ΓΕΝΙΚΟΣ ΕΙΣΑΓΓΕΛΕΑΣ ΤΗΣ ΔΗΜΟΚΡΑΤΙΑΣ v. S. M. A., Ποινική Έφεση Αρ.: 99/2024, 29/10/2026
print
Τίτλος:
ΓΕΝΙΚΟΣ ΕΙΣΑΓΓΕΛΕΑΣ ΤΗΣ ΔΗΜΟΚΡΑΤΙΑΣ v. S. M. A., Ποινική Έφεση Αρ.: 99/2024, 29/10/2026

ΕΦΕΤΕΙΟ ΚΥΠΡΟΥ ‑ ΠΟΙΝΙΚΗ ΔΙΚΑΙΟΔΟΣΙΑ

 

(Ποινική Έφεση Αρ.: 99/2024)

 

29 Οκτωβρίου 2026

 

[Μ. ΑΜΠΙΖΑΣ, ΣΤ. ΧΡΙΣΤΟΔΟΥΛΙΔΟΥ‑ΜΕΣΣΙΟΥ, Ι. ΣΤΥΛΙΑΝΙΔΟΥ, Δ/ΣΤΕΣ]

 

ΓΕΝΙΚΟΣ ΕΙΣΑΓΓΕΛΕΑΣ ΤΗΣ ΔΗΜΟΚΡΑΤΙΑΣ,

Εφεσείων,

 

v.

 

S. M. A.,

Εφεσίβλητου.

______________________________

 

Λ. Σίγαρ (κα) για Γενικό Εισαγγελέα της Δημοκρατίας, για τον Εφεσείοντα

Α. Καρεκλάς, για τον Εφεσίβλητο

 

ΑΜΠΙΖΑΣ, Δ.: Η απόφαση του Δικαστηρίου είναι ομόφωνη.

 

Α Π Ο Φ Α Σ Η

 

ΑΜΠΙΖΑΣ, Δ.: Κατόπιν ακροαματικής διαδικασίας, ενώπιον του Κακουργιοδικείου Λεμεσού, ο εφεσίβλητος κρίθηκε ένοχος σε δύο κατηγορίες σεξουαλικής κακοποίησης παιδιού. Του αποδιδόταν ότι συμμετείχε σε σεξουαλική πράξη με παιδί κάτω των 13 ετών (κατηγορία 1) και ότι προκάλεσε το παιδί αυτό να γίνει μάρτυρας απεικόνισης σεξουαλικών πράξεων ακόμη και εάν δεν συμμετείχε σε αυτές (κατηγορία 4).

 

Το Κακουργιοδικείο, στην απόφασή του με την οποία επέβαλε ποινή στον εφεσίβλητο, κατέγραψε συνοπτικά τα γεγονότα της υπόθεσης ως ακολούθως:

 

«Η παραπονούμενη (Α.Α.) γεννήθηκε στις 22/06/2007. Οι γονείς της είναι βουλγαρικής υπηκοότητας, είναι πρόσωπα χαμηλού νοητικού δυναμικού, με τον πατέρα της να παρουσιάζει εξάρτηση στο αλκοόλ και τη μητέρα της να αντιμετωπίζει ψυχιατρικές δυσκολίες, να λαμβάνει φαρμακευτική αγωγή και να νοσηλεύτηκε σε ψυχιατρική κλινική. Στην οικογένεια της Α.Α. υπήρξαν περιστατικά ενδοοικογενειακής βίας από τον πατέρα. Η οικογένεια της Α.Α. ήλθε στην Κύπρο για βιοποριστικούς λόγους, όταν η Α.Α. ήταν μικρή και άλλαζαν συχνά χώρους διαμονής. Η Α.Α. έμενε για αρκετές ώρες της ημέρας μόνη της επειδή τα υπόλοιπα μέλη της οικογένειας εργάζονταν και δεν φοίτησε σχεδόν καθόλου σε δημοτικό σχολείο. Είναι δε παιδί που παρουσιάζει χαμηλότερη από το φυσιολογικό νοημοσύνη, συναισθηματικά λιγότερο ώριμο, συγκριτικά με άλλα παιδιά της ηλικίας της, παρουσιάζει δυσκολία στο να αντιληφθεί τον κίνδυνο, είναι πιο αφελής και εμπιστεύεται πιο εύκολα. Ενόψει των πιο πάνω είναι παιδί ιδιαίτερα ευάλωτο προς σεξουαλική κακοποίηση.

Κατά το έτος 2018, η Α.Α. διέμενε με τους γονείς και τα δύο μεγαλύτερα αδέλφια της σε μια μικρή υπόγεια κατοικία στη Λεμεσό. Κατά τον ίδιο χρόνο, ο κατηγορούμενος που κατάγεται από τη Βουλγαρία, ήταν γείτονας της Α.Α. αφού διέμενε, με τη σύζυγο και τον γιο του, στο ίδιο κτίριο, άνωθεν της κατοικίας όπου διέμενε η Α.Α. με τους γονείς και τα αδέλφια της. Ο κατηγορούμενος ήταν φίλος του πατέρα της Α.Α. Κάποιες φορές, όταν ο πατέρας της Α.Α. πήγαινε στην εργασία του και δεν υπήρχε κάποιος άλλος να την προσέχει, η Α.Α. πήγαινε στην κατοικία όπου διέμενε ο κατηγορούμενος και ο τελευταίος την πρόσεχε και τη φρόντιζε, ενώ ήταν και αυτός μόνος του, αφού η σύζυγος και ο γιος του βρίσκονταν στην εργασία τους. Λόγω των πιο πάνω, η Α.Α. ένιωθε ότι ο κατηγορούμενος ήταν καλός, δημιουργήθηκε δε, εν τοις πράγμασι, θέση εμπιστοσύνης, εξουσίας και επιρροής του κατηγορουμένου επί της Α.Α.

Καταχρώμενος δε την εν λόγω θέση του, μια μέρα το καλοκαίρι του 2018, όταν η Α.Α. ήταν 10 χρονών (κοντά στη μέρα των γενεθλίων της δηλαδή στις 22 Ιουνίου) και μετέβηκε στην κατοικία του κατηγορουμένου επειδή δεν υπήρχε άλλο άτομο να την προσέχει, στον χώρο του σαλονιού, ο τελευταίος της κατέβασε το παντελόνι και το εσώρουχο και προσπάθησε να διεισδύσει το πέος του στον πρωκτό της Α.Α., αλλά δεν τα κατάφερε καθότι ο πρωκτός της ήταν μικρός. Η Α.Α. λόγω αυτού του συμβάντος φοβήθηκε επειδή δεν ήξερε πως θα αντιδρούσαν οι γονείς της, δεν είπε κάτι στον κατηγορούμενο επειδή δεν γνώριζε τι ήταν αυτό που της συνέβαινε, σήκωσε το εσώρουχο και το παντελόνι της και έφυγε από την κατοικία του κατηγορουμένου τρέχοντας και πήγε πίσω στην κατοικία όπου διέμενε, όπου εκείνη τη στιγμή βρισκόταν η μητέρα της, στην οποία όμως δεν ανέφερε οτιδήποτε.

Περαιτέρω, σε χρόνους πλησίον του προαναφερθέντος περιστατικού, πολλές φορές, όταν η Α.Α. έπαιζε μόνη της στη βεράντα της κατοικίας όπου διέμενε και ο κατηγορούμενος βρισκόταν μόνος του στο μπαλκόνι της κατοικίας όπου αυτός διέμενε, ο τελευταίος έδειχνε στην Α.Α. το πέος του, γνωρίζοντας ότι η ανήλικη τον έβλεπε.»

  

Το Κακουργιοδικείο, αφού ανέλυσε τις νομολογιακές αρχές που αφορούν το θέμα της ποινής σε τέτοιες περιπτώσεις, προχώρησε στην εξέταση των όσων αφορά η υπό κρίση υπόθεση, καθώς επίσης και των ελαφρυντικών που μπορούσαν να αποδοθούν στον εφεσίβλητο και κατέληξε στην επιβολή σε αυτόν ποινής φυλάκισης 7 ετών στην κατηγορία 1 και 4 ετών στην κατηγορία 4.

 

Ο Γενικός Εισαγγελέας της Δημοκρατίας προσβάλλει την επιβληθείσα ποινή με έναν λόγο έφεσης, ο οποίος προβάλλει ότι οι ποινές φυλάκισης που επιβλήθηκαν στις κατηγορίες 1 και 4 είναι έκδηλα ανεπαρκείς και ή ήταν αποτέλεσμα σφάλματος αρχής εκ μέρους του πρωτόδικου Δικαστηρίου. Αιτιολογικά, προβάλλεται ότι δεν δόθηκε η δέουσα βαρύτητα στη σοβαρότητα του αδικήματος, ως αυτή προκύπτει, τόσο από την προβλεπόμενη γι' αυτό ποινή, όσο και από τις συνθήκες διάπραξης των αδικημάτων, οι οποίες επίσης παραγνωρίστηκαν. Προβάλλεται, επίσης, ότι δεν δόθηκε η δέουσα βαρύτητα στην ανάγκη επιβολής αποτρεπτικής ποινής προς προστασία του κοινωνικού συνόλου και καταστολή τέτοιων αδικημάτων, εν όψει της ανησυχητικής αύξησής τους που παρατηρείται. Περαιτέρω, ότι δεν δόθηκε η δέουσα βαρύτητα στο γεγονός ότι συντρέχουν οι επιβαρυντικοί παράγοντες που καταγράφονται, ενώ παραγνωρίστηκε και η νομολογία ως προς το ύψος της ποινής. Παραγνωρίστηκαν, επίσης, τα ψυχολογικά κατάλοιπα στην ανήλικη παραπονούμενη, καθώς επίσης και το ότι ο εφεσίβλητος θα δικαιούται να αποφυλακιστεί ενωρίτερα από τον χρόνο που καθορίστηκε ως χρόνος φυλάκισής του. Αναγνωρίζεται στην αιτιολογία του λόγου έφεσης αναγνώριση των ως άνω στοιχείων από το Κακουργιοδικείο, αποδίδοντας, όμως, ότι τέτοια αναγνώριση παρέμεινε λεκτική και όχι ουσιαστική. Τέλος, αποδίδεται στο Κακουργιοδικείο ότι προσέδωσε ιδιαίτερη βαρύτητα στους μετριαστικούς παράγοντες και τις προσωπικές περιστάσεις του εφεσίβλητου, αγνοώντας τη ψυχική ταλαιπωρία του θύματος το οποίο αναγκάστηκε, μέσω της ακρόασης, να υποβληθεί σε αντεξέταση και να βιώσει ξανά τα όσα τραυματικά είχε υποστεί.

 

Από την πλευρά του, ο συνήγορος του εφεσίβλητου, για τους λόγους που εξήγησε με την επιχειρηματολογία του, υποστήριξε την πρωτόδικη κρίση ως ορθή στη βάση της μαρτυρίας και των γεγονότων της υπόθεσης και στη βάση των ελαφρυντικών παραγόντων που ίσχυαν σε αυτήν.

 

Όπως επανειλημμένα έχει αναφερθεί, η εξουσία επέμβασης του Εφετείου σε επιβληθείσα ποινή δεν επαφίεται στην υποκειμενική κρίση των μελών του. Στην ΙΩΣΗΦ v. ΔΗΜΟΚΡΑΤΙΑΣ, Ποινική Έφεση 130/2021, ημερομηνίας 29.3.2022, ECLI:CY:AD:2022:B131, επαναλήφθηκαν οι αρχές που διέπουν το ζήτημα της εξουσίας προς επανακαθορισμό επιβληθείσας πρωτοδίκως ποινής. Ως λέχθηκε:

 

«Σχετικό είναι το πιο κάτω απόσπασμα από την υπόθεση Bora ν. Δημοκρατίας, Ποιν. Έφ. 79/2017, ημερομηνίας 13.3.2018, ECLI:CY:AD:2018:B110:

«Οι βασικές αρχές που διέπουν το ζήτημα της εξουσίας επέμβασης του Εφετείου επί επιβληθείσας πρωτοδίκως ποινής, επαναλαμβάνονται στη σχετικά πρόσφατη απόφαση του Ανωτάτου Δικαστηρίου, Selmani k.ά. v. Δημοκρατίας, Ποινικές Εφέσεις 235/13 και 236/13, ημερομηνίας 5.10.2016, όπου λέχθηκαν τα εξής:

«Είναι πάγια νομολογημένο ότι το Εφετείο δεν κρίνει πρωτογενώς το ύψος της ποινής, καθότι ο καθορισμός της ποινής αποτελεί ευθύνη του πρωτόδικου δικαστηρίου. Σε δεύτερο βαθμό, εξετάζεται αν η ποινή εντάσσεται στα πλαίσια τα οποία καθορίζονται από τη νομολογία και τα οποία αρμόζουν προς τα ιδιαίτερα περιστατικά της κάθε υπόθεσης. Η έφεση δεν αποσκοπεί στον επανακαθορισμό της ποινής, αλλά στον έλεγχο της ορθότητάς της. Η επάρκεια δε της τιμωρίας καταδικασθέντος κρίνεται υπό το φως του συνόλου των γεγονότων που άπτονται της ποινής. Το Εφετείο έχει εξουσία επέμβασης μόνο όπου η επιβληθείσα ποινή, αντικειμενικά κρινόμενη, είναι είτε έκδηλα ανεπαρκής, είτε έκδηλα υπερβολική. Στις περιπτώσεις αυτές εναπόκειται στο Εφετείο ο καθορισμός της αρμόζουσας ποινής. Επέμβαση του Εφετείου χωρεί επίσης όπου διαπιστώνεται σφάλμα αρχής. (Γεωργίου ν. Αστυνομίας (1991) 2 ΑΑΔ 525, Γενικός Εισαγγελέας ν. Αβρααμίδου (1993) 2 ΑΑΔ 355, Γενικός Εισαγγελέας ν. Λάμπρου (2009) 2 ΑΑΔ 686, Μιχαήλ ν. Αστυνομίας, Ποιν. Έφ. 130/2013, ημερ. 16.5.2014 και Φραγκίσκου ν. Δημοκρατίας, Ποιν. Έφ. 222/2014 ημερ. 25.11.2015.»

Η επιτυχία ισχυρισμού περί έκδηλα ανεπαρκούς ή υπερβολικής ποινής, προϋποθέτει τεκμηρίωση πασιφανούς αναντιστοιχίας μεταξύ σοβαρότητας του εγκλήματος και επιβληθείσας ποινής ή/και ουσιώδη απόκλιση της ποινής από το πλαίσιο που οριοθετεί η νομολογία σε παρόμοιες περιπτώσεις (Γεωργίου ν. Αστυνομίας (1991) 2 ΑΑΔ 525)».»

 

Είχαμε πρόσφατα την ευκαιρία να αναφερθούμε στις νομολογιακές αρχές που λαμβάνονται υπ' όψιν κατά το στάδιο της επιβολής ποινής σε τέτοιας φύσης υποθέσεις στις ΓΕΝΙΚΟΣ ΕΙΣΑΓΓΕΛΕΑΣ ΤΗΣ ΔΗΜΟΚΡΑΤΙΑΣ v. Μ.Ι., Ποινική Έφεση 217/2023, ημερομηνίας 18.5.2026 και ΓΕΝΙΚΟΣ ΕΙΣΑΓΓΕΛΕΑΣ ΤΗΣ ΔΗΜΟΚΡΑΤΙΑΣ v. E.Α., Ποινική έφεση 267/2023, ημερομηνίας 30.6.2026.

 

Είναι άφθονη η νομολογία επί του θέματος των υπό κρίση αδικημάτων και καθολικά αποδεκτή η απαξίωση που τέτοιας φύσης αδικήματα προκαλούν (βλ. ΓΕΝΙΚΟΣ ΕΙΣΑΓΓΕΛΕΑΣ ΤΗΣ ΔΗΜΟΚΡΑΤΙΑΣ v. ΚΥΡΡΗ, Ποινική Έφεση 70/2022, ημερομηνίας 7.2.2023). Σε υποθέσεις σεξουαλικών αδικημάτων, όπως προκύπτει από τη νομολογία, οι ποινές που θα πρέπει να επιβάλλονται θα πρέπει να είναι αυστηρές και αποτρεπτικές, εν όψει της ιδιαίτερης σοβαρότητας ως εγκλήματα τα οποία στρέφονται κατά των ηθών αλλά προσβάλλουν, παράλληλα, και καταρρακώνουν την προσωπικότητα του θύματος (βλ. RANA κ.α. v. ΔΗΜΟΚΡΑΤΙΑΣ (2004) 2 Α.Α.Δ. 489, ΣΟΦΟΚΛΕΟΥΣ v. ΔΗΜΟΚΡΑΤΙΑΣ (1998) 2 Α.Α.Δ. 529). Ως αναφέρεται στην ΓΕΝΙΚΟΣ ΕΙΣΑΓΓΕΛΕΑΣ ΤΗΣ ΔΗΜΟΚΡΑΤΙΑΣ v. Μ.Ι. (ανωτέρω) σε σχέση με τέτοια αδικήματα στρεφόμενα κατά παιδιών:

 

«Η ολοένα αυξανόμενη τάση διάπραξης τέτοιων αδικημάτων τα οποία έχουν καταστεί δεσπόζοντα και πλήττουν το παιδί και τον ευαίσθητο κόσμο του. Επίσης είναι γεγονός ότι τα αδικήματα αυτά συνιστούν παράβαση των θεμελιακών δικαιωμάτων των παιδιών όσον αφορά την προστασία και τη φροντίδα που είναι αναγκαίες για την ευημερία τους. Όπως αναφέρθηκε στην Σ.Λ. ν. ΔΗΜΟΚΡΑΤΙΑΣ, Ποινική Έφεση 155/2019 ημερομηνίας 25.2.2021, ECLI:CY:AD:2021:B57, η γενετήσια ελευθερία είναι έκφανση της προσωπικής ελευθερίας του ατόμου και σε αντίθεση με τους ενήλικες, οι ανήλικοι βρίσκονται σε μία κρίσιμη διαδικασία διαμόρφωσης της προσωπικότητάς τους και έχουν μειωμένη δυνατότητα αντίληψης των δικαιωμάτων τους και των συνεπειών των πράξεων τους. Κατ' επέκταση δεν έχουν την ωριμότητα να επιλέγουν τους ερωτικούς τους συντρόφους ή τα πρόσωπα με τα οποία θα αναπτύξουν σεξουαλικές δραστηριότητες. Εξ ου και ο Νόμος 91(Ι)/2014 έχει στο επίκεντρό του την προστασία των παιδιών. Τα αδικήματα της σεξουαλικής εκμετάλλευσης παιδιών συνιστούν σοβαρές παραβιάσεις των θεμελιακών δικαιωμάτων των παιδιών, όσον αφορά την προστασία και τη φροντίδα, που είναι αναγκαίες για την ευημερία τους (βλ. ΜΑΚΡΙΔΗΣ ν. ΔΗΜΟΚΡΑΤΙΑΣ, Ποινική Έφεση 181/2019, ημερομηνίας 7.9.2020), ECLI:CY:AD:2020:B312.

Στην Ν.Σ. ν. ΔΗΜΟΚΡΑΤΙΑΣ, Ποινική Έφεση 184/2015, ημερομηνίας 13.2.2018, ECLI:CY:AD:2018:B72, τονίσθηκε, όχι απλώς η ανησυχία, αλλά η αγωνία των Δικαστηρίων σε σχέση με την ολοένα αυξανόμενη τάση διάπραξης τέτοιων αδικημάτων, τα οποία έχουν καταστεί δεσπόζοντα. Ό,τι πλήττουν είναι το παιδί και ο ευαίσθητος κόσμος του, αξίες μεγάλης σπουδαιότητας για την κοινωνία, τον άνθρωπο και τον πολιτισμό. Η αδιαμφισβήτητη αναγνώριση τέτοιας σπουδαιότητας αντανακλάται στη θέσπιση αυστηρότερων ποινών διά του Νόμου 91(Ι)/2014, ως εκδήλωση της ανησυχίας της κοινωνίας και της αποφασιστικότητας της έννομης τάξης για αντιμετώπιση τέτοιων απαράδεκτων, από κάθε άποψη, συμπεριφορών. 
Σκοπός του
 Νόμου 91(Ι)/2014 είναι η προστασία των παιδιών από συμπεριφορές σεξουαλικής κακοποίησης, οι οποίες έχουν διαφορετικές μεν βαθμίδες, με σταθερή όμως πάντα παράμετρο το ίδιο το θύμα και την ηλικία του, που το κοινωνικό σύνολο θέλει να προστατεύσει, ως ένα πολύτιμο αγαθό (βλ. ΧΡΙΣΤΟΦΟΡΟΥ ν. ΔΗΜΟΚΡΑΤΙΑΣ, Ποινική Έφεση 59/2016, ημερομηνίας 23.3.2017).

Έχει νομολογιακά τονισθεί η ανάγκη ότι οι ποινές σε τέτοιας φύσεως αδικήματα πρέπει να είναι αυστηρές, εφόσον το προστατευόμενο αγαθό είναι ακριβώς τα παιδιά και όσο μικρότερη είναι η ηλικία αυτών, τόσο πιο έντονη είναι η ανάγκη να προστατευθούν, γι' αυτό και η διαβάθμιση που προκύπτει από τον ίδιο τον Νόμο είναι ότι όταν το παιδί‑θύμα είναι κάτω των 13 ετών η προνοούμενη ποινή είναι αυτή της ισόβιας φυλάκισης. Αυτό συναρτάται και με την αντίστοιχη αδυναμία του θύματος να προστατευθεί από σεξουαλικές ορέξεις ατόμων ειδικά του φιλικού ‑ οικογενειακού περιβάλλοντός του και την εγγενή δυσκολία έκφρασης παραπόνου ως προς το ανάλογο βίωμα μίας τέτοιας τραυματικής εμπειρίας. Επιβάλλεται λοιπόν η ποινή, χωρίς να αγνοεί τις περιστάσεις του κατηγορούμενου, να αντανακλά ακριβώς την ανάγκη προστασίας ανήλικων θυμάτων από επίδοξους παραβάτες, με δεδομένη μάλιστα την ανησυχητική αύξηση διάπραξης τέτοιων αδικημάτων (βλ. ΓΕΝΙΚΟΣ ΕΙΣΑΓΓΕΛΕΑΣ ν. Ν.Ν., Ποινική Έφεση 69/17, ημερομηνίας 5.12.2017).»

 

Έχουμε επίγνωση όλων των στοιχείων, επιβαρυντικών και ελαφρυντικών, που αφορούν την παρούσα υπόθεση. Έχουμε, επίσης, επίγνωση των συνθηκών κάτω από τις οποίες το Εφετείο επεμβαίνει σε θέματα ποινής που επέβαλε το πρωτόδικο Δικαστήριο.

 

Έχουμε με μεγάλη προσοχή μελετήσει το σκεπτικό του Κακουργιοδικείου στην απόφασή του με την οποία επέβαλε στον εφεσίβλητο τις υπό κρίση ποινές. Διαπιστώνεται ότι τα όσα προβάλλονται με τον υπό κρίση λόγο έφεσης από πλευράς του εφεσείοντα περιλαμβάνονται στα όσα το Κακουργιοδικείο αναλύει με την απόφασή του. Είναι με επάρκεια που αναλύθηκαν οι νομολογιακές αρχές επί του θέματος, καταδεικνύοντας τη σοβαρότητα των αδικημάτων και την ανάγκη επιβολής αυστηρών ποινών προς αποτροπή στη βάση των όσων αναλύονται στη νομολογία. Παράλληλα, είναι με επάρκεια που αναλύθηκαν οι περιστάσεις τέλεσης των υπό κρίση αδικημάτων με ανάδειξη της σοβαρότητας αυτών των περιστάσεων. Δεν διέλαθε της προσοχής του Κακουργιοδικείου ακόμη και το ότι η μη ολοκλήρωση της προτιθέμενης πράξης του εφεσίβλητου οφείλετο σε λόγο άλλο από δική του ενέργεια. Επαρκώς αποδόθηκαν τα όσα επιβαρυντικά προέκυπταν από την υπόθεση. Ταυτόχρονα, με σαφήνεια αναλύθηκαν τα όσα ελαφρυντικά μπορούσαν να αποδοθούν στον εφεσίβλητο προς μετριασμό της ποινής που θα του επιβαλλόταν, και πάλι ως η νομολογία αναγνωρίζει τέτοια ευχέρεια.

 

Δεν εντοπίζουμε το Κακουργιοδικείο να παραγνώρισε οτιδήποτε στη διεργασία του καταλήγοντας στην κατ' αυτό αρμόζουσα ποινή για τις πράξεις του εφεσίβλητου, ούτε διαπιστώνουμε οποιοδήποτε σφάλμα αρχής από μέρους του Κακουργιοδικείου. Έχοντας υπ' όψιν επιβληθείσες ποινές σε ανάλογες περιπτώσεις, δεν θεωρούμε ότι υφίσταται απόκλιση από το πλαίσιο που οριοθετεί η νομολογία σε παρόμοιες περιπτώσεις, ούτε υφίσταται πασιφανής αναντιστοιχία μεταξύ της σοβαρότητας του εγκλήματος στην προκειμένη περίπτωση και της επιβληθείσας ποινής. Αντικειμενικά κρινόμενη, και όχι ως αποτέλεσμα υποκειμενικής αντίληψης των μελών του Εφετείου, η επιβληθείσα ποινή, αν και κρίνεται ιδιαιτέρως επιεικής, κυμαινόμενη στο όριο του επιτρεπτού πλαισίου, εντούτοις δεν εκφεύγει αυτού ώστε να δικαιολογείται παρέμβασή μας.

 

Ως αποτέλεσμα, ο υπό κρίση λόγος έφεσης αποτυγχάνει.

 

Η παρούσα έφεση απορρίπτεται. Η πρωτόδικη απόφαση επικυρώνεται.

 

 

 

 

 

 

Μ. ΑΜΠΙΖΑΣ, Δ.

 

 

ΣΤ. ΧΡΙΣΤΟΔΟΥΛΙΔΟΥ-ΜΕΣΣΙΟΥ, Δ.

 

 

Ι. ΣΤΥΛΙΑΝΙΔΟΥ, Δ.


cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο