Saygames Ltd κ.α. v. Beresnev s.r.o., Πολιτική Έφεση Αρ. E48/2025, 16/10/2026
print
Τίτλος:
Saygames Ltd κ.α. v. Beresnev s.r.o., Πολιτική Έφεση Αρ. E48/2025, 16/10/2026

ΕΦΕΤΕΙΟ ΚΥΠΡΟΥ – ΠΟΛΙΤΙΚΗ ΔΙΚΑΙΟΔΟΣΙΑ

 

(Πολιτική Έφεση Αρ. E48/2025)

(i-justice)

16 Οκτωβρίου 2026

 

[Χ.Β. ΧΑΡΑΛΑΜΠΟΥΣ, Μ. ΤΟΥΜΑΖΗ, Θ. ΘΩΜΑ, Δ/ΣΤΕΣ]

 

1.    Saygames Ltd

2.    PigDog s.r.o

3.    Ivan Tensin

4.    Anton Guglin

Εφεσείοντες

v.

Beresnev s.r.o.

Εφεσίβλητη

---------------------

 

Γ. Καραμανώλης με Α. Καραμανώλη, Μ. Λοΐζου (κα) και Ε. Δημητρίου (κα), για Καραμανώλης & Καραμανώλης Δ.Ε.Π.Ε. και Θ. Χριστοδούλου για Chrysses Demetriades & Co LLC, για τους Εφεσείοντες

Α. Ερωτοκρίτου με Α. Κουάλη και Χ. Τζαλαβρέτα (κα) για A.G. Erotocritou LLC και για M. Hadjitofi LLC, για την Εφεσίβλητη

 

ΧΑΡΑΛΑΜΠΟΥΣ, Δ.: Η απόφαση του Δικαστηρίου είναι ομόφωνη και θα δοθεί από τον Θ. Θωμά, Δ.

 

Α Π Ο Φ Α Σ Η

 

ΘΩΜΑ, Δ.: Η Έφεση προσβάλλει την ενδιάμεση απόφαση του Επαρχιακού Δικαστηρίου Πάφου ημερομηνίας 30.4.25, με την οποία οριστικοποιήθηκαν τρία μονομερώς εκδοθέντα προς όφελος της Εφεσίβλητης, ενάγουσας στην αγωγή, διατάγματα και εξεδόθη τέταρτο διάταγμα επίσης προς όφελος της.

 

Τα εκδοθέντα διατάγματα απαγορεύουν στην Εφεσείουσα 1, εναγόμενη 1 στην αγωγή: (α) Να χρησιμοποιεί ή και εκμεταλλεύεται καθ’ οιονδήποτε τρόπο το παιγνίδι με την ονομασία Race Master 3D – Car Racing, καθώς και τις βάσεις δεδομένων των χρηστών του παιγνιδιού, εκτός όπως ρητά προβλέπεται στην συμφωνία άδειας εκμετάλλευσης του, (β) Να παράγει ή και αναπτύσσει ή και διανέμει οποιαδήποτε απομίμηση (clone) ή και αντίγραφο του παιγνιδιού και (γ) Να μεταφέρει ή και με οποιοδήποτε άλλο τρόπο αποξενώσει ή και διαγράψει ή και καταστρέψει με οποιονδήποτε αμετάκλητο τρόπο το παιγνίδι ή και τις βάσεις δεδομένων χρηστών αυτού, χωρίς τη ρητή εξουσιοδότηση της Εφεσίβλητης. Πέραν των ανωτέρω απαγορευτικών διαταγμάτων, εξεδόθη εναντίον της Εφεσείουσας 1 και προστακτικό διάταγμα το οποίο τη διατάσσει όπως, εντός 24 ωρών από γραπτή υπόδειξη της Εφεσίβλητης, λάβει όλα τα αναγκαία μέτρα για την ομαλή μεταφορά του παιγνιδιού στην Εφεσίβλητη, ώστε να διασφαλιστεί η συνεχιζόμενη παροχή ή και διανομή του στους χρήστες ή και η συνεχιζόμενη οικονομική εκμετάλλευση του από την Εφεσίβλητη. Αξίζει να αναφερθεί ότι το υπό (β) απαγορευτικό διάταγμα στρέφεται και εναντίον των Εφεσιβλήτων 2, 3 και 4, εναγομένων 2, 3 και 4 στην αγωγή.

 

Η Έφεση

 

Η πρωτόδικη απόφαση προσβάλλεται με 50 συνολικά λόγους έφεσης. Αναμφισβήτητα θα μπορούσαν να είναι πολύ λιγότεροι, αφού μεγάλο μέρος αυτών πραγματεύεται το ίδιο αντικείμενο. Για εξοικονόμηση χρόνου, αλλά και για καλύτερη κατανόηση της απόφασης μας θα τους διαχωρίσουμε σε ενότητες, χωρίς να ακολουθήσουμε τη σειρά με την οποία είναι διατυπωμένοι. Δεν θα ακολουθήσουμε ούτε την κατηγοριοποίηση των λόγων έφεσης που γίνεται στο περίγραμμα αγόρευσης των Εφεσειόντων για τον λόγο ότι δεν εξυπηρετεί τους ανωτέρω αναφερόμενους σκοπούς.

 

Πρώτη Ενότητα

 

Στην πρώτη ενότητα εντάσσονται οι λόγοι έφεσης που προσβάλλουν το συμπέρασμα του πρωτόδικου Δικαστηρίου ως προς συνδρομή του κατεπείγοντος και εξαιρετικών περιστάσεων στην έκδοση των διαταγμάτων μονομερώς, ως επίσης και το συμπέρασμα ότι δεν υπήρξε καθυστέρηση ή και ολιγωρία στην καταχώρηση της αίτησης. Πιο συγκεκριμένα, με τον 16ο λόγο έφεσης οι Εφεσείοντες παραπονούνται ότι το πρωτόδικο Δικαστήριο εσφαλμένα κατέληξε σε συμπέρασμα ότι δεν υπήρξε καθυστέρηση ή και ολιγωρία στην καταχώριση της αίτησης εκ μέρους της Εφεσίβλητης. Με τον 17ο λόγο έφεσης παραπονούνται ότι το πρωτόδικο Δικαστήριο εσφαλμένα αποφάσισε πως υπήρχε κατεπείγον ή και εξαιρετικές περιστάσεις για την έκδοση και οριστικοποίηση των διαταγμάτων. Με τον 47ο λόγο έφεσης επαναλαμβάνουν ότι το πρωτόδικο Δικαστήριο εσφαλμένα έκρινε ότι υπήρχαν εξαιρετικές περιστάσεις για οριστικοποίηση των μονομερώς εκδοθέντων διαταγμάτων καθώς και για έκδοση του αιτούμενου στο σημείο Δ της αίτησης διατάγματος.

 

Σύμφωνα με την αιτιολογία του 16ου λόγου έφεσης, η κατάληξη του πρωτόδικου Δικαστηρίου ότι το παράνομο σχέδιο των Εφεσειόντων περιήλθε για πρώτη φορά στην αντίληψη της Εφεσίβλητης στις 5.9.24 είναι εσφαλμένο, αποτελεί δε ουσιαστικά υιοθέτηση της θέσης της Εφεσίβλητης, χωρίς αξιολόγηση της μαρτυρίας που δόθηκε από τους Εφεσείοντες, οι οποίοι στις ένορκες δηλώσεις που υποστηρίζουν την Ένσταση τους ισχυρίζονται ότι η Εφεσίβλητη γνώριζε όλα τα δεδομένα τουλάχιστον από τον Απρίλιο 2024, δηλαδή 6 μήνες πριν την καταχώριση της αίτησης της, σκόπιμα δε, την καταχώρισε την υστάτη σε μια προσπάθεια να δημιουργήσει η ίδια συνθήκες κατεπείγοντος και πίεσης στο Δικαστήριο. Υποστηρίζεται ακόμα από τους Εφεσείοντες ότι η θέση την οποία αποδέχθηκε το πρωτόδικο Δικαστήριο έρχεται σε σύγκρουση με αντιφατικούς ισχυρισμούς που προώθησε η ίδια η Εφεσίβλητη.

 

Ο Κ. 25.3 (1) των Κανονισμών Πολιτικής Δικονομίας του 2023 παρέχει την εξουσία στο Δικαστήριο να εκδίδει ενδιάμεσα διατάγματα κατόπιν αίτησης χωρίς ειδοποίηση, όταν το θέμα είναι επείγον ή υφίστανται άλλες ιδιαίτερες περιστάσεις.

 

 Η νομολογία έχει τονίσει επανειλημμένα ότι το επείγον για την παροχή θεραπείας μονομερώς αποτελεί δικαιοδοτικό όρο (Resola (Cyprus) Ltd v. Χρίστου (1998) 1(Β) Α.Α.Δ. 598).

 

 Αναφορικά με τον χρόνο καταχώρισης της αίτησης και τη συνδρομή του κατεπείγοντος, το πρωτόδικο Δικαστήριο αναφέρει επί λέξει τα ακόλουθα σχετικά:

 

«Όπως παρατηρώ από το ενώπιον μου μαρτυρικό υλικό, το επικαλούμενο παράνομο σχέδιο της Εναγομένης 1 με κατ' ισχυρισμό συνεργασία / βοήθεια από τους Εναγόμενους 3 & 4 σχετικά με το επίμαχο παιγνίδι περιήλθε για πρώτη φορά στην αντίληψη των Εναγόντων στις 05.09.24 κατά τη διάρκεια συνέντευξης για εργασία στην υπηρεσία τους ενός πρώην υπαλλήλου της Εναγομένης 1. Η υπό κρίση αίτηση καταχωρίστηκε στις 17.10.24, δηλαδή μετά από περίπου 1,5 μήνες. Παράλληλα παρατηρώ ότι ο χρόνος αυτός που παρήλθε αναλώθηκε προς την κατεύθυνση της οργάνωσης λήψης δικαστικών μέτρων, όπως η αναζήτηση συνδρομής δικηγόρων, ο διορισμός και η ανάθεση της υπόθεσης σε δικηγορικό οίκο και γενικότερα η καταβολή προσπαθειών για αποτροπή κατ' ισχυρισμό παράνομων ενεργειών από την Εναγόμενη 1, όπως για παράδειγμα απευθείας επικοινωνία με καταστήματα εφαρμογών προκειμένου να υπήρχε μεταβίβαση του επίμαχου παιγνιδιού και της βάσης δεδομένων χρηστών στους δικούς τους λογαριασμούς χωρίς εμπλοκή της Εναγομένης 1».

 

Πέραν των πιο πάνω, το πρωτόδικο Δικαστήριο αναφέρει ότι, με βάση την αρχική ένορκη δήλωση της Εφεσίβλητης, «... οι Ενάγοντες πληροφορήθηκαν για συνεργασία των Εναγομένων 3 & 4 με την Εναγόμενη 1 προτού αυτή ξεκινήσει αλλά η ενημέρωση που είχαν στις 10. 04. 24 από συγκεκριμένα άτομα που κατονομάζουν αφορούσε σε επικείμενη συνεργασία τους για την παραγωγή ενός νέου παιγνιδιού. Συνεπώς [...] δεν είχαν πληροφορίες ότι η επικείμενη συνεργασία σχετιζόταν με το επίδικο παιγνίδι αλλά ότι αφορούσε ένα άλλο νέο παιγνίδι». (έμφαση δοθείσα).

 

Δεν μας βρίσκει σύμφωνους η θέση των Εφεσειόντων ότι η Εφεσίβλητη γνώριζε όλα τα δεδομένα τουλάχιστον από τον Απρίλιο 2024, σκοπίμως όμως καταχώρισε την αίτηση της 6 μήνες μετά, σε μια προσπάθεια δημιουργίας από την ίδια συνθηκών του κατεπείγοντος. Είναι γεγονός ότι, όπως υποδεικνύεται και στην αιτιολογία του λόγου έφεσης 16, η κα Barteneva, στην παρ. 144 της αρχικής ένορκης δήλωσης της, αναφέρει ότι τον Απρίλιο του 2024 οι εκπρόσωποι της Εφεσείουσας 1 ανέφεραν ότι οι Εφεσείοντες 3 και 4 ίσως εργαστούν για την ανάπτυξη ενός κλώνου του παιγνιδιού. Όμως δεν είναι αυτά μόνο που αναφέρονται στην ανωτέρω παράγραφο, όπως παραπλανητικά παρουσιάζεται από τους Εφεσείοντες. Η κα Barteneva προχωρεί και αναφέρει ότι «Ενεργώντας προληπτικά, δώσαμε οδηγίες στους Τσέχους δικηγόρους μας να απευθυνθούν εγγράφως στους Καθ’ ων η Αίτηση 3 και 4 και να τους προειδοποιήσουν κατά οποιωνδήποτε τέτοιων παράνομων ενεργειών [...], ο Καθ’ ου η Αίτηση 4 απάντησε και επιβεβαίωσε ότι δεν εργαζόταν για τη δημιουργία κλώνου του Παιγνιδιού [...]. Κατά τον χρόνο εκείνο, δεδομένου του περιεχομένου αυτής της απάντησης, πιστεύαμε πραγματικά ότι το θέμα είχε λήξει οριστικά».

 

Πέραν των πιο πάνω, θεωρούμε απόλυτα ορθή την παρατήρηση του πρωτόδικου Δικαστηρίου ότι η ενημέρωση που είχε στις 10.4.24 η Εφεσίβλητη από τα πρόσωπα τα οποία κατονομάζονται στην παρ. 71 της ένορκης δήλωσης της κας Barteneva ήταν ότι η Εφεσείουσα 1 θα συνεργαστεί άμεσα με τους Εφεσείοντες 3 και 4 «...για την παραγωγή ενός νέου παιγνιδιού», χωρίς να έχει οποιεσδήποτε πληροφορίες ότι το νέο παιγνίδι θα ήταν κλώνος του επίδικου παιγνιδιού.

 

Δεν μας βρίσκει σύμφωνους ούτε η θέση των Εφεσειόντων ότι το πρωτόδικο Δικαστήριο αγνόησε μαρτυρία η οποία συνηγορούσε υπέρ των θέσεων τους. Τα όσα προβάλλονται από τους Εφεσείοντες δεν μπορούν να αναιρέσουν, ούτε να ρίξουν οποιαδήποτε σκιά στην κατάληξη του πρωτόδικου Δικαστηρίου ότι «...το επικαλούμενο παράνομο σχέδιο της Εναγόμενης 1 [...] σχετικά με το επίμαχο παιγνίδι περιήλθε για πρώτη φορά στην αντίληψη των Εναγόντων στις 05.09.24...». Καθ’ όσον αφορά το παράπονο των Εφεσειόντων ότι το πρωτόδικο Δικαστήριο καταλήγοντας ως ανωτέρω, υιοθέτησε τη θέση της Εφεσίβλητης, χωρίς αξιολόγηση της μαρτυρίας που δόθηκε από τους ίδιους, υπενθυμίζουμε ότι, σύμφωνα με τη νομολογία, το Δικαστήριο στο στάδιο αυτό θα πρέπει να αποφεύγει, όσο το δυνατό, την αξιολόγηση του μαρτυρικού υλικού και τη διατύπωση ευρημάτων (Κούππα v. Πουλλάς Τσαδιώτης Λίμιτεδ κ.ά. (2014)                1 Α.Α.Δ. 1665).

 

Στην υπόθεση Commerzbank Auslandbanken Holding A.G. κ.ά. v. Adeona Holdings Limited (2015) 1. A.A.Δ. 386, αναφέρθηκαν τα ακόλουθα:

 

«Υπάρχει όμως και μια άλλη διάσταση στο θέμα του κατεπείγοντος. Όπου εκδίδεται μονομερώς ένα διάταγμα και στη συνέχεια, αφού ακουστεί και ο εναγόμενος, τεθεί θέμα ότι το διάταγμα δεν θα έπρεπε να είχε εκδοθεί μονομερώς, το δικαστήριο θα πρέπει με φειδώ να προχωρεί σε ακύρωση του παρεμπίπτοντος διατάγματος, ιδιαίτερα όταν ο ενάγων δεν συνέβαλε και ούτε απέκρυψε οποιαδήποτε στοιχεία ώστε να θεωρηθεί ότι παραπλάνησε το δικαστήριο για να δεχθεί να εξετάσει την αίτηση στην απουσία της άλλης πλευράς. Όπως νομολογήθηκε πρόσφατα από το Ανώτατο Δικαστήριο στην Κούππα ν. Πουλλά Τσαδιώτη Λίμιτεδ κ.α., Πολιτική Έφεση Αρ. 312/10, ημερ. 17.7.2014, όταν εγερθεί θέμα κατεπείγοντος μετά που ακουστεί ο εναγόμενος, το θέμα δεν «θα πρέπει να αφήνεται να καταστρατηγεί το ζητούμενο .. και να αποπροσανατολίζει από τον στόχο, αλλά να εκλαμβάνεται εξ αρχής ως καθήκον του Δικαστηρίου να εξετάζει με προσοχή το υλικό που τίθεται ενώπιον του ..». Σχετικές είναι επίσης και οι υποθέσεις Κασπαρή ν. Ανδρέου (2004) 1Β ΑΑΔ 784 και Αποστόλου ν. Ιωάννου (2012) 1Α ΑΑΔ 604, στις οποίες εκφράστηκαν επιφυλάξεις ως προς την προηγούμενη νομολογία επί του θέματος».

 

Στην προκείμενη περίπτωση δεν έχει διαφανεί ότι η Εφεσίβλητη απέκρυψε οποιαδήποτε γεγονότα, σχετιζόμενα με τη συνδρομή του κατεπείγοντος, σκοπίμως, ώστε να παραπλανήσει το Δικαστήριο και να εξετάσει την αίτηση της μονομερώς. Κάτι τέτοιο δεν υποστηρίζεται ούτε από τους Εφεσείοντες.

 

Οι Εφεσείοντες προσβάλλουν επίσης ως λανθασμένη την κατάληξη του πρωτόδικου Δικαστηρίου ότι ο χρόνος που παρήλθε από τις 5.9.24 μέχρι την καταχώριση της αίτησης στις 17.10.24, ήταν δικαιολογημένος υπό τις περιστάσεις. Όπως διατείνονται, ενόψει της σοβαρότητας των όσων τους καταλογίζει η Εφεσίβλητη, ακόμα και η καθυστέρηση του 1,5 μήνα απογυμνώνει πλήρως την κατεπείγουσα βάση του αιτήματος για την έκδοση τόσο δραστικών διαταγμάτων.

 

Τα όσα ανωτέρω προβάλλονται από τους Εφεσείοντες δεν μας βρίσκουν σύμφωνους. Το πρωτόδικο Δικαστήριο επεξηγεί λεπτομερώς τις ενέργειες της Εφεσίβλητης, στις οποίες αναλώθηκε το ανωτέρω διαρρεύσαν χρονικό διάστημα, που ήταν η οργάνωση της λήψης δικαστικών μέτρων, όπως η αναζήτηση δικηγόρων, ο διορισμός και η ανάθεση της υπόθεσης σε δικηγορικό οίκο και γενικότερα η καταβολή προσπαθειών για αποτροπή κατ’ ισχυρισμό παράνομων ενεργειών από την Εφεσείουσα 1, όπως απευθείας επικοινωνία με καταστήματα εφαρμογών προκειμένου να επιτευχθεί μεταβίβαση του παιγνιδιού στους λογαριασμούς της Εφεσίβλητης χωρίς εμπλοκή της Εφεσείουσας 1. Αξίζει ακόμα να επισημανθεί ότι, όπως αναφέρεται στην παρ. 143 της αρχικής ένορκης δήλωσης της κας Barteneva, «Οι Αιτητές έλαβαν συμβουλή ότι σύμφωνα με τους όρους της Συμφωνίας Άδειας εκμετάλλευσης, η διαδικασία έπρεπε να εγερθεί στην Κύπρο. Σε εκείνο το σημείο οι Αιτητές αναζήτησαν δικηγόρους στην Κύπρο και μετά το διορισμό τους, χρειάστηκε χρόνος για να μελετήσουν το σχετικό υλικό και να μας συμβουλεύσουν».

 

 Σε συμφωνία με το πρωτόδικο Δικαστήριο κρίνουμε ότι το ανωτέρω διαρρεύσαν χρονικό διάστημα μέχρι την καταχώριση της αίτησης ήταν δικαιολογημένο υπό τις περιστάσεις, με αποτέλεσμα να μην δικαιολογείται οποιαδήποτε επέμβαση μας. Θα πρέπει ακόμα να αναφερθεί ότι το πρωτόδικο Δικαστήριο σταχυολογεί ένα προς ένα τα σημεία τα οποία καθιστούσαν το αίτημα για την έκδοση των διαταγμάτων επειγούσης φύσεως. Όπως συγκεκριμένα αναφέρεται από το πρωτόδικο Δικαστήριο, «...η ύπαρξη ‘κατεπείγοντος στοιχείου’ παρουσιάζεται επί της ακόλουθης κατάστασης: 

 

«(α)   στα πλαίσια ανάγκης να αναχαιτιστούν συνεχιζόμενες ενέργειες των Εναγομένων που οι Ενάγοντες θεωρούν ότι είναι παράνομες, παραβιάζουν δικαιώματα τους και είναι άμεσα επιζήμιες για τους ιδίους - η προστασία δικαιωμάτων των Εναγόντων ένεκα της φύσης των κατ' ισχυρισμό παραβιάσεων και των άμεσα ζημιογόνων επιδράσεων σ' αυτά (The Timberland Co. Of USA v. Evans & Sons Limited (1998) 1 Α.Α.Δ. 1179, M & CH Mitsingas Trading Ltd κ.α. v. Timberland Co. (πιο πάνω)),

(β)   στα πλαίσια ανάγκης να εμποδιστούν προσπάθειες των Εναγομένων που σύμφωνα με τους Ενάγοντες αποσκοπούν στη δημιουργία και διανομή κλώνου ή αντιγράφου του επίμαχου παιγνιδιού,

(γ)     στα πλαίσια ανάγκης να απαγορευτεί η διανομή του επίμαχου παιγνιδιού μετά τη λήξη της άδειας διανομής σε καταστήματα εφαρμογών στις 22.10.24,

(δ)     προκειμένου να αποφευχθεί η διακοπή στη διανομή του επίμαχου παιγνιδιού στους υφιστάμενους χρήστες του,

(ε)     προκειμένου να μην τερματιστεί η οικονομική εκμετάλλευση του επίμαχου παιγνιδιού από τους Ενάγοντες, πράγμα που σύμφωνα με τους ιδίους θα τους προκαλούσε τεράστια οικονομική ζημιά αλλά και πλήγμα στη φήμη και εμπορική εύνοια τους,

(στ)   του κινδύνου που οι Ενάγοντες θεωρούν υπαρκτό για δημιουργία, διανομή και κυκλοφορία κλώνου ή αντιγράφου του επίμαχου παιγνιδιού από τους Εναγόμενους με τη χρήση βάσης δεδομένων των χρηστών πράγμα που θα τους επιφέρει καταστροφικές συνέπειες».

 

Καταλήγει δε το πρωτόδικο Δικαστήριο ότι «...το κατεπείγον στην παρούσα περίπτωση συναρτάται άμεσα με την αποτροπή του κινδύνου, ο οποίος είναι πολυεπίπεδος και εμφανίζεται υπό τα σημεία (α) μέχρι (ε) πιο πάνω και αφορά σε λήψη ενδιάμεσων θεραπειών που σκοπό έχουν την αποτροπή του κινδύνου αυτού στην ολότητα του».

 

Τα όσα ανωτέρω καταγράφονται από το πρωτόδικο Δικαστήριο συνιστούν, κατά την κρίση μας, τις περιστάσεις, οι οποίες καθιστούσαν την αίτηση της Εφεσίβλητης επειγούσης φύσεως και δικαιολογούσαν την εξέταση της στην απουσία των Εφεσειόντων. Θα πρέπει επίσης να αναφέρουμε ότι κρίνουμε ως παντελώς ανεδαφική τη θέση των Εφεσειόντων ότι αυτά τα οποία αποδέχθηκε το πρωτόδικο Δικαστήριο έρχονται σε σύγκρουση με αντιφατικούς ισχυρισμούς που προώθησε η ίδια η Εφεσίβλητη.

 

Οι λόγοι έφεσης 16, 17 και 47 απορρίπτονται.


 

Δεύτερη ενότητα

 

Στη δεύτερη ενότητα εντάσσεται ο λόγος έφεσης 12, με τον οποίο οι Εφεσείοντες προσβάλλουν την κατάληξη του πρωτόδικου Δικαστηρίου ότι δεν υπήρχε παραβίαση της υποχρέωσης της Εφεσίβλητης για πλήρη και ειλικρινή αποκάλυψη.

 

Σύμφωνα με τη γνωστή νομολογιακή αρχή, όταν ένας διάδικος επιζητεί την έκδοση ενός προσωρινού διατάγματος, έχει την υποχρέωση να θέτει ενώπιον του Δικαστηρίου όλα εκείνα τα ουσιώδη γεγονότα τα οποία μπορούν να βοηθήσουν το Δικαστήριο να καταλήξει στα ορθά συμπεράσματα. Η υποχρέωση αυτή καθίσταται πιο επιτακτική σε μονομερείς αιτήσεις, αφού το Δικαστήριο δεν έχει άλλη επιλογή παρά να βασιστεί στο περιεχόμενο των ενόρκων δηλώσεων του αιτητή. Έτσι προκύπτει η ανάγκη της πλήρους αποκάλυψης ουσιωδών γεγονότων (Τσιερκέζου v. Dragon Tourist Enterprises Ltd (2009) 1. Α.Α.Δ. 734).

 

Στην αιτιολογία του λόγου έφεσης υποστηρίζεται ότι η κατάληξη του πρωτόδικου Δικαστηρίου πως ο χρόνος ανάμιξης της Εφεσείουσας 1 χωρίς αυτό να συνδεθεί με οποιεσδήποτε άλλες πληροφορίες δεν καθίσταται ουσιώδες γεγονός, είναι εσφαλμένη. Κατά τους Εφεσείοντες, το πρωτόδικο Δικαστήριο εσφαλμένα αντιλήφθηκε ότι το ζήτημα που ετίθετο από αυτούς ήταν αυτό καθ’ αυτό το χρονικό σημείο ανάμιξης της Εφεσείουσας 1, προχώρησε δε στην οριστικοποίηση προστακτικού διατάγματος παράδοσης του παιγνιδιού και της βάσης δεδομένων χρηστών του παιγνιδιού στην Εφεσίβλητη, θεωρώντας ότι δεν έχει σημασία το γεγονός ότι από την αρχή ήταν η Εφεσείουσα 1 που προσέλκυσε και δημιούργησε με τις ενέργειες της τις βάσεις δεδομένων των χρηστών.

 

Όπως έχουμε διαπιστώσει το πρωτόδικο Δικαστήριο, αναφερόμενο στον χρόνο εμπλοκής της Εφεσείουσας 1 με το επίμαχο παιγνίδι, δεν αποδέχθηκε τη θέση της Εφεσίβλητης ότι η εμπλοκή της ξεκινά κατ’ ουσίαν από το χρονικό σημείο υπογραφής της συμφωνίας ημερομηνίας 1.9.21. Αντίθετα αναφέρει ότι: «...από το περιεχόμενο του Τεκμηρίου DV2 που είναι ηλεκτρονικό μήνυμα ημερομηνίας 16.02.21 [...] δύναται να διαφανεί εμπλοκή της Εναγόμενης 1 στην ανάπτυξη του επίμαχου παιγνιδιού από τον Φεβρουάριο του 2021». Καταλήγει δε ότι «Το πιο πάνω γεγονός από μόνο του και χωρίς να συνδεθεί με οποιεσδήποτε άλλες σχετικές πληροφορίες, δεν το καθιστά ουσιώδες γεγονός που θα μπορούσε να επηρεάσει και βεβαίως δεν επηρέασε την κρίση του Δικαστηρίου όταν εξέδιδε μονομερώς τα εν λόγω διατάγματα...». Συνεπώς, σύμφωνα με το πρωτόδικο Δικαστήριο, δεν υφίστατο ζήτημα απόκρυψης ουσιώδους γεγονότος που επενήργησε στη σκέψη του κατά την μονομερή έκδοση των διαταγμάτων

 

Οι Εφεσείοντες δεν αμφισβητούν, κατ’ ουσίαν, ότι ο χρόνος εμπλοκής της Εφεσείουσας 1 στην ανάπτυξη και έκδοση του παιγνιδιού, από μόνος του, δεν ήταν ουσιώδες γεγονός, το οποίο θα μπορούσε να έχει επίδραση στην κρίση του πρωτόδικου Δικαστηρίου. Διατείνονται όμως ότι αυτό το οποίο δεν αποκάλυψε η Εφεσίβλητη, το οποίο και θα έπρεπε να αποκαλύψει, ήταν τον καθοριστικό και πρωταγωνιστικό ρόλο της Εφεσείουσας 1 στην επιτυχία του παιγνιδιού καθώς και στην προσέλκυση των χρηστών.

 

Εξετάσαμε με προσοχή τα όσα παρατίθενται στις παραγράφους 40 – 53 της αρχικής ένορκης δήλωσης που υποστηρίζει την ένσταση των Εφεσειόντων αναφορικά με την τεχνογνωσία της Εφεσείουσας 1 και τη συμβολή της στην ανάπτυξη του παιγνιδιού. Είναι γεγονός ότι οι ανωτέρω προβαλλόμενοι ισχυρισμοί δεν σχολιάζονται από το πρωτόδικο Δικαστήριο. Αυτό το οποίο παρατηρούμε όμως είναι ότι δεν πρόκειται για παράλειψη αποκάλυψης από την Εφεσίβλητη ουσιωδών γεγονότων κοινώς παραδεκτών από αμφότερες τις πλευρές ή με αντικειμενικό έρεισμα, αλλά για την εντελώς διαφορετική εκδοχή της Εφεσείουσας 1 εν σχέσει με τη συμβολή της στην ανάπτυξη του παιγνιδιού, η οποία αναμφισβήτητα δεν θα μπορούσε να αξιολογηθεί από το πρωτόδικο Δικαστήριο στο στάδιο της ακρόασης της αίτησης για την έκδοση ή και οριστικοποίηση των μονομερώς εκδοθέντων διαταγμάτων, ώστε να προχωρήσει στη διατύπωση ευρημάτων (Zondrvan Group Ltd v. Bonalbo Fiduciaries Ltd κ.ά. Πολ. Έφ. Αρ. Ε64/2015, ημερ. 20.7.21, ECLI:CY:AD:2021:A342). Συνεπώς δεν τίθετο ζήτημα παραβίασης από την Εφεσίβλητη της υποχρέωσης της για αποκάλυψη ουσιωδών γεγονότων τα οποία θα μπορούσαν να επηρεάσουν την κρίση του πρωτόδικου Δικαστηρίου.

 

Οι Εφεσείοντες υποστηρίζουν περαιτέρω ότι η Εφεσίβλητη δεν παρουσίασε, ως όφειλε, ενώπιον του πρωτόδικου Δικαστηρίου τη νομική θέση και πρόνοιες της συμφωνίας αδειοδότησης που ήταν υπέρ της εκδοχής τους. Παρά δε το ότι το πρωτόδικο Δικαστήριο αναφέρει ότι δεν εξέλαβε ως ορθή τη νομική θέση της Εφεσίβλητης εν σχέσει με τους όρους της ρηθείσας συμφωνίας, εντούτοις στην πραγματικότητα αυτό έχει πράξει. Παραπονούνται ακόμα ότι η Εφεσίβλητη δεν παρουσίασε, ως όφειλε, περισσότερες λεπτομέρειες των θεραπειών, τις οποίες αξιώνουν με την προγενέστερη αγωγή τους υπ’ αριθμό 457/2024, με την οποία ζητούν να αναγνωριστεί ως παράνομος ο τερματισμός από την Εφεσίβλητη της επίδικης συμφωνίας αδειοδότησης, καθώς και διάταγμα πως τους ανήκει η βάση δεδομένων χρηστών του παιγνιδιού και ότι μπορούν να την χρησιμοποιούν. Ενώ δε εκκρεμούσε η ανωτέρω αγωγή τους, το πρωτόδικο Δικαστήριο εξέδωσε μονομερώς προστακτικό διάταγμα για παράδοση της βάσης δεδομένων χρηστών προς την Εφεσίβλητη. Όπως διατείνονται οι Εφεσείοντες, αντί τα ανωτέρω αναφερόμενα δεδομένα να παρουσιαστούν με σαφήνεια και καθαρότητα κατά το μονομερές στάδιο, στην ένορκη δήλωση που υποστηρίζει την αίτηση της Εφεσίβλητης υπάρχει γενική αναφορά στην ανωτέρω αναφερόμενη αγωγή τους, καθώς και στην πιθανότητα ισχυρισμού εκ μέρους τους ότι δεν μπορεί να προωθηθεί η αγωγή της Εφεσίβλητης λόγω της χρονικά προγενέστερης δικής τους αγωγής, χωρίς να επεξηγείται ότι το διάταγμα που ζητούσε να λάβει μονομερώς η Εφεσίβλητη ήταν αντίθετο με τις θεραπείες τις οποίες οι ίδιοι αξίωναν με την αγωγή τους. Η δε αγωγή τους δεν τέθηκε με τον ορθό τρόπο ενώπιον του πρωτόδικου Δικαστηρίου.

 

Δεν συμμεριζόμαστε τη θέση των Εφεσειόντων.  Όπως έχουμε παρατηρήσει, η κα Barteneva στην αρχική ένορκη δήλωση της αναφέρεται λεπτομερώς στην προδικαστηριακή επιστολή των Εφεσειόντων ημερομηνίας 27.9.24, η οποία, σύμφωνα με την κα Barteneva, «...υποδηλώνει ότι οι Αιτητές δεν είχαν δικαίωμα να τερματίσουν την Συμφωνία Άδειας Εκμετάλλευσης...». Πέραν της ως άνω αναφοράς, παρατίθεται αυτούσια από την κα Barteneva η παράγραφος 16 της ως άνω επιστολής, η οποία έχει ως ακολούθως:

 

«Με βάση τα ανωτέρω, η Συμφωνία Άδειας Εκμετάλλευσης, όπως τροποποιήθηκε, παρέχει τη δυνατότητα μονομερούς άρνησης ή μονομερούς ανάκλησης της άδειας ή μονομερούς τερματισμού της Συμφωνίας Άδειας Εκμετάλλευσης πριν από την 31η Ιουλίου 2029, μόνο όσον αφορά τη κυκλοφορία του Παιχνιδιού σε καταστήματα εφαρμογών σύμφωνα με τις ρήτρες 1.1.2 και 2.3.1».

 

Είναι άξιον απορίας με ποιο άλλο καθαρότερο τρόπο θα μπορούσε η κα Barteneva να παρουσιάσει τη νομική θέση των Εφεσειόντων, από τον τρόπο με τον οποίο τη διατυπώνει στην ένορκη δήλωση της. Θα πρέπει δε να επισημανθεί ότι και το πρωτόδικο Δικαστήριο είχε υπόψη του την αντίθετη θέση των Εφεσειόντων στο κατ’ ισχυρισμόν παρεχόμενο, δυνάμει της επίδικης σύμβασης αδειοδότησης, δικαίωμα στην Εφεσίβλητη να επιφέρει μονομερώς τον τερματισμό της σύμβασης στην ολότητα της.

 

Τα πιο πάνω καλύπτουν και τη θέση των Εφεσειόντων ότι η Εφεσίβλητη όφειλε να παρουσιάσει τους όρους 4.3 και 4.6 της επίδικης σύμβασης αδειοδότησης, όπως επίσης και τη θέση της Εφεσείουσας 1 ότι η βάση δεδομένων χρηστών του παιγνιδιού της ανήκει και ότι θα μπορούσε να τη διατηρήσει μετά τον τερματισμό της ανωτέρω σύμβασης. Θεωρούμε απόλυτα ορθή την κρίση του πρωτόδικου Δικαστηρίου ότι «Η πιο πάνω αναφορά συνιστά διαφορετική νομική προσέγγιση η οποία δεν εμπίπτει στην υποχρέωση των Εναγόντων για αποκάλυψη ουσιωδών γεγονότων σχετικών με το αντικείμενο εκδίκασης της παρούσας διαδικασίας».

 

Δεν συμμεριζόμαστε ούτε τη θέση των Εφεσειόντων ότι η Εφεσίβλητη όφειλε να παρουσιάσει περισσότερες λεπτομέρειες της εναντίον της καταχωρισθείσας αγωγής τους υπ’ αριθμόν 457/24, καθώς και των αξιουμένων μέσω αυτής θεραπειών. Ήταν αρκετό το ότι η Εφεσίβλητη αποκάλυψε πλήρως στο Δικαστήριο τη θέση των Εφεσειόντων πως ο μονομερής τερματισμός της επίδικης σύμβασης αδειοδότησης στην ολότητα της ήταν παράνομος. Ανεξάρτητα όμως από αυτό, η κα Barteneva με την αρχική ένορκη δήλωση της παρουσιάζει το παραληφθέν από την Εφεσίβλητη αντίγραφο της καταχωρισθείσας εναντίον της αγωγής των Εφεσειόντων υπ’ αριθμόν 457/2024, επιπροσθέτως δε (στην παράγραφο 116 της ένορκης δήλωσης της), σχολιάζοντας την ως άνω αγωγή αναφέρει ότι οι Εφεσείοντες έσπευσαν «... να καταθέσουν μια [...] αγωγή για το ίδιο αντικείμενο με τις διαδικασίες που αναμενόταν από τους Αιτητές...». (έμφαση δοθείσα).

 

Από τα όσα αναφέρονται αμέσως πιο πάνω καθίσταται φανερό ότι η Εφεσίβλητη αποκάλυψε στο Δικαστήριο ότι η αγωγή των Εφεσειόντων είχε το ίδιο αντικείμενο με τη δική της αγωγή, αποκάλυψη την οποία κρίνουμε επαρκή.

 

Πέραν των πιο πάνω, οι Εφεσείοντες ψέγουν το πρωτόδικο Δικαστήριο αναφορικά με τον τρόπο με τον οποίο χειρίστηκε τις δικές τους θέσεις, τις οποίες αντέταξαν στον ισχυρισμό της κας Barteneva ότι οποιαδήποτε άλλη προσέγγιση, πέραν αυτής που περιγράφει στην παράγραφο 23 της αρχικής ένορκης δήλωσης της εν σχέσει με τον τρόπο μεταβίβασης ενός παιγνιδιού, όπως το επίδικο, από τον παλιό στον νέο εκδότη, «...θα οδηγούσε στην κατάρρευση της βιομηχανίας». Οι Εφεσείοντες χαρακτηρίζουν τον ως άνω ισχυρισμό της κας Barteneva υπερβολικό και ανυπόστατο, καθώς και ότι προβλήθηκε στην προσπάθεια της να δικαιολογήσει την αναγκαιότητα έκδοσης των αιτούμενων διαταγμάτων. Το πρωτόδικο Δικαστήριο, σχολιάζοντας την αμέσως πιο πάνω θέση των Εφεσειόντων αναφέρει ότι «...στερείται σοβαρότητας για να μπορεί να ληφθεί υπόψη».

 

Κατά πρώτον θα πρέπει να αναφέρουμε ότι δεν έχουμε αντιληφθεί τι επακριβώς δεν αποκάλυψε η Εφεσίβλητη σε σχέση με το συγκεκριμένο ζήτημα, αποσκοπώντας μάλιστα στην παραπλάνηση του Δικαστηρίου με τη μη αποκάλυψη του. Κατά δεύτερον, το κατά πόσον τα όσα προβλήθηκαν από την Εφεσίβλητη ήταν υπερβολικά ή ανυπόστατα, όπως διατείνονται οι Εφεσείοντες, δεν ήταν ζήτημα που σχετίζετο με την παραβίαση από πλευράς Εφεσίβλητης της υποχρέωσης της για αποκάλυψη, αλλά σχετίζετο με την αποδοχή ή και βαρύτητα που θα μπορούσε να αποδοθεί στη μαρτυρία αυτή από το πρωτόδικο Δικαστήριο. Συνεπώς λανθασμένα οι Εφεσείοντες περιέλαβαν το ως άνω ζήτημα στην αιτιολογία του υπό εξέταση λόγου έφεσης, που αφορά θέματα απόκρυψης.  Ενόψει του ότι δεν καλύπτεται από τον λόγο έφεσης, οποιαδήποτε ενασχόληση με το συγκεκριμένο ζήτημα δεν είναι επιτρεπτή (Γενικός Εισαγγελέας v. Μαυρέα κ.ά., Ποιν. Έφ. Αρ 13/2022 ημερ. 25.2.25).

 

Οι ίδιες ως άνω παρατηρήσεις μας ισχύουν και σε σχέση με τη θέση των Εφεσειόντων ότι η Εφεσίβλητη παραπλάνησε αναφορικά με τον τρόπο συνεργασίας εκδότη – προγραμματιστή. Κατά τους Εφεσείοντες, οι σχετικές αναφορές της ήταν παραπλανητικές και υποβάθμιζαν τον ρόλο του εκδότη. Εν πάση περιπτώσει, δεν διευκρινίζεται τί ήταν αυτό το οποίο απέκρυψε η Εφεσίβλητη, με αποτέλεσμα η συγκεκριμένη θέση να διαπνέεται από γενικότητα και αοριστία.

 

Παραπονούνται επίσης οι Εφεσείοντες αναφορικά με την απόρριψη  της θέσης τους ότι η δήλωση της Εφεσίβλητης πως δικαιούται να έχει πρόσβαση στην οικονομική βάση και στα εργαλεία της Εφεσείουσας 1 δυνάμει της επίδικης σύμβασης αδειοδότησης, είναι παραπλανητική. Σύμφωνα με όσα υποστηρίζουν, η Εφεσίβλητη όφειλε, στο πλαίσιο της υποχρέωσης της για αποκάλυψη, να παρουσιάσει και τη θέση της Εφεσείουσας 1 επί του ισχυρισμού της Εφεσίβλητης ότι έχει δικαίωμα πρόσβασης στην οικονομική βάση δεδομένων και εργαλεία της (Εφεσείουσας 1).

 

Το πρωτόδικο Δικαστήριο αναφέρει, σε σχέση με το συγκεκριμένο ζήτημα, τα ακόλουθα:

 

«Τα όσα έχω αναφέρει αμέσως πιο πάνω βρίσκουν έρεισμα στο παράπονο των Εναγομένων ότι η δήλωση των Εναγόντων πως έχουν δικαίωμα να έχουν πρόσβαση στην οικονομική βάση δεδομένων και στα εργαλεία της Εναγομένης 1 δυνάμει της σύμβασης αδειοδότησης, είναι παραπλανητική. Δεν πρόκειται για σχετικό γεγονός ώστε να έχει κάποια σημασία. Με κάθε ταπεινότητα πρέπει να λεχθεί ότι δεν συνιστά ουσιώδες γεγονός αλλά θέση που προβλήθηκε ότι στηρίζεται στο περιεχόμενο μιας σύμβασης, η οποία θέση εάν και εφόσον σχετίζεται με τα κριτήρια και τις προϋποθέσεις που άπτονται του αντικειμένου εκδίκασης θα κριθεί εάν ευσταθεί ή όχι, σε συνάρτηση με την αντίθετη θέση των Εναγομένων, μέσα από το μαρτυρικό υλικό που τέθηκε ενώπιον μου».

 

Τα όσα ανωτέρω αναφέρθηκαν από το πρωτόδικο Δικαστήριο μας βρίσκουν απόλυτα σύμφωνους. Κατ’ ουσία δεν επρόκειτο για ουσιώδη κοινώς παραδεκτή θέση, ώστε να υπάρχει υποχρέωση αποκάλυψης της, αλλά για τη διαφορετική νομική θέση των Εφεσειόντων επί του ως άνω ζητήματος, όπως αυτή περιγράφεται στις παραγράφους 137 – 140 της ένορκης δήλωσης που υποστηρίζει την ένσταση τους [Zondrvan Group Ltd v. Bonalbo Fiduciaries Ltd (ανωτέρω)]. Είναι ορθή η κατάληξη του πρωτόδικου Δικαστηρίου ότι «...συνιστά διαφορετική νομική προσέγγιση η οποία δεν εμπίπτει στην υποχρέωση των Εναγόντων για αποκάλυψη...».

 

Δεν συμμεριζόμαστε ούτε τη θέση των Εφεσειόντων ότι το πρωτόδικο Δικαστήριο, στη συνέχεια των όσων αναφέρονται πιο πάνω, «...έρχεται να αναιρέσει τον εαυτό του αφού στη σελίδα 52 λέει δήθεν ότι ο ισχυρισμός των Εναγόντων περί περιορισμού του δικαιώματος πρόσβασης παρέμεινε αναντίλεκτος και συνδέει αυτό το ζήτημα με τον τερματισμό της συμφωνίας...». Εν κατακλείδι υποστηρίζουν ότι τα πιο πάνω θα έπρεπε να οδηγήσουν το πρωτόδικο Δικαστήριο στην απόρριψη της αίτησης λόγω μη αποκάλυψης όλων των ουσιωδών γεγονότων, καθώς (η μη αποκάλυψη) αφορούσε πολύ σημαντικό στοιχείο το οποίο το πρωτόδικο Δικαστήριο τελικά φαίνεται να προσμέτρησε στη νομιμότητα ή μη του τερματισμού, αλλά και ότι δεν αξιολόγησε ορθά το μαρτυρικό υλικό, καθώς θεώρησε ότι παρέμεινε αναντίλεκτο.

 

Όπως διαφαίνεται με τον πλέον ξεκάθαρο τρόπο από τις ανωτέρω προβαλλόμενες θέσεις, οι Εφεσείοντες έχουν συγχύσει την υποχρέωση για αποκάλυψη, με τον τρόπο αξιολόγησης του μαρτυρικού υλικού.  Η αξιολόγηση του μαρτυρικού υλικού είναι ζήτημα το οποίο δεν καλύπτεται από τον υπό εξέταση λόγο έφεσης, ο οποίος προσβάλλει την κατάληξη ότι δεν υπήρξε παραβίαση της υποχρέωσης της Εφεσίβλητης για αποκάλυψη. Τονίζουμε ότι οι Εφεσείοντες προσβάλλουν ως εσφαλμένη την αξιολόγηση του μαρτυρικού υλικού με ξεχωριστό λόγο έφεσης. Επαναλαμβάνουμε επίσης ότι τα όσα προβάλλονται από τους Εφεσείοντες ως μη αποκαλυφθέντα συνιστούν, κατά το μεγαλύτερο τους μέρος, τη δική τους διαφορετική εκδοχή, νομική και πραγματική, στις προβληθείσες από την Εφεσίβλητη θέσεις. Ως τέτοιο παράδειγμα αναφέρουμε ενδεικτικά τη θέση των Εφεσειόντων ότι: (α) Η Εφεσίβλητη θα έπρεπε να αποκαλύψει «...ως αρχή αλλά και ως ενδεχόμενη θέση των Εφεσειόντων ότι βιντεοπαιχνίδια που έχουν ομοιότητες με άλλα παιχνίδια δεν παραβιάζουν εξ ορισμού και απαραιτήτως τα δικαιώματα τρίτων ή του παιχνιδιού με το οποίο παρουσιάζουν ομοιότητες. Ακόμα δε και παιχνίδια που αποτελούν κλώνους [...] δεν είναι απαραίτητο ότι παραβιάζουν δικαιώματα πνευματικής ιδιοκτησίας και έπρεπε αυτό να επισημανθεί στο πρωτόδικο Δικαστήριο», (β) Η Εφεσίβλητη απέκρυψε πως, ακόμα και μετά την κυκλοφορία του νέου παιγνιδιού, θα μπορούσε να παραπονεθεί στις διαδικτυακές πλατφόρμες για παραβίαση των δικαιωμάτων τους, αυτές δε, θα μπορούσαν να «κατεβάσουν» το παιγνίδι, χωρίς να απαιτείται η έκδοση των προσβαλλόμενων διαταγμάτων και (γ) Η Εφεσίβλητη δεν αποκάλυψε ότι το άτομο που τής παρείχε τις πληροφορίες τις οποίες χρησιμοποίησε στην αίτηση ήταν ουσιαστικά υπάλληλος της κατά τον χρόνο καταχώρισης της αίτησης.

 

Πέραν των πιο πάνω, κρίνουμε χρήσιμο να παραθέσουμε αμέσως πιο κάτω τα όσα, πολύ ορθά, αναφέρονται από το πρωτόδικο Δικαστήριο αναφορικά με το εγειρόμενο από τους Εφεσείοντες ζήτημα της παραπλάνησης του:

 

«Έχω προσέξει ότι σε αρκετές από τις πιο πάνω περιπτώσεις οι Εναγόμενοι επικαλούνται παραπλάνηση του Δικαστηρίου επειδή θεωρούν τις προβαλλόμενες αναφορές των Εναγόντων αναληθείς. […] Στο παρόν στάδιο οι διάφορες αναφορές των Εναγόντων εξετάζονται με βάση το σύνολο των νομικών και πραγματικών εγγράφων που τέθηκαν ενώπιον μου και υπό το φως των επιχειρημάτων που προβλήθηκαν από τους Εναγόμενους ώστε το Δικαστήριο αντικειμενικά να κρίνει αν οι Ενάγοντες αποκάλυψαν όλα τα ουσιώδη γεγονότα που γνώριζαν και/ή που με εύλογη επιμέλεια θα γνώριζαν και τα οποία επενέργησαν στην κρίση του Δικαστηρίου όταν αποφάσιζε μονομερώς για την έκδοση των ενδιάμεσων διαταγμάτων».

 

Έχουμε μελετήσει επίσης τα όσα προβάλλονται από πλευράς Εφεσειόντων στις παραγράφους 330 – 409 της αρχικής ένορκης δήλωσης που υποστηρίζει την ένσταση τους, τα οποία, κατά τους Εφεσείοντες, δεν αποκαλύφθηκαν από την Εφεσίβλητη.  Παραπονούνται δε ότι δεν υπάρχει σαφής και στοχευμένη ενασχόληση του πρωτόδικου Δικαστηρίου με τα εγειρόμενα σημεία, αλλά «...απαντά γενικά ότι η συντριπτική πλειοψηφία αποτελεί επανάληψη θέσεων που έχουν ήδη εξεταστεί ενώ οι υπόλοιπες περιπτώσεις δεν αφορούν σε θετικές πληροφορίες ή ουσιώδη γεγονότα που είτε αποκρύφθηκαν είτε παρουσιάστηκαν με παραπλανητικό τρόπο αλλά θέσεις που πηγάζουν μέσα από νομικά επιχειρήματα – προσεγγίσεις και/ή έγγραφα που αποτελούν μέρος του μαρτυρικού υλικού».

 

Είναι γεγονός ότι το πρωτόδικο Δικαστήριο δεν ασχολείται ξεχωριστά με το καθένα από τα εγειρόμενα στις ανωτέρω παραγράφους ζητήματα. Ωστόσο δεν διαφωνούμε με την κατάληξη του πρωτόδικου Δικαστηρίου ότι «...η συντριπτική πλειοψηφία αυτών αποτελούν επανάληψη θέσεων που έχουν ήδη εξεταστεί», ενώ σε ότι αφορά τα υπόλοιπα «...πρόκειται για θέσεις που πηγάζουν μέσα από νομικά επιχειρήματα – προσεγγίσεις και/ή έγγραφα που αποτελούν μέρος του μαρτυρικού υλικού που τέθηκε ενώπιον μου». Στην ως άνω κατάληξη του πρωτόδικου Δικαστηρίου θα προσθέταμε για ακόμα μια φορά ότι, όπως έχουμε παρατηρήσει, όλα τα εγειρόμενα στις ανωτέρω παραγράφους ζητήματα δεν αποτελούν κοινώς παραδεκτά ή με αντικειμενικό έρεισμα ουσιώδη γεγονότα ή και θέσεις, αλλά την εντελώς διαφορετική εκδοχή και απάντηση των Εφεσειόντων στα όσα προβάλλονται από πλευράς Εφεσίβλητης.

 

Καθ’ όσον αφορά τη θέση των Εφεσειόντων ότι η Εφεσίβλητη παρουσίασε αποσπασματικά αλληλογραφία που είχε με την Google, αποκρύπτοντας τις απαντήσεις της Google, θεωρούμε ως απόλυτα ορθή την κατάληξη του πρωτόδικου Δικαστηρίου επί του συγκεκριμένου ζητήματος, την οποία παραθέτουμε αυτούσια:

 

«Με κάθε σεβασμό στους Εναγόμενους, ο εν λόγω ισχυρισμός τους είναι γενικός, αόριστος και στερείται θεμελίωσης. Οι ίδιοι δεν αναφέρουν αν υπήρχαν τέτοιες απαντήσεις και από ποιες πλατφόρμες. Επίσης δεν αναφέρουν ποιο το περιεχόμενο τους. Ακόμη ουδεμία εξήγηση δίδεται ως προς το πως (sic) η μη αποκάλυψη τυχόν απαντητικών ηλεκτρονικών μηνυμάτων από άλλες πλατφόρμες παραπλάνησε το Δικαστήριο και με ποιο τρόπο προσμέτρησε στην κρίση του Δικαστηρίου όταν εξέδιδε μονομερώς τα ενδιάμεσα διατάγματα».

 

Ο λόγος έφεσης 12 απορρίπτεται.

 

Στην ίδια ενότητα θα εξετάσουμε και τους λόγους έφεσης 19, 20 και 21, οι οποίοι σχετίζονται άμεσα με τον λόγο έφεσης 12. Με τον λόγο έφεσης 21 οι Εφεσείοντες παραπονούνται ότι το πρωτόδικο Δικαστήριο εσφαλμένα θεώρησε πως η απόρριψη της θέσης τους για παράβαση του καθήκοντος αποκάλυψης γεγονότων συμπαρασύρει αυτόματα σε αποτυχία τον ισχυρισμό τους περί κακοπιστίας και κατάχρησης της διαδικασίας. Με τον λόγο έφεσης 20 παραπονούνται ότι το πρωτόδικο Δικαστήριο εσφαλμένα θεώρησε πως το γεγονός ότι η Εφεσίβλητη παραβίασε δέσμευση μη «αποξένωσης» (παραχώρησης) των δικαιωμάτων του παιγνιδιού σε τρίτα πρόσωπα ήταν ζήτημα το οποίο δεν είχε οποιαδήποτε σημασία στην άσκηση της διακριτικής του ευχέρειας. Περαιτέρω με τον λόγο έφεσης 19 παραπονούνται ότι εσφαλμένα το πρωτόδικο Δικαστήριο δεν περιέλαβε στα εκδοθέντα διατάγματα τη σχετική δήλωση στην οποία προέβη η Εφεσίβλητη, με την οποία δεσμεύτηκε να μην αποξενώσει τα δικαιώματα της επί του παιγνιδιού.

 

Όπως οι Εφεσείοντες υποστηρίζουν, λόγω του ότι η έκδοση ενδιάμεσων διαταγμάτων αποτελεί θεραπεία της επιείκειας, το ζήτημα δεν περιορίζεται στο καθήκον αποκάλυψης. Συνεπώς το πρωτόδικο Δικαστήριο θα έπρεπε να εξετάσει ξεχωριστά το ζήτημα της κακής πίστης και να καταλήξει σε σχετικό εύρημα στη βάση των όσων αναφέρονται στις παραγράφους 413 – 421 της ένορκης δήλωσης που υποστηρίζει την ένσταση τους. Όπως επίσης υποστηρίζουν, το πρωτόδικο Δικαστήριο θα έπρεπε να λάβει υπόψη το γεγονός ότι, ενώ η Εφεσίβλητη με τις ένορκες δηλώσεις της είχε δηλώσει ότι η επιλήψιμη συμπεριφορά συνίσταται σε προσπάθεια δημιουργίας και διανομής «απομίμησης» (clone) ή και αντιγράφου του παιγνιδιού Race Master 3D, τελικά με τη μονομερή αίτηση της προώθησε αιτητικό για έκδοση διατάγματος το οποίο απαγορεύει όχι μόνο τα πιο πάνω, αλλά και οποιουδήποτε παιγνιδιού ομοιάζει με το Race Master 3D. Με αυτόν δε τον τρόπο η Εφεσίβλητη πέτυχε, απολύτως καταχρηστικά, την έκδοση διατάγματος που απαγόρευε την κυκλοφορία παιγνιδιών τα οποία δεν έχουν οποιαδήποτε σχέση με το μαρτυρικό υλικό.

 

Όπως είναι νομολογημένο, η κατάχρηση της διαδικασίας μπορεί να προσλάβει διάφορες μορφές ενώ ανάλογα ευρεία είναι και η δικαιοδοσία του Δικαστηρίου για την παρεμπόδιση της (Αναφορικά με την Αίτηση του Τζεννάρο Περρέλλα (1995) 1 Α.Α.Δ. 217).

 

Στην ένορκη δήλωση τους οι Εφεσείοντες διατείνονται ότι η Εφεσίβλητη παρουσίασε εν γνώσει της μια παραπλανητική, υπεραπλουστευμένη και βολική εικόνα της μεταξύ των διαδίκων διαφοράς ενώ δεν προσκόμισε κρίσιμης σημασίας πληροφορίες και έγγραφα που θα οδηγούσαν αναπόφευκτα το Δικαστήριο να αρνηθεί την παροχή θεραπείας σε μονομερή βάση και με τόσο δρακόντειους όρους.

 

Το πρωτόδικο Δικαστήριο με γνώμονα το αξίωμα του κοινοδικαίου ότι «όποιος επικαλείται την επιείκεια πρέπει να προσέρχεται με καθαρά χέρια και ότι όποιος επιζητεί επιείκεια, πρέπει να είναι έτοιμος να πράξει επιείκεια», κατέληξε ότι η απόρριψη της θέσης των Εφεσειόντων περί παραβίασης του καθήκοντος αποκάλυψης, συμπαρασύρει αυτόματα σε αποτυχία τον ισχυρισμό τους περί κακοπιστίας και κατάχρησης διαδικασίας. Δεν βρίσκουμε οτιδήποτε μεμπτό στον τρόπο με τον οποίο το πρωτόδικο Δικαστήριο χειρίστηκε το ζήτημα. Όπως διαφαίνεται ξεκάθαρα, από την ένσταση, οι Εφεσείοντες διασυνδέουν το ζήτημα της κατάχρησης με την ισχυριζόμενη παραβίαση από την Εφεσίβλητη της υποχρέωσης της να αποκαλύψει στο Δικαστήριο «...όλα τα ουσιώδη γεγονότα και νομικά σημεία, καθώς και τις πιθανές υπερασπίσεις των Καθ’ ων η Αίτηση...».  Αφ’ ης στιγμής λοιπόν το πρωτόδικο Δικαστήριο απέρριψε τον λόγο ένστασης των Εφεσειόντων ότι υπήρξε παραβίαση της υποχρέωσης της Εφεσίβλητης για πλήρη και ειλικρινή αποκάλυψη, ήταν λογικά αναμενόμενο να απορρίψει και τον λόγο ένστασης για κατάχρηση της δικαστικής διαδικασίας.

 

Καθ’ όσον αφορά την ισχυριζόμενη κακή πίστη της Εφεσίβλητης, έχουμε μελετήσει όλα τα προβαλλόμενα από τους Εφεσείοντες δεδομένα. Όπως έχουμε παρατηρήσει, το μεγαλύτερο μέρος αυτών στηρίζει και τον λόγο ένστασης για κατάχρηση της διαδικασίας. Δεν μας βρίσκει σύμφωνους η θέση ότι αυτά καθιστούν προφανή την κακοπιστία της Εφεσίβλητης. Απόλυτα σχετικός με το ζήτημα της κακής πίστης είναι ο λόγος έφεσης 20. Σύμφωνα με όσα αναφέρονται στην αιτιολογία του, το γεγονός της παραβίασης από την Εφεσίβλητη της δέσμευσης της για μη αποξένωση των δικαιωμάτων του παιγνιδιού σε τρίτα πρόσωπα είναι καθαρή ένδειξη κακοπιστίας και παραβίασης του κανόνα ότι θα έπρεπε να έρθουν στο Δικαστήριο με «καθαρά χέρια».

 

Το πρωτόδικο Δικαστήριο αναφέρει ότι οι θέσεις των Εφεσειόντων περί αποξένωσης των πνευματικών δικαιωμάτων του παιγνιδιού «...εκπίπτουν του σκοπού της διαδικασίας». Ανεξαρτήτως των όσων αναφέρει το πρωτόδικο Δικαστήριο, αυτό το οποίο έχουμε διαπιστώσει είναι ότι οι Εφεσείοντες εκλαμβάνουν ως δεδομένη την αποξένωση από την Εφεσίβλητη των δικαιωμάτων της επί του παιγνιδιού. Αυτό όμως είναι εντελώς λανθασμένο καθότι, όπως έχουμε παρατηρήσει, η Εφεσίβλητη απορρίπτει ως ψευδή, μέσω της τρίτης ένορκης δήλωσης της κας Barteneva, τον ισχυρισμό ότι μεταβίβασε την ιδιοκτησία του παιγνιδιού στην Easy Games. Δεν πρόκειται συνεπώς για κοινά αποδεκτό ή με αντικειμενικό έρεισμα γεγονός.  Είναι λοιπόν φανερό ότι η ανωτέρω θέση των Εφεσειόντων οικοδομήθηκε επί αντικειμενικά ανύπαρκτου δεδομένου, με αποτέλεσμα να στερείται ερείσματος.

 

Καθ’ όσον αφορά τον λόγο έφεσης 19, οι Εφεσείοντες υποστηρίζουν ότι το πρωτόδικο Δικαστήριο εσφαλμένα δεν περιέλαβε στα εκδοθέντα διατάγματα την αναληφθείσα, μέσω της ένορκης δήλωσης της κας Barteneva, δέσμευση της Εφεσίβλητης ότι δεν πρόκειται να αποξενώσει το παιγνίδι μέχρι την ολοκλήρωση της διαδικασίας.

 

Τα όσα ανωτέρω προβάλλονται από τους Εφεσείοντες δεν μας βρίσκουν σύμφωνους. Δεν ήταν υποχρεωμένο το πρωτόδικο Δικαστήριο να επιβάλει ως όρο για την έκδοση ή και οριστικοποίηση των ενδιάμεσων διαταγμάτων την ως άνω αναληφθείσα από την Εφεσίβλητη μεταγενέστερη δέσμευση. Επισημαίνουμε ότι το πρωτόδικο Δικαστήριο, συμμορφούμενο με τις πρόνοιες του Κ. 25.7(1)(α) των Κανονισμών Πολιτικής Δικονομίας του 2023, κατά τη μονομερή έκδοση των ενδιάμεσων διαταγμάτων επέβαλε ως όρο την υπογραφή εγγύησης από την Εφεσίβλητη προς το σκοπό της αποζημίωσης των Εφεσειόντων για οποιεσδήποτε ζημιές τυχόν υποστούν, σε περίπτωση που ήθελε φανεί ότι λανθασμένα αυτά εκδόθηκαν. Πέραν της ανωτέρω δέσμευσης, δεν απαιτείτο η επιβολή ανάληψης επιπρόσθετης δέσμευσης από την Εφεσίβλητη.

 

Οι λόγοι έφεσης 19, 20 και 21 απορρίπτονται.

 

Τρίτη ενότητα

 

Στην ενότητα αυτή εντάσσεται ο λόγος έφεσης 37 με τον οποίο οι Εφεσείοντες παραπονούνται ότι το πρωτόδικο Δικαστήριο εσφαλμένα αποφάσισε ότι ικανοποιείται η πρώτη προϋπόθεση του Άρθρου 32 του περί Δικαστηρίων Ν.14/1960.

 

 Σύμφωνα με τη νομολογία η πρώτη προϋπόθεση ικανοποιείται εφόσον αποκαλυφθεί σοβαρό ζήτημα προς εκδίκαση. Αυτό δεν πρέπει να ερμηνευθεί ως επιβάλλον οτιδήποτε πέραν από την αποκάλυψη μιας συζητήσιμης υπόθεσης στη βάση των δικογράφων (Odysseos v. Pieris Estates Ltd a.o (1982) 1 CLR 557).

 

 Όπως υποστηρίζουν οι Εφεσείοντες, εσφαλμένα το πρωτόδικο Δικαστήριο χρησιμοποίησε την Έκθεση Απαίτησης και όχι το μαρτυρικό υλικό που είχε ενώπιον του προκειμένου να κρίνει ότι ικανοποιείται η ως άνω προϋπόθεση.

 

Τα όσα ανωτέρω προβάλλουν οι Εφεσείοντες είναι παντελώς αβάσιμα. Σύμφωνα με γνωστή νομολογιακή αρχή, το Δικαστήριο στο ενδιάμεσο αυτό στάδιο κρίνει το κατά πόσον υπάρχει σοβαρό ζήτημα με αναφορά στα καταχωρισθέντα δικόγραφα και ο όρος αυτός χρησιμοποιείται με την ευρεία του έννοια και όχι ως τεχνικός όρος εξισούμενος με τις έγγραφες προτάσεις (Resola (Cyprus) Ltd v. Χρίστου (1998) 1(Β) Α.Α.Δ. 598). Έτσι γίνεται δεκτό πως δεν είναι απαραίτητο να έχει προηγηθεί η έκθεση απαίτησης αφού και η ένορκη δήλωση δύναται να αποτελέσει το βάθρο για τη χορήγηση προσωρινής θεραπείας (American Cyanamid v. Ethicon (1975) 1 All E.R. 504). Χωρίς όμως η δυνατότητα αυτή να αναιρεί την άλλη βασική αρχή ότι στην ένορκη δήλωση που υποστηρίζει την αίτηση καταγράφεται μεν η μαρτυρία, αλλά δεν είναι η ένορκη δήλωση που καθορίζει τα αγώγιμα δικαιώματα (Seamark Consultancy Services Limited v. Lasala κ. ά. (2007) 1 Α.Α.Δ. 162).

 

Εν πάση περιπτώσει όμως, στην παρούσα είχε ήδη καταχωριστεί η Έκθεση Απαίτησης και πολύ ορθά το πρωτόδικο Δικαστήριο την χρησιμοποίησε για να αποφασίσει κατά πόσον υφίστανται και ποια είναι τα αγώγιμα δικαιώματα της Εφεσίβλητης. Καταλήγει δε ως ακολούθως:

 

«Στη βάση των πιο πάνω, εκ πρώτης όψεως υπάρχουν προσδιορισμένα αγώγιμα δικαιώματα που χρήζουν εξέτασης. Υπάρχουν σαφείς και συγκεκριμένες νομικές αξιώσεις που απαιτούνται από πλευράς των Εναγόντων εναντίον των Εναγομένων, το πλαίσιο των οποίων προσδίδουν στην παρούσα υπόθεση ξεκάθαρο νομικό υπόβαθρο. Κρίνω ότι έχει αποκαλυφθεί συζητήσιμη υπόθεση αφού υπάρχουν ζητήματα τα οποία θα πρέπει να εξεταστούν ενώπιον του Δικαστηρίου. Τέτοια θέματα που καλείται το Δικαστήριο να εξετάσει είναι ερμηνεία όρων σύμβασης-συμπληρωματικών συμφωνιών, νομικά θέματα που απορρέουν από τα νομικά έγγραφα, κατά πόσο υπήρξε ή όχι παραβίαση συμβατικών δικαιωμάτων των Εναγομένων εξ υπαιτιότητας των Εναγομένων, εάν ο τερματισμός της σύμβασης και των συμπληρωματικών συμφωνιών είναι νόμιμος και έγκυρος, εάν με τις ενέργειες τους οι Εναγόμενοι, λεπτομέρειες των οποίων παρέχονται, ευθύνονται για την διάπραξη των αστικών αδικημάτων της παραβίασης δικαιωμάτων πνευματικής ιδιοκτησίας των Εναγόντων, αθέμιτου ανταγωνισμού εις βάρος των Εναγόντων και της συνομωσίας (sic) από τους Εναγόμενους καθώς επίσης της παράβασης σχέσης εμπιστοσύνης που υπήρχε μεταξύ Εναγόντων και Εναγόμενης 1 από την Εναγόμενη 1 και κατά πόσο οι Ενάγοντες δικαιούνται στις αξιούμενες θεραπείες.

 

Παρά την κάποια αδόκιμη (λεκτικά μόνον) αναφορά σε «συζητήσιμη υπόθεση» (δεύτερη προϋπόθεση) ενώ συζητείτο η ύπαρξη σοβαρού ζητήματος (πρώτη προϋπόθεση), εντούτοις θεωρούμε απολύτως ορθά τα όσα ανωτέρω αναφέρονται από το πρωτόδικο Δικαστήριο. Ως αποτέλεσμα δεν παρέχεται πεδίο για επέμβαση μας.

 

Ο λόγος έφεσης 37 απορρίπτεται.

 

Τέταρτη ενότητα

 

Στην ενότητα αυτή εντάσσονται όλοι οι λόγοι έφεσης οι οποίοι προσβάλλουν την κατάληξη ότι η Εφεσίβλητη πέτυχε να ικανοποιήσει τη δεύτερη προϋπόθεση του Άρθρου 32 του Ν.14/60. Με τους λόγους έφεσης 38 και 39 παραπονούνται αντίστοιχα ότι το πρωτόδικο Δικαστήριο εσφαλμένα έκρινε ότι ικανοποιείται η δεύτερη προϋπόθεση καθώς και ότι εσφαλμένα έκρινε πως υπάρχει ορατή πιθανότητα επιτυχίας αναφορικά με τις βάσεις αγωγής της Εφεσίβλητης. Με τους λόγους έφεσης 3, 4, 5, 8, 9, 10 και 11 προσβάλλουν τα επί μέρους ευρήματα του πρωτόδικου Δικαστηρίου ως προς την ορατή πιθανότητα επιτυχίας ενός εκάστου εκ των αγώγιμων δικαιωμάτων της Εφεσίβλητης. Πριν προχωρήσουμε στην εξέταση των λόγων έφεσης θεωρούμε χρήσιμο να υποδείξουμε ότι, όπως προκύπτει από το ανωτέρω παρατεθέν απόσπασμα της πρωτόδικης απόφασης, το πρωτόδικο Δικαστήριο καθόρισε ότι τα αγώγιμα δικαιώματα της Εφεσίβλητης είναι: (α) Η συνωμοσία, (β) Η παράβαση σύμβασης,             (γ) Ο αθέμιτος ανταγωνισμός, (δ) Η παραβίαση δικαιωμάτων πνευματικής ιδιοκτησίας και (ε) Η παραβίαση του καθήκοντος πίστης και εμπιστοσύνης.

 

Με τον λόγο έφεσης 10 οι Εφεσείοντες παραπονούνται ότι το πρωτόδικο Δικαστήριο εφάρμοσε λανθασμένα τον περί Συμβάσεων Νόμο, Κεφ. 149 και τις σχετικές νομικές αρχές. Με τον λόγο έφεσης 11 παραπονούνται ότι το πρωτόδικο Δικαστήριο παρερμήνευσε ή και εφάρμοσε λανθασμένα τις πρόνοιες της επίδικης συμφωνίας παραχώρησης άδειας χρήσης. Απόλυτα σχετικός είναι και ο λόγος έφεσης 25 με τον οποίο οι Εφεσείοντες προσβάλλουν ως εσφαλμένο το εκ πρώτης όψεως συμπέρασμα του πρωτόδικου Δικαστηρίου ότι «Εκείνο που δεν μπορεί κάποιος να αμφισβητήσει είναι ότι η βάση δεδομένων χρηστών είναι άρρηκτα συνυφασμένη με τη λειτουργία του [...] επίμαχου παιχνιδιού, εξαιτίας του οποίου δημιουργήθηκε και διατηρήθηκε».  Όπως συγκεκριμένα διατείνονται οι Εφεσείοντες, το πρωτόδικο Δικαστήριο, εκδίδοντας προστακτικό διάταγμα για παράδοση της βάσης δεδομένων, ως και της αναγνωριστικής ταυτότητας του παιγνιδιού στην Εφεσίβλητη, στην ουσία απέδωσε σε αυτήν θεραπεία ειδικής εκτέλεσης χωρίς να πληρούνται οι προϋποθέσεις του Άρθρου 76 του Κεφ. 149. Περαιτέρω υποστηρίζουν ότι η ανωτέρω παράδοση δεν προβλέπετο στην επίδικη σύμβαση παραχώρησης της άδειας χρήσης του παιγνιδιού, ενώ στην ένορκη δήλωση που υποστηρίζει την αίτηση της Εφεσίβλητης προβάλλονται διαζευκτικοί ισχυρισμοί ως προς το ότι η Εφεσίβλητη δικαιούται τη βάση δεδομένων χρηστών και την αναγνωριστική ταυτότητα είτε με ρητό είτε με εξυπακουόμενο όρο της ανωτέρω αναφερόμενης σύμβασης.

 

Δεν μας βρίσκει σύμφωνους η θέση των Εφεσειόντων ότι η έκδοση του προστακτικού διατάγματος για παράδοση στην Εφεσίβλητη της βάσης δεδομένων χρηστών, καθώς και της αναγνωριστικής ταυτότητας του παιγνιδιού ισοδυναμούσε με απόδοση θεραπείας ειδικής εκτέλεσης. Τονίζουμε ότι το ανωτέρω προστακτικό διάταγμα εξεδόθη υπό μορφή ενδιάμεσης προσωρινής θεραπείας και όχι τελικής. Σύμφωνα δε με νομολογιακή αρχή, την οποία είχε υπόψη του και το πρωτόδικο Δικαστήριο, «...η ενδιάμεση θεραπεία παραμένει ενδιάμεση, αναθεωρήσιμη ανά πάσα στιγμή θεωρηθεί ότι οι περιστάσεις έχουν διαφοροποιηθεί προς τροποποίηση ή ακόμη και ακύρωση του εκδοθέντος διατάγματος» (Avila Management Services Limited κ.ά. v. Frantisek Stepanek (2012)              1 A.A.Δ. 1403).

 

Δεν συμμεριζόμαστε ούτε και τη θέση των Εφεσειόντων ότι το πρωτόδικο Δικαστήριο διέταξε την παράδοση της βάσης δεδομένων χρηστών, καθώς και της αναγνωριστικής ταυτότητας του παιγνιδιού χωρίς αυτό να προβλέπεται στην επίδικη σύμβαση παραχώρησης άδειας χρήσης του παιγνιδιού. Όπως έχουμε παρατηρήσει, στην επίδικη σύμβαση δεν γίνεται ειδική αναφορά είτε στη βάση δεδομένων χρηστών είτε στην αναγνωριστική ταυτότητα του παιγνιδιού. Σύμφωνα όμως με την αρχική ένορκη δήλωση της κας Barteneva, η οποία υποστηρίζει την αίτηση της Εφεσίβλητης, «Η βάση δεδομένων χρηστών αποτελεί αναπόσπαστο μέρος του παιγνιδιού, καθώς διατηρούνται εκεί μοναδικές πληροφορίες σχετικά με την πρόοδο κάθε χρήστη στο παιγνίδι». Σε κάποιο άλλο δε σημείο της ανωτέρω ένορκης δήλωσης αναφέρεται ότι «...όταν ένα παιγνίδι μεταφέρεται σε άλλο πρόσωπο για να το δημοσιεύσει στα καταστήματα εφαρμογών, η βάση δεδομένων χρηστών μεταφέρεται αυτόματα στο εν λόγω πρόσωπο. Ένα παιγνίδι δεν μπορεί να μεταφερθεί χωρίς τη βάση δεδομένων χρηστών».

 

Οι ανωτέρω παρατεθέντες ισχυρισμοί δικαιολογούν κατά την κρίση μας, την εκτίμηση του πρωτόδικου Δικαστηρίου (για σκοπούς της ενδιάμεσης αίτησης) ότι η βάση δεδομένων χρηστών αποτελεί αναπόσπαστο μέρος του παιγνιδιού και είναι διαθέσιμη στο πρόσωπο που δημοσιεύει το παιγνίδι σε ένα κατάστημα εφαρμογών. Θα πρέπει δε να επισημανθεί πως ήταν η ως άνω εκτίμηση που, κατ’ ουσίαν, οδήγησε το πρωτόδικο Δικαστήριο στην έκδοση διατάγματος μεταφοράς, εκτός από το παιγνίδι, και των βάσεων δεδομένων χρηστών του παιγνιδιού στους λογαριασμούς καταστημάτων εφαρμογών που θα υποδείκνυε η Εφεσίβλητη.

 

Καθ’ όσον αφορά τον ισχυρισμό των Εφεσειόντων ότι η βάση δεδομένων χρηστών αποτελεί πνευματική ιδιοκτησία της Εφεσείουσας 1, με βάση τον όρο 4.6 της επίδικης συμφωνίας άδειας χρήσης σε συνδυασμό με τις πρόνοιες του περί του Δικαιώματος Πνευματικής Ιδιοκτησίας και Συγγενικών Δικαιωμάτων Ν.59/76, αναμφισβήτητα είναι ζήτημα το οποίο άπτεται του εγειρόμενου από τους Εφεσείοντες ζητήματος της νομιμότητας και εγκυρότητας του τερματισμού από την Εφεσίβλητη της επίδικης σύμβασης παραχώρησης της άδειας χρήσης και ειδικότερα της θέσης τους ότι το δικαίωμα της Εφεσίβλητης για μονομερή τερματισμό της επίδικης σύμβασης δεν επηρεάζει το δικαίωμα της Εφεσείουσας 1 να κατέχει τη βάση δεδομένων χρηστών του παιγνιδιού μετά τον τερματισμό, αλλά περιορίζεται στην κυκλοφορία του παιγνιδιού σε καταστήματα εφαρμογών.  Ορθά, κατά την κρίση μας, το πρωτόδικο Δικαστήριο, κατ’ εφαρμογή γνωστής νομολογιακής αρχής, απέφυγε να υπεισέλθει εις βάθος στο ζήτημα αυτό, αφήνοντας το να επιλυθεί στο πλαίσιο της ακρόασης της ουσίας της υπόθεσης (Γρηγορίου κ.α. v. Χριστοφόρου κ. ά. (1995) 1 Α.Α.Δ. 248, Τhe Jonitexo Ltd v. Adidas (1984) 1 C.L.R. 263). Όπως συγκεκριμένα αναφέρει το πρωτόδικο Δικαστήριο «Η εισήγηση των Εναγομένων είναι θέμα το πως (sic) αντιλαμβάνεται η πλευρά τους την ερμηνεία που, κατά την άποψη τους, πρέπει να τύχουν οι όροι στους οποίους αναφέρονται σε συνάρτηση με το υπόλοιπο περιεχόμενο της σύμβασης...».

 

Απόλυτα συναφείς με το ζήτημα του κατ’ ισχυρισμόν δικαιώματος της Εφεσείουσας 1 επί της βάσης δεδομένων χρηστών του παιγνιδιού είναι και οι λόγοι έφεσης 24, 25 και 26 και 27, τους οποίους συνεξετάζουμε στο στάδιο αυτό. Με τον λόγο έφεσης 24 οι Εφεσείοντες προσβάλλουν ως λανθασμένο το εκ πρώτης όψεως συμπέρασμα του πρωτόδικου Δικαστηρίου ότι η βάση δεδομένων χρηστών του παιγνιδιού θα ήταν σε λογαριασμό της Εφεσείουσας 1 μόνο κατά το διάστημα που η επίδικη σύμβαση παραχώρησης άδειας χρήσης βρισκόταν σε ισχύ. Με τον λόγο έφεσης 25 προσβάλλουν το συμπέρασμα του ότι «Εκείνο που δεν μπορεί κάποιος να αμφισβητήσει είναι ότι η βάση δεδομένων χρηστών είναι άρρηκτα συνυφασμένη με τη λειτουργία του παιχνιδιού [...], εξαιτίας του οποίου δημιουργήθηκε και διατηρήθηκε». Περαιτέρω με τον λόγο έφεσης 26 προσβάλλουν το συμπέρασμα του ότι δεν υπάρχει λόγος διεκδίκησης ή όφελος της Εφεσείουσας 1 από τη συγκεκριμένη βάση δεδομένων χρηστών, ενώ με τον λόγο έφεσης 27 προσβάλλουν το συμπέρασμα του ότι «Η οικειοποίηση της βάσης δεδομένων χρηστών του επίμαχου παιχνιδιού για σκοπούς διαφήμισης, προώθησης και λειτουργίας άλλου παιχνιδιού, [...], χωρίς τη ρητή συγκατάθεση εκείνου που διατηρεί τα δικαιώματα πνευματικής ιδιοκτησίας, δεν μπορεί παρά να θεωρηθεί επιλήψιμη πράξη».

 

Οι Εφεσείοντες υποστηρίζουν ότι τα αμέσως πιο πάνω συμπεράσματα δεν προκύπτουν από το μαρτυρικό υλικό και ειδικότερα από την επίδικη συμφωνία παραχώρησης άδειας χρήσης του παιγνιδιού. Ψέγουν επίσης το πρωτόδικο Δικαστήριο ότι θεωρεί αυτονόητο πως ένα περιουσιακό στοιχείο, όπως η βάση δεδομένων χρηστών, η δημιουργία της οποίας στοίχισε εκατομμύρια στην Εφεσείουσα 1, θα πρέπει να παραδοθεί  χωρίς αντάλλαγμα.

 

Δεν συμμεριζόμαστε τη θέση των Εφεσειόντων ότι οι ανωτέρω πρωτόδικες εκτιμήσεις δεν προκύπτουν από το μαρτυρικό υλικό. Αντίθετα, υποστηρίζονται πλήρως από αυτό.  Ως έχουμε αναφέρει πιο πάνω, με βάση το παρουσιασθέν από την Εφεσίβλητη μαρτυρικό υλικό και για τις ανάγκες πάντοτε του ενδιάμεσου σταδίου, η βάση δεδομένων χρηστών αποτελεί αναπόσπαστο μέρος του παιγνιδιού, το οποίο δεν μπορεί να μεταφερθεί σε άλλο πρόσωπο για να το δημοσιεύσει χωρίς τη βάση δεδομένων χρηστών του. Υπογραμμίζουμε ακόμα ότι σύμφωνα με την ένορκη δήλωση της κας Barteneva «...the User Database is an integral part of the game and has nο value to any other than the person publishing the game on app-stores».

 

Καθ’ όσον αφορά το εγερθέν από τους Εφεσείοντες ζήτημα της παράδοσης της βάσης δεδομένων χρηστών του παιγνιδιού στην Εφεσίβλητη, χωρίς να δοθεί στην Εφεσείουσα 1 οποιοδήποτε αντάλλαγμα, αναμφισβήτητα θα μπορεί να εγερθεί κατά το στάδιο της ακρόασης της ουσίας της υπόθεσης. Δεν είναι όμως ζήτημα που θα μπορούσε να εξεταστεί σε ενδιάμεσο στάδιο.

 

Δεν συμμεριζόμαστε ούτε και τη θέση των Εφεσειόντων ότι το πρωτόδικο Δικαστήριο παρερμήνευσε πλήρως τόσο τους όρους της επίδικης συμφωνίας παραχώρησης της άδειας χρήσης όσο και τις νομικές αρχές περί τερματισμού επειδή, κατά τη θέση τους, θεώρησε ως επιβαρυντικό στοιχείο το γεγονός ότι η Εφεσείουσα 1 συνέχισε να πραγματοποιεί δαπάνες και έξοδα για το παιγνίδι, κάτι το οποίο, εν πάση περιπτώσει, αποτελούσε συμβατική της υποχρέωση λόγω του ότι η επίδικη σύμβαση θα συνέχιζε να βρίσκεται σε ισχύ σε σχέση με ορισμένα από τα απορρέοντα από αυτήν δικαιώματα τουλάχιστον μέχρι το 2029.

 

Παρά το ότι το πρωτόδικο Δικαστήριο αναφέρεται σε συνέχιση πραγματοποίησης δαπανών και εξόδων από την Εφεσείουσα 1, «...εις το όνομα του επίμαχου παιγνιδιού», ακόμα και μετά την επίδοση σε αυτήν της ειδοποίησης τερματισμού της επίδικης σύμβασης, εντούτοις ουδόλως προκύπτει από την πρωτόδικη απόφαση ότι θεώρησε το γεγονός αυτό ως επιβαρυντικό για την Εφεσείουσα 1. Απλά αναφέρεται από το πρωτόδικο Δικαστήριο ότι «προκαλεί εντύπωση» το γεγονός αυτό. Θα πρέπει δε να επισημάνουμε ότι το πρωτόδικο Δικαστήριο δεν προέβη σε αξιολόγηση των εκατέρωθεν προβαλλόμενων εκδοχών, ώστε να εκλάβει ως επιβαρυντικό το ως άνω γεγονός. Στα όσα αναφέρουμε αμέσως πιο πάνω προσθέτουμε ότι δεν συμμεριζόμαστε ούτε και τη θέση ότι το πρωτόδικο Δικαστήριο αναφέρει ξεκάθαρα πως το ως άνω σκεπτικό ήταν εκ των στοιχείων που το οδήγησαν στο συμπέρασμα ότι το παιγνίδι που δημιούργησαν οι Εφεσείοντες αποτελεί κλώνο (αντίγραφο) του επίμαχου παιγνιδιού. Δεν έχουμε εντοπίσει τέτοια αναφορά στην πρωτόδικη απόφαση. Για τον ίδιο αποκλειστικά λόγο δεν αποδεχόμαστε ούτε τη θέση των Εφεσειόντων ότι το πρωτόδικο Δικαστήριο χρησιμοποιεί ως επιχείρημα εναντίον τους το ότι η Εφεσείουσα 1 σταμάτησε τη διανομή του παιγνιδιού.

 

Παραπονούνται περαιτέρω οι Εφεσείοντες ότι, ενώ ο όρος 9.3 της επίδικης συμφωνίας προνοεί υποχρεωτικό μηχανισμό επίλυσης διαφορών, εντούτοις το πρωτόδικο Δικαστήριο θεωρεί ότι αυτό είναι άσχετο, ενώ ουσιαστικά καταδεικνύει ότι δεν υπήρξε οποιαδήποτε παράβαση της επίδικης συμφωνίας ο δε τερματισμός έλαβε χώρα χωρίς επίκληση παράβασης σύμβασης.

 

Το πρωτόδικο Δικαστήριο αναφέρει τα ακόλουθα σε σχέση με το συγκεκριμένο ζήτημα:

 

«Επίσης η θέση των Εναγομένων ότι ο όρος 9.3 της σύμβασης άδειας εκμετάλλευσης ημερ. 01.08.21 παρέχει μηχανισμό επίλυσης διαφορών ο οποίος δεν εφαρμόστηκε πριν από την καταχώρηση της παρούσας υπόθεσης, είναι ζήτημα που θα εξεταστεί και θα κριθεί μέσα από την εκδίκαση της ουσίας της υπόθεσης όταν όλη η μαρτυρία τεθεί ενώπιον του Δικαστηρίου στη συνολική της διάσταση και τεθεί υπό το μικροσκόπιο της αξιολόγησης. Δεν είναι θέμα που αφορά τον σκοπό της παρούσας διαδικασίας και γι' αυτό δεν χρήζει σχολιασμού στο στάδιο αυτό».

 

Ορθά, κατά την κρίση μας, το πρωτόδικο Δικαστήριο δεν κατέληξε σε οποιοδήποτε συμπέρασμα επί του συγκεκριμένου ζητήματος, αφού ουσιαστικά η επίλυση του απαιτούσε τελικό εύρημα ως προς το κατά πόσο υπήρξε πραγματική παράβαση της επίδικης συμφωνίας από την Εφεσείουσα 1, αφήνοντας το να εξεταστεί κατά την εκδίκαση της ουσίας της υπόθεσης. Καθ’ όσον αφορά τη θέση των Εφεσειόντων ότι δεν υπήρξε οποιοδήποτε παράβαση της επίδικης συμφωνίας, επαναλαμβάνουμε ότι δεν ήταν ζήτημα που θα μπορούσε να αποφασιστεί από το πρωτόδικο Δικαστήριο στο πλαίσιο της αίτησης για έκδοση ή και οριστικοποίηση των προσωρινών διαταγμάτων. Οι ίδιες ως άνω παρατηρήσεις μας θα πρέπει να λεχθούν και σε σχέση με τη θέση των Εφεσειόντων ότι η ειδοποίηση τερματισμού δεν αναφέρεται σε οποιαδήποτε παράβαση της επίδικης συμφωνίας. Αναμφισβήτητα πρόκειται για ζήτημα που άπτεται της εγκυρότητας και νομιμότητας του τερματισμού της επίδικης συμφωνίας. Συνεπώς δεν θα μπορούσε να επιλυθεί από το πρωτόδικο Δικαστήριο κατ’ εκείνο το στάδιο.

 

Αβάσιμο κρίνουμε και το παράπονο των Εφεσειόντων ότι το πρωτόδικο Δικαστήριο παρερμήνευσε τον όρο 8 της επίδικης συμφωνίας αναφέροντας ότι «...το περιεχόμενο του Τεκμηρίου JB26 φαίνεται να εκθέτει την Εναγόμενη 1 στη συμβατική υποχρέωση της περί εχεμύθειας από μέρους της σε ότι αφορά το επίμαχο παιχνίδι». Όπως εκ πρώτης όψεως προκύπτει από το κείμενο του ως άνω όρου, επιβάλλεται καθήκον εχεμύθειας στον κάθε συμβαλλόμενο. Με βάση δε το περιεχόμενο του τεκμηρίου 26 της ενόρκου δηλώσεως της κας Barteneva, το οποίο αποτελεί τη γραπτή δήλωση του κου Rysevets, πρώην υπαλλήλου της Εφεσείουσας 1, το πρωτόδικο Δικαστήριο εκτίμησε ότι υπήρξε παραβίαση από την Εφεσείουσα 1 του ανωτέρω επιβληθέντος καθήκοντος εχεμύθειας. Δεν έχει διαφανεί οποιοδήποτε σφάλμα στην ως άνω προσέγγιση του πρωτόδικου Δικαστηρίου, το οποίο θα δικαιολογούσε την επέμβαση μας. Καθ’ όσον αφορά όμως την κατάληξη του πρωτόδικου Δικαστηρίου ότι «Το συμβατικό καθήκον εμπιστοσύνης της Εναγόμενης 1 καλύπτει αξιωματούχους, υπαλλήλους και επαγγελματικούς συμβούλους της, όπως μπορεί να θεωρηθούν ότι είναι οι Εναγόμενοι 2, 3 και 4», κρίνουμε βάσιμη τη θέση των Εφεσειόντων ότι η εν λόγω κατάληξη είναι αυθαίρετη. Κατόπιν εξέτασης του όρου 8 της επίδικης συμφωνίας έχουμε διαπιστώσει ότι το καθήκον εχεμύθειας δεν επεκτείνεται στους Εφεσείοντες 2, 3 και 4, οι οποίοι, εν πάση περιπτώσει, δεν είναι συμβαλλόμενα μέρη σε αυτήν. Θεωρούμε δε χρήσιμο να παραθέσουμε αυτούσια τη σχετική πρόνοια του ανωτέρω όρου:

 

«“Confidential Information” is the information of the commercial value which is kept confidential by the Party from which the information is proceeded and which shall not come into the public in accordance with the Contract. Confidential information includes all information disclosed by the Party or its directors, employees and, professional advisers to another Party, whether disclosed orally or in writing and, without prejudice to the generality of the foregoing, may include information relating to the Party’s technologies, researches, products, software, services, development, creative projects, inventions, industrial patterns, drawings, design documentation, marketing or finances of any of the Parties».

 

Θα πρέπει φυσικά να αναφέρουμε ότι το ανωτέρω σφάλμα, ουδόλως επηρεάζει την κατάληξη του πρωτόδικου Δικαστηρίου ότι έχει καταδειχθεί η ορατή πιθανότητα επιτυχίας του αγώγιμου δικαιώματος της Εφεσίβλητης για την ισχυριζόμενη παράβαση σύμβασης εναντίον της Εφεσείουσας 1.

 

Οι λόγοι έφεσης 10, 11, 24, 25, 26 και 27 απορρίπτονται.

 

Θεωρούμε κατάλληλο το σημείο αυτό για να εξετάσουμε τον λόγο έφεσης 6, ο οποίος σχετίζεται άμεσα με τα ζητήματα στα οποία έχουμε ενδιατρίψει αμέσως πιο πάνω. Με τον λόγο αυτό οι Εφεσείοντες παραπονούνται ότι το πρωτόδικο Δικαστήριο προχώρησε στην έκδοση της προσβαλλόμενης απόφασης, αγνοώντας ότι η έκδοση των επίδικων διαταγμάτων παραβιάζει θεμελιώδη δικαιώματα τους. Συγκεκριμένα παραπονούνται ότι το πρωτόδικο Δικαστήριο αγνόησε την επιχειρηματολογία τους με την οποία προώθησαν τη θέση ότι η επίδικη συμφωνία παραχώρησης άδειας χρήσης του παιγνιδιού δεν απαγόρευε τη δημιουργία και ή κυκλοφορία οποιουδήποτε άλλου παιγνιδιού από αυτούς, όμως η έκδοση των επίδικων διαταγμάτων παραβιάζει θεμελιώδη δικαιώματα τους, τα οποία προστατεύονται από το Σύνταγμα της Κυπριακής Δημοκρατίας, τον Χάρτη Θεμελιωδών Δικαιωμάτων της Ε. Ε. και την Ευρωπαϊκή Σύμβαση Δικαιωμάτων του Ανθρώπου (ΕΣΔΑ), όπως τα δικαιώματα άσκησης επαγγέλματος, άσκησης εμπορίου, συμβάλλεσθαι ελευθέρως και απόλαυσης της περιουσίας τους. Παραπονούνται ακόμα ότι το πρωτόδικο Δικαστήριο αγνόησε και τη θέση τους πως τα επίδικα διατάγματα δεν μπορούν να εφαρμοστούν, καθώς συνιστούν παραβίαση του Άρθρου 27 του περί Συμβάσεων Νόμου Κεφ. 149.

 

Τα όσα ανωτέρω προβάλλονται από τους Εφεσείοντες δεν μας βρίσκουν σύμφωνους. Όπως παρατηρούμε, δεν συγκεκριμενοποιούνται στην αιτιολογία του λόγου έφεσης τα επακριβή Άρθρα του Συντάγματος και της ΕΣΔΑ, τα οποία παραβιάζει η έκδοση των επίδικων διαταγμάτων, με αποτέλεσμα λόγω της γενικότητας με την οποία είναι διατυπωμένο, να μην μας παρέχεται η δυνατότητα για οποιαδήποτε εξέταση του ανωτέρω παραπόνου. Ανεξάρτητα όμως από αυτό, τα επίδικα διατάγματα σε καμία περίπτωση επηρεάζουν το δικαίωμα των Εφεσειόντων για άσκηση επαγγέλματος ή εμπορίου ή ακόμα το δικαίωμα τους να συμβάλλονται ελεύθερα. Όπως προκύπτει από το λεκτικό των επίδικων διαταγμάτων, αυτό το οποίο τους απαγορεύεται είναι να παράγουν και διανέμουν οποιαδήποτε απομίμηση (κλώνο) ή και αντίγραφο του παιγνιδιού Race Master ή οποιουδήποτε παιγνιδιού το οποίο ομοιάζει με το συγκεκριμένο.  

 

Θα πρέπει ακόμα να αναφέρουμε ότι καθ’ όσον αφορά το εγερθέν ζήτημα της συνταγματικότητας, σύμφωνα με τη νομολογία, η εξέταση του προϋποθέτει ότι τούτο είναι απολύτως αναγκαίο και καθοριστικό για την έκβαση της υπόθεσης και δεν θεωρούμε ότι ευρισκόμαστε ενώπιον τέτοιας περίπτωσης (Θ. Π. ν. Α. Ν., Πολ. Έφ. Ε24/2025, ημερ. 19.2.26, Αναφορικά με την απόφαση στην Ποιν. Έφ. 148/23 Sutton v. Δημοκρατίας, Αίτηση Παραπομπής αρ. 2/24, ημερ. 17.7.24). Όπως έχουμε πρόσφατα τονίσει στην Άδωνη v. K&Y. Theodorou Investments & Construction Ltd, υπό διαχείριση, Πολ. Έφ. Ε178/2019, ημερ. 9.9.26, πρέπει να αποφεύγεται η οριστική επίλυση ζητημάτων συνταγματικότητας στο ενδιάμεσο αυτό στάδιο.

 

 Καθ’ όσον αφορά τη θέση των Εφεσειόντων ότι τα επίδικα διατάγματα δεν μπορούν να εφαρμοστούν καθότι παραβιάζουν το Άρθρο 27 του Κεφ. 149, αυτό το οποίο θα πρέπει να υπογραμμίσουμε είναι ότι το εν λόγω Άρθρο ομιλεί περί συμφωνίας «...στο μέτρο που είναι περιοριστική της ελευθερίας προς άσκηση νομίμου επαγγέλματος, εμπορίου ή οποιασδήποτε φύσης επαγγέλματος...». Ουδόλως όμως αναφέρεται και σε δικαστικό διάταγμα. Καθίσταται λοιπόν φανερό ότι το ως άνω Άρθρο δεν μπορεί να τύχει εφαρμογής στην προκείμενη περίπτωση.

 

Παραπονούνται ακόμα οι Εφεσείοντες ότι με την έκδοση του προστακτικού ενδιάμεσου διατάγματος, το πρωτόδικο Δικαστήριο κατ’ ουσίαν εξέδωσε διάταγμα ειδικής εκτέλεσης, χωρίς να εξετάσει κατά πόσο πληρούνται οι προϋποθέσεις του Άρθρου 76 του Κεφ. 149. Θα πρέπει να αναφέρουμε ότι έχουμε ήδη εξετάσει πιο πάνω το ως άνω παράπονο, το οποίο και έχουμε απορρίψει, Συνεπώς θεωρούμε αχρείαστο να επαναλάβουμε οτιδήποτε.

 

Ο λόγος έφεσης 6 απορρίπτεται.

 

Με τον λόγο έφεσης 5 οι Εφεσείοντες προσβάλλουν ως εσφαλμένη την κατάληξη του πρωτόδικου Δικαστηρίου ότι πληρούντο οι προϋποθέσεις έκδοσης και οριστικοποίησης των ενδιάμεσων διαταγμάτων αναφορικά με το αστικό αδίκημα του αθέμιτου ανταγωνισμού.

 

Το αδίκημα του αθέμιτου ανταγωνισμού περιγράφεται στο Άρθρο 35 του Περί Αστικών Αδικημάτων Νόμου, Κεφ. 148, το οποίο προνοεί επί λέξει τα ακόλουθα:

 

«Πρόσωπo τo οποίο απoμιμoύμεvo τηv επωvυμία, τo χαρακτηρισμό, τo σήμα ή τηv επιγραφή αγαθώv ή άλλως πως, πρoκαλεί ή απoπειράται vα πρoκαλέσει ώστε oπoιαδήπoτε αγαθά vα εκληφθoύv ως αγαθά άλλoυ πρoσώπoυ, με τρόπo ο οποίος εvδέχεται vα οδηγήσει συvήθη αγoραστή στηv πεποίθηση ότι αγοράζει αγαθά τoυ άλλoυ αυτού πρoσώπoυ, διαπράττει αστικό αδίκημα κατά τoυ άλλoυ αυτού πρoσώπoυ:

 

Νοείται ότι καvέvας δεv διαπράττει αστικό αδίκημα για μόνο τo λόγο ότι χρησιμοποιεί τη δική τoυ επωvυμία σε σχέση με τηv πώληση αγαθώv».

 

Στην υπόθεση CTO Public Company Limited κ.ά. ν. BAT (Cyprus) Ltd κ.ά. (2012) 1 Α.Α.Δ. 178, αναφέρθηκαν τα ακόλουθα:

 

«Η ουσία του αστικού αδικήματος του αθέμιτου ανταγωνισμού (ή συναγωνισμού) είναι ότι απαγορεύεται η πώληση αγαθών ή η άσκηση επιχείρησης και η διεξαγωγή των εργασιών κάποιου προσώπου, χρησιμοποιώντας όνομα, επωνυμία, σήμα, περιγραφή ή άλλο τρόπο, έτσι ώστε να παραπλανεί το (καταναλωτικό) κοινό, δημιουργώντας του την (λανθασμένη) εντύπωση, ότι τα αγαθά ή η επιχείρησή του, είναι εκείνα κάποιου άλλου προσώπου».

 

Στην υπόθεση Demades Overseas Ltd v. Studio MA. ST. Ltd (1996) 1 A.A.Δ. 799 συνοψίζονται οι πέντε προϋποθέσεις οι οποίες είναι απαραίτητες για τη θεμελίωση αιτίας αγωγής για αθέμιτο ανταγωνισμό, όπως καταγράφονται στο σύγγραμμα Bullen & Leake & Jacob’s, Precedents of Pleadings, 13η έκδοση, σελ. 344. Οι προϋποθέσεις αυτές είναι οι ακόλουθες:

 

"(1) Ψευδής παράσταση,

 (2) που έγινε από έμπορο στη διάρκεια διεξαγωγής εμπορικών συναλλαγών,

 (3) σε μελλοντικούς πελάτες του ή σε εκείνους που τελικά θα

καταλήξουν τα αγαθά ή οι υπηρεσίες που παρέχονται από τον ίδιο,

 (4) η οποία στοχεύει στο να επηρεάσει την επιχείρηση ή εμπορική εύνοια άλλου εμπόρου (με το νόημα ότι αυτή είναι μια εύλογα προβλεπτή συνέπεια), και

 (5) η οποία προκαλεί πραγματική ζημιά στην επιχείρηση ή εμπορική εύνοια του εμπόρου ο οποίος εγείρει την αγωγή ή (στην περίπτωση προληπτικής αγωγής) πιθανόν να προκαλέσει."

 

Στην ίδια υπόθεση τονίστηκε ότι η φήμη είναι το πρώτο απαραίτητο χαρακτηριστικό το οποίο πρέπει να αποδείξει ο Ενάγων για να επιτύχει σε αγωγή για αθέμιτο ανταγωνισμό. Συνοψίζεται δε με τις ακόλουθες λέξεις: «ότι το έμβλημα, όνομα ή άλλα χαρακτηριστικά πάνω στα οποία βασίζεται ο ενάγοντας είναι καλώς γνωστά σε σχέση με μία επιχείρηση στην οποία έχει εμπορική εύνοια, ή με αγαθά που σχετίζονται με εκείνη την επιχείρηση και είναι διακριτικά εκείνων των αγαθών ή εκείνης της επιχείρησης».

 

Σύμφωνα με τις προβαλλόμενες θέσεις των Εφεσειόντων, δεν παρουσιάστηκε μαρτυρία για ύπαρξη εμπορικής φήμης ή εύνοιας της Εφεσίβλητης τόσο στην Κύπρο όσο και διεθνώς. Κατά τους Εφεσείοντες, το πρωτόδικο Δικαστήριο αγνόησε παντελώς τα ακόλουθα δεδομένα:               (α) Το παιγνίδι Race Master διατίθετο από την Εφεσείουσα 1 και όχι από την Εφεσίβλητη, (β) Το παιγνίδι ήταν άρρηκτα συνδεδεμένο με την Εφεσείουσα 1, καθώς εκείνη ήταν ο διανομέας/πωλητής του στο κοινό και όχι η Εφεσίβλητη, (γ) Αυτοί που αγόραζαν («κατέβαζαν») το παιγνίδι ήταν πελάτες της Εφεσείουσας 1 και όχι της Εφεσίβλητης, (δ) Ο καταναλωτής μπορούσε να αγοράσει το παιγνίδι από τις ηλεκτρονικές πλατφόρμες από λογαριασμό της Εφεσείουσας 1 και όχι της Εφεσίβλητης, (ε) Οι οποιεσδήποτε αγορές και έσοδα πραγματοποιούντο από το παιγνίδι καταβάλλονταν στην Εφεσείουσα 1 και όχι στην Εφεσίβλητη, (στ) Τα εμπορικά σήματα με το όνομα του παιγνιδιού ήταν εγγεγραμμένα επ’ ονόματι της Εφεσείουσας 1 και όχι της Εφεσίβλητης και (ζ) Με βάση τον όρο 4.2 της επίδικης συμφωνίας άδειας χρήσης, η Εφεσείουσα 1 μπορούσε από μόνη της να αποφασίζει τη στρατηγική διανομής, την προώθηση, την οικονομική εκμετάλλευση και διαφήμιση του παιγνιδιού.

 

Αναφορικά με την εμπορική φήμη της Εφεσίβλητης το πρωτόδικο Δικαστήριο αναφέρει επί λέξει τα ακόλουθα:

 

«Από ότι (sic) φαίνεται οι Ενάγοντες ασκούν επιχείρηση διεθνούς χαρακτήρα. Η ολοένα αυξανόμενη ανάπτυξη της τεχνολογίας και της ηλεκτρονικής πληροφορικής καθώς επίσης η βελτίωση τρόπων επικοινωνίας τοποθέτησαν τους Ενάγοντες στον παγκόσμιο χάρτη της βιομηχανίας έκδοσης διαδικτυακών παιχνιδιών για κινητές συσκευές. Το ίδιο ισχύει και για τους Εναγομένους (Baskin-Robbins Ice Cream Co. v. Gutman [1976] F.S.R. 545, Metric Resources v Leasemetrix [1979] F.S.R. 571). Το διαδίκτυο χρησιμοποιείται καθημερινά από το κοινό της Κύπρου. Κατ' επέκταση, το επίμαχο παιχνίδι με το που τέθηκε σε λειτουργία κατέστη προσβάσιμο και στην κυπριακή αγορά. Κατά τον ουσιώδη χρόνο, οποιοσδήποτε πολίτης που διέμενε στην Κύπρο, περιλαμβανομένου στην επαρχία Πάφου, μπορούσε ανά πάσα στιγμή να χρησιμοποιούσε το επίμαχο παιχνίδι και να αποτελούσε έτσι μέλος της βάσης δεδομένων χρηστών.

 

Στο σημείο αυτό θεωρώ χρήσιμο να επαναλάβω ότι τα ιδιοκτησιακά δικαιώματα του επίμαχου παιγνιδιού περιλαμβανομένου (sic) των δικαιωμάτων πνευματικής ιδιοκτησίας ανήκουν στους Ενάγοντες. Το επίμαχο παιχνίδι είναι προϊόν με συγκεκριμένη ταυτότητα. Η κατοχύρωση των δικαιωμάτων του, σε συνδυασμό με τα πιο πάνω, δεν μπορεί παρά να έχει δημιουργήσει στους Ενάγοντες και να συνεχίζει να συντηρεί γι' αυτούς, ως οργανισμός που είναι, διεθνή εμπορική φήμη με εμβέλεια που καλύπτει και την Κύπρο η οποία είναι άρρηκτα συνδεδεμένη με τη λειτουργία και κατ' επέκταση διάθεση του επίμαχου παιχνιδιού στο κοινό και ειδικότερα στους χρήστες που συνθέτουν τη βάση δεδομένων για το εν λόγω παιχνίδι υπό την επωνυμία «Race Master 3D - Car Racing» μέσω των διαδικτυακών καταστημάτων εφαρμογής στα οποία έκαστος χρήστης συγκεκριμένης βάσης δεδομένων χρηστών άνοιξε λογαριασμό με τον οποίον χρησιμοποιούσε το εν λόγω παιχνίδι. Όλα τα δικαιώματα του συγκεκριμένου παιχνιδιού ουδέποτε ανήκαν στους Εναγόμενους αλλά κατά τον ουσιώδη χρόνο ανήκαν στους Ενάγοντες, ως είναι κοινό έδαφος των διαδίκων (Αδελφοί Μυλωνά Α.Ε. και άλλη v. Michalakis Avraamides & Co. Limited (1998) 1Γ Α.Α.Δ. 1513)».

 

Όπως διαφαίνεται από το παρουσιασθέν μαρτυρικό υλικό, η Εφεσίβλητη, με βάση τη συμφωνία ημερομηνίας 1.9.21, την οποία συνήψε με την εταιρεία Easy Games LLC, κατέστη η αποκλειστική δικαιούχος όλων των δικαιωμάτων επί του επίμαχου παιγνιδιού. Ανεξαρτήτως όμως του ότι κατέστη η δικαιούχος όλων των δικαιωμάτων του, δεν ανέλαβε την έκδοση και δημοσίευση του παιγνιδιού. Αντίθετα, όπως επιμαρτυρεί το κείμενο της συμφωνίας ημερομηνίας 1.9.21, συμφώνησε τη συνέχιση της παραχώρησης άδειας χρήσης του παιγνιδιού στην Εφεσείουσα 1. Τονίζεται ότι η αρχική άδεια χρήσης του παιγνιδιού παραχωρήθηκε στην Εφεσείουσα 1 από την εταιρεία Easy Games LLC, η οποία, με βάση την αρχική ένορκη δήλωση της κας Barteneva, ήταν αυτή που ανέπτυξε αρχικά το παιγνίδι (originally developed). Η παραχωρηθείσα στην Εφεσείουσα 1 άδεια χρήσης περιλαμβάνει και το δικαίωμα δημοσίευσης του παιγνιδιού σε διάφορα καταστήματα εφαρμογών. Ο σχετικός όρος της επίδικης συμφωνίας άδειας χρήσης αναφέρει επί λέξει: «publishing of the Game in any app store at the Licensee’ s discretion». Σύμφωνα δε με όσα αναφέρονται στην ένορκη δήλωση της κας Barteneva «...σύμφωνα με τους όρους της Συμφωνίας Άδειας Εκμετάλλευσης, και τη συνήθη πρακτική όταν αλλάζει ο εκδότης ενός παιγνιδιού, η Easy Games μετέφερε το Παιγνίδι, συμπεριλαμβανομένης της Βάσης Δεδομένων Χρηστών, από τους λογαριασμούς της στα εν λόγω καταστήματα εφαρμογών στο λογαριασμό των Καθ’ ων η Αίτηση 1 στα καταστήματα εφαρμογών».

 

Όπως τουλάχιστον έχει διαφανεί από το παρουσιασθέν μαρτυρικό υλικό, η Εφεσίβλητη δεν είχε οποιαδήποτε ανάμειξη στην έκδοση και δημοσίευση του παιγνιδιού. Ως έχουμε ήδη αναφέρει, η έκδοση και δημοσίευση του ανατέθηκε αποκλειστικά στην Εφεσείουσα 1.  Αυτό το οποίο παρατηρούμε είναι ότι δεν έχει διαφανεί, μέσω της παρουσιασθείσας μαρτυρίας, ότι υπάρχει οποιοδήποτε χαρακτηριστικό ή και διακριτικό γνώρισμα στο παιγνίδι από το οποίο οι χρήστες του να το συνέδεαν ή και ταυτοποιούσαν με την Εφεσίβλητη και γενικότερα με τη δραστηριότητα της, η οποία δραστηριότητα, σύμφωνα με την ένορκη δήλωση της κας Barteneva, επικεντρώνεται στη δημιουργία και ανάπτυξη χαλαρών παιγνιδιών για κινητές συσκευές, κατά τρόπο ώστε τυχόν δημοσίευση αντιγράφου ή και «κλώνου» του παιγνιδιού να επηρεάζει δυσμενώς την εμπορική της φήμη. Δεν έχουμε αντιληφθεί με ποιο τρόπο  οποιοσδήποτε χρήστης του παιγνιδιού, «κατεβάζοντας» το στο κινητό του τηλέφωνο, αντιλαμβανόταν ότι επρόκειτο για προϊόν της Εφεσίβλητης, αφού όπως έχει αναφερθεί, ο λογαριασμός ή και λογαριασμοί, από τους οποίους οι χρήστες «κατέβαζαν» το παιγνίδι στο κινητό τους τηλέφωνο, ανήκαν στην Εφεσείουσα 1. Θα πρέπει δε να τονίσουμε ότι, όπως αλλού εύστοχα σημειώνει και το πρωτόδικο Δικαστήριο, δεν είναι μόνο η Εφεσίβλητη που ασκεί τη συγκεκριμένη δραστηριότητα, η οποία την τοποθέτησε «...στον παγκόσμιο χάρτη της βιομηχανίας έκδοσης διαδικτυακών παιγνιδιών για κινητές συσκευές», αλλά «[Τ]ο ίδιο ισχύει και για τους Εναγόμενους».  Τονίζουμε ακόμα ότι, όπως το πρωτόδικο Δικαστήριο επίσης σημειώνει, η Εφεσείουσα 1 ήταν αυτή που «... ενέγραψε εμπορικά σήματα (trademarks) για τη χρήση του επίμαχου παιχνιδιού στις Η.Π.Α. και στην Ευρώπη».

 

 Στη βάση των όσων έχουμε αναφέρει πιο πάνω, η εκτίμηση του πρωτόδικου Δικαστηρίου ότι «Η κατοχύρωση των δικαιωμάτων του ... δεν μπορεί παρά να έχει δημιουργήσει στους Ενάγοντες ... διεθνή εμπορική φήμη με εμβέλεια που καλύπτει και την Κύπρο η οποία είναι άρρηκτα συνδεδεμένη με τη λειτουργία και κατ’ επέκταση διάθεση του επίμαχου παιγνιδιού στο κοινό και ειδικότερα στους χρήστες του ...», είναι, κατά την κρίση μας, αυθαίρετη. Συνεπώς δικαιολογείται η επέμβαση μας προς ανατροπή του ως άνω συμπεράσματος.

 

Η ανατροπή του συμπεράσματος του πρωτόδικου Δικαστηρίου επί της εμπορικής φήμης της Εφεσίβλητης, που πρωτίστως θα έπρεπε να  καταδείξει η Εφεσίβλητη, στο βαθμό φυσικά που απαιτεί το στάδιο αυτό της διαδικασίας, καθιστά αχρείαστη την ενασχόληση μας με την εξέταση της πιθανότητας συνδρομής των υπόλοιπων συστατικών στοιχείων του αδικήματος του αθέμιτου ανταγωνισμού.

 

Ο λόγος έφεσης 5 επιτυγχάνει. Η επιτυχία του όμως δεν προκαθορίζει και το αποτέλεσμα της Έφεσης.  

 

Mε τον λόγο έφεσης 3 οι Εφεσείοντες παραπονούνται ότι το πρωτόδικο Δικαστήριο εφάρμοσε λανθασμένα τις πρόνοιες του περί του Δικαιώματος Πνευματικής Ιδιοκτησίας και Συγγενικών Δικαιωμάτων Ν.59/76 προκειμένου να καταλήξει ότι πληρούνται οι προϋποθέσεις έκδοσης και οριστικοποίησης των προσωρινών διαταγμάτων εν σχέσει με τη συγκεκριμένη αιτία αγωγής. Απόλυτα συναφείς είναι και οι λόγοι έφεσης 29, 33 και 34, τους οποίους κρίνουμε ορθό όπως συνεξετάσουμε.

 

Το πρωτόδικο Δικαστήριο αναφέρει τα ακόλουθα αναφορικά με το ανωτέρω αγώγιμο δικαίωμα της Εφεσίβλητης:

 

«Δεν υπάρχει αμφιβολία ότι το «NRG Real Speed» είναι παιχνίδι ανταγωνιστικού τύπου, είδους και μορφή με το επίμαχο παιχνίδι («Race Master 3D-Car Racing»), το οποίο σχεδιάστηκε και αναπτύχθηκε με στόχο να εμφανιστεί στην αγορά. Οι Ενάγοντες ισχυρίζονται ότι το «NRG Real Speed» είναι κλώνος (αντίγραφο) του «Race Master 3D-Car Racing». Με τη θέση τους αυτή οι Ενάγοντες προβάλλουν τη δικογραφημένη θέση ότι δικαιώματα του που απορρέουν από τη νομοθεσία που προστατεύει τα δικαιώματα Πνευματικής Ιδιοκτησίας αναφορικά με το επίμαχο παιχνίδι έχουν παραβιαστεί. Αντίθετα οι Εναγόμενοι, επικαλούμενοι την επαγγελματική ιδιότητα και το παρελθόν της Εναγομένης 1, ισχυρίζονται ότι απλά είναι ένα εντελώς νέο και διαφορετικό παιχνίδι χωρίς να σχετίζεται με το επίμαχο παιχνίδι.

 

Με κίνδυνο να καταστώ φορτικός επαναλαμβάνω ακόμη μία φορά ότι τα ιδιοκτησιακά δικαιώματα του επίμαχου παιγνιδιού, περιλαμβανομένου των δικαιωμάτων πνευματικής ιδιοκτησίας, ανήκουν στους Ενάγοντες. Ο Ν.59/76 μετά των συναφών τροποποιήσεων παρέχει προστασία στον κάτοχο δικαιωμάτων πνευματικής ιδιοκτησίας σε περιπτώσεις όπως την παρούσα. Έπεται ότι τα πνευματικά δικαιώματα των Εναγόντων που αφορούν το επίμαχο παιχνίδι καλύπτονται από την εν λόγω νομοθεσία. Το ότι η Εναγόμενη 1 ενεργούσε ως διαχειριστής της λειτουργίας του επίμαχου παιχνιδιού, δεν αφαιρεί δικαιώματα των Εναγόντων ως ιδιοκτήτες (sic) του επίμαχου παιχνιδιού».

 

 Δεν συμμεριζόμαστε τη θέση των Εφεσειόντων ότι το πρωτόδικο Δικαστήριο αναφέρεται σε πρόγραμμα ηλεκτρονικών υπολογιστών χωρίς να υπάρχει μαρτυρία ότι το παιγνίδι Race Master συνιστά πρόγραμμα ηλεκτρονικών υπολογιστών. Στις παραγράφους 28 – 35 της ένορκης δήλωσης της κας Barteneva παρατίθεται λεπτομερής περιγραφή του παιγνιδιού, από την οποία, τουλάχιστον εκ πρώτης όψεως, διαφαίνεται ότι πρόκειται για παιγνίδι ηλεκτρονικών υπολογιστών. Επισημαίνουμε ότι αναφέρεται, μεταξύ άλλων, πως οι χρήστες του παιγνιδιού μπορούν να το «κατεβάσουν» στις κινητές τους συσκευές μέσω ηλεκτρονικών καταστημάτων εφαρμογών, όπως το App Store, Google Play και Amazon Appstore.

 

To Άρθρο 3 του Ν.59/76 προνοεί ότι προστατεύσιμα είναι, μεταξύ άλλων, «φιλολογικά έργα, συμπεριλαμβανομένων των προγραμμάτων ηλεκτρονικών υπολογιστών».

 

Οι Εφεσείοντες υποστηρίζουν ότι δεν παρουσιάστηκε μαρτυρία από τους Εφεσείοντες ότι το παιγνίδι Race Master είναι πρωτότυπο, δηλαδή προσωπικό πνευματικό δημιούργημα του δημιουργού του, κάτι το οποίο αποτελεί, κατά τους Εφεσείοντες, απαραίτητη προϋπόθεση, ώστε να τυγχάνει προστασίας.

 

 

Το Άρθρο 7Β (1) του Ν.59/76 προνοεί τα ακόλουθα:

 

«Προστατεύονται κατά τον παρόντα Νόμο ως φιλολογικά έργα τα προγράμματα ηλεκτρονικών υπολογιστών, συμπεριλαμβανομένου του προπαρασκευαστικού υλικού του σχεδιασμού των, υπό τη μόνη προϋπόθεση ότι είναι προσωπικά πνευματικά δημιουργήματα του δημιουργού τους, ή επί έργων κοινής δημιουργίας των δημιουργών τους, και όχι αντιγραφή ήδη υπάρχοντος προγράμματος ή προσχεδίου προγράμματος».

 

Το Άρθρο 3 (2) προνοεί ότι για να τυγχάνει προστασίας το έργο, θα πρέπει να είναι πρωτότυπο. Στο ίδιο Άρθρο επεξηγείται ότι: «...έργο είναι πρωτότυπο, αν είναι προσωπικό πνευματικό δημιούργημα του δημιουργού του και όχι αντιγραφή ήδη υπάρχοντος έργου η προσχεδίου ή προπλάσματος έργου».

 

Το Άρθρο 13 του Ν.59/76 προνοεί τα ακόλουθα:

 

«13.-(1) Το δικαίωμα πνευματικής ιδιοκτησίας προσβάλλεται από όποιο πρόσωπο προβαίνει, προκαλεί ή επιτρέπει σε άλλο πρόσωπο να προβεί, χωρίς την άδεια του δικαιούχου, στην τέλεση πράξης η οποία ελέγχεται από δικαίωμα πνευματικής ιδιοκτησίας.

(2) Το δικαίωμα πνευματικής ιδιοκτησίας προσβάλλεται επίσης από οποιοδήποτε, ο οποίος, χωρίς την άδεια του δικαιούχου, εισάγει στη Δημοκρατία ή εξάγει από τη Δημοκρατία για χρήση, εξαιρουμένης της ατομικής ή οικιακής, ή διανέμει σ’ αυτήν εμπορικά ή πωλεί ή ενοικιάζει ή δανείζεται ή μεταδίδει στο κοινό ή εκπέμπει ή εκθέτει δημόσια ή με οποιοδήποτε τρόπο διαφημίζει οποιοδήποτε αντικείμενο το οποίο συνιστά δυνάμει του εδαφίου (1) προσβολή δικαιώματος πνευματικής ιδιοκτησίας.

(3) Σε αγωγή για προσβολή δικαιώματος πνευματικής ιδιοκτησίας -

(α)θεωρείται ότι έργο προστατεύεται με δικαίωμα πνευματικής ιδιοκτησίας, εκτός εάν ο εναγόμενος εγείρει τούτο ως επίδικο θέμα·

(β)οποτεδήποτε η ύπαρξη του δικαιώματος πνευματικής ιδιοκτησίας δεν εγείρεται ως επίδικο θέμα, ο ενάγοντας θεωρείται δικαιούχος του απαιτούμενου δικαιώματος, εκτός εάν ο εναγόμενος εγείρει την ιδιοκτησία ως επίδικο θέμα·

(γ)μέχρι αποδείξεως του αντιθέτου, το μεν έργο θεωρείται ότι είναι πρωτότυπο, η δε προβαλλόμενη από τον ενάγοντα, σε περίπτωση δημοσίευσης, ημερομηνία και τόπος αυτής τεκμαίρονται ως αληθείς».

 

Οι πρόνοιες του πιο πάνω Άρθρου είναι σαφείς και καθιστούν ξεκάθαρο πως δημιουργείται μαχητό τεκμήριο ότι το έργο είναι πρωτότυπο, μέχρι αποδείξεως του αντιθέτου. Είναι λοιπόν φανερό ότι δεν απαιτείτο στο στάδιο εκείνο η παρουσίαση μαρτυρίας από την Εφεσίβλητη προς απόδειξη του ότι το παιγνίδι Race Master είναι πρωτότυπο. Το συγκεκριμένο στοιχείο όμως μπορούσε να συνεκτιμηθεί εφόσον αυτό τεκμαίρεται κατά τον Νόμο. Φυσικά δεν παραγνωρίζονται οι περί του αντιθέτου θέσεις των Εφεσειόντων, όπως αποτυπώνονται στις ένορκες δηλώσεις που υποστηρίζουν την ένσταση τους, όπως επίσης και στην αγόρευση τους. Αναμφισβήτητα όμως δεν θα μπορούσαν να εξεταστούν από το πρωτόδικο Δικαστήριο κατ’ εκείνο το στάδιο της διαδικασίας, εφόσον, σύμφωνα με τη νομολογία, θα πρέπει να αποφεύγεται όσο το δυνατόν η αξιολόγηση του μαρτυρικού υλικού ως και η διατύπωση οριστικών ευρημάτων.

 

Υποστηρίζεται περαιτέρω από τους Εφεσείοντες ότι για να αναγνωρίζονταν δικαιώματα προστασίας στην Εφεσίβλητη, θα έπρεπε να αποδείξει ότι δικαιούχος του δικαιώματος πνευματικής ιδιοκτησίας ήταν, κατά το χρόνο γένεσης του δικαιώματος, είτε πολίτης της Δημοκρατίας ή είχε τη συνήθη διαμονή του στη Δημοκρατία, είτε νομικό πρόσωπο το οποίο συστάθηκε στη Δημοκρατία, είτε πολίτης κράτους μέλους της Ευρωπαϊκής Ένωσης. Κατά τους Εφεσείοντες, κάτι τέτοιο δεν έχει αποδειχθεί.

 

Το Άρθρο 4 (α) του Ν.59/76 προνοεί επί λέξει τα ακόλουθα:

 

«4. Δικαιώματα αναγνωρίζονται κατά τον παρόντα Νόμο—

(α) Επί παντός προστατεύσιμου αντικειμένου, ο δικαιούχος του οποίου, ή προκειμένου περί περισσότερων δικαιούχων, οιοσδήποτε των δικαιούχων, είναι, κατά το χρόνο της γενέσεως του δικαιώματος ή, ειδικώς προκειμένου περί εκπομπής, κατά το χρόνο της πραγματοποιήσεως της εκπομπής, προσοντούχο πρόσωπο, ήτοι—

(i) Άτομο, το οποίο είναι πολίτης της Δημοκρατίας ή έχει τη συνήθη διαμονή του στη Δημοκρατία,

(ii) νομικό πρόσωπο, το οποίο συστάθηκε δυνάμει των νόμων της Δημοκρατίας, ή

(iii) υπήκοος Κράτους Μέλους της Ευρωπαϊκής Ένωσης:

Νοείται ότι το αυτό ισχύει και για νομικά πρόσωπα της Ευρωπαϊκής Ενώσεως, υπό την προϋπόθεση ότι συνδέονται πραγματικά και αδιάλειπτα με την οικονομία του Κράτους Μέλους της Ευρωπαϊκής Ενώσεως, επί τη βάσει των νόμων του οποίου απέκτησαν νομική προσωπικότητα».

 

Όπως αποκάλυψε η παρουσιασθείσα μαρτυρία, η Εφεσίβλητη ήταν, κατά το χρόνο γένεσης του αγώγιμου δικαιώματος, η ιδιοκτήτρια των δικαιωμάτων πνευματικής ιδιοκτησίας του παιγνιδιού. Επισημαίνουμε ότι, σύμφωνα με την ένορκη δήλωση της κας Barteneva, η Εφεσίβλητη είναι από την 1.9.22, η μοναδική ιδιοκτήτρια όλων των δικαιωμάτων επί του παιγνιδιού, περιλαμβανομένων των δικαιωμάτων πνευματικής ιδιοκτησίας του. Όπως επίσης αποκάλυψε η μαρτυρία, η Εφεσίβλητη είναι εταιρεία με έδρα την Τσεχία, κάτι το οποίο δεν αμφισβητείται από τους Εφεσείοντες. Θα πρέπει ακόμα να επισημανθεί ότι, σύμφωνα με την ένορκη δήλωση της κας Barteneva, η Εφεσίβλητη αποτελεί ανεξάρτητο στούντιο ανάπτυξης παιγνιδιών με έδρα την Πράγα, που επικεντρώνεται στη δημιουργία και ανάπτυξη συνήθων (casual) παιγνιδιών για κινητές συσκευές.

 

Τα όσα έχουμε αναφέρει αμέσως πιο πάνω ικανοποιούν εκ πρώτης όψεως, κατά την κρίση μας, την καθοριζόμενη στο Άρθρο 4 (α) του Ν.59/76 προϋπόθεση ότι για να είναι προστατεύσιμο το δικαίωμα πνευματικής ιδιοκτησίας θα πρέπει ο δικαιούχος του, εφόσον πρόκειται για νομικό πρόσωπο της Ευρωπαϊκής Ένωσης, να συνδέεται άμεσα και αδιάλειπτα με την οικονομία του κράτους μέλους, επί τη βάσει των νόμων του οποίου απέκτησε νομική προσωπικότητα. Απορρίπτουμε συνεπώς τη θέση των Εφεσειόντων ότι τέτοια μαρτυρία δεν έχει προσκομιστεί.

 

Οι Εφεσείοντες υποστηρίζουν ότι κατά τον χρόνο που εκδικαζόταν η αίτηση της Εφεσίβλητης από το πρωτόδικο Δικαστήριο, είχαν παρουσιάσει μαρτυρία, σύμφωνα με την οποία, τα δικαιώματα πνευματικής ιδιοκτησίας του παιγνιδιού φαίνεται να έχουν μεταβιβαστεί στη Ρωσική εταιρεία IZI Games. Εφόσον δε η εν λόγω εταιρεία δεν εμπίπτει στα περιγραφόμενα στις διατάξεις του Άρθρου 4 του Ν.59/76 πρόσωπα, τα δικαιώματα πνευματικής ιδιοκτησίας που απέκτησε δεν τυγχάνουν προστασίας.

 

Ως έχουμε ήδη αναφέρει, ο ισχυρισμός των Εφεσειόντων περί μεταβίβασης από την Εφεσίβλητη των δικαιωμάτων πνευματικής ιδιοκτησίας της επί του παιγνιδιού, εφόσον δεν ήταν παραδεκτός από την Εφεσίβλητη, δεν θα μπορούσε να αξιολογηθεί από το πρωτόδικο στο συγκεκριμένο στάδιο της διαδικασίας. Συνεπώς το γεγονός ότι δεν ασχολήθηκε με αυτόν το πρωτόδικο Δικαστήριο, δεν μεταβάλλει τα δεδομένα.

 

Τα όσα έχουμε παραθέσει αμέσως πιο πάνω μας οδηγούν στην απόρριψη και της θέσης των Εφεσειόντων ότι η Εφεσίβλητη, συνεπεία του ότι δεν είναι η δικαιούχος δικαιωμάτων πνευματικής ιδιοκτησίας επί του παιγνιδιού, δεν έχει το απαραίτητο locus standi για να αξιώνει τις αιτούμενες θεραπείες.

 

Υπό το φως των όσων έχουμε αναφέρει πιο πάνω, κρίνουμε ως απόλυτα ορθή την κατάληξη του πρωτόδικου Δικαστηρίου «...ότι τα πνευματικά δικαιώματα των Εναγόντων που αφορούν το παιγνίδι καλύπτονται από την εν λόγω νομοθεσία».

 

Όπως αναφέρεται από το πρωτόδικο Δικαστήριο, η Εφεσίβλητη δικογραφεί ότι οι Εφεσείοντες προέβησαν σε πράξεις που παραβίασαν δικαιώματα πνευματικής ιδιοκτησίας της επί του παιγνιδιού. Σύμφωνα με τις δικογραφημένες λεπτομέρειες, οι Εφεσείοντες, χωρίς την άδεια της Εφεσίβλητης, αντέγραψαν τον κώδικα μηχανής ή και το προπαρασκευαστικό υλικό σχεδιασμού ή και τα αισθητικά στοιχεία του γραφικού περιβάλλοντος χρήστη για τη δημιουργία κλώνου (αντιγράφου) του παιγνιδιού Race Master.  Με βάση το παρουσιασθέν μαρτυρικό υλικό, το πρωτόδικο Δικαστήριο προβαίνει σε σειρά εκ πρώτης όψεως συμπερασμάτων. Τα σημαντικά για το στάδιο αυτό είναι ότι: (α) Η Εφεσείουσα 1, με τη βοήθεια των Εφεσειόντων 2, 3 και 4 δημιούργησε το παιγνίδι με την ονομασία NRG: Real Speed, (β) Κατά την 21.10.24 η Εφεσείουσα 1 δημοσίευσε το ανωτέρω αναφερόμενο παιγνίδι, ενώ παράλληλα, κατά την ιδία ημερομηνία, απέσυρε το παιγνίδι Race Master από τα διαδικτυακά καταστήματα εφαρμογών, (γ) Το παιγνίδι Real Speed παρουσιάζει «...σοβαρές με γυμνό μάτι ομοιότητες με το επίμαχο παιγνίδι, στις οποίες αναφέρθηκα προηγουμένως» και (δ) Οι Εφεσείοντες εκ πρώτης όψεως φαίνεται πως «...δημιουργούν μια παράσταση που να μην ανταποκρίνεται στην πραγματικότητα για το κοινό προς το οποίο απευθύνεται η λειτουργία του συγκεκριμένου παιχνιδιού».

 

Για να καταλήξει στο εκ πρώτης όψεως συμπέρασμα περί ομοιότητας, το πρωτόδικο Δικαστήριο προβαίνει σε σύγκριση των δύο παιγνιδιών, όπως αυτά παρουσιάζονται στο τεκμήριο 38 της συμπληρωματικής ένορκης δήλωσης της κας Barteneva. Η σύγκριση στην οποία προέβη το ίδιο το πρωτόδικο Δικαστήριο ήταν καθόλα θεμιτή. Όπως είναι νομολογημένο, ο ρόλος του Δικαστηρίου ως κριτή του βαθμού ομοιότητας του υπό αμφισβήτηση προϊόντος είναι αποφασιστικής σημασίας, επιτελείται δε συνήθως χωρίς μαρτυρία αλλά με την αντιπαραβολή των εμπορευμάτων των δύο πλευρών (Παπαχρυσοστόμου v. Παπαχρυσοστόμου (1992) 1 Α.Α.Δ. 389). Είναι λοιπόν φανερό ότι δεν απαιτείτο η παρουσίαση ανάλογης μαρτυρίας από την Εφεσίβλητη, ως λανθασμένα υποστηρίζουν οι Εφεσείοντες, αφού η σύγκριση γίνεται από το ίδιο το Δικαστήριο.

 

Το πρωτόδικο Δικαστήριο καταγράφει τις ακόλουθες ομοιότητες:

 

«(α) μορφολογικά στοιχεία διαδρομής στα δύο παιχνίδια φαίνεται να παρουσιάζουν μεταξύ τους συγκεκριμένο τρόπο απεικόνισης που ομοιάζει τα οποία είναι εμφανείς με γυμνό μάτι στις φωτογραφίες 2 & 3 υπό το σημείο 2 και προς τούτο παραπέμπω στη μορφή σχηματικής παράστασης και στο χρώμα της σήραγγας, στο έντονο χρώμα του εδάφους, στη διαμόρφωση του περιβάλλοντος, στο σχήμα του έλικα και στο χρώμα του οχήματος,

(β) θεματικές αλλαγές του αγώνα και στα δύο παιχνίδια πραγματοποιούνται κάθε τέσσερα επίπεδα,

(γ) οι σχηματικές παραστάσεις τύπου των εμποδίων στα δύο παιχνίδια παρουσιάζουν μεταξύ τους σχετικότητα που είναι εμφανής με γυμνό μάτι σε φωτογραφίες υπό το σημείο 8 (π.χ. τα βαρέλια στο δρόμο, τα στρογγυλά αντικείμενα στο δρόμο, ο ανεμοστρόβιλος και το χρώμα του οχήματος),

(δ) οι κατηγορίες αναβάθμισης του αυτοκινήτου (ταχύτητα, τρόπος ελέγχου και επιτάχυνση οχήματος) στα δύο παιχνίδια είναι κοινές οι οποίες είναι εμφανείς με γυμνό μάτι σε φωτογραφίες υπό το σημείο 10 - το σχήμα, το χρώμα και η τοποθεσία των μηχανισμών, ίδιος τύπος και χρώμα οχήματος, στοιχεία τα οποία εκμηδενίζουν το γεγονός της διαφορετικότητας της γλώσσας που παρατηρείται μέσα από την απεικόνιση της φωτογραφίας,

(ε) ο αριθμός των σταδίων βελτίωσης του κάθε αυτοκινήτου προτού αυξηθεί το επίπεδο του οχήματος είναι και στα δύο παιχνίδια τρία».

 

Οι Εφεσείοντες παραπονούνται ότι το πρωτόδικο Δικαστήριο προσμέτρησε ως ομοιότητα μέχρι και το χρώμα των αυτοκινήτων ενώ προφανώς κανένα πρόσωπο έχει ιδιοκτησιακά δικαιώματα ή μονοπώλιο χρήσης χρωμάτων. Τα χρώματα σε αμφότερα τα παιγνίδια, κατά τους Εφεσείοντες, αλλάζουν κατ’ επιλογή του χρήστη και δεν είναι σταθερά. Υποστηρίζουν δε ότι το πρωτόδικο Δικαστήριο θα έπρεπε να προβεί σε εκτενή σύγκριση όλων των επιμέρους στοιχείων που συγκροτούν τα δύο παιγνίδια.

 

Τα όσα ανωτέρω προβάλλονται από τους Εφεσείοντες δεν μας βρίσκουν σύμφωνους. Όπως προκύπτει από το ως άνω παρατεθέν απόσπασμα, δεν είναι μόνο στο χρώμα που εστίασε την προσοχή του το πρωτόδικο Δικαστήριο, αλλά σε μια σειρά ομοιοτήτων, οι οποίες εύλογα το οδήγησαν στο εκ πρώτης όψεως συμπέρασμα ότι το παιγνίδι Real Speed παρουσιάζει, με γυμνό μάτι, σοβαρές και εμφανείς ομοιότητες με το παιγνίδι Race Master. Επισημαίνεται ακόμα ότι το πρωτόδικο Δικαστήριο διαχωρίζει τις ανωτέρω παρατεθείσες ομοιότητες από τις «συνήθεις» ομοιότητες, «...όπως για παράδειγμα ότι και τα δύο είναι παιχνίδια αυτοκινήτων ταχύτητας...».  Δεν έχει διαφανεί οποιοσδήποτε λόγος, ο οποίος θα δικαιολογούσε την επέμβαση μας προς ανατροπή του ως άνω ευρήματος.

 

Αναφορικά με τη θέση των Εφεσειόντων ότι η βάση δεδομένων χρηστών του παιγνιδιού αποτελεί πνευματική ιδιοκτησία της Εφεσείουσας 1, για τον λόγο δε αυτό θα μπορούσε να τη διατηρήσει και μετά τον τερματισμό της επίδικης συμφωνίας παραχώρησης της άδειας χρήσης, υπενθυμίζουμε ότι την έχουμε ήδη σχολιάσει σε προγενέστερο σημείο της απόφασης μας και δεν χρειάζεται να προσθέσουμε οτιδήποτε.

 

Με τον λόγο έφεσης 29 οι Εφεσείοντες προσβάλλουν ως εσφαλμένο το εκ πρώτης όψεως συμπέρασμα του πρωτόδικου Δικαστηρίου ότι το παιγνίδι Real Speed παρουσιάζει σοβαρές και με γυμνό μάτι ομοιότητες με το παιγνίδι Race Master. Όπως υποστηρίζουν στην αιτιολογία του λόγου έφεσης, ανεπίτρεπτα το πρωτόδικο Δικαστήριο προβαίνει στο συγκεκριμένο συμπέρασμα σε αυτό το στάδιο της διαδικασίας, συμπέρασμα το οποίο δεν συνάδει με το μαρτυρικό υλικό. Υποστηρίζουν επίσης ότι ανεπίτρεπτα το πρωτόδικο Δικαστήριο προβαίνει σε τέτοιο συμπέρασμα για τόσο πολύπλοκα, εξειδικευμένα και τεχνικής φύσεως θέματα.

 

Τα όσα ανωτέρω προβάλλονται από τους Εφεσείοντες δεν μας βρίσκουν σύμφωνους. Ως έχουμε ήδη αναφέρει, δεν πρόκειται για τελικό αλλά για εκ πρώτης όψεως συμπέρασμα του πρωτόδικου Δικαστηρίου, στο οποίο κατέληξε βασιζόμενο στο τεκμήριο 38 της συμπληρωματικής ένορκης δήλωσης της κας Barteneva, στο οποίο, με βάση την ένορκη δήλωση της, παρουσιάζονται οι ομοιότητες μεταξύ των δύο παιγνιδιών, μαζί με συγκριτικά έγχρωμα στιγμιότυπα οθόνης σε σχέση με διάφορες λειτουργίες και χαρακτηριστικά. Όπως συγκεκριμένα αναφέρεται από το πρωτόδικο Δικαστήριο, «Έχω δει το συγκεκριμένο έγγραφο στην όψη του και μόνο. Για σκοπούς και μόνο της παρούσας διαδικασίας παρατηρώ τα εξής...». Ακολουθεί η παράθεση από το πρωτόδικο Δικαστήριο των ομοιοτήτων, τις οποίες αναφέραμε πιο πάνω. Όπως επίσης έχουμε αναφέρει, το πρωτόδικο Δικαστήριο είχε την εξουσία να προβεί το ίδιο στη σύγκριση των δύο παιγνιδιών, χωρίς να απαιτείται η παρουσίαση μαρτυρίας, ειδικότερα η προς τούτο παρουσίαση εξειδικευμένης και τεχνικής φύσεως μαρτυρία, όπως λανθασμένα υποστηρίζουν οι Εφεσείοντες.

 

Με τον λόγο έφεσης 33 προσβάλλεται ως λανθασμένο το εκ πρώτης όψεως συμπέρασμα του πρωτόδικου Δικαστηρίου ότι «Επομένως εκ πρώτης όψεως φαίνεται οι Εναγόμενοι να δημιουργούν μία παράσταση που να μην ανταποκρίνεται στην πραγματικότητα για το κοινό προς το οποίο απευθύνεται η λειτουργία του συγκεκριμένου παιγνιδιού». Με τον λόγο έφεσης 34 προσβάλλεται, επίσης ως λανθασμένο, το συμπέρασμα του πρωτόδικου Δικαστηρίου ότι «Εκ πρώτης όψεως, μπορεί να λεχθεί ότι μέσα από ενέργειες των Εναγομένων στη συνείδηση του μέσου χρήστη υπεισέρχεται και εδραιώνεται η πεπλανημένη εντύπωση ότι χρησιμοποιεί το επίμαχο παιχνίδι από τα καταστήματα εφαρμογών σε διαφοροποιημένη και/ή αναθεωρημένη μορφή ενώ στην πραγματικότητα δεν θα χρησιμοποιεί το συγκεκριμένο παιχνίδι».

 

Η αιτιολογία αμφοτέρων των λόγων έφεσης 33 και 34 αποτελεί αντιγραφή, κατ’ ουσίαν, της αιτιολογίας του λόγου έφεσης 29. Έχουμε ήδη σχολιάσει πιο πάνω όλες τις αναφερόμενες στην αιτιολογία του λόγου έφεσης 29 αιτιάσεις, τις οποίες και απορρίψαμε. Συνεπώς θεωρούμε αχρείαστο να τις επαναλάβουμε.

 

Ομοίως και η αιτιολογία των λόγων έφεσης 23, 35 και 36 αποτελεί κατά το μεγαλύτερο της μέρος αντιγραφή της αιτιολογίας του λόγου έφεσης 29, τον οποίο έχουμε απορρίψει, μη αποδεχόμενοι τις προβληθείσες με αυτόν αιτιάσεις. Επισημαίνουμε ότι με τον λόγο έφεσης 23 προσβάλλεται ως εσφαλμένο το εκ πρώτης όψεως συμπέρασμα του πρωτόδικου Δικαστηρίου ότι η Εφεσίβλητη κατέστησε προσβάσιμο το παιγνίδι Real Speed στην ίδια βάση δεδομένων χρηστών, ενώ με τον λόγο έφεσης 35 προσβάλλεται το συμπέρασμά του ότι «ο δυσμενής επηρεασμός των συμφερόντων των Εναγόντων και η πιθανότητα πρόκλησης ζημιάς σ' αυτούς λόγω της πιο πάνω εσφαλμένης πεποίθησης που θα δημιουργήσει η παραπλανητική παράσταση της Εναγομένης 1, με τη βοήθεια και σε συνεργασία με τους Εναγόμενους 2, 3 & 4, είναι ενδεχόμενα ορατά». Με τον λόγο έφεσης 36 προσβάλλεται το συμπέρασμά του ότι «Με κίνδυνο να καταστώ φορτικός επαναλαμβάνω ακόμη μία φορά ότι τα ιδιοκτησιακά δικαιώματα του επίμαχου παιγνιδιού, περιλαμβανομένου των δικαιωμάτων πνευματικής ιδιοκτησίας, ανήκουν στους Ενάγοντες. Ο Ν.59/76 μετά των συναφών τροποποιήσεων παρέχει προστασία στον κάτοχο δικαιωμάτων πνευματικής ιδιοκτησίας σε περιπτώσεις όπως την παρούσα. Έπεται ότι τα πνευματικά δικαιώματα των Εναγόντων που αφορούν το επίμαχο παιχνίδι καλύπτονται από την εν λόγω νομοθεσία. Το ότι η Εναγόμενη 1 ενεργούσε ως διαχειριστής της λειτουργίας του επίμαχου παιχνιδιού, δεν αφαιρεί δικαιώματα των Εναγόντων ως ιδιοκτήτες του επίμαχου παιχνιδιού».

 

Ήταν εύλογα επιτρεπτό για το πρωτόδικο Δικαστήριο να προβεί σε όλα τα ανωτέρω εκ πρώτης όψεως συμπεράσματα, τα οποία βασίζονται στο μαρτυρικό υλικό.

 

Κατά συνέπεια και οι αμέσως πιο πάνω λόγοι θα έχουν την ίδια κατάληξη.

 

Επανερχόμαστε στον λόγο έφεσης 3. Οι Εφεσείοντες, βασιζόμενοι στα Άρθρα 7(1) (α) και 7Β (3) του Ν.59/76, υποστηρίζουν ότι το πρωτόδικο Δικαστήριο λανθασμένα θεώρησε ότι δεν υπήρχε από μέρους τους νομικός σχολιασμός επί του, εγειρόμενου με τους λόγους ένστασης τους, ζητήματος ότι τα εκδοθέντα διατάγματα δεν περιορίζονταν εντός της επικράτειας της Κυπριακής Δημοκρατίας. Κατά τους Εφεσείοντες, λανθασμένα το πρωτόδικο Δικαστήριο θεώρησε ότι ο σχετικός λόγος ένστασης είχε εγκαταλειφθεί και τον απέρριψε, χωρίς να τον εξετάσει.

 

Είναι γεγονός ότι το πρωτόδικο Δικαστήριο δεν εξέτασε τον συγκεκριμένο λόγο ένστασης με το αιτιολογικό ότι «Ουδεμία αναφορά γίνεται για το ζήτημα που εγείρουν μέσα από τις ένορκες δηλώσεις που συνοδεύουν την ένσταση. Παράλληλα δεν υπήρξε οποιοσδήποτε νομικός σχολιασμός μέσα από τη νομική επιχειρηματολογία του συνηγόρου των Εναγομένων [...] Εν πάση περιπτώσει, ο συγκεκριμένος λόγος ένστασης στερείται θεμελίωσης...».

 

Ανεξαρτήτως του ότι το ζήτημα δεν εγείρετο στις ένορκες δηλώσεις, ούτε και σχολιάζετο στην αγόρευση των Εφεσειόντων, αφ’ ης στιγμής εγείρετο με τους λόγους ένστασης και επρόκειτο για νομικό ζήτημα, το πρωτόδικο Δικαστήριο όφειλε, κατά την κρίση μας, να το εξέταζε.

 

Το Άρθρο 7(1) (α) καθορίζει ότι «Το δικαίωμα πνευματικής ιδιοκτησίας [...] συνίσταται στο αποκλειστικό δικαίωμα ελέγχου της διενέργειας στη Δημοκρατία της (ι) Αναπαραγωγής...». Περαιτέρω το Άρθρο 7Β (3) καθορίζει ότι «...το δικαίωμα πνευματικής ιδιοκτησίας επί προγράμματος ηλεκτρονικού υπολογιστή συνίσταται στο αποκλειστικό δικαίωμα της διενέργειας στη Δημοκρατία οποιασδήποτε από τις ακόλουθες πράξεις...».

 

Το λεκτικό των αμέσως πιο πάνω Άρθρων καθιστά σαφές ότι η εμβέλεια τους περιορίζεται εδαφικά στις καθοριζόμενες σε αυτά ενέργειες, εφόσον αυτές πραγματοποιούνται εντός της Κυπριακής Δημοκρατίας. Συνεπώς το πρωτόδικο Δικαστήριο θα έπρεπε να προνοήσει ότι η ισχύς των εκδοθέντων διαταγμάτων περιορίζεται εντός των ορίων της Κυπριακής Δημοκρατίας. Η παράλειψη φυσικά του πρωτόδικου Δικαστηρίου να περιλάβει σχετική πρόνοια στα εκδοθέντα διατάγματα δεν επηρεάζει καθ’ οιονδήποτε τρόπο την εγκυρότητα τους. Ενασκώντας τις εξουσίες που μας παρέχει ο Κ. 12 (1) και (2) των Κανονισμών Πολιτικής Δικονομίας του 2023, θεωρούμε ότι έχουμε την εξουσία ως Εφετείο να προσθέσουμε ανάλογη πρόνοια στα εκδοθέντα διατάγματα.

 

Παραπονούνται ακόμα οι Εφεσείοντες ότι το πρωτόδικο Δικαστήριο προέβη στην οριστικοποίηση των μονομερώς εκδοθέντων διαταγμάτων χρησιμοποιώντας στοιχεία που υπάρχουν στις συμπληρωματικές ένορκες δηλώσεις, καθώς και γεγονότα που έλαβαν χώρα μετά την έκδοση των διαταγμάτων. Δεν καθορίζονται όμως επακριβώς στην αιτιολογία του λόγου έφεσης ούτε τα στοιχεία ούτε και τα γεγονότα τα οποία κατ’ ισχυρισμόν χρησιμοποίησε το πρωτόδικο Δικαστήριο, με αποτέλεσμα το ανωτέρω παράπονο των Εφεσειόντων να διαπνέεται από γενικότητα και αοριστία. Σύμφωνα δε με τη νομολογία, στην «αιτιολογία» του λόγου έφεσης παρατίθενται λεπτομέρειες του λόγου έφεσης «...με παραπομπή σε σχετικά γεγονότα, σε επίμαχες αναφορές στην εκκαλούμενη απόφαση...» [Γενικός Εισαγγελέας v. Μαυρέα (ανωτέρω)]. Στην προκείμενη περίπτωση, τα όσα ανωτέρω προβάλλονται στην «αιτιολογία» του λόγου έφεσης αναμφίβολα δεν βρίσκονται σε συμφωνία με τον ανωτέρω νομολογιακό κανόνα.

 

Οι λόγοι έφεσης 3, 29, 35 και 36 απορρίπτονται.

 

Με τον λόγο έφεσης 4 οι Εφεσείοντες παραπονούνται ότι το πρωτόδικο Δικαστήριο εφάρμοσε εσφαλμένα τις νομικές αρχές και προσέγγισε εσφαλμένα τη μαρτυρία σε σχέση με το αδίκημα της συνωμοσίας, λανθασμένα δε κατέληξε ότι πληρούντο οι προϋποθέσεις έκδοσης και οριστικοποίησης των ενδιάμεσων διαταγμάτων σε σχέση με τη αυτή την αιτία αγωγής. Σύμφωνα με όσα υποστηρίζουν οι Εφεσείοντες, με βάση το παρουσιασθέν μαρτυρικό υλικό, δεν προκύπτει, ούτε και θα μπορούσε να υπάρξει ζημιά, η οποία είναι απαραίτητο συστατικό στοιχείο του αδικήματος της συνωμοσίας, για τον λόγο ότι κατά τον χρόνο έκδοσης των διαταγμάτων δεν είχε καν κυκλοφορήσει το παιγνίδι Real Speed, ενώ στη συνέχεια απαγορεύτηκε η κυκλοφορία του με τα επίδικα διατάγματα.

 

Στην υπόθεση Χριστοφόρου κ. ά. v. Barclays Bank PLC (2009) 1 Α.Α.Δ. 25 καθορίζονται τα συστατικά στοιχεία του αδικήματος της συνωμοσίας. Πιο συγκεκριμένα αναφέρονται τα ακόλουθα:

 

«697. Απαραίτητα στοιχεία του αδικήματος της συνωμοσίας. Για να αποδείξει το αδίκημα της συνωμοσίας ο απαιτών πρέπει να αποδείξει: (1) συμφωνία μεταξύ δύο ή περισσότερων προσώπων· (2) είτε, όπου τα μέσα είναι νόμιμα, συμφωνία της οποίας ο πραγματικός και κυρίαρχος σκοπός είναι η πρόκληση βλάβης στον ενάγοντα είτε, όπου τα μέσα είναι παράνομα, συμφωνία της οποίας ο σκοπός είναι η πρόκληση βλάβης στον ενάγοντα· και (3) πράξεις που τελέστηκαν εις εκτέλεση της συμφωνίας είχαν ως αποτέλεσμα την πρόκληση ζημίας στον ενάγοντα».

 

Το πρωτόδικο Δικαστήριο αναφέρει τα ακόλουθα σχετικά:

 

«Στη βάση του μαρτυρικού υλικού που τέθηκε ενώπιον μου το οποίο ανάγνωσα επιδερμικά, εκ πρώτης όψεως μπορεί να λεχθεί ότι:

 

(α)  η προσέγγιση και ακολούθως η συνεργασία της Εναγόμενης 1 με τους Εναγομένους 3 & 4, πρώην υπάλληλοι των Εναγόντων οι οποίοι εμπλέκονταν στην ανάπτυξη και/ή στον σχεδιασμό του επίμαχου παιχνιδιού εν αγνοία των Εναγόντων,

(β)  η συγκρότηση ομάδας με τη βοήθεια και σε συνεργασία των Εναγομένων 2, 3 & 4 για τη δημιουργία ενός ανταγωνιστικού παιχνιδιού εν αγνοία των Εναγόντων,

(γ) η διαφαινόμενη παροχή πρόσβασης μετά από οδηγίες της Εναγομένης 1 στα συστήματα του επίμαχου παιχνιδιού στην ομάδα που θα εργαζόταν για τον σχεδιασμό και την παραγωγή ενός ανταγωνιστικού παιχνιδιού εν αγνοία των Εναγόντων,

(δ) η διαφαινόμενη παροχή αναλυτικών δεδομένων του επίμαχου παιχνιδιού στην Εναγόμενη 2 από το προσωπικό της Εναγομένης 1,

(ε)   η διαφαινόμενη ενέργεια της Εναγομένης 1 να ηγηθεί στη δημιουργία ενός ανταγωνιστικού παιχνιδιού που φέρεται να είναι κλώνος του επίμαχου παιχνιδιού εν αγνοία των Εναγόντων,

(στ)        η διαφαινόμενη ενέργεια της Εναγομένης 1 να δημοσιεύσει το παιχνίδι «NRG Real Speed» στα ίδια διαδικτυακά καταστήματα εφαρμογών σχεδόν ταυτόχρονα με την αφαίρεση από αυτά του επίμαχου παιχνιδιού,

 

[…]

 

Τα όσα έχω αναφέρει αμέσως πιο πάνω τείνουν να καταδείξουν συνομωσία των Εναγομένων με σκοπό την εξαπάτηση των Εναγόντων. Δεν χρειάζεται να τα αναφέρω εκ νέου. Ανάμεσα στους Εναγομένους φαίνεται να υπήρξε συνεννόηση, συνεννόηση και αλληλοβοήθεια και αλληλοκάλυψη μέσα από κοινά συμφωνημένο σχέδιο συντονισμού με απώτερο στόχο την πραγματοποίηση των πιο πάνω φερόμενων ενεργειών. Η φερόμενη δράση τους δεν μπορεί παρά να τείνει να καταδείξει ότι κοινός σκοπός τους ήταν η περιθωριοποίηση του επίμαχου παιχνιδιού με την αφαίρεση του από την αγορά και την ίδια στιγμή τη δημοσίευση του παιχνιδιού «NRG Real Speed» και την προώθηση του στην αγορά με βάση την υφιστάμενη βάση δεδομένων χρηστών. Αυτό μόνο βλάβη θα μπορούσε να προκαλέσει στους Ενάγοντες ως ιδιοκτήτες του επίμαχου παιχνιδιού που είναι. Από ότι φαίνεται δυνάμει του μαρτυρικού υλικού που τέθηκε ενώπιον μου, πάντοτε για σκοπούς και μόνο της παρούσας διαδικασίας, οι πιο πάνω κοινές ενέργειες των Εναγομένων φαίνεται, εκ πρώτης όψεως να προκάλεσαν ζημιές στους Ενάγοντες, εξ ου και διεκδικούνται αποζημιώσεις μέσα από την παρούσα υπόθεση».

 

Είναι ορθή η παρατήρηση των Εφεσειόντων ότι το πρωτόδικο Δικαστήριο δεν διευκρινίζει κατά πόσο προκύπτει συνωμοσία με τη χρήση νόμιμων ή με τη χρήση παράνομων μέσων. Ενόψει όμως του ότι δεν υπάρχει οποιαδήποτε αναφορά του πρωτόδικου Δικαστηρίου σε χρήση παράνομων μέσων από τους Εφεσείοντες, θεωρούμε ότι τα μέσα που εννοεί ότι χρησιμοποιήθηκαν ήταν νόμιμα. Στην υπόθεση                                    K. Touchstone Snail Technologies Ltd κ. ά. v. Invest Consulting S.A.L. Offshore κ. ά. Πολ. Έφ. Αρ. Ε11/21 ημερ. 29.3.24, με παραπομπή στην Αγγλική υπόθεση Crofter Hand Woven Tweed v. Veitch [1942] A.C. 435 HL, αναφέρεται ότι «...το απαραίτητο συστατικό στοιχείο της συνωμοσίας με νόμιμα μέσα συνίσταται στο ότι ο πρωταρχικός σκοπός των κοινών ενεργειών των εναγομένων ήταν η πρόκληση ζημιάς στον ενάγοντα (predominant purpose to injure the claimant).

 

Στην προκείμενη περίπτωση δεν υπάρχει οποιαδήποτε αναφορά από το πρωτόδικο Δικαστήριο ότι πρωταρχικός και κυρίαρχος σκοπός των κοινών ενεργειών των Εφεσειόντων ήταν η πρόκληση βλάβης. Θα πρέπει δε να επισημάνουμε πως, παρά το ότι το πρωτόδικο Δικαστήριο καταλήγει έστω σε εκ πρώτης όψεως συμπέρασμα ότι οι ενέργειες των Εφεσειόντων τείνουν να καταδείξουν συνωμοσία με σκοπό την εξαπάτηση της Εφεσίβλητης, εντούτοις αμέσως μετά διευκρινίζει ότι κοινός σκοπός των Εφεσειόντων ήταν «...η περιθωριοποίηση του επίμαχου παιχνιδιού με την αφαίρεση του από την αγορά και την ίδια στιγμή τη δημοσίευση του παιχνιδιού «NRG Real Speed» και την προώθηση του στην αγορά με βάση την υφιστάμενη βάση δεδομένων χρηστών». Παρά δε το ότι αναφέρει πως οι αμέσως πιο πάνω ενέργειες μόνο βλάβη θα μπορούσαν να προκαλέσουν στην Εφεσίβλητη, εντούτοις, ως έχουμε ήδη αναφέρει, δεν διευκρινίζεται από το πρωτόδικο Δικαστήριο κατά πόσο οι πιο πάνω ενέργειες είχαν ως πρωταρχικό και κυρίαρχο σκοπό την πρόκληση βλάβης στην Εφεσίβλητη. Το δε γεγονός ότι μπορούσαν να της προκαλέσουν βλάβη, από μόνο του δεν είναι αρκετό προς εκ πρώτης όψεως απόδειξη του αδικήματος της συνωμοσίας.

 

Ο λόγος έφεσης 4 επιτυγχάνει, χωρίς φυσικά η επιτυχία του να προκαθορίζει το αποτέλεσμα της Έφεσης.

 

Με τον λόγο έφεσης 8 οι Εφεσείοντες παραπονούνται ότι το πρωτόδικο Δικαστήριο εσφαλμένα αποφάσισε πως λόγω της επαγγελματικής συνεργασίας της Εφεσείουσας 1 με την Εφεσίβλητη, δημιουργήθηκε μεταξύ τους σχέση πίστης και εμπιστοσύνης. Απόλυτα σχετικός είναι και ο λόγος έφεσης 9, με τον οποίο προσβάλλουν την κατάληξη του πρωτόδικου Δικαστηρίου ότι υπήρχε ορατή πιθανότητα επιτυχίας της αιτίας αγωγής για παραβίαση του καθήκοντος εμπιστοσύνης. Όπως υποστηρίζουν στην αιτιολογία του λόγου έφεσης 8, το γεγονός ότι η Εφεσείουσα 1 είχε συμβατική σχέση με την Εφεσίβλητη δεν δημιουργεί σχέση εμπιστοσύνης/υποχρέωση πίστης. Κατά τους Εφεσείοντες, η υποχρέωση που δημιουργείται είναι υποχρέωση τήρησης των συμφωνηθέντων.

 

Τα όσα ανωτέρω υποστηρίζονται από τους Εφεσείοντες δεν μπορούν να γίνουν αποδεκτά. Το πρωτόδικο Δικαστήριο δεν βασίστηκε μόνο στην επαγγελματική συνεργασία μεταξύ Εφεσείουσας 1 και Εφεσίβλητης για να καταλήξει σε εκ πρώτης όψεως συμπέρασμα ότι δημιουργήθηκε μεταξύ τους σχέση πίστης και εμπιστοσύνης, αλλά κυρίως, στους όρους των μεταξύ τους υπογραφεισών συμβάσεων. Όπως δε αναφέρεται από το πρωτόδικο Δικαστήριο «… μπορεί να λεχθεί σχέση εμπιστοσύνης δημιουργήθηκε μεταξύ της ιδίας και των Εναγόντων ένεκα της σύμβασης και των συμπληρωματικών - πρόσθετων συμφωνιών που συνομολογήθηκαν και υπογράφτηκαν από τους εν λόγω διαδίκους καθώς επίσης από τον κοινό στόχο που είχαν και ήταν η κερδοφόρα λειτουργία του επίμαχου παιχνιδιού».

 

Δεν μας βρίσκει σύμφωνους η θέση των Εφεσειόντων ότι το πρωτόδικο Δικαστήριο φαίνεται να συγχύζει τη σχέση εμπιστοσύνης/υποχρέωση πίστης με την συμβατική υποχρέωση εχεμύθειας. Ο όρος 8.1 της επίδικης συμφωνίας παραχώρησης άδειας χρήσης προνοεί επί λέξει τα ακόλουθα:

 

“The Parties undertake the obligations to keep the confidentiality of the technical documentation, source files and the Confidential Information received from the Parties”.

 

Με βάση τις εκτιμήσεις του πρωτόδικου Δικαστηρίου διαφαίνεται ότι η Εφεσείουσα 1 εκ πρώτης όψεως παρέβη την ως άνω αναληφθείσα υποχρέωση της, αφού, όπως αποφαίνεται το πρωτόδικο Δικαστήριο, με οδηγίες της Εφεσείουσας 1 παρασχέθηκε πρόσβαση στα συστήματα του παιγνιδιού Race Master, στα μέλη της συγκροτηθείσας ομάδας, η οποία αποτελείτο από τους Εφεσείοντες 2, 3 και 4, που εργάστηκαν για την παραγωγή αντιγράφου (κλώνου) του ως άνω παιγνιδιού.

 

Δεν συμμεριζόμαστε ούτε τη θέση των Εφεσειόντων ότι το πρωτόδικο Δικαστήριο θεώρησε πως η Εφεσείουσα 1 είχε υποχρέωση να μην εκδώσει άλλο παιγνίδι της ίδιας κατηγορίας ή ακόμα και ανταγωνιστικό παιγνίδι, παρά το ότι η επίδικη σύμβαση παραχώρησης άδειας χρήσης δεν απαγορεύει την έκδοση ανταγωνιστικού παιγνιδιού. Επισημαίνουμε ότι το πρωτόδικο Δικαστήριο δεν κάνει αναφορά απλά σε έκδοση ανταγωνιστικού παιγνιδιού από τους Εφεσείοντες, αλλά σε έκδοση ανταγωνιστικού παιγνιδιού «...που φέρεται να είναι κλώνος του επίμαχου παιχνιδιού...». Κατά συνέπεια απορρίπτουμε και τη θέση των Εφεσειόντων ότι το πρωτόδικο Δικαστήριο θεώρησε ως επιλήψιμη πράξη την άσκηση ανταγωνιστικής δραστηριότητας μεταξύ επιχειρήσεων, η άσκηση της οποίας κατοχυρώνεται από το Σύνταγμα, τον Χάρτη Θεμελιωδών Δικαιωμάτων της Ευρωπαϊκής Ένωσης καθώς και την ΕΣΔΑ. Υπενθυμίζουμε ότι, συμφώνως των εκ πρώτης όψεως ευρημάτων του πρωτόδικου Δικαστηρίου, η έκδοση από τους Εφεσείοντες του παιγνιδιού Real Speed παραβίασε τα δικαιώματα πνευματικής ιδιοκτησίας της Εφεσίβλητης επί του παιγνιδιού Race Master.

 

Παραπονούνται ακόμα οι Εφεσείοντες ότι το πρωτόδικο Δικαστήριο προβαίνει σε εύρημα για πλήρωση των προϋποθέσεων σε σχέση με τη συγκεκριμένη αιτία αγωγής, χωρίς να εξαιρεί τους Εφεσείοντες 2, 3, και 4, παρά το ότι αναφέρεται αποκλειστικά σε συμβατική σχέση της Εφεσείουσας 1 με την Εφεσίβλητη.

 

Είναι γεγονός ότι το πρωτόδικο Δικαστήριο δεν προβαίνει σε οποιοδήποτε συμπέρασμα ως προς το κατά πόσον η υποχρέωση εμπιστευτικότητας επεκτείνεται και στους Εφεσείοντες 2, 3 και 4. Με δεδομένο όμως ότι η Εφεσίβλητη δεν συνδέετο με οποιαδήποτε συμβατική σχέση με τους ως άνω Εφεσείοντες, αναμφισβήτητα δεν υπήρχε υποχρέωση εμπιστευτικότητας αυτών έναντι της Εφεσίβλητης. Θα πρέπει επίσης να προσθέσουμε ότι δεν διευκρινίζεται από την Εφεσίβλητη κατά πόσο η τυχόν υποχρέωση εμπιστευτικότητας των ως άνω Εφεσειόντων πηγάζει από οποιαδήποτε άλλη αιτία.

 

Ο λόγος έφεσης 8 επιτυγχάνει μερικώς.

 

Αναφορικά με τους λόγους έφεσης 38 και 39, συνοψίζοντας καταλήγουμε ότι έχει αποδειχθεί το ορατό ενδεχόμενο επιτυχίας της υπόθεσης της Εφεσίβλητης εν σχέσει με το αγώγιμο δικαίωμα της παραβίασης από όλους τους Εφεσείοντες του δικαιώματος πνευματικής ιδιοκτησίας της επί του παιγνιδιού Race Master, καθώς επίσης και εν σχέσει με τα αγώγιμα δικαιώματα της παραβίασης από την Εφεσείουσα 1 της επίδικης σύμβασης παραχώρησης άδειας χρήσης, ως και του καθήκοντος της για πίστη και εμπιστοσύνη.

 

Κατά συνέπεια ο λόγος έφεσης 39 επιτυγχάνει μερικώς. Ο λόγος έφεσης 38 απορρίπτεται.

 

Πέμπτη ενότητα

 

Στην ενότητα αυτή εντάσσονται οι λόγοι έφεσης οι οποίοι προσβάλλουν την κατάληξη του πρωτόδικου Δικαστηρίου ότι ικανοποιήθηκε και η τρίτη προϋπόθεση του Άρθρου 32 του Ν.14/60. Με τον λόγο έφεσης 40 οι Εφεσείοντες προσβάλλουν ως εσφαλμένη την κατάληξη του πρωτόδικου Δικαστηρίου ότι θα είναι δύσκολο να απονεμηθεί πλήρης δικαιοσύνη σε μεταγενέστερο στάδιο χωρίς την έκδοση των διαταγμάτων ενώ με τον λόγο έφεσης 41 προσβάλλουν την κατάληξη του ότι οι αποζημιώσεις δεν αποτελούν επαρκή θεραπεία.

 

Θεωρούμε σκόπιμο όπως στην ίδια ενότητα εξετάσουμε και τους λόγους έφεσης 28, 30, 31 και 32, με τους οποίους προσβάλλονται συμπεράσματα του πρωτόδικου Δικαστηρίου, τα οποία, κατά την κρίση μας, σχετίζονται άμεσα με την κατάληξη του ότι οι αποζημιώσεις δεν αποτελούν επαρκή θεραπεία για την Εφεσίβλητη.

 

Το πρωτόδικο Δικαστήριο αναφέρει τα ακόλουθα σχετικά με τη συνδρομή της τρίτης προϋπόθεσης:

 

«Στην παρούσα υπόθεση η κύρια και ουσιαστικότερη πτυχή της απαίτησης δεν αφορά χρηματικές αξιώσεις. Η έκδοση διαφόρων διαταγμάτων είναι η βασική τελική θεραπεία που επιδιώκεται. Εκείνο που οι Ενάγοντες στοχεύουν με την έκδοση τους είναι η προστασία των δικαιωμάτων τους που αφορούν τη συνέχιση εκμετάλλευσης, προώθησης στην αγορά και λειτουργίας του επίμαχου παιχνιδιού από χρήστες μέσω του διαδιχτύου. Η διασφάλιση νομοθετικών δικαιωμάτων, όπως στις περιπτώσεις αθέμιτου ανταγωνισμού και πνευματικής ιδιοκτησίας που αφορούν την παρούσα υπόθεση, η οποία προστασία επιδιώκεται με την έκδοση απόφασης, δεν μπορεί να επιτευχθεί με την επιδίκαση αποζημιώσεων. Εάν εκδοθεί απόφαση προς όφελος των Εναγόντων οι αποζημιώσεις δεν αποτελούν ικανοποιητική θεραπεία.

 

[…]

 

Η πιο πάνω νομική προσέγγιση ισχύει και για την παραβίαση νομοθετικών δικαιωμάτων πνευματικής ιδιοκτησίας.  

 

Από τα πιο πάνω προκύπτει ότι η φύση της παρούσας υπόθεσης είναι τέτοια που σε περίπτωση που οι Ενάγοντες επιτύχουν στην υπόθεση τους η επιδίκαση αποζημιώσεων δεν θα είναι επαρκής θεραπεία για την ικανοποίηση της δικαστικής απόφασης. Σε τελευταία ανάλυση θα είναι δύσκολο ή αδύνατο να απονεμηθεί πλήρης δικαιοσύνη στο μέλλον χωρίς την συνέχιση της ισχύς (sic) των προσωρινών διαταγμάτων και παράλληλα δίχως την έκδοση ορισμένων από τα υπόλοιπα που ζητούνται με την υπό κρίση αίτηση».

 

Οι Εφεσείοντες υποστηρίζουν ότι το πρωτόδικο Δικαστήριο δικαιολογεί το συμπέρασμα του ότι θα είναι δύσκολο να απονεμηθεί δικαιοσύνη σε μεταγενέστερο στάδιο με αναφορά σε νομολογία η οποία αφορά εμπορική επωνυμία και αθέμιτο ανταγωνισμό, ενώ, με βάση τη μαρτυρία και τη θέση της Εφεσίβλητης, το κατ’ ισχυρισμόν δικαίωμα της για μεταβίβαση της βάσης δεδομένων χρηστών προκύπτει από την επίδικη σύμβαση παραχώρησης άδειας χρήσης και τον δήθεν τερματισμό της. Υποστηρίζουν επίσης ότι μεταξύ των μερών υπήρχε συμβατική σχέση που ρύθμιζε όλα τα ζητήματα και προέβλεπε συγκεκριμένα ανταλλάγματα. Μνημονεύουν δε τον όρο 1.3 της επίδικης συμφωνίας, ο οποίος, κατά τη θέση τους, προβλέπει ότι σε περίπτωση παράβασης της συμφωνίας συμφωνήθηκε η καταβολή αποζημιώσεων, οι οποίες καθορίστηκαν στο ποσό των $1.000.000. Εν κατακλείδι υποστηρίζουν ότι η Εφεσίβλητη θα μπορούσε να αποζημιωθεί πλήρως με την επιδίκαση αποζημιώσεων.

 

Είναι γεγονός ότι οι αποφάσεις που αναφέρονται από το πρωτόδικο Δικαστήριο (Μ & CH Mitsingas Trading Ltd κ.ά. v. The Timberland Co (1997) 1 Α.Α.Δ 1791, Τhe Timberland Co. of USA v. Evans & Sons Limited (1998) 1Β Α.Α.Δ.1179) αφορούν αθέμιτο ανταγωνισμό, αδίκημα για το οποίο, όπως έχουμε αναφέρει πιο πάνω, δεν έχει αποδειχθεί ορατό ενδεχόμενο επιτυχίας του.  Όμως, όπως πολύ ορθά υποδεικνύει το πρωτόδικο Δικαστήριο, η ίδια νομική προσέγγιση ισχύει και για την παραβίαση δικαιωμάτων πνευματικής ιδιοκτησίας, κάτι το οποίο φαίνεται ότι παραβλέπουν οι Εφεσείοντες. Δεν μας βρίσκει σύμφωνους η θέση των Εφεσειόντων ότι το κατ’ ισχυρισμόν δικαίωμα της Εφεσίβλητης για μεταβίβαση της βάσης δεδομένων χρηστών προκύπτει μόνο από τον τερματισμό της επίδικης σύμβασης παραχώρησης άδειας χρήσης. Έχουμε ήδη επεξηγήσει σε προγενέστερο σημείο πού στηρίζει το ανωτέρω δικαίωμα της η Εφεσίβλητη και δεν χρειάζεται να το επαναλάβουμε. Θα πρέπει ακόμα να επισημανθεί ότι δεν είναι μόνο την επιστροφή της βάσης δεδομένων χρηστών του παιγνιδιού που διεκδικεί η Εφεσίβλητη, αλλά την επιστροφή και του ίδιου του παιγνιδιού Race Master.

 

Πέραν των πιο πάνω, όπως έχουμε παρατηρήσει, ο όρος 1.3 της επίδικης συμφωνίας παραχώρησης άδειας χρήσης, τον οποίο επικαλούνται οι Εφεσείοντες, είναι παντελώς άσχετος με το ζήτημα της επάρκειας των αποζημιώσεων. Όπως δύναται να συναχθεί από το λεκτικό του, ο συγκεκριμένος όρος προνοεί αποκλειστικά για την υποχρέωση της Εφεσίβλητης (Licensor) να πληρώσει αποζημιώσεις ύψους $1.000.000  στην Εφεσείουσα 1 (Licensee) σε περίπτωση που η Εφεσίβλητη παραβεί τις προβλεπόμενες στον όρο αυτό δεσμεύσεις της.

 

Είναι απόλυτα ορθή η κατάληξη του πρωτόδικου Δικαστηρίου ότι αυτό στο οποίο στοχεύει η Εφεσίβλητη με την έκδοση διαφόρων διαταγμάτων, είναι η προστασία τώρα των δικαιωμάτων της που αφορούν τη συνέχιση της εκμετάλλευσης, της προώθησης στην αγορά και της λειτουργίας του παιγνιδιού Race Master μέσω του διαδικτύου, προστασία η οποία, αναμφίβολα, δεν μπορεί να επιτευχθεί με την επιδίκαση αποζημιώσεων στο μέλλον. Η αμέσως πιο πάνω κατάληξη του πρωτόδικου Δικαστηρίου βρίσκεται, κατά την κρίση μας, σε πλήρη συμφωνία με το εκ πρώτης όψεως συμπέρασμα του ότι «...η ταυτόχρονη δημοσίευση, προώθηση και λειτουργία του παιχνιδιού «NRG: Real Speed» το οποίο παρουσιάζει σοβαρές και εμφανείς ομοιότητες με το επίμαχο παιχνίδι [...] είναι παράμετροι που τείνουν να καταδείξουν σοβαρή πιθανότητα παραπλάνησης ή σύγχυσης στους υφιστάμενους και/ή νέους και/ή μελλοντικούς χρήστες που θα προστεθούν στην ήδη μεγάλη βάση δεδομένων προσώπων οι οποίοι όταν χρησιμοποιούν το παιγνίδι «NRG: Real Speed» θα νομίζουν ότι χρησιμοποιούν το επίμαχο παιχνίδι».

 

Από δικής μας πλευράς θα προσθέταμε ότι στις περιπτώσεις παραβίασης δικαιωμάτων πνευματικής ιδιοκτησίας, όπως και στις περιπτώσεις αθέμιτου ανταγωνισμού, λόγω ακριβώς της σοβαρής πιθανότητας πρόκλησης σύγχυσης στο καταναλωτικό κοινό, συνεπεία των εμφανών ομοιοτήτων μεταξύ των προϊόντων, στην προκείμενη περίπτωση μεταξύ των δύο παιγνιδιών, καθίσταται δύσκολος αν όχι αδύνατος ο υπολογισμός της ζημιάς, την οποία υφίσταται το θύμα της παραβίασης. Είναι δε για αυτόν ακριβώς τον λόγο που η επιδίκαση αποζημιώσεων δυνατόν να μην είναι επαρκής θεραπεία.

 

Παραπονούνται οι Εφεσείοντες ότι, με βάση το μαρτυρικό υλικό, όλα τα δικαιώματα του παιγνιδιού Race Master έχουν συγκεκριμένη αξία, η οποία μπορεί να αποτιμηθεί σε χρήμα, για την οποία μάλιστα παρουσιάζουν σχετική μαρτυρία προερχόμενη από ανεξάρτητο διεθνή οίκο με εξειδίκευση σε εκτιμήσεις, η οποία έκθεση όμως αγνοήθηκε από το πρωτόδικο Δικαστήριο, όπως διατείνονται.

 

Με κάθε σεβασμό, η ως άνω θέση των Εφεσειόντων θα είχε έδαφος σε περίπτωση που το πρωτόδικο Δικαστήριο κατέληγε σε συμπέρασμα ότι η προστασία των δικαιωμάτων της Εφεσίβλητης θα μπορούσε να επιτευχθεί μέσω της επιδίκασης αποζημιώσεων. Αφ’ ης στιγμής όμως κατέληξε ότι οι αποζημιώσεις δεν αποτελούν επαρκή θεραπεία, δεν ήταν αναγκαίος ο σχολιασμός από το πρωτόδικο Δικαστήριο της ανωτέρω παρουσιασθείσας από τους Εφεσείοντες μαρτυρίας.  

 

Με τον λόγο έφεσης 28 προσβάλλεται το εκ πρώτης όψεως συμπέρασμα του πρωτόδικου Δικαστηρίου, το οποίο έχουμε παραθέσει κατά την εξέταση των λόγων έφεσης 40 και 41. Περαιτέρω, με τον λόγο έφεσης 30 προσβάλλεται ως εσφαλμένο το συμπέρασμά του ότι «Η διαφορετικότητα του ονόματος των δύο παιχνιδιών δεν μπορεί να εξαλείψει την [...] ορατή πιθανότητα παραπλάνησης ή σύγχυσης στο κοινό που θα συνθέτουν τη βάση δεδομένων χρηστών», ενώ με τον λόγο έφεσης 31 προσβάλλεται ως εσφαλμένο το επίσης εκ πρώτης όψεως συμπέρασμα του ότι «...συνδυασμένη προσέγγιση των πιο πάνω δεδομένων, όπως η χρονική ταύτιση της απόσυρσης του επίμαχου παιχνιδιού και της δημοσίευσης του παιχνιδιού «NRG Real Speed», η λειτουργία μέσω των ιδίων διαδικτυακών καταστημάτων εφαρμογής, οι σοβαρές και εμφανείς ομοιότητες που παρουσιάζουν τα δύο παιχνίδια, πέραν αυτών που θεωρούνται συνήθεις όπως για παράδειγμα ότι και τα δύο είναι παιχνίδια αυτοκινήτων ταχύτητας, καθώς επίσης η χρήση της μεγάλης βάσης δεδομένων χρηστών που λογικά θα αυξάνεται, δημιουργεί την πεπλανημένη εντύπωση στους χρήστες του παιχνιδιού «NRG Real Speed» ότι χρησιμοποιούν το επίμαχο παιχνίδι». Με τον λόγο έφεσης 32 προσβάλλεται το εκ πρώτης όψεως συμπέρασμα του ότι «Η παρουσίαση διαφορετικού ονόματος δεν αναμένεται να διαφοροποιήσει το σκηνικό επειδή εύκολα στο μυαλό του χρήστη το παιγνίδι «NRG Real Speed» μπορεί να εκληφθεί ως συνέχιση της παρουσίας του επίμαχου παιχνιδιού σε διαφοροποιημένη και/ή αναθεωρημένη μορφή».

 

Η αιτιολογία όλων των ως άνω λόγων έφεσης αποτελεί, κατ’ ουσίαν, αντιγραφή της αιτιολογίας των λόγων έφεσης 29, 33 και 34. Ενόψει του ότι έχουμε ήδη σχολιάσει όλες τις αναφερόμενες στην αιτιολογία των ως άνω λόγων έφεσης αιτιάσεις, τις οποίες και απορρίψαμε, θεωρούμε αχρείαστο να τις επαναλάβουμε. Σε ό,τι αφορά όμως την προβαλλόμενη στην αιτιολογία του λόγου έφεσης 28 θέση των Εφεσειόντων ότι το προσβαλλόμενο δια του αμέσως πιο πάνω λόγου έφεσης συμπέρασμα του πρωτόδικου Δικαστηρίου δεν προκύπτει από τους όρους της επίδικης συμφωνίας παραχώρησης άδειας χρήσης, θα πρέπει να υπογραμμίσουμε ότι αναμφισβήτητα δεν προκύπτει μόνο από τους όρους της επίδικης συμφωνίας, αλλά από το σύνολο της παρουσιασθείσας από την Εφεσίβλητη μαρτυρίας.  

 

Οι λόγοι έφεσης 28, 30, 31, 32, 40 και 41 απορρίπτονται.

 

Έκτη ενότητα

 

Στην ενότητα αυτή εντάσσονται όλοι οι λόγοι έφεσης οι οποίοι προσβάλλουν ως λανθασμένη την κατάληξη του πρωτόδικου Δικαστηρίου ότι το ισοζύγιο της ευχέρειας κλίνει υπέρ της έγκρισης της αίτησης. Πιο συγκεκριμένα με τον λόγο έφεσης 42 οι Εφεσείοντες παραπονούνται ότι εσφαλμένα το πρωτόδικο Δικαστήριο έκρινε ότι η πλάστιγγα της ευχέρειας κλίνει υπέρ της Εφεσίβλητης. Με τον λόγο έφεσης 43 παραπονούνται ότι το πρωτόδικο Δικαστήριο εσφαλμένα έκρινε πως η ζημιά τους μπορεί να προσδιοριστεί σε χρήμα και να εξασφαλιστεί από τον συνδυασμό της εγγύησης και της επιδίκασης αποζημιώσεων στην απαίτηση τους 457/24. Με τον λόγο έφεσης 44 παραπονούνται ότι εσφαλμένα έκρινε πως η συνέχιση ισχύος των διαταγμάτων, καθώς και η έκδοση διατάγματος ως το αιτητικό «Δ» της αίτησης διατηρεί την υφιστάμενη κατάσταση πραγμάτων. Με τον λόγο έφεσης 45 παραπονούνται ότι εσφαλμένα έκρινε ότι το συμφέρον της δικαιοσύνης κλίνει υπέρ της έγκρισης της αίτησης. Τέλος με τον λόγο έφεσης 46 (τον οποίο εσφαλμένα αναφέρουν ξανά ως λόγο έφεσης 45), παραπονούνται ότι εσφαλμένα έκρινε πως χωρίς την έκδοση των διαταγμάτων ενδέχεται να συνεχίσει η παραβίαση δικαιωμάτων της Εφεσίβλητης.

 

Το πρωτόδικο Δικαστήριο αναφέρει τα ακόλουθα σχετικά με το πού κλίνει το ισοζύγιο της ευχέρειας:

 

«Αντισταθμίζοντας τις επιπτώσεις από τυχόν συνέχιση ισχύος διαταγμάτων που έχουν εκδοθεί και την ανάγκη τυχόν έκδοσης διαταγμάτων για την προστασία δικαιωμάτων των διαδίκων, με γνώμονα τη δυνατότητα απονομής δικαιοσύνης στο τελικό στάδιο, η πλάστιγγα κλίνει υπέρ των Εναγόντων. Δύσκολα αποτιμάται η ζημιά των Εναγόντων σε χρήμα, πράγμα που χαρακτηρίζει την παρούσα περίπτωση, σε αντίθεση όπου συγκριτικά ευκολότερα είναι να προσδιοριστεί η ζημιά των Εναγομένων και να εξασφαλιστεί με συνδυασμό της εγγύησης και της ενδεχόμενης επιδίκασης αποζημιώσεων στην απαίτηση αρ. 457/24 στο Ε.Δ. Πάφου που καταχωρίστηκε από την Εναγόμενη 1 και στρέφεται εναντίον των Εναγόντων σε περίπτωση που η παρούσα υπόθεση αποτύχει (The Timberland Co. of USA v. Evans & Sons Limited (πιο πάνω)).     

 

Κάτω από τις περιστάσεις που έχω αναφέρει προηγουμένως, θεωρώ ότι η συνέχιση της ισχύος των εκδομένων ενδιάμεσων διαταγμάτων σε συνδυασμό με την έκδοση ορισμένων από τα υπόλοιπα που ζητούνται διατηρεί την υφιστάμενη κατάσταση πραγμάτων παρά η μη έκδοση τους επειδή, όπως εκ πρώτης όψεως φαίνεται, χωρίς αυτά ενδέχεται να συνεχίσει η παραβίαση νομοθετικών δικαιωμάτων των Εναγόντων.

 

Υπό το φως των πιο πάνω στοιχείων και δεδομένων καθώς επίσης για τους λόγους που έχω εξηγήσει, κρίνω ότι το συμφέρον της δικαιοσύνης κλίνει στην άσκηση της διακριτικής ευχέρειας του Δικαστηρίου υπέρ της έγκρισης της υπό κρίση αίτησης στο βαθμό και στην έκταση που θα εξηγηθεί αμέσως πιο κάτω. Παράλληλα η ένσταση απορρίπτεται στην ολότητα της».

 

Στην Εκδόσεις «Αρκτίνος» Λίμιτεδ κ.ά. ν. Λοϊζίδου, Πολ. Έφ. Ε7/2018, ημερ. 21.3.19 τονίστηκαν τα εξής:

 

«Με δεδομένη την πλήρωση των τριών κριτηρίων του άρθρου 32(1), υπεισέρχεται στην όλη εικόνα το ζήτημα της εξέτασης του πιο σημαντικού ίσως παράγοντα στην έκδοση απαγορευτικών διαταγμάτων, ήτοι, η ευρεία διακριτική εξουσία που δίδεται στο Δικαστήριο από το πιο πάνω άρθρο να εκδίδει διατάγματα στις περιπτώσεις όπου κρίνει ότι κάτι τέτοιο είναι «δίκαιον ή πρόσφορον». Το Δικαστήριο ενεργώντας με βάση τους κανόνες του δικαίου της επιείκειας, διατηρεί σε κάθε περίπτωση την ευχέρεια να αρνηθεί την έκδοση απαγορευτικού διατάγματος, έστω και αν τηρούνται οι τυπικές προϋποθέσεις έκδοσής του. Το όλο ζήτημα συνίσταται στον ισοζυγισμό των ιδιαίτερων αναγκών των διαδίκων, υπό το φως πάντοτε των στοιχείων που καλύπτουν την κάθε περίπτωση».

 

Όπως έχουμε παρατηρήσει, στην αιτιολογία του λόγου έφεσης 42 προβάλλονται, κατά απαράδεκτο τρόπο, θέσεις οι οποίες, όχι μόνο δεν καλύπτονται από τον λόγο έφεσης, αλλά αποτελούν αντικείμενο ξεχωριστών λόγων έφεσης όπως: (α) Το πρωτόδικο Δικαστήριο εξέδωσε διατάγματα τα οποία περιέχουν ταυτόσημες θεραπείες με την επίδικη απαίτηση καθώς και την απαίτηση 457/24, θέση η οποία αποτελεί το αντικείμενο του λόγου έφεσης 2, (β) Τα εκδοθέντα διατάγματα παραβιάζουν θεμελιώδη δικαιώματα των Εφεσειόντων, όπως το δικαίωμα τους σε άσκηση επαγγέλματος, θέση η οποία αποτελεί το αντικείμενο του λόγου έφεσης 6 και (γ) Η Εφεσίβλητη απέκρυψε από το πρωτόδικο Δικαστήριο ότι ακόμα και μετά την κυκλοφορία του παιγνιδιού Real Speed θα μπορούσε να αποταθεί στην Εφεσείουσα 1, η οποία θα μπορούσε να κατεβάσει το παιγνίδι χωρίς να απαιτείται η προσφυγή στο Δικαστήριο, θέση η οποία προβάλλεται με τον λόγο έφεσης 12.

 

Προβάλλεται ακόμα η θέση ότι η επίδικη συμφωνία παραχώρησης άδειας χρήσης δεν απαγορεύει την ανάπτυξη, κυκλοφορία και διανομή οποιουδήποτε νέου παιγνιδιού από τους Εφεσείοντες, απαγόρευση η οποία θα ήταν αντίθετη με το Άρθρο 27 του περί Συμβάσεων Νόμου, Κεφ.149. Τελικά όμως αυτό είναι που πέτυχε η έκδοση από το πρωτόδικο Δικαστήριο του ενδιάμεσου διατάγματος με το οποίο απαγορεύτηκε η ανάπτυξη και διανομή του νέου παιγνιδιού.

 

Σύμφωνα με τη νομολογία, δεν επιτρέπεται στην «αιτιολογία» η έγερση, επέκταση ή ανάπτυξη θεμάτων που δεν καλύπτονται από τον «λόγο έφεσης», ο οποίος αποτελεί το μόνο και μοναδικό υπόβαθρο προς εξέταση. Όπου δε γίνεται τούτο, οι αναφορές αγνοούνται από το Εφετείο (Alkis H. Hadjikyriacos (Frou Frou Biscuits) Public Ltd v. Ευσταθιάδης Πολ. Έφ. 322/2013, ημερ. 16.7.19, ECLI:CY:AD:2019:A305, Καλλικάς v. Ελληνική Τράπεζα Λτδ (2010) 1(Β) Α.Α.Δ. 1238).  

 

Ενόψει των όσων έχουμε αναφέρει πιο πάνω θα προβούμε στην εξέταση μόνο των θέσεων των Εφεσειόντων οι οποίες καλύπτονται από τον λόγο έφεσης και θα αγνοήσουμε αυτές που δεν καλύπτονται ή αποτελούν αντικείμενο άλλων λόγων έφεσης.

 

Η βασική θέση την οποία προβάλλουν οι Εφεσείοντες είναι ότι το πρωτόδικο Δικαστήριο δεν επέλεξε την πορεία η οποία ενείχε τους λιγότερους κινδύνους αδικίας, αλλά έπραξε ακριβώς το αντίθετο. Παραπονούνται επίσης ότι με τη μονομερή έκδοση των διαταγμάτων αλλοιώθηκε το status quo που υπήρχε μέχρι εκείνη τη στιγμή. Στο σημείο αυτό θα πρέπει να αναφερθεί ότι η διατήρηση του status quo προσβάλλεται ξεχωριστά με τον λόγο έφεσης 44.

 

Οι ως άνω προβαλλόμενες θέσεις δεν μπορούν να γίνουν αποδεκτές. Το πρωτόδικο Δικαστήριο αιτιολογεί ορθά, κατά την κρίση μας, την κατάληξη του ότι το ισοζύγιο της ευχέρειας γέρνει προς την πλευρά της Εφεσίβλητης, αφού έλαβε υπόψη του αφενός τη φύση των αξιώσεων της Εφεσίβλητης που δεν είναι αμιγώς χρηματικές, αφετέρου τη δυσκολία στην αποτίμηση της ζημιάς της σε τελικό στάδιο, συγκριτικά με την όποια ζημιά ήθελαν υποστεί οι Εφεσείοντες, η οποία μπορεί να προσδιοριστεί χρηματικά. Δεν συμμεριζόμαστε ούτε και τη θέση των Εφεσειόντων ότι η έκδοση των επίδικων διαταγμάτων αλλοίωσε το status quo ante. Αντίθετα, με την έκδοση τους διατηρήθηκε η υφιστάμενη κατάσταση πραγμάτων, συγκεκριμένα διασφαλίστηκε ότι το παιγνίδι Race Master θα συνεχίσει να παρέχεται στους χρήστες του ανεμπόδιστα, καθώς και ότι η βάση δεδομένων χρηστών αυτού δεν θα χρησιμοποιηθεί για την έκδοση και δημοσίευση άλλου παιγνιδιού, ήτοι του παιγνιδιού Real Speed.

 

Οι Εφεσείοντες υποστηρίζουν στην αιτιολογία του λόγου έφεσης 43 ότι ενώ υπήρχε μαρτυρία από την ίδια την Εφεσίβλητη πως το καθαρό κέρδος για την κάθε πλευρά κατά τη διάρκεια της συνεργασίας τους ήταν €400.000 - €700.000 μηνιαίως, το πρωτόδικο Δικαστήριο αναφέρει στην απόφαση του ότι, σε περίπτωση που δικαιωθούν στο τέλος της αγωγής, θα μπορούν να ικανοποιηθούν αποτελεσματικά από την εγγύηση που τέθηκε ως όρος για την έκδοση των διαταγμάτων, η οποία εγγύηση δεν είναι καν τραπεζική και παρά το ότι η Εφεσίβλητη είναι αλλοδαπή εταιρεία. Υποστηρίζουν ακόμα ότι το πρωτόδικο Δικαστήριο ανεπίτρεπτα προσπαθεί να δικαιολογήσει το ανωτέρω συμπέρασμα του με αναφορά στην αγωγή 457/24, η οποία δεν είναι καν ενώπιον του.

 

Ως έχει ήδη επισημανθεί, το πρωτόδικο Δικαστήριο αναφέρει ότι η όποια ζημιά των Εφεσειόντων διασφαλίζεται τόσο με την εγγύηση, η οποία παραχωρήθηκε από την Εφεσίβλητη κατά την έκδοση των διαταγμάτων μονομερώς, όσο και με την ενδεχόμενη επιδίκαση αποζημιώσεων στην απαίτηση 457/24 του Επαρχιακού Δικαστηρίου Πάφου, την οποία ήγειραν εναντίον της Εφεσίβλητης. Αυτό το οποίο θα πρέπει να αναφέρουμε είναι ότι το ζητούμενο κατά την εξέταση από το Δικαστήριο του ισοζυγίου της ευχέρειας, δεν είναι η διασφάλιση της πληρωμής των αποζημιώσεων, οι οποίες ήθελαν επιδικαστεί προς όφελος των Εφεσειόντων, αλλά η στάθμιση του παράγοντα ποια από τις δύο πλευρές του δικαστικού αγώνα θα υποστεί τη μεγαλύτερη αδικία με την έκδοση/οριστικοποίηση ή την τυχόν ακύρωση των ενδιάμεσων διαταγμάτων. Ως έχουμε δε επισημάνει, το πρωτόδικο Δικαστήριο, με γνώμονα τη δυσκολία αποτίμησης της ζημιάς της Εφεσίβλητης σε τελικό στάδιο, καθώς και τη φύση των αξιούμενων θεραπειών ορθά στάθμισε ότι το ισοζύγιο της ευχέρειας γέρνει προς την πλευρά της, για τον λόγο δε αυτό προχώρησε στην οριστικοποίηση των εκδοθέντων διαταγμάτων.

 

Καθ’ όσον αφορά την επάρκεια της παρασχεθείσας από την Εφεσίβλητη εγγύησης, ως έχουμε παρατηρήσει, προσβάλλεται με ξεχωριστό λόγο έφεσης.

 

Παραπονούνται ακόμα οι Εφεσείοντες ότι το πρωτόδικο Δικαστήριο δεν επεξηγεί γιατί η ζημιά της Εφεσείουσας 1, η οποία προωθεί τη θέση ότι η βάση δεδομένων χρηστών αποτελεί πνευματική της ιδιοκτησία, μπορεί να αποζημιωθεί σε χρήμα, ενώ κατέληξε ότι στις περιπτώσεις παραβίασης δικαιωμάτων πνευματικής ιδιοκτησίας της πλευράς Εφεσίβλητης, η ζημιά θα ήταν ανεπανόρθωτη.

 

Το ανωτέρω παράπονο των Εφεσειόντων δεν είναι βάσιμο. Ως έχουμε ήδη επισημάνει, το κατά πόσο η βάση δεδομένων χρηστών αποτελεί πνευματική ιδιοκτησία της Εφεσείουσας 1, είναι ζήτημα που δεν θα μπορούσε να αποφασιστεί κατ’ εκείνο το στάδιο της διαδικασίας, για τον λόγο δε αυτό ορθά αφέθηκε από το πρωτόδικο Δικαστήριο να αποφασιστεί στο πλαίσιο της ακρόασης της ουσίας της υπόθεσης. Αφ’ ης στιγμής λοιπόν δεν θα μπορούσε να κριθεί ότι αποτελούσε πνευματική ιδιοκτησία της Εφεσείουσας 1, δεν υπήρχε περιθώριο για το πρωτόδικο Δικαστήριο να καταλήξει σε εκ πρώτης όψεως συμπέρασμα ότι παραβιάστηκαν δικαιώματα πνευματικής ιδιοκτησίας της Εφεσείουσας 1 και, κατ’ επέκταση, πρόκλησης ανεπανόρθωτης βλάβης σε αυτήν.

 

Στον λόγο έφεσης 45 οι Εφεσείοντες αναφέρουν ότι επαναλαμβάνουν την αιτιολογία των λόγων έφεσης 40 – 44, την οποία έχουμε ήδη εξετάσει πιο πάνω. Στον λόγο έφεσης 46 (ο οποίος εσφαλμένα αριθμείται ως λόγος έφεσης 45), αναφέρουν ότι επαναλαμβάνεται η αιτιολογία των λόγων έφεσης 3 – 11, καθώς και των λόγων έφεσης 14 – 15. Έχουμε ήδη εξετάσει πιο πάνω τους λόγους έφεσης 3 – 11, ενώ τους λόγους έφεσης 14 – 15 θα τους εξετάσουμε σε ξεχωριστή ενότητα αμέσως πιο κάτω. Συνεπώς δεν χρειάζεται να προβούμε σε οποιοδήποτε άλλο σχόλιο στο στάδιο αυτό.

 

Οι λόγοι έφεσης 40 – 46 απορρίπτονται.

 

Έβδομη ενότητα

 

Στην ενότητα αυτή εντάσσονται οι λόγοι έφεσης οι οποίοι έχουν ως αντικείμενο τον τρόπο με τον οποίο το πρωτόδικο Δικαστήριο προσέγγισε ή και αξιολόγησε την προσαχθείσα μαρτυρία. Με τον πρώτο λόγο έφεσης οι Εφεσείοντες παραπονούνται ότι το πρωτόδικο Δικαστήριο προέβη σε εσφαλμένα ευρήματα/συμπεράσματα, με τα οποία έκρινε ανεπίτρεπτα την ουσία των επίδικων θεμάτων τόσο της παρούσας, όσο και της αγωγής 457/2024 του Ε. Δ. Πάφου. Με τον δεύτερο λόγο έφεσης παραπονούνται ότι το πρωτόδικο Δικαστήριο εσφαλμένα χορήγησε τελικές θεραπείες και αποφάσισε την ουσία των επίδικων θεμάτων. Με τον λόγο έφεσης 14 παραπονούνται ότι το πρωτόδικο Δικαστήριο προσέγγισε ή και αξιολόγησε εσφαλμένα το μαρτυρικό υλικό. Επίσης με τον λόγο έφεσης 15 ψέγουν το πρωτόδικο Δικαστήριο ότι έλαβε υπόψη του μαρτυρία η οποία θα έπρεπε να αποκλειστεί για τον λόγο ότι περιλήφθηκε σε συμπληρωματική ένορκη δήλωση, η οποία καταχωρίστηκε μετά την μονομερή έκδοση των διαταγμάτων.

 

Στην αιτιολογία του πρώτου λόγου έφεσης υποστηρίζεται ότι το πρωτόδικο Δικαστήριο από το ενδιάμεσο στάδιο της διαδικασίας φαίνεται να εξάγει τελικά συμπεράσματα σε σχέση με τα επίδικα θέματα, μη περιοριζόμενο στην ανίχνευση σοβαρών ενδείξεων περί πιθανότητας ύπαρξης δικαιώματος. Παρατίθενται δε 32 παραδείγματα τα οποία, κατά τη θέση των Εφεσειόντων, «...καταδεικνύουν την ανεπίτρεπτη στάση και προσέγγιση του πρωτόδικου Δικαστηρίου...».

 

Σύμφωνα με γνωστή νομολογιακή αρχή, για τη διαπίστωση της συνδρομής της δεύτερης προϋπόθεσης του Άρθρου 32 του Ν. 14/60, συγκεκριμένα της ορατής πιθανότητας επιτυχίας, είναι αναγκαία κάποια πρωταρχική έστω αξιολόγηση της μαρτυρίας για να μπορεί το Δικαστήριο να εκτιμήσει την αποδεικτική δύναμη της υπόθεσης του αιτητή (Σεβαστού v. Σεβαστού (2002) 1(Γ) Α.Α.Δ. 1980). Όπως αναφέραμε στην Άδωνη (ανωτέρω) το εκδικάζον Δικαστήριο νομιμοποιείται σε ένα τέτοιο στάδιο να προεκτιμήσει το πραγματικό και νομικό καθεστώς της υπόθεσης ούτως ώστε να εκφέρει κρίση ως προς το κατά πόσον υπάρχει  ορατό ενδεχόμενο επιτυχίας της αγωγής. Στην υπόθεση Δήμος Λάρνακας v. Royal Ris Restaurant Ltd, Πολ. Έφ. Ε187/17, ημερ. 25.1.19, αναφέρθηκαν τα ακόλουθα:

 

«Όπου η αξιολόγηση είναι αναγκαία, αυτή πρέπει να γίνεται, για τους περιορισμένους και καθορισμένους σκοπούς, της παρούσας διαδικασίας και βεβαίως όχι για οριστική κατάληξη σε συμπεράσματα. Τούτο θα πρέπει να γίνεται μόνο για εξέταση, εκ πρώτης όψεως, των εκατέρωθεν θέσεων με έμφαση στην εκδοχή του αιτητή, που θα πρέπει να στοιχειοθετήσει ότι υπάρχει, στη βάση του δοσμένου μαρτυρικού υλικού, καλή βάση αγωγής και κατά δεύτερο, πιθανότητα επιτυχίας.»

 

Εξετάσαμε με προσοχή ένα προς ένα τα παρατεθέντα 32 συνολικά  παραδείγματα, τα οποία δεν απαιτείται να παραθέσουμε λεπτομερώς. Αυτό το οποίο διαπιστώνουμε είναι ότι κανένα από αυτά δεν αποφασίζει οποιοδήποτε από τα επίδικα θέματα κατά τρόπο τελικό και τελεσίδικο, όπως εσφαλμένα υποστηρίζουν οι Εφεσείοντες. Αντίθετα αποτελούν, κατά την κρίση μας, μια προεκτίμηση του μαρτυρικού υλικού και της νομικής κατάστασης, στα οποία εξ ανάγκης θα έπρεπε να προβεί το πρωτόδικο Δικαστήριο, ώστε να διαπιστώσει κατά πόσο υπάρχει ορατή πιθανότητα επιτυχίας των αγώγιμων δικαιωμάτων της Εφεσίβλητης. Άλλωστε το ίδιο το πρωτόδικο Δικαστήριο αναφέρει ότι «...στο στάδιο αυτό δεν αξιολογεί τις εκδοχές των μερών και δεν ασχολείται να εξακριβώσει ποιά από αυτές αληθεύει. Το Δικαστήριο δεν καταλήγει σε ευρήματα αλλά ούτε και σε συμπεράσματα σε σχέση με την υπόθεση. Ούτε θα ασχοληθεί με την επίλυση νομικών ζητημάτων που έκαστη πλευρά θίγει».

 

Δεν συμμεριζόμαστε τη θέση των Εφεσειόντων ότι τα ανωτέρω αναφερόμενα από το πρωτόδικο Δικαστήριο αποτελούν «κενές διακηρύξεις», καθότι στην πράξη αποφάσισε τελεσίδικα πολύ σημαντικά θέματα τόσο της παρούσας, όσο και της αγωγής 457/24. Αντίθετα, αυτό το οποίο έχουμε διαπιστώσει, μελετώντας προσεκτικά την προσβαλλόμενη απόφαση, είναι ότι το πρωτόδικο Δικαστήριο μετουσίωσε σε πράξη την ανωτέρω αναφερόμενη νομολογιακή αρχή.

 

Σε αντιδιαστολή με τα ανωτέρω, ενώ οι Εφεσείοντες ψέγουν το πρωτόδικο Δικαστήριο ότι αποφάσισε την ουσία των επίδικων θεμάτων, με τον λόγο έφεσης 14 παραπονούνται ότι η προσέγγιση από αυτό του μαρτυρικού υλικού ήταν μονόπλευρη, πρόχειρη και επιδερμική. Παραθέτουν δε εκφράσεις τις οποίες χρησιμοποιεί το πρωτόδικο Δικαστήριο, οι οποίες, κατά τη θέση τους, καταδεικνύουν την ανωτέρω περιγραφόμενη προσέγγιση.

 

Όπως έχουμε παρατηρήσει, το πρωτόδικο Δικαστήριο, ατυχώς, κατά την κρίση μας, χρησιμοποιεί εκφράσεις όπως: (α) «Πρόχειρη ανάγνωση του μαρτυρικού υλικού που τέθηκε ενώπιον μου...», (β) «Από μια επιδερμική ανάγνωση του όρου 6.4 της σύμβασης άδειας εκμετάλλευσης...» και (γ)  «Έχω δει το συγκεκριμένο έγγραφο στην όψη του και μόνο».

 

Αυτό το οποίο έχουμε διαπιστώσει, μελετώντας με προσοχή την πρωτόδικη απόφαση, είναι ότι η από μέρους του πρωτόδικου Δικαστηρίου μελέτη του συνόλου του μαρτυρικού υλικού κάθε άλλο παρά πρόχειρη, επιφανειακή ή επιδερμική θα μπορούσε να κριθεί. Θεωρούμε ότι αυτό το οποίο υπονοούσε το πρωτόδικο Δικαστήριο με τη χρήση των ανωτέρω ατυχών εκφράσεων είναι ότι δεν θα υπεισερχόταν εις βάθος στα επίδικα θέματα, αποφεύγοντας να καταλήξει σε τελικά ευρήματα ή συμπεράσματα. Ως δε έχουμε επισημάνει αμέσως πιο πάνω, το πρωτόδικο Δικαστήριο ήταν πολύ προσεκτικό στην προσέγγιση όχι μόνο του μαρτυρικού υλικού, το οποίο αξιολόγησε στην όψη του μόνο και όπου τούτο ήταν αναγκαίο, αλλά και των εγερθέντων νομικών ζητημάτων.

 

Υποστηρίζουν επίσης οι Εφεσείοντες ότι το πρωτόδικο Δικαστήριο αναφέρει «λίστα γεγονότων» που δήθεν αποτελούσαν κοινό έδαφος ή δεν αμφισβητούνταν ενώ αυτό δεν ίσχυε, ούτε προέκυπτε από το μαρτυρικό υλικό. Κατά τον ίδιο τρόπο, το πρωτόδικο Δικαστήριο, σύμφωνα με το παράπονο των Εφεσειόντων, σε διάφορα σημεία της προσβαλλόμενης απόφασης θεωρεί ότι αναφορές αποτελούσαν κοινό έδαφος, κάτι το οποίο επίσης δεν ίσχυε.

 

Όπως παρατηρούμε, στις σελίδες 48 – 50 της προσβαλλόμενης απόφασης καταγράφεται σειρά γεγονότων, τα οποία, σύμφωνα με το πρωτόδικο Δικαστήριο «...αποτελούν κοινό έδαφος των διαδίκων και/ή εν πάσει (sic) περιπτώσει δεν αποτελούν σημεία αμφισβήτησης...». Κατόπιν προσεκτικής εξέτασης τους έχουμε διαπιστώσει ότι τα ως άνω καταγεγραμμένα γεγονότα, στη συντριπτική τους πλειοψηφία, παρέμειναν εκτός πεδίου αντιπαράθεσης των εκατέρωθεν πλευρών με αποτέλεσμα ορθά να έχουν κριθεί από το πρωτόδικο Δικαστήριο ότι αποτελούν «κοινό έδαφος», εννοείται στο πλαίσιο της αίτησης. Όπως επίσης παρατηρούμε, δεν συγκεκριμενοποιείται από τους Εφεσείοντες με ποιο ή ποια από τα καταγεγραμμένα γεγονότα διαφωνούν ότι αποτελούν «κοινό έδαφος». Δεν ήταν αρκετό για του Εφεσείοντες να εκφράσουν, γενικά και αόριστα, τη διαφωνία τους με το πρωτόδικο Δικαστήριο, αλλά θα έπρεπε να παραπέμψουν στα συγκεκριμένα γεγονότα με τα οποία διαφωνούν ότι αποτελούν κοινό τόπο (Γενικός Εισαγγελέας v. Μαυρέα, ανωτέρω). Η ίδια παρατήρηση μας ισχύει και σε σχέση με τις κατ’ ισχυρισμόν αναφορές του πρωτόδικου Δικαστηρίου σε άλλα σημεία της προσβαλλόμενης απόφασης σε άλλα γεγονότα ότι αποτελούν κοινό τόπο. Ούτε σε αυτή την περίπτωση συγκεκριμενοποιείται από τους Εφεσείοντες σε ποια επακριβώς γεγονότα αναφέρονται, με εξαίρεση την αναφορά τους στο εκ πρώτης όψεως συμπέρασμα του πρωτόδικου Δικαστηρίου ότι «Όλα τα δικαιώματα του συγκεκριμένου παιχνιδιού ουδέποτε ανήκαν στους Εναγόμενους αλλά κατά τον ουσιώδη χρόνο ανήκαν στους Ενάγοντες, ως είναι κοινό έδαφος των διαδίκων...». Οι Εφεσείοντες υποστηρίζουν ότι «αυτό δεν ίσχυε».

 

Όπως έχουμε παρατηρήσει, στη συγκεκριμένη παράγραφο, μέρος της οποίας αποτελεί το αμέσως πιο πάνω παρατεθέν απόσπασμα, το πρωτόδικο Δικαστήριο αναφέρεται, κατά κύριο λόγο, στα «ιδιοκτησιακά δικαιώματα του επίμαχου παιγνιδιού». Το γεγονός δε ότι η Εφεσίβλητη έχει τα ιδιοκτησιακά δικαιώματα του επίμαχου παιγνιδιού συνάγεται, εκ πρώτης όψεως τουλάχιστον, από το περιεχόμενο των κατατεθέντων ως τεκμηρίων συμφωνητικών εγγράφων, το οποίο δεν αμφισβητείται από πλευράς Εφεσειόντων. Συνεπώς, αδίκως προσβάλλουν ως λανθασμένο το ανωτέρω εύρημα του πρωτόδικου Δικαστηρίου. Θα πρέπει ακόμα να επισημανθεί ότι στη συγκεκριμένη παράγραφο το πρωτόδικο Δικαστήριο, στη βάση των όσων αναφέρει, καταλήγει σε εκ πρώτης όψεως συμπέρασμα ως προς τη διεθνή εμπορική φήμη της Εφεσίβλητης με εμβέλεια που καλύπτει την Κύπρο, συμπέρασμα το οποίο έχουμε κρίνει ότι είναι αυθαίρετο.

 

Πέραν των πιο πάνω, υποστηρίζεται από τους Εφεσείοντες ότι το πρωτόδικο Δικαστήριο έδωσε αδικαιολόγητα ιδιαίτερη βαρύτητα στο τεκμήριο 26 της ένορκης δήλωσης της κας Barteneva, το οποίο, κατά τη θέση τους, αποτελεί κατασκευασμένη και αναξιόπιστη μαρτυρία, ενώ αγνοήθηκαν πλήρως οι δικές τους θέσεις σε σχέση με την ως άνω μαρτυρία.

 

Κατά πρώτο θα πρέπει να διευκρινίσουμε ότι το τεκμήριο 26 αποτελεί τη γραπτή δήλωση του προσώπου που είχε δώσει τις πληροφορίες στην Εφεσίβλητη εν σχέσει με την κατασκευή αντιγράφου του παιγνιδιού Race Master από τους Εφεσείοντες. Ως έχει ήδη αναφερθεί, η ως άνω γραπτή δήλωση παρουσιάστηκε ως τεκμήριο μέσω της ένορκης δήλωσης της κας Barteneva. Κατά δεύτερο, δεν συμμεριζόμαστε τη θέση των Εφεσειόντων ότι δόθηκε ιδιαίτερη βαρύτητα στην ανωτέρω γραπτή δήλωση από το πρωτόδικο Δικαστήριο. Ουδόλως προκύπτει κάτι τέτοιο από την προσβαλλόμενη απόφαση. Αντίθετα αυτό το οποίο προκύπτει είναι ότι το πρωτόδικο Δικαστήριο την ενέταξε στο σύνολο του μαρτυρικού υλικού και τη συνεκτίμησε με την υπόλοιπη μαρτυρία. Ασφαλώς δεν ήταν το κατάλληλο στάδιο για να αποφασιστεί η βαρύτητα που θα αποδίδετο στην ως άνω γραπτή δήλωση, ούτε και να εξεταστεί ο ισχυρισμός των Εφεσειόντων ότι αποτελούσε «κατασκευασμένη» και συνεπώς αναξιόπιστη μαρτυρία. Αναμφισβήτητα πρόκειται για ζητήματα που άπτονται της αξιολόγησης της ως άνω μαρτυρίας, η οποία μόνο σε τελικό στάδιο θα μπορούσε να αποφασιστεί.

 

Προσβάλλεται επίσης ως λανθασμένη η αναφορά του πρωτόδικου Δικαστηρίου ότι δεν έχει εντοπίσει καταγεγραμμένη θέση των Εφεσειόντων σε σχέση με την καθαρή μείωση του καθαρού κέρδους του παιγνιδιού. Κάτι τέτοιο, ως διατείνονται, δεν ίσχυε. Δεν συγκεκριμενοποιούν όμως ποια επακριβώς ήταν η θέση τους επί του ανωτέρω ζητήματος, ούτε παραπέμπουν στο συγκεκριμένο σημείο της παρουσιασθείσας από αυτούς ένορκης μαρτυρίας, με το οποίο ισχυρίζονται ότι απαντούν στο αίτημα της Εφεσίβλητης να της παράσχουν πρόσθετες πληροφορίες σχετικά με τις δαπάνες προώθησης και διαφήμισης του παιγνιδιού, ώστε να διαφανεί η κατ’ ισχυρισμόν λανθασμένη προσέγγιση του ως άνω ζητήματος από το πρωτόδικο Δικαστήριο.  Ως αποτέλεσμα της άνω παράλειψης δεν μας παρέχεται περιθώριο για εξέταση του αμέσως πιο πάνω παραπόνου, το οποίο και θα το αγνοήσουμε.

 

Οι ίδιες επακριβώς παρατηρήσεις μας θα πρέπει να λεχθούν και σε σχέση με τη θέση των Εφεσειόντων ότι το πρωτόδικο Δικαστήριο παρερμήνευσε το τεκμήριο 30 της ένορκης δήλωσης της κας Barteneva, το οποίο αποτελεί επιστολή της Εφεσίβλητης απευθυνόμενη προς αυτούς, θεωρώντας ότι δεν υπήρξε απάντηση τους σε αυτό. Ούτε σε αυτή την περίπτωση δεν συγκεκριμενοποίησαν ποια ήταν η απάντηση τους στην ανωτέρω επιστολή.

 

Αβάσιμο κρίνεται και το παράπονο των Εφεσειόντων ότι το πρωτόδικο Δικαστήριο αναφέρεται σε ελάχιστα τεκμήρια και χωρίς ουσιαστική ανάλυση. Όπως έχουμε παρατηρήσει, το πρωτόδικο Δικαστήριο ορθά προέβη σε σχολιασμό των τεκμηρίων τα οποία σχετίζονται με τα επίδικα ζητήματα, αποφεύγοντας να ασχοληθεί με το σύνολο των τεκμηρίων.

 

Παραπονούνται περαιτέρω οι Εφεσείοντες ότι το πρωτόδικο Δικαστήριο έλαβε υπόψη του μαρτυρία, η οποία περιέχεται σε συμπληρωματική ένορκη δήλωση της Εφεσίβλητης, παρά το ότι σε προγενέστερο στάδιο είχε εκδώσει μονομερώς διατάγματα εναντίον τους. Αυτό το οποίο παρατηρούμε όμως είναι ότι δεν καθορίζεται στην αιτιολογία του λόγου Έφεσης ποια επακριβώς ήταν η μαρτυρία από τη ρηθείσα συμπληρωματική ένορκη δήλωση της Εφεσίβλητης, η οποία και αλλοίωσε την εικόνα της αρχικής ένορκης δήλωσης της κας Barteneva, στη βάση της οποίας εκδόθηκαν μονομερώς τα εναντίον τους διατάγματα. Είναι γνωστή η νομολογιακή αρχή σύμφωνα με την οποία η εικόνα που μεταδίδεται με την αρχική ένορκη δήλωση δεν επιτρέπεται να μεταβληθεί ή αλλοιωθεί μεταγενέστερα (Κούππα v. Πουλλάς Τσαδιώτης Λίμιτεδ, ανωτέρω). Ούτε και επεξηγούν οι Εφεσείοντες ποια συγκεκριμένη μαρτυρία της αρχικής ένορκης δήλωσης της κας Barteneva αλλοιώθηκε ή και διαφοροποιήθηκε μέσω της συμπληρωματικής της ένορκης δήλωσης. Ανεξάρτητα όμως από αυτό, θεωρούμε απόλυτα ορθή την παρατήρηση του πρωτόδικου Δικαστηρίου ότι οι ίδιοι οι Εφεσείοντες «...στο εισηγούμενο χρονοδιάγραμμα εκδίκασης της παρούσας αίτησης που συμφώνησαν με τους Ενάγοντες [...] πρότειναν στο Δικαστήριο [...] τη δυνατότητα καταχώρησης συμπληρωματικής ένορκης μαρτυρίας από μέρους των Εναγόντων [...] και ακολούθως τη δυνατότητα καταχώρησης συμπληρωματικής γραπτής μαρτυρίας από μέρους των Εναγομένων...».

 

Αφ’ ης στιγμής λοιπόν οι ίδιοι οι Εφεσείοντες εισηγήθηκαν και αποδέχθηκαν την καταχώριση συμπληρωματικής ένορκης δήλωσης εκ μέρους της Εφεσίβλητης, χωρίς μάλιστα να θέσουν οποιοδήποτε περιορισμό στα ζητήματα στα οποία αυτή μπορούσε να απαντήσει μέσω της συμπληρωματικής ένορκης δήλωσης, αδίκως παραπονούνται ότι το πρωτόδικο Δικαστήριο έλαβε υπόψη του μαρτυρία που περιέχετο στην ως άνω συμπληρωματική ένορκη δήλωση. Επιπρόσθετα, θεωρούμε πολύ εύστοχη την παρατήρηση του πρωτόδικου Δικαστηρίου ότι «...αποτελεί σχήμα οξύμωρο και συνάμα αντιφατική τοποθέτηση η πλευρά των Εναγομένων να καλεί το Δικαστήριο να εξετάσει συμπληρωματική ένορκη δήλωση της που ουσιαστικά είναι απαντητική της συμπληρωματικής ένορκης δήλωσης των Εναγόντων και την ίδια στιγμή να ζητεί από το Δικαστήριο να μην λάβει υπόψη του τη συμπληρωματική ένορκη δήλωση των Εναγόντων».

 

Απόλυτα σχετικός με τους λόγους έφεσης της παρούσας ενότητας είναι, κατά την κρίση μας, ο λόγος έφεσης 13, με τον οποίο οι Εφεσείοντες παραπονούνται ότι το πρωτόδικο Δικαστήριο εσφαλμένα αποφάσισε ότι η ύπαρξη και τα επίδικα θέματα της αγωγής 457/2024, η οποία ηγέρθη από την Εφεσείουσα 1 εναντίον της Εφεσίβλητης, δεν είχαν σχέση με την εκδίκαση της επίδικης αίτησης. Κατά συνέπεια θα εξεταστεί εντός της παρούσας ενότητας.

 

Όπως συγκεκριμένα υποστηρίζεται από τους Εφεσείοντες, με την ανωτέρω αναφερόμενη αγωγή της η Εφεσείουσα 1 αξίωσε να αναγνωριστεί ως παράνομος ο από μέρους της Εφεσίβλητης τερματισμός της επίδικης συμφωνίας παραχώρησης άδειας χρήσης και να εκδοθεί διάταγμα που να αναγνωρίζει ότι της ανήκει η βάση δεδομένων χρηστών του παιγνιδιού Race Master. Ενώ δε υπήρχε η ανωτέρω προγενέστερη αγωγή, το πρωτόδικο Δικαστήριο εξέδωσε προστακτικό διάταγμα με το οποίο η Εφεσείουσα 1 διατάχθηκε να παραδώσει στην Εφεσίβλητη την ως άνω βάση δεδομένων χρηστών του παιγνιδιού. Υποστηρίζεται ακόμα ότι με το να μην λάβει υπόψη του την εκκρεμότητα της ανωτέρω αγωγής, το πρωτόδικο Δικαστήριο δεν άσκησε ορθά τη διακριτική του ευχέρεια ούτε και σε σχέση με το ισοζύγιο της ευχέρειας προκειμένου να βρει την επιλογή η οποία θα προκαλούσε τους λιγότερους κινδύνους αδικίας.

 

Τα όσα ανωτέρω υποστηρίζονται από τους Εφεσείοντες δεν μας βρίσκουν σύμφωνους. Αντίθετα μας βρίσκει απόλυτα σύμφωνους η κατάληξη του πρωτόδικου Δικαστηρίου πως «Το ότι τα αιτούμενα διατάγματα ταυτίζονται και με διατάγματα που ζητούνται στην εκκρεμούσα υπόθεση 457/2024 ουδεμία σχέση έχει». Tο πρωτόδικο Δικαστήριο προέβη στην έκδοση καθώς και στην οριστικοποίηση των επίδικων διαταγμάτων βασιζόμενο στη μαρτυρία που παρουσιάστηκε ενώπιον του στο πλαίσιο της επίδικης αίτησης. Ειδικότερα, καθ’ όσον αφορά το εκδοθέν διάταγμα με το οποίο διατάχθηκε η παράδοση της βάσης δεδομένων χρηστών του παιγνιδιού στην Εφεσίβλητη, υπενθυμίζουμε ότι παρουσιάστηκε μαρτυρία σύμφωνα με την οποία η βάση δεδομένων χρηστών αποτελεί αναπόσπαστο μέρος του παιγνιδιού Race Master, το οποίο δεν θα μπορούσε να μεταφερθεί σε άλλο πρόσωπο χωρίς τη βάση δεδομένων χρηστών του. Αφ’ ης στιγμής διατάχθηκε η μεταφορά του ως άνω παιγνιδιού στην Εφεσίβλητη, ήταν αναγκαίο όπως διαταχθεί και η βάση δεδομένων χρηστών του. Συνεπώς ορθά, κατά την κρίση μας, δεν προσμέτρησε στην κρίση του πρωτόδικου Δικαστηρίου η εκκρεμότητα της ανωτέρω αναφερόμενης αγωγής.

 

Καθ’ όσον αφορά τη στάθμιση του ισοζυγίου της ευχέρειας, υπενθυμίζουμε ότι, ως έχουμε ήδη αναφέρει, το πρωτόδικο Δικαστήριο ορθά κατέληξε ότι γέρνει προς την πλευρά της Εφεσίβλητης, αφού έλαβε υπόψη του ότι η επιδίκαση αποζημιώσεων δεν αποτελεί επαρκή θεραπεία.

 

Δεν μας βρίσκει σύμφωνους ούτε και η θέση των Εφεσειόντων ότι το πρωτόδικο Δικαστήριο αυτοαναιρείται με την μεταγενέστερη αναφορά του ότι η αγωγή 457/2024 μπορεί να αποτελέσει τρόπο ανάκτησης της ζημιάς τους σε περίπτωση που η παρούσα υπόθεση αποτύχει. Σε καμία περίπτωση η ανωτέρω αναφορά του πρωτόδικου Δικαστηρίου βρίσκεται σε αντίθεση με την κατάληξη του ότι οι αξιώσεις της Εφεσείουσας 1 στην αγωγή 457/2024 ουδεμία σχέση έχουν με τα επίδικα διατάγματα.

 

Οι λόγοι έφεσης 1, 2, 13, 14 και 15 απορρίπτονται.

 

Όγδοη ενότητα

 

Στην ενότητα αυτή εντάσσεται ο λόγος έφεσης 18. Με τον λόγο αυτό οι Εφεσείοντες παραπονούνται ότι το πρωτόδικο Δικαστήριο προχώρησε στην έκδοση της προσβαλλόμενης απόφασης απορρίπτοντας λόγους ένστασης έχοντας αντιληφθεί εσφαλμένα το περιεχόμενο και τη σημασία τους, με αποτέλεσμα να μην τους εξετάσει ή να τους απορρίψει συνοπτικά χωρίς δέουσα αιτιολογία. Πιο συγκεκριμένα τα θέματα για τα οποία παραπονούνται οι Εφεσείοντες είναι τα ακόλουθα:

 

(α) Η απόρριψη του λόγου ένστασης τους με τον οποίο προωθήθηκε η θέση ότι τυχόν έγκριση της αίτησης θα οδηγήσει σε παραβίαση του περί Συμβάσεων Νόμου Κεφ. 149, του περί Αστικών Αδικημάτων Νόμου Κεφ. 148 και του περί Πνευματικής Ιδιοκτησίας Ν. 59/76.

 

(β) Η απόρριψη του λόγου ένστασης τους με τον οποίο προώθησαν τη θέση ότι οποιαδήποτε αποκάλυψη πληροφοριών συνιστά ανεπίτρεπτη αλίευση μαρτυρίας εκ μέρους της Εφεσίβλητης.

 

(γ) Η απόρριψη του λόγου ένστασης τους με τον οποίο επικαλέστηκαν ενέργεια της Εφεσίβλητης να αποξενώσει τα πνευματικά δικαιώματα της επί του παιγνιδιού Master Race, παρά το ότι η Εφεσίβλητη δεσμεύτηκε ενόρκως ότι δεν επρόκειτο να αποξενώσει τα ως άνω δικαιώματα της.

 

(δ) Η απόρριψη του λόγου ένστασης τους με τον οποίο προώθησαν τη θέση ότι τα μονομερώς εκδοθέντα διατάγματα δεν περιορίζονται εντός της επικράτειας της Κυπριακής Δημοκρατίας.

 

(ε) Η απόρριψη του λόγου ένστασης τους με τον οποίο προώθησαν τη θέση ότι το λεκτικό των εκδοθέντων διαταγμάτων είναι ασαφές και αόριστο.

 

(στ) Η απόρριψη του λόγου ένστασης τους με το οποίο προώθησαν τη θέση ότι η Εφεσίβλητη δεν έχει το κατάλληλο locus standi στην καταχώρηση της παρούσας υπόθεσης.

 

(ζ) Η διατύπωση από το πρωτόδικο Δικαστήριο αντιφατικών θέσεων ως προς το κατά πόσο η δήλωση της Εφεσίβλητης ότι δικαιούται να έχει πρόσβαση στην οικονομική βάση δεδομένων και στα εργαλεία της Εφεσείουσας 1 είναι ή όχι σχετικό γεγονός.

 

Θα πρέπει να υπενθυμίσουμε ότι τα υπό (α), (γ), (δ) και (στ) ανωτέρω εγειρόμενα θέματα έχουν ήδη εξεταστεί και αποφασιστεί στο πλαίσιο της εξέτασης άλλων λόγων έφεσης. Συνεπώς θεωρούμε αχρείαστη την εκ νέου εξέταση τους. Καθ’ όσον αφορά το υπό (β) εγειρόμενο θέμα, επισημαίνουμε ότι το πρωτόδικο Δικαστήριο δεν εξέδωσε τα αιτούμενα διατάγματα αποκάλυψης πληροφοριών, αφήνοντας τα να αποφασιστούν σε τελικό στάδιο. Συνεπώς η εξέταση του υπό αναφορά εγειρόμενου θέματος έχει καταστεί πλέον αλυσιτελής.

 

Καθ’ όσον αφορά το υπό (στ) εγειρόμενο θέμα, όπως έχουμε παρατηρήσει, δεν καλύπτεται από τον λόγο έφεσης, αφού δεν σχετίζεται με απορριφθέντα λόγο ένστασης, αλλά αποτελεί επέκταση του λόγου έφεσης, κάτι το οποίο είναι ανεπίτρεπτο. Συνεπώς το αγνοούμε (Θεοχάρους v. Εκδόσεις «Αρκτίνος» Λτδ κ.ά. Πολ. Έφ. 285/2014 ημερ. 27.2.24).

 

Το υπό (ε) εγειρόμενο θέμα της ασάφειας του λεκτικού των επίδικων διαταγμάτων εγείρεται με ξεχωριστό λόγο έφεσης, τον οποίο θα εξετάσουμε σε επόμενη ενότητα. Για τον λόγο αυτό δεν θα το εξετάσουμε σε αυτή την ενότητα.

 

Ο λόγος έφεσης 18 απορρίπτεται.

 

Έννατη ενότητα

 

Στην ενότητα αυτή εντάσσεται ο λόγος έφεσης 22. Με αυτόν οι Εφεσείοντες παραπονούνται ότι εσφαλμένα το πρωτόδικο Δικαστήριο αποφάσισε ότι η επίδικη υπόθεση αφορούσε σε έκδοση ενδιάμεσου διατάγματος που να απαγορεύει επικαλούμενη υφιστάμενη παραβίαση συμβατικών και αστικών δικαιωμάτων της Εφεσίβλητης, κατά την οποία υπέστη ζημιές. Σύμφωνα με όσα υποστηρίζουν στην αιτιολογία του λόγου έφεσης, αφ’ ης στιγμής υπήρχε παραδοχή της Εφεσίβλητης αλλά και εύρημα του πρωτόδικου Δικαστηρίου ότι η αίτηση δεν προωθείται σε προληπτική βάση (quia timet), η επίδικη απαίτηση ήταν πρόωρη, καθώς η Εφεσίβλητη έλαβε δικαστικά μέτρα ενόσω βρίσκονταν σε ισχύ τα συμβατικά δικαιώματα της Εφεσείουσας 1 για διανομή του παιγνιδιού στις ηλεκτρονικές πλατφόρμες, δεν είχε κυκλοφορήσει οποιοδήποτε άλλο παιγνίδι και ούτε είχε προκληθεί οποιαδήποτε ζημιά στην Εφεσίβλητη. Υποστηρίζουν ακόμα ότι η επίδικη σύμβαση παραχώρησης άδειας χρήσης τερματίστηκε από την Εφεσίβλητη χωρίς να υπάρξει παραβίαση της, χωρίς να γίνει χρήση από την Εφεσίβλητη του προβλεπομένου στη σύμβαση μηχανισμού επίλυσης διαφορών και χωρίς η ίδια η Εφεσίβλητη να επικαλείται ότι υπήρξε οποιαδήποτε παράβαση της σύμβασης.

 

Το πρωτόδικο Δικαστήριο αναφέρει τα ακόλουθα σε σχέση με το συγκεκριμένο ζήτημα:

 

«Η παρούσα δεν είναι από τις περιπτώσεις όπου επιδιώκεται η έκδοση ενδιάμεσου διατάγματος ώστε να εμποδιστούν οι Εναγόμενοι να προχωρήσουν στην τέλεση επαπειλούμενης πράξης στο μέλλον. Η παρούσα υπόθεση αφορά περίπτωση στην οποίαν οι Ενάγοντες ζήτησαν την έκδοση ενδιάμεσου διατάγματος που να απαγορεύει επικαλούμενη υφιστάμενη παραβίαση συμβατικών και αστικών δικαιωμάτων τους από τους Εναγόμενους, κατά την οποίαν ισχυρίζονται ότι υπέστηκαν ζημιές. Αν κάποιος αναγνώσει την έκθεση απαίτησης θα παρατηρήσει ότι δικογραφούνται διάφορες βάσεις αγωγής και αξιώνονται σωρεία θεραπειών, ανάμεσα στις οποίες γενικές και τιμωρητικές και/ή παραδειγματικές αποζημιώσεις. Επίσης δικογραφείται η θέση ότι συνεπεία των κατ' ισχυρισμό πράξεων των Εναγομένων οι Ενάγοντες υπέστηκαν ζημιές άνω των €2.000.000 και ότι συνεχίζουν να υφίστανται ζημιές».

 

Κατά πρώτον θα πρέπει να αναφέρουμε ότι δεν φαίνεται να έχει εγερθεί ενώπιον του πρωτόδικου Δικαστηρίου ζήτημα ως προς το ότι η απαίτηση της Εφεσίβλητης ήταν πρόωρη. Όπως έχουμε παρατηρήσει, στην Ένσταση των Εφεσειόντων δεν υπάρχει λόγος ο οποίος εγείρει το συγκεκριμένο ζήτημα.  Ως αποτέλεσμα, δεν μπορεί να εγείρεται ενώπιον μας τέτοιο ζήτημα, εφόσον δεν ηγέρθη πρωτόδικα (Ορουντιώτης κ.ά. Loukas Georgiou Management Ltd κ.ά. Πολ. Έφ. Αρ. 71/2017 ημερ. 14.10.21, ECLI:CY:AD:2021:A453). Ανεξάρτητα όμως από αυτό, αφ’ ης στιγμής η Εφεσείουσα 1 θεωρούσε ότι η επίδικη σύμβαση παραχώρησης άδειας χρήσης εξακολουθούσε να βρίσκεται σε ισχύ, είναι άξιον απορίας γιατί  προσέφυγε πρώτη στο Δικαστήριο με ξεχωριστή αγωγή, πριν ακόμα η Εφεσίβλητη καταχωρίσει την επίδικη απαίτηση της, αξιώνοντας με την αγωγή της να αναγνωριστεί ως παράνομος ο από μέρους της Εφεσίβλητης τερματισμός της ως άνω επίδικης σύμβασης.

 

Κατά δεύτερον, θα πρέπει να υπενθυμίσουμε ότι το πρωτόδικο Δικαστήριο κατέληξε ότι απεδείχθη το ορατό ενδεχόμενο επιτυχίας της απαίτησης της Εφεσίβλητης εν σχέσει με το αγώγιμο δικαίωμα της παράβασης της επίδικης σύμβασης εκ μέρους της Εφεσείουσας 1, κατάληξη την οποία έχουμε κρίνει ως απόλυτα ορθή. Κατά συνέπεια οποιαδήποτε περαιτέρω εξέταση του ανωτέρω ζητήματος, καθίσταται αλυσιτελής.

 

Ο λόγος έφεσης 22 απορρίπτεται.

 

Δέκατη ενότητα

 

Στην ενότητα αυτή εντάσσεται ο λόγος έφεσης 7, με τον οποίο οι Εφεσείοντες παραπονούνται ότι το πρωτόδικο Δικαστήριο εσφαλμένα αποφάσισε ότι δεν υπάρχει οποιαδήποτε ασάφεια ή και αοριστία στα μονομερώς εκδοθέντα διατάγματα.

 

Το αμέσως πιο πάνω ζήτημα ηγέρθη από τους Εφεσείοντες ενώπιον του Ανωτάτου Δικαστηρίου κατά την άσκηση της πρωτογενούς του δικαιοδοσίας στα πλαίσια της υπόθεσης Αναφορικά με την Αίτηση των                            1. Saygames Ltd κ.ά. Πολ. Αίτηση Αρ. 174/24 ημερ. 22.10.24. Αποφασίστηκαν δε τα ακόλουθα, τα οποία μεταφέρουμε αυτούσια:

 

«Ανάγνωση των διαταγμάτων στην ίδια την όψη του πρακτικού του κατώτερου Δικαστηρίου δεν φαίνεται να απολήγει στην αποδιδόμενη ασάφεια ή αντιφατικότητα. Τα διατάγματα απαγορεύουν συγκεκριμένες ενέργειες και θέτουν κάποιες εξαιρέσεις. Το πρώτο διάταγμα απαγορεύει διάφορες ενέργειες, εκτός ως προνοείται στη συμφωνία άδειας εκμετάλλευσης του παιγνιδιού, η οποία είχε συναφθεί μεταξύ των Αιτητών 1 και των εναγόντων και αποτελεί αντικείμενο τόσο της υπό κρίση αγωγής όσο και της προγενέστερης αγωγής την οποία ήγειραν οι Αιτητές 1, αντικείμενο των οποίων είναι η εν λόγω συμφωνία, ο καθορισμός  των δικαιωμάτων και υποχρεώσεων τους δυνάμει αυτής και κατά πόσο αυτή έχει νόμιμα τερματιστεί. Η φράση «παιγνίδι που ομοιάζει» με το επίδικο παιγνίδι αναφέρεται σε όμοιο αυτού που αποτελεί το αντικείμενο της συμφωνίας μεταξύ των μερών. Ούτε και η φράση «να λάβουν κάθε απαραίτητη ενέργεια για μεταφορά και μεταβίβαση τόσο των δεδομένων των χρηστών όσο και των εμπορικών σημάτων σε σχέση με το παιγνίδι» οδηγεί σε ασάφεια, εφόσον αναφέρεται στις δέουσες ενέργειες οι οποίες είναι αναγκαίες για την επίτευξη του τελικού σκοπού ο οποίος φαίνεται να είναι σαφώς προσδιορισμένος. Η φράση «και/ή οποιουδήποτε άλλου εμπορικού σήματος που αφορά το Παιγνίδι . που βρίσκεται υπό τον έλεγχο και/ή κατοχή . και/ή ενεγράφη κατόπιν οδηγιών» των Αιτητών 1 και πάλι δεν φαίνεται να δημιουργεί οποιαδήποτε αμφιβολία ως προς το περιεχόμενο της».

 

Μας βρίσκουν απόλυτα σύμφωνους τα όσα ανωτέρω αναφέρθηκαν από το Ανώτατο Δικαστήριο, τα οποία και υιοθετούμε.

 

Ενδέκατη ενότητα

 

Στην ενότητα αυτή εντάσσονται οι λόγοι έφεσης οι οποίοι προσβάλλουν την επάρκεια της παρασχεθείσας από την Εφεσίβλητη εγγύησης. Συγκεκριμένα με τον λόγο έφεσης 48 οι Εφεσείοντες παραπονούνται ότι εσφαλμένα το πρωτόδικο Δικαστήριο αποφάσισε πως η υπογραφή εγγύησης για το ποσό των €400.000 ήταν επαρκής για την έκδοση των δραστικών διαταγμάτων. Με τον λόγο έφεσης 49 παραπονούνται ότι εσφαλμένα το πρωτόδικο Δικαστήριο αποφάσισε πως δεν μπορούσε να αναθεωρήσει ή να αυξήσει το ανωτέρω ποσό. Σύμφωνα με όσα υποστηρίζουν οι Εφεσείοντες, με βάση το μαρτυρικό υλικό, το καθαρό κέρδος που προκύπτει από τις βάσεις δεδομένων χρηστών ήταν €400.000 - €700.000 μηνιαίως. Η δε Εφεσίβλητη είναι αλλοδαπή εταιρεία, χωρίς παρουσία ή δεσμό με την Κυπριακή Δημοκρατία. Συνεπεία των πιο πάνω θα έπρεπε να διαταχθεί όπως καταβάλει τραπεζική εγγύηση ή χρήματα στο Δικαστήριο και μάλιστα για πολύ μεγαλύτερο ποσό.

 

Το πρωτόδικο Δικαστήριο, βασιζόμενο στα νομολογηθέντα στην υπόθεση Melouskia Commercial Ltd κ.ά. v. Chumachenko κ.ά. (2014) 1 Α.Α.Δ 2110, κατέληξε, ορθά κατά την κρίση μας, ότι «...ενδεχόμενη διαφοροποίηση του ύψους της εγγύησης που δόθηκε δεν εξετάζεται στα πλαίσια της παρούσας διαδικασίας [...] Θέμα για τυχόν αύξηση του ύψους της εγγύησης [...] αποτελεί αντικείμενο εξέτασης σε άλλη αίτηση».

 

Δεν παρέχεται πεδίο για επέμβαση μας στην ως άνω κατάληξη του πρωτόδικου Δικαστηρίου. Επιπρόσθετα, δεν έχουμε διαπιστώσει οποιαδήποτε παραβίαση του Κ. 25.7(1) (α) των Κανονισμών Πολιτικής Δικονομίας του 2023, ο οποίος προνοεί για την ανάληψη δέσμευσης προς το Δικαστήριο καταβολής αποζημιώσεων από τον αιτητή, προς όφελος του οποίου εκδίδεται ενδιάμεσο διάταγμα.

 

Οι λόγοι έφεσης 48 και 49 απορρίπτονται.

 

Δωδέκατη ενότητα

 

Στην τελευταία ενότητα εντάσσεται ο λόγος έφεσης 50, με τον οποίο οι Εφεσείοντες προσβάλλουν την απόφαση του πρωτόδικου Δικαστηρίου να επιδικάσει εναντίον τους τα έξοδα της αίτησης. Όπως υποστηρίζουν, το πρωτόδικο Δικαστήριο θα έπρεπε να απορρίψει την αίτηση και να επιδικάσει προς όφελος τους τα έξοδα.

 

Το πρωτόδικο Δικαστήριο, αφού έλαβε υπόψη του αφενός την επιτυχία της αίτησης, αφετέρου τον γενικό κανόνα ότι τα έξοδα επιδικάζονται υπέρ του επιτυχόντος διαδίκου, επιδίκασε τα έξοδα της αίτησης υπέρ της Εφεσίβλητης. Εφαρμόζοντας δε τον Κ.39. 7 των Κανονισμών Πολιτικής Δικονομίας του 2023 προχώρησε σε συνοπτικό υπολογισμό των εξόδων, τα οποία μείωσε κατά ποσοστό 10%, ενόψει του ότι οι διάδικοι δεν είχαν συμμορφωθεί με την προβλεπόμενη στον Κ.39. 9(1) υποχρέωση τους για υποβολή καταλόγου εξόδων με τα αξιούμενα ποσά.

 

Σύμφωνα με νομολογιακή αρχή, η απονομή των εξόδων ανάγεται στη διακριτική ευχέρεια του Δικαστηρίου, ευχέρεια η οποία ασκείται δικαστικά με γνώμονα, ως κύριο μέτρο, το αποτέλεσμα της υπόθεσης (Χάσικος κ.ά. v. Xαραλαμπίδη (1990) 1 Α.Α.Δ. 389, Θρασυβούλου v. Arto Estates Limited (1993) 1 A.A.Δ. 12). Η εν λόγω νομολογιακή αρχή έχει πλέον ενσωματωθεί στον Κ.39. 2(1) των Κανονισμών Πολιτικής Δικονομίας του 2023, ο οποίος προβλέπει, ως γενικό κανόνα, ότι ο αποτυχών διάδικος διατάσσεται να καταβάλει τα έξοδα του επιτυχόντος  διαδίκου, τηρουμένης φυσικά της προνοουμένης στον Κ.39. 1(1) πρωταρχικής αρχής ότι όλα τα έξοδα εμπίπτουν στη διακριτική ευχέρεια του Δικαστηρίου.

 

Στην προκείμενη περίπτωση δεν έχει διαφανεί οποιοσδήποτε λόγος ο οποίος θα δικαιολογούσε την επέμβαση μας στον τρόπο με τον οποίο το πρωτόδικο Δικαστήριο άσκησε τη διακριτική του ευχέρεια.

 

Ο λόγος έφεσης 50 απορρίπτεται.

 

Πριν τελειώσουμε δεν θα μπορούσαμε παρά να εκφράσουμε την απαρέσκεια μας στον τρόπο προώθησης της Έφεσης. Με τους 50 λόγους έφεσης προσβλήθηκε κατ’ ουσίαν το σύνολο της πρωτόδικης απόφασης, η οποία καταλαμβάνει 67 σελίδες. Ακόμα και τα πιο ασήμαντα θέματα τέθηκαν στο στόχαστρο των Εφεσειόντων μέσω πολύπλοκων λόγων έφεσης.  Οι συνήγοροι της Εφεσίβλητης, στο δικό τους περίγραμμα, απέδωσαν δικό τους χαρακτηρισμό για τον ως άνω χειρισμό υπό των Εφεσειόντων («πυροβολώ και ό,τι προκύψει»). Δεν χρειάζεται να δώσουμε συνέχεια. Αισθανόμαστε όμως την ανάγκη να σημειώσουμε ότι ο όλος τρόπος προώθησης της έφεσης είχε ως αποτέλεσμα την εν πολλοίς αχρείαστη δαπάνη χρόνου και μόχθου, εννοείται εις βάρος άλλων υποθέσεων του Εφετείου.  Αρκούμαστε στο να υπενθυμίσουμε τις νομολογιακές αρχές σε σχέση με τη σύνταξη λόγων έφεσης, καθώς και τις πρόνοιες του νέου Κ.41.16(7),(8) σε σχέση με το περιεχόμενο ενός περιγράμματος αγόρευσης. Αναμένουμε από τους συνηγόρους όλων των διαδίκων ότι, ως λειτουργοί της δικαιοσύνης, θα υποβοηθούν το έργο των Δικαστηρίων, ώστε να μετουσιωθεί σε πράξη η συνταγματική επιταγή για απονομή της δικαιοσύνης εντός ευλόγου χρόνου.

 

Κατάληξη

 

Η Έφεση επιτυγχάνει μερικώς. Η πρωτόδικη απόφαση τροποποιείται δια της προσθήκης στο τέλος του υπό παρ. Β μονομερώς εκδοθέντος διατάγματος, το οποίο οριστικοποιήθηκε δια της προσβαλλόμενης απόφασης, της φράσης: «Το διάταγμα θα έχει ισχύ εντός της επικράτειας της Κυπριακής Δημοκρατίας». Το υπόλοιπο μέρος της προσβαλλόμενης απόφασης επικυρώνεται.

 

Η μερική επιτυχία της Έφεσης λαμβάνεται υπόψη στον από μέρους μας καθορισμό των εξόδων.

 

Επιδικάζονται €6.000 έξοδα, πλέον Φ.Π.Α., εάν υπάρχει, υπέρ της Εφεσίβλητης και εις βάρος των Εφεσειόντων αλληλεγγύως και ή κεχωρισμένως.

 

 

 

 

 

Χ.Β. ΧΑΡΑΛΑΜΠΟΥΣ, Δ.

 

 

 

Μ. ΤΟΥΜΑΖΗ, Δ.

 

 

 

Θ. ΘΩΜΑ, Δ.


cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο