φ Α Σ Η
ΧΡΙΣΤΟΔΟΥΛΙΔΟΥ‑ΜΕΣΣΙΟΥ, Δ.: Η εφεσείουσα μετά από ακρόαση καταδικάστηκε στις κατηγορίες της δημόσιας εξύβρισης και της κακόβουλης ζημιάς. Ειδικότερα, κρίθηκε ένοχη ότι στις 5.2.2018, σε δημόσιο χώρο, εξύβρισε την Ελένη Αμανατίδου από την Πάφο με την φράση «παλιοτσούλα, πουτάνα, πόρνη, χτιτζιασμένη, παλιοπόντια» κατά τρόπο ενδεχόμενο να προκαλέσει παριστάμενο πρόσωπο να διαπράξει επίθεση και ότι, στις 8.5.2018, εσκεμμένα και παράνομα προκάλεσε ζημιά αξίας €2.550 στην κατοικία της ίδιας παραπονούμενης.
Αναφέρουμε ότι το αρχικό κατηγορητήριο περιείχε άλλες τρεις κατηγορίες και συγκεκριμένα άλλες δύο κατηγορίες για το αδίκημα της δημόσιας εξύβρισης εναντίον της ίδιας παραπονούμενης και του Γεννάδιου Παπαδόπουλου που κατ’ ισχυρισμό έλαβαν χώραν στις 10.5.2018 και 5.6.2018 αντίστοιχα, και της απειλής με παραπονούμενο και πάλι τον Γεννάδιο Παπαδόπουλο και φερόμενη ημερομηνία διάπραξης 5.6.2018, από τις οποίες αθωώθηκε και απαλλάχθηκε μετά την ακροαματική διαδικασία.
Η κακόβουλη ζημιά που αφορά η δεύτερη κατηγορία προέκυψε, ως προωθήθηκε η υπόθεση, μετά που η εφεσείουσα έκλεισε τις υδρορροές των μπαλκονιών της οικίας της παραπονούμενης με αποτέλεσμα, μετά από βροχές, να φουσκώσουν με νερό όλα τα κεραμικά του πατώματος της κουζίνας και των δύο μπαλκονιών.
Για να αποδείξει την υπόθεσή της η Κατηγορούσα Αρχή κάλεσε πέντε μάρτυρες κατηγορίας στους οποίους συμπεριλαμβάνονται οι δύο παραπονούμενοι, οι οποίοι είναι σύζυγοι μεταξύ τους, ενώ η κατηγορούμενη μετά που κλήθηκε σε απολογία σε όλες τις κατηγορίες, προέβη σε ανώμοτη δήλωση χωρίς να καλέσει οποιοδήποτε μάρτυρα υπεράσπισης.
Η πρωτόδικη απόφαση είναι εκτενής. Σε αυτήν περιγράφονται με λεπτομέρεια τα τεκμήρια που κατατέθηκαν κατά τη διάρκεια της ακροαματικής διαδικασίας αλλά και όλη η διά ζώσης μαρτυρία που δόθηκε. Όπως προκύπτει, μέσα από το κείμενο της πρωτόδικης απόφασης, οι παραπονούμενοι διαμένουν σε ανώγεια κατοικία ακριβώς πάνω από το σπίτι της κατηγορούμενης το οποίο βρίσκεται στο ισόγειο της οικοδομής. Οι παραπονούμενοι αγόρασαν την κατοικία τους από την κατηγορούμενη. Μεταξύ τους υπάρχουν διάφορες προστριβές, ιδιαίτερα ως προς τη χρήση της ταράτσας από την εφεσείουσα, η οποία έχει παράπονο ότι δεν της επιτρέπεται η πρόσβαση σε αυτήν.
Σημειώνουμε παρενθετικά ότι για το ίδιο περιστατικό είχε καταχωρηθεί και άλλη υπόθεση στην οποία η παραπονούμενη ήταν κατηγορούμενη και αφορούσε τα ίδια περιστατικά στην οποία αθωώθηκε από όλες τις κατηγορίες που αντιμετώπιζε.
Σύμφωνα με τα ευρήματα του πρωτόδικου Δικαστηρίου, η παραπονούμενη λίγες μέρες πριν τις 8.5.2018, είδε την κατηγορούμενη-εφεσείουσα να κλείνει τις υδρορροές των μπαλκονιών της οικίας της. Συνεπεία αυτής της ενέργειας, όταν έβρεξε μετά από δύο μέρες πλημμύρισε το σπίτι της και υπέστη ζημιές και συγκεκριμένα φούσκωσαν τα κεραμικά του πατώματος της κουζίνας και των δύο μπαλκονιών. Οι υδρορροές, τις οποίες η εφεσείουσα είχε κλείσει, βρίσκονταν στο ισόγειο του σπιτιού και η εφεσείουσα, στην παρουσία του συζύγου της, σφήνωσε σε αυτές κομμάτια ξύλου. Όπως σημειώνει το πρωτόδικο Δικαστήριο, παρόμοιο περιστατικό με κλείσιμο υδρορροών είχε γίνει και τον Απρίλιο του 2018 το οποίο η παραπονούμενη κατήγγειλε στην Αστυνομία. Ήταν ακόμη διαπίστωση του πρωτόδικου Δικαστηρίου ότι λίγες μέρες πριν το επίδικο συμβάν και μετά που η παραπονούμενη αντιλήφθηκε την κατηγορούμενη να κλείνει τις υδρορροές, ειδοποίησε σχετικά τον δικηγόρο της ο οποίος κατ’ εντολή της έστειλε επιστολή στην εφεσείουσα με την οποία, μεταξύ άλλων, την καλούσε να αποφράξει τις υδρορροές, η εφεσείουσα όμως, δεν συμμορφώθηκε με αποτέλεσμα μετά τις βροχές να πλημμυρίσει το σπίτι της παραπονούμενης. Σύμφωνα πάντα με τα ευρήματα του πρωτόδικου Δικαστηρίου, όταν πλημμύρισε το σπίτι, η παραπονούμενη άρχισε να φωνάζει και η εφεσείουσα μαζί με τον σύζυγό της αφαίρεσαν τα ξύλα από τις υδρορροές με αποτέλεσμα να υποχωρήσει το νερό από το σπίτι. Η μία όμως υδρορροή έμεινε κλειστή από σφηνωμένο ξύλο το οποίο δεν μπόρεσαν να αφαιρέσουν και αυτός ήταν ο λόγος που δεν άδειασε το νερό από το μικρό μπαλκόνι.
Η εφεσείουσα και ο σύζυγός της παραδέχτηκαν στην Αστυνομία ότι πράγματι έκλεισαν τις υδρορροές και ισχυρίστηκαν ότι πριν βρέξει άνοιξαν τις τρεις από τις τέσσερεις από αυτές. Από τα ευρήματα επίσης του πρωτόδικου Δικαστηρίου προκύπτει ότι η εφεσείουσα στις 5.2.2018 εξύβρισε την παραπονούμενη όταν αυτή επέστρεψε στο σπίτι της γύρω στις 22:30 με τις φράσεις «παλιοτσούλα, πουτάνα, πόρνη, χτιτζιασμένη, παλιοπόντια». Επειδή ήταν αργά το βράδυ και της φώναζε με άσχημο και υστερικό τρόπο, οι γείτονες βγήκαν στην αυλή και την άκουγαν. Η συμπεριφορά δε αυτή της εφεσείουσας, σύμφωνα με την ένορκη μαρτυρία της παραπονούμενης, την προσέβαλε.
Το πρωτόδικο Δικαστήριο εξέτασε ακολούθως κατά πόσο με βάση τα ευρήματά του και τις σχετικές πρόνοιες των νόμων με βάση τις οποίες η εφεσείουσα κατηγορείτο, αποδείχθηκαν τα αδικήματα που αντιμετώπιζε πέραν πάσης λογικής αμφιβολίας.
Όπως έχει ήδη αναφερθεί, κατέληξε ότι αποδείχτηκαν πέραν πάσης λογικής αμφιβολίας τα αδικήματα των κατηγοριών 1 και 2, ενώ αντίθετα δεν αποδείχθηκαν τα αδικήματα των κατηγοριών 3‑5 από τα οποία αθώωσε και απάλλαξε την εφεσείουσα.
Η πρωτόδικη απόφαση αμφισβητείται από την εφεσείουσα με οκτώ λόγους έφεσης. Οι λόγοι έφεσης 6 και 7 αφορούν την αξιολόγηση της μαρτυρίας που έγινε από το πρωτόδικο Δικαστήριο και ειδικά την κρίση του ότι οι παραπονούμενοι, Μ.Κ.2 και Μ.Κ.3, όπως και ο Μ.Κ.5, ήταν αξιόπιστοι. Οι λόγοι έφεσης 1‑5 αφορούν την καταδίκη της εφεσείουσας στην κατηγορία της κακόβουλης ζημιάς, δηλαδή την κατηγορία 2 επί του κατηγορητηρίου και προωθούνται οι θέσεις ότι καμία ενέργεια της εφεσείουσας δεν έγινε είτε στις 7.5.2018 είτε στις 8.5.2018. Είναι λάθος το συμπέρασμα του πρωτόδικου Δικαστηρίου ότι η εφεσείουσα έκλεισε τις υδρορροές με την τοποθέτηση ξύλων, η όποια ζημιά έγινε στην οικία της παραπονούμενης προκλήθηκε από βροχές δηλαδή από φυσικό φαινόμενο και όχι από πράξεις ή ενέργειες της εφεσείουσας και καταλογίζεται στο πρωτόδικο Δικαστήριο ότι για να καταδικάσει την εφεσείουσα στην κατηγορία 2 προέβηκε σε μία σειρά από αυθαίρετα συμπεράσματα και εικασίες πράγμα ανεπίτρεπτο στον χώρο του ποινικού δικαίου.
Ο όγδοος λόγος έφεσης αφορά την κατάληξη ενοχής της εφεσείουσας στην πρώτη κατηγορία, κατά της δημόσιας εξύβρισης, και προβάλλονται οι θέσεις ότι η παραπονούμενη δεν προέβηκε σε οποιαδήποτε καταγγελία κατά της εφεσείουσας σε σχέση με το αδίκημα αυτό και ότι δεν τέθηκε ενώπιον του πρωτόδικου Δικαστηρίου ικανοποιητική μαρτυρία για απόδειξη των συστατικών στοιχείων του αδικήματος.
Στην πρόσφατη απόφασή μας ΦΩΤΗΣ ΚΥΡΙΑΚΟΥ v. ΑΣΤΥΝΟΜΙΑΣ, Ποινική Έφεση Αρ. 135/2023, ημερομηνίας 28.4.2026, λέχθηκαν τα εξής σε σχέση με την εξουσία του Εφετείου να επεμβαίνει στο έργο του πρωτόδικου Δικαστηρίου αναφορικά με την αξιολόγηση της μαρτυρίας:
«Δεδομένης της αμφισβήτησης της από μέρους του πρωτόδικου Δικαστηρίου αξιολόγησης της μαρτυρίας, καθίσταται βοηθητικό να επαναλάβουμε τις αρχές που αφορούν την εξουσία του Εφετείου να επεμβαίνει στο έργο του πρωτόδικου Δικαστηρίου αναφορικά με την αξιολόγηση της μαρτυρίας και την κατάληξη σε συμπεράσματα επί των γεγονότων. Στην ΑΠΟΣΤΟΛΟΥ v. ΔΗΜΟΚΡΑΤΙΑΣ, Ποινική Έφεση 273/2022, ημερομηνίας 6.11.2025, συνοψίσαμε τις σχετικές διαχρονικές αρχές, παραπέμποντας και στην ΠΙΣΣΑΡΙΔΗΣ v. ΑΣΤΥΝΟΜΙΑΣ, Ποινικές Εφέσεις 67/2023 και 68/2023, ημερομηνίας 29.5.2025:
«Ως προς την εξουσία του Εφετείου να επεμβαίνει στο έργο του πρωτόδικου Δικαστηρίου αναφορικά με την αξιολόγηση της μαρτυρίας και την κατάληξη σε συμπεράσματα επί των γεγονότων, επαναλαμβάνουμε τις διαχρονικές αρχές, ως καθορίζονται από τη νομολογία. Ως λέχθηκε, εκ νέου, στην ΠΙΣΣΑΡΙΔΗΣ v. ΑΣΤΥΝΟΜΙΑΣ, Ποινικές Εφέσεις 67/2023 και 68/2023, ημερομηνίας 29.5.2025:
«Εν σχέσει δε με το ζήτημα της αξιολόγησης μαρτυρίας τονίζουμε ξανά ότι αυτό ανήκει κατ' εξοχήν στο εκάστοτε πρωτόδικο Δικαστήριο και ότι το Εφετείο επεμβαίνει μόνο όταν:
· Η αξιολόγηση ή τα ευρήματα ή τα συμπεράσματα του πρωτόδικου Δικαστηρίου αντιστρατεύονται την κοινή λογική ή δεν δικαιολογούνται από τη μαρτυρία ή από τα ίδια τα ευρήματα του.
· Το πρωτόδικο Δικαστήριο παρέλειψε να προβεί σε συγκεκριμένο εύρημα σχετικά με ένα ουσιώδες θέμα της διαδικασίας.
· Τα ευρήματα δεν ήταν ευλόγως επιτρεπτά ή κρίνονται εσφαλμένα, ερχόμενα σε σύγκρουση με άλλη μαρτυρία.
· Τα συμπεράσματά του κρίνονται στο σύνολο της υπόθεσης παράλογα, ήτοι είναι συμπεράσματα στα οποία δεν θα ήταν δυνατό να καταλήξει ένα λογικό Δικαστήριο.
· Τα ευρήματα καταφαίνονται εξ αντικειμένου ανυπόστατα ή είναι παράλογα ή αυθαίρετα ή δεν υποστηρίζονται από τη μαρτυρία την οποία το πρωτόδικο Δικαστήριο έχει αποδεχθεί ως αξιόπιστη ή είναι αντιφατικά μεταξύ τους ή η ίδια η αξιολόγηση έρχεται σε ευθεία αντίθεση με παραδεκτά γεγονότα ή άλλα τεκμήρια κατατεθέντα ή απέχει από τη λογική των πραγμάτων στα περιστατικά της υπόθεσης, ήτοι όταν δημιουργείται ρήγμα στην αξιολόγηση και στα ευρήματα.
· Οι τυχόν αντιφάσεις στη μαρτυρία αντικειμενικά κρινόμενες είναι ουσιαστικής μορφής, δημιουργούν ρήγμα στην υπόθεση, πλήττουν καίρια την αξιοπιστία μάρτυρος και φανερώνουν διάθεση του να αποκρύψει την αλήθεια.
Γενικά, το Εφετείο δεν επεμβαίνει στην πρωτόδικη ετυμηγορία εκτός εάν πειστεί ότι υπάρχουν καλοί λόγοι οι οποίοι του δίνουν το δικαίωμα να το πράξει (Kolarski v. Δημοκρατίας (1997) 2 Α.Α.Δ. 205). Σε τέτοια περίπτωση έχει το δικαίωμα να εξαγάγει τα δικά του συμπεράσματα από αποδεδειγμένα γεγονότα και να προβεί στις δικές του διαπιστώσεις, καταλήγοντας σε διαφορετική κρίση ως προς τα πραγματικά γεγονότα, με θεμέλιο όμως την πρωτόδικη κρίση ως προς την αξιοπιστία των μαρτύρων. Μια τέτοια εξουσία επέμβασης, στα ευρήματα αξιοπιστίας ή στα συμπεράσματα, ασκείται με μεγάλη προσοχή (Κυπριανού ν. Αστυνομίας (2008) 2 Α.Α.Δ. 816, Ισιδώρου ν. G.M. Christofi Enterprises Ltd κ.ά. (1998) 2 Α.Α.Δ. 204).»
Εις δε την ΚΥΠΡΙΑΝΟΥ v. ΑΣΤΥΝΟΜΙΑΣ (2008) 2 Α.Α.Δ. 816, εξηγήθηκε ότι:
«Όπως είναι νομολογιακά γνωστό, η αξιολόγηση των μαρτύρων ανήκει στο πρωτόδικο Δικαστήριο, το οποίο έχει την ευκαιρία να παρακολουθεί την όλη συμπεριφορά τους, ενώ δίδουν μαρτυρία στη ζωντανή διαδικασία ενώπιον του. Ο διάδικος που αμφισβητεί ένα τέτοιο εύρημα, οφείλει με πολύ πειστικά επιχειρήματα, να ικανοποιήσει το Δικαστήριο ότι τα ευρήματα αξιοπιστίας είναι εσφαλμένα ή αδικαιολόγητα (Ιωακείμ ν. Ιωαννίδη (1991) 1 Α.Α.Δ. 996, 998). Το Εφετείο, δεν επεμβαίνει στην αξιολόγηση της μαρτυρίας, αν θεωρήσει ότι ήταν εύλογα επιτρεπτό για το πρωτόδικο Δικαστήριο να προβεί στα ευρήματα. Εάν δε διαπιστωθούν αντιφάσεις, αυτές θα πρέπει να είναι ουσιώδεις και να πλήττουν καίρια την αξιοπιστία του μάρτυρα (Βλ. Χατζηπαύλου ν. Κυριάκου κ.ά. (2006) 1(Α) Α.Α.Δ. 236). Όπως υποδεικνύεται στην Αθηνής ν. Δημοκρατίας (2008) 2 A.A.Δ. 256, το Εφετείο μπορεί, να προβεί στις δικές του διαπιστώσεις και να καταλήξει σε διαφορετική κρίση ως προς τα πραγματικά γεγονότα, πάντοτε όμως με θεμέλιο την κρίση του πρωτόδικου Δικαστηρίου ως προς την αξιοπιστία των μαρτύρων. Όμως η εξουσία του Εφετείου να επεμβαίνει στα ευρήματα αξιοπιστίας ή στα συμπεράσματα του πρωτόδικου Δικαστηρίου ασκείται με μεγάλη προσοχή, ώστε να μην εξουδετερώνεται το μεγάλο πλεονέκτημα που έχει το πρωτόδικο Δικαστήριο, να έρχεται σε επαφή με τους μάρτυρες.»»
Εξετάσαμε τα πρακτικά της πρωτόδικης διαδικασίας, καθώς και τα τεκμήρια που κατατέθηκαν και καταλήγουμε ότι δεν μας βρίσκουν σύμφωνους τα παράπονα της εφεσείουσας. Δεν υπάρχει έρεισμα παρέμβασής μας στο έργο της αξιολόγησής της μαρτυρίας από πλευράς του πρωτόδικου Δικαστηρίου, ούτε ως προς τα ευρήματα αξιοπιστίας, αλλά ούτε και ως προς τα ζητήματα για τα οποία η εφεσείουσα μας καλεί να ανατρέψουμε τα ευρήματα του πρωτόδικου Δικαστηρίου. Μελέτη της μαρτυρίας δεικνύει ότι η διεργασία από μέρους του πρωτόδικου Δικαστηρίου, καθώς και τα ευρήματα και τα συμπεράσματα ήταν καθ’ όλα επιτρεπτά και αιτιολογημένα. Στη βάση δε των νομολογιακών αρχών που έχουμε παραθέσει ανωτέρω, ουδόλως προκύπτει να υφίσταται πεδίο επέμβασής μας στην πρωτόδικη κρίση. Συνακόλουθα, οι λόγοι έφεσης 6 και 7 απορρίπτονται.
Συνεχίζουμε την εξέταση των λόγων έφεσης με τον όγδοο λόγο έφεσης που αφορά το αδίκημα της δημόσιας εξύβρισης. Σύμφωνα με το Άρθρο 99 του Ποινικού Κώδικα, Κεφ. 154:
«99. Όποιος, σε δημόσιο χώρο ή σε χώρο που δεν είναι δημόσιος με τέτοιο τρόπο ή κάτω από συνθήκες ώστε να ενδέχεται να ακουστεί από οποιοδήποτε πρόσωπο που βρίσκεται σε δημόσιο χώρο, εξυβρίζει άλλο με τέτοιο τρόπο που ενδέχεται να προκαλέσει σε παρευρισκόμενο πρόσωπο επίθεση, είναι ένοχος πλημμελήματος και υπόκειται σε φυλάκιση ενός μήνα ή σε χρηματική ποινή που δεν υπερβαίνει τις εβδομήντα πέντε λίρες ή και στις δύο αυτές ποινές.»
Ο όρος «δημόσιος χώρος» ερμηνεύεται στο Άρθρο 4 του Ποινικού Κώδικα ως ακολούθως:
«“δημόσιος χώρος” ή “δημόσιο υποστατικό” περιλαμβάνει δημόσια διάβαση και κτίριο, μέρος ή τόπο φυσικής άνεσης, όπου κάθε φορά το κοινό έχει δικαίωμα ή άδεια εισόδου, είτε χωρίς όρους είτε με όρο πληρωμής, καθώς και κτίριο ή χώρο που χρησιμοποιείται κάθε φορά για δημόσια ή θρησκευτική συγκέντρωση, για συνάθροιση ή ως δικαστήριο σε δημόσια συνεδρίαση.»
Πρόσφατα το Εφετείο στην ΚΩΣΤΑ ΝΕΟΚΛΗ v. ΑΣΤΥΝΟΜΙΑΣ, Ποινική Έφεση Αρ. 174/2022, ημερομηνίας 31.10.2023 ανέφερε τα εξής αναφορικά με την ερμηνεία του όρου «δημόσιος χώρος»:
«Στην υπόθεση Κωνσταντίνου v. Αστυνομίας (2013) 2 Α.Α.Δ. 754, στην οποία το αδίκημα της εξύβρισης διαπράχθηκε ενώ ο καθένας από τους εμπλεκόμενους βρισκόταν στη δική του αυλή και μεταξύ τους παρεμβάλλετο διαχωριστικός τοίχος ύψους 2,5 μέτρων το Ανώτατο Δικαστήριο κατέληξε ότι:
«Οι φράσεις που χρησιμοποίησε ο εφεσείων ήταν αμφίβολα υβριστικές το επεισόδιο έλαβε χώρα σε δημόσιο χώρο εν τη έννοια του Άρθρου 4 του Κεφ. 154 και κατά τρόπο που κάθε μέσος λογικός άνθρωπος θα ήταν δυνατό να προκληθεί».»
Σε σχέση με την πρώτη κατηγορία το πρωτόδικο Δικαστήριο καθοδηγήθηκε αναφορικά με την ερμηνεία και εφαρμογή του Άρθρου 99 του Κεφ. 154 και ειδικότερα σε σχέση με το ερώτημα κατά πόσον συγκεκριμένη συμπεριφορά μπορεί να χαρακτηριστεί για τους σκοπούς του εν λόγω Άρθρου ως «υβριστική», από την απόφαση του Ανώτατου Δικαστηρίου ΛΟΥΚΑΪΔΗΣ ΓΕΩΡΓΙΟΣ v. ΑΣΤΥΝΟΜΙΑΣ, (2014) 2 Α.Α.Δ. 884. Παραθέτουμε το εξής διαφωτιστικό απόσπασμα από αυτήν:
«Το αδίκημα για το οποίο κρίθηκε ένοχος ο εφεσείων είναι αυτό της δημόσιας εξύβρισης κατά παράβαση του Άρθρου 99 του Ποινικού Κώδικα Κεφ. 154 το οποίο προνοεί ως εξής:
«99. Όποιος, σε δημόσιο χώρο ή σε χώρο που δεν είναι δημόσιος με τέτοιο τρόπο ή κάτω από συνθήκες ώστε να ενδέχεται να ακουστεί από οποιοδήποτε πρόσωπο που βρίσκεται σε δημόσιο χώρο, εξυβρίζει άλλο με τέτοιο τρόπο που ενδέχεται να προκαλέσει σε παρευρισκόμενο πρόσωπο επίθεση, είναι ένοχος πλημμελήματος και υπόκειται σε φυλάκιση ενός μήνα ή σε χρηματική ποινή που δεν υπερβαίνει τις εβδομήντα πέντε λίρες ή και στις δύο αυτές ποινές.»
(Όπως έχει μετατραπεί σε ευρώ με βάση το Ν. 33(Ι)/2007).
Στην υπόθεση Αχιλλέως ν. Αστυνομίας (1996) 2 Α.Α.Δ. 98, μετά από καταγγελία ότι η εφεσείουσα προκαλούσε ενόχληση λόγω δυνατής μουσικής στο μπαρ της στις 02.00, μετέβη στο μέρος αστυφύλακας για διερεύνηση της καταγγελίας. Όταν την πληροφόρησε για την καταγγελία αυτή τον εξύβρισε με τη φράση «είσαι καραγκιόζης». Κρίθηκε ένοχη για δημόσια εξύβριση και η καταδίκη επικυρώθηκε από το Εφετείο. Με αναφορά στο Σύγγραμμα Hari Singh Gour The Penal Law of India, 9η Έκδοση, 4ος Τόμος, σελ. 4186, και στην Αγγλική υπόθεση Brutus v. Cozens [1972] 2 All E.R. 1297, τονίστηκε ότι στις λέξεις που εκστομίζονται σε τέτοιου είδους υποθέσεις πρέπει να αποδίδεται το συνηθισμένο τους νόημα. Και ότι, το ερώτημα κατά πόσο συγκεκριμένη συμπεριφορά είναι υβριστική αποτελεί θέμα πραγματικό. Αποφασίστηκε επίσης ότι δε χρειάζεται απόδειξη του κατά πόσο προκλήθηκε οποιοσδήποτε παρευρισκόμενος να επιτεθεί. «Είναι αρκετόν ότι, όπως ρητά προβλέπει το Άρθρο 99, ήταν ενδεχόμενο από την εξύβριση να αντιδράσει επιθετικά παριστάμενο πρόσωπο.»»
Πολύ πρόσφατα το Εφετείο στην απόφαση ΣΥΜΕΩΝ ΣΥΜΕΩΝ ΜΙΧΑΗΛ v. ΑΣΤΥΝΟΜΙΑΣ, Ποινική Έφεση Αρ. 37/2023, ημερομηνίας 29.6.2026 αναφέρθηκε ως εξής:
«Στην υπόθεση Αχιλλέως ν. Αστυνομίας (1996) 2 Α.Α.Δ. 98, μετά από καταγγελία ότι η εφεσείουσα προκαλούσε ενόχληση λόγω δυνατής μουσικής στο μπαρ της στις 02.00, μετέβη στο μέρος αστυφύλακας για διερεύνηση της καταγγελίας. Όταν την πληροφόρησε για την καταγγελία αυτή τον εξύβρισε με τη φράση «είσαι καραγκιόζης». Κρίθηκε ένοχη για δημόσια εξύβριση και η καταδίκη επικυρώθηκε από το Εφετείο. Με αναφορά στο Σύγγραμμα Hari Singh Gour The Penal Law of India, 9η Έκδοση, 4ος Τόμος, σελ. 4186, και στην Αγγλική υπόθεση Brutus v. Cozens [1972] 2 All E.R. 1297, τονίστηκε ότι στις λέξεις που εκστομίζονται σε τέτοιου είδους υποθέσεις πρέπει να αποδίδεται το συνηθισμένο τους νόημα. Και ότι, το ερώτημα κατά πόσο συγκεκριμένη συμπεριφορά είναι υβριστική αποτελεί θέμα πραγματικό. Αποφασίστηκε επίσης ότι δε χρειάζεται απόδειξη του κατά πόσο προκλήθηκε οποιοσδήποτε παρευρισκόμενος να επιτεθεί. «Είναι αρκετόν ότι, όπως ρητά προβλέπει το Άρθρο 99, ήταν ενδεχόμενο από την εξύβριση να αντιδράσει επιθετικά παριστάμενο πρόσωπο.»
Στην υπόθεση Bolster v. Αστυνομικού Διευθυντή Λεμεσού (1997) 2 Α.Α.Δ. 89, που παρέπεμψε ο εφεσείων με το διάγραμμα αγόρευσής του, η φράση "Fucking Bastard Police", την οποία εκστόμισε η εφεσείουσα σε αστυφύλακα, ανεξαρτήτως ότι στην προφορά έλεγε "Fucky Baster Police", με αναφορά στον τόπο και τόνο με τον οποίο έλεγε τη φράση, κρίθηκε ως εξύβριση.»
Δεν συμμεριζόμαστε τις θέσεις του συνηγόρου της εφεσείουσας όπως προβάλλονται στον όγδοο λόγο έφεσης. Το πρωτόδικο Δικαστήριο έχοντας ενώπιόν του την κατηγορία 1 ορθά έκανε υπαγωγή της μαρτυρίας την οποία ορθά έκρινε ως αξιόπιστη στα συστατικά στοιχεία του αδικήματος και ορθά κατέληξε ότι τόσο οι φράσεις που εκστόμισε η εφεσείουσα ήταν υβριστικές αλλά και ότι αυτές ακούστηκαν σε δημόσιο χώρο κατά τρόπο που να προκαλέσει παριστάμενο πρόσωπο να διαπράξει επίθεση. Πότε καταγγέλθηκε από την παραπονούμενη το αδίκημα αυτό δεν αφορά την ποινική ευθύνη της εφεσείουσας. Και ο όγδοος λόγος έφεσης απορρίπτεται.
Οι υπόλοιποι λόγοι έφεσης, όπως έχει ήδη αναφερθεί, αφορούν το αδίκημα της δεύτερης κατηγορίας για την οποία κρίθηκε ένοχη η εφεσείουσα και ειδικά το αδίκημα της κακόβουλης ζημιάς. Η κατηγορία 2 για την οποία βρέθηκε ένοχη η εφεσείουσα εδράζεται στο Άρθρο 324(1) του Ποινικού Κώδικα, Κεφ. 154, το οποίο προνοεί τα ακόλουθα:
«324.‑(1) Όποιος εσκεμμένα και παράνομα καταστρέφει ή προξενεί ζημιά σε περιουσία, είναι ένοχος ποινικού αδικήματος, το οποίο εκτός αν προνοείται διαφορετικά είναι πλημμέλημα, αυτός αν δεν προβλέπεται κάποια άλλη ποινή, υπόκειται σε φυλάκιση δύο χρόνων ή σε χρηματική ποινή που δεν υπερβαίνει τις χίλιες πεντακόσιες λίρες ή και στις δύο αυτές ποινές:
Νοείται ότι οι διατάξεις του άρθρου 8 του παρόντος Νόμου εφαρμόζονται σε ποινική δίωξη που ασκείται δυνάμει του άρθρου αυτού, νοουμένου ότι ο κατηγορούμενος αποδείξει με τέτοιο τρόπο που να ικανοποιεί το Δικαστήριο ότι η ισχυριζόμενη άσκηση ειλικρινούς αξίωσης δικαιώματος ήταν και εύλογη υπό τις περιστάσεις.»
Το ουσιαστικό παράπονο της εφεσείουσας είναι, σύμφωνα με τα όσα υποστηρίζει και πρωτόδικα και ενώπιόν μας, ότι η ίδια δεν προέβηκε σε καμία παράνομη πράξη ή ενέργεια είτε στις 8.5.2018 είτε στις 7.5.2018. Επίσης ότι η οποιαδήποτε ζημιά προκλήθηκε στην οικία της παραπονούμενης, προκλήθηκε από βροχές που σημειώθηκαν στις 7.5.2018, δηλαδή ενός φυσικού φαινομένου, και όχι λόγω πράξης και ή ενέργειας της εφεσείουσας.
Το πρωτόδικο Δικαστήριο σαφώς κατέληξε στο συμπέρασμα ότι υπήρξε ζημιά στην κατοικία της παραπονούμενης από το νερό που εισήλθε σε αυτήν από τις βροχές λόγω του ότι οι υδρορροές είχαν φραγεί προηγουμένως με την τοποθέτηση κομματιών ξύλου από την εφεσείουσα. Ορθά αποφάσισε ότι η ενέργεια της εφεσείουσας να τοποθετήσει ξύλα στις υδρορροές, τις οποίες κατά αυτόν τον τρόπο απόφραξε, φανερώνει την πρόθεσή της ως προς τις συνέπειες αυτής της της πράξης, αφού το ενδεχόμενο βροχής ή οποιασδήποτε άλλης συνθήκης θα μπορούσε να δημιουργήσει απόφραξη και η πλημμύρα, στη συγκεκριμένη περίπτωση, που προκάλεσε ζημιά, ήταν αποτέλεσμα της πράξης της εφεσείουσας να αποφράξει τις υδρορροές με αποτέλεσμα το νερό της βροχής να μην μπορεί να διαφύγει και να παραμείνει εντός του σπιτιού. Η θέση του συνηγόρου της εφεσείουσας ότι σε καμία πράξη δεν έχει προβεί η εφεσείουσα τη μέρα που της καταλογίζεται στην κατηγορία, δεν είναι ορθή γιατί η πράξη της εφεσείουσας έλαβε μεν χώραν προηγουμένως αλλά το φυσικό φαινόμενο της βροχής που επήλθε την επίδικη μέρα είχε ως αποτέλεσμα, λόγω της απόφραξης των υδρορροών που ήταν εσκεμμένη πράξη της εφεσείουσας, να προκληθεί βλάβη, κάτι το οποίο η εφεσείουσα αγνόησε και/ή υπέδειξε αδιαφορία. Είναι ορθή η καταδίκη της εφεσείουσας και στη δεύτερη κατηγορία στην οποία αυτή καταδικάστηκε και συνεπώς οι λόγοι έφεσης 1‑5 επίσης απορρίπτονται.
Η παρούσα έφεση απορρίπτεται. Η πρωτόδικη απόφαση επικυρώνεται στην ολότητά της.
Μ. ΑΜΠΙΖΑΣ, Δ.
ΣΤ. ΧΡΙΣΤΟΔΟΥΛΙΔΟΥ-ΜΕΣΣΙΟΥ, Δ.
Ι. ΣΤΥΛΙΑΝΙΔΟΥ, Δ.
cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο