ΠΑΡΑΣΚΕΥΟΥΛΑ ΠΑΝΑΓΙΩΤΑΚΗ v. ΚΥΠΡΙΑΚΗ ΕΤΑΙΡΕΙΑ ΔΙΑΧΕΙΡΙΣΗΣ ΠΕΡΙΟΥΣΙΑΚΩΝ ΣΤΟΙΧΕΙΩΝ ΛΙΜΙΤΕΔ, Πολιτική Έφεση Αρ.: Ε7/2020, 20/10/2026
print
Τίτλος:
ΠΑΡΑΣΚΕΥΟΥΛΑ ΠΑΝΑΓΙΩΤΑΚΗ v. ΚΥΠΡΙΑΚΗ ΕΤΑΙΡΕΙΑ ΔΙΑΧΕΙΡΙΣΗΣ ΠΕΡΙΟΥΣΙΑΚΩΝ ΣΤΟΙΧΕΙΩΝ ΛΙΜΙΤΕΔ, Πολιτική Έφεση Αρ.: Ε7/2020, 20/10/2026

ΕΦΕΤΕΙΟ ΚΥΠΡΟΥ ‑ ΠΟΛΙΤΙΚΗ ΔΙΚΑΙΟΔΟΣΙΑ

 

(Πολιτική Έφεση Αρ.: Ε7/2020)

 

20 Οκτωβρίου 2026

 

[Δ. ΚΙΤΣΙΟΣ, Μ.Γ. ΠΙΚΗΣ, Μ. ΔΡΟΥΣΙΩΤΗΣ, Δ/ΣΤΕΣ]

 

ΠΑΡΑΣΚΕΥΟΥΛΑ ΠΑΝΑΓΙΩΤΑΚΗ,

Εφεσείουσα,

v.

 

ΚΥΠΡΙΑΚΗ ΕΤΑΙΡΕΙΑ ΔΙΑΧΕΙΡΙΣΗΣ

ΠΕΡΙΟΥΣΙΑΚΩΝ ΣΤΟΙΧΕΙΩΝ ΛΙΜΙΤΕΔ,

Εφεσίβλητοι.

___________________

 

Ε. Σ. Σωκράτους (κα) για Σωτηρούλα Σταυρή – Σωκράτους & Σία Δ.Ε.Π.Ε., για την Εφεσείουσα.

Α. Άνθιμου (κα) για Ανδρέας Δημητριάδης & Σία Δ.Ε.Π.Ε., για τους Εφεσίβλητους.

 

ΚΙΤΣΙΟΣ, Δ.: Η απόφαση του Δικαστηρίου είναι ομόφωνη και θα δοθεί από τον δικαστή Πική.

 

Α Π Ο Φ Α Σ Η

 

Με την υπό κρίση έφεση προσβάλλεται η ενδιάμεση απόφαση του Επαρχιακού Δικαστηρίου Πάφου ημερομηνίας 29.11.2019 (Αγωγή 266/2019), με την οποία ακυρώθηκε το μονομερές διάταγμα ημερομηνίας 21.03.2019 που εμπόδιζε τους Εφεσίβλητους (Εναγόμενους 1) να διαθέσουν, πωλήσουν ή επιβαρύνουν το ενυπόθηκο ½ εξ αδιαιρέτου μερίδιο ακινήτου στη Γεροσκήπου (Υποθήκη Υ390/11, Κτηματολόγιο Πάφου). Παράλληλα, το πρωτόδικο Δικαστήριο απέρριψε στο σύνολο την αίτηση διά κλήσεως για την έκδοση περαιτέρω απαγορευτικών και προστακτικών διαταγμάτων, τα οποία απέβλεπαν στην παρεμπόδιση της διαδικασίας εκποίησης ή δημόσιου πλειστηριασμού του ακινήτου δυνάμει του περί Μεταβιβάσεως και Υποθηκεύσεως Ακινήτων Νόμου του 1965 (Ν. 9/1965) (εφεξής «ο Νόμος»), στη διαφύλαξη του ιδιοκτησιακού καθεστώτος και στην αποτροπή τυχόν ζημιάς στην Αιτήτρια.

 

Το ακίνητο κατά το ½ εξ αδιαιρέτου μερίδιο ανήκει στην Εφεσείουσα, ενώ το έτερο εξ αδιαιρέτου μερίδιο, πριν την έναρξη της διαδικασίας του Μέρους VIA του Νόμου, άνηκε στην αδελφή της (Εναγόμενη 2). Εντός του ακινήτου ευρίσκεται παλαιότερη ανεξάρτητη ισόγεια κατοικία στην οποία διαμένουν οι υπερήλικοι γονείς τους, καθώς και κοινόκτητη οικοδομή στην οποία λειτουργεί επιχείρηση γυμναστηρίου με ξεχωριστό διαμέρισμα στον τρίτο όροφο, στο οποίο κατοικεί η Εφεσείουσα με την οικογένειά της.

 

Λόγω μη εξυπηρετούμενων δανειακών υποχρεώσεων η Εφεσίβλητη, υπό την ιδιότητά της ως ενυπόθηκος δανειστής επί του ½ εξ αδιαιρέτου μεριδίου της Εναγόμενης 2, δυνάμει της υποθήκης υπ’ αρ. Υ390/11, κίνησε τη διαδικασία εκποίησης σύμφωνα με τις πρόνοιες του Μέρους VIA του Νόμου, επιδίδοντας τις ειδοποιήσεις Τύπου «Θ», «Ι» και «ΙΑ» προς την Εναγόμενη 2 και τα λοιπά ενδιαφερόμενα πρόσωπα καθώς και την προβλεπόμενη ειδοποίηση πλειστηριασμού.

 

Ακολούθησε η διεξαγωγή ανεπιτυχούς πλειστηριασμού. Στις 27.04.2018, διενεργήθηκε αγορά του ενυπόθηκου μεριδίου από την Εφεσίβλητη έναντι του ποσού των €432.600,00. Συνεπεία τούτου, στις 21.09.2018 απεστάλη στην ενυπόθηκη οφειλέτιδα (Εναγόμενη 2) η προβλεπόμενη από το Άρθρο 44Ι(2) του Νόμου ειδοποίηση αναφορικά με την προτεινόμενη διάθεση του προϊόντος της πώλησης.

 

ΟΙ ΘΕΣΕΙΣ ΤΩΝ ΔΙΑΔΙΚΩΝ ΜΕΡΩΝ

 

Για σκοπούς καλύτερης κατανόησης της εξέτασης η οποία ακολουθεί, θεωρούμε χρήσιμη τη σύντομη παράθεση των θέσεων των δυο πλευρών ενώπιον του πρωτόδικου Δικαστηρίου, στον βαθμό και έκταση που σχετίζονται με τους λόγους έφεσης.

 

Η Εφεσείουσα διά της ενόρκου δηλώσεώς της προέβαλε, μεταξύ άλλων, τα ακόλουθα:

 

(α) Ότι είναι συνιδιοκτήτρια του ½ μεριδίου του ακινήτου και ότι δυνάμει άτυπης, έγκυρης και δεσμευτικής συμφωνίας με την αδελφή της (Εναγόμενη 2) είχε συμφωνηθεί ο διαχωρισμός του ακινήτου ώστε να εγγραφεί επ' ονόματι της η κοινόκτητη οικοδομή που στεγάζει το γυμναστήριο (το οποίο λειτουργεί η εταιρεία PANAYIOTAKI GYMNASTICA CENTER LTD) και το διαμέρισμα στον τρίτο όροφο, στο οποίο κατοικεί με την οικογένεια της από το 2012. Προς τούτο επικαλέστηκε ότι συνεισέφερε ουσιωδώς οικονομικά για την αποπεράτωση του διαμερίσματος και για την αγορά μηχανημάτων και εξοπλισμού του γυμναστηρίου. Της εν λόγω εταιρείας η Εφεσείουσα είναι διευθύντρια και η μητέρα της γραμματέας, ενώ η ίδια με τον πατέρα της κατέχουν το σύνολο του μετοχικού της κεφαλαίου, κατά 50% έκαστος. Η εταιρεία αυτή ενοικιάζει από την Εφεσείουσα τον χώρο στον οποίο στεγάζεται και λειτουργεί το γυμναστήριο, το οποίο έχει αποκτήσει φήμη και πελατεία. Βάσει των ανωτέρω, η Εφεσείουσα διατείνεται ότι έχει δικαίωμα εγγραφής ξεχωριστού τίτλου ιδιοκτησίας της κοινόκτητης οικοδομής και του διαμερίσματος επ’ ονόματι της, πράγμα το οποίο αποτελεί προσωπικό ιδιοκτησιακό της δικαίωμα, και ότι υπάρχει μεγάλη πιθανότητα να πετύχει στις αξιώσεις της στην αγωγή.

 

(β) Ότι η Εφεσείουσα και η αδελφή της (Εναγόμενη 2), παρά τη μεταξύ τους προφορική συμφωνία, δεν κίνησαν τις διαδικασίες διαχωρισμού του επίδικου ακινήτου. Οι σχέσεις τους ήταν τυπικές έως και άσχημες για ενάμιση με δύο χρόνια, και η Εφεσείουσα πληροφορήθηκε για την ειδοποίηση πώλησης του επίδικου ακινήτου (Τεκμήριο 12) όταν εν τέλει μίλησαν μεταξύ τους λίγες μέρες πριν την καταχώρηση της αγωγής και υπό αναφορά αίτησης για την έκδοση των ενδιάμεσων διαταγμάτων, καθ' ον χρόνον ο πατέρας τους βρισκόταν στην εντατική του Γενικού Νοσοκομείου Πάφου.

 

(γ) Ότι με βάση την εν λόγω ειδοποίηση πώλησης, οι Εφεσίβλητοι διεκδικούν και πρόκειται να εγγράψουν το σύνολο του μεριδίου του επίδικου ακινήτου, με αποτέλεσμα να δημιουργηθεί κατάσταση η οποία θα είναι αδύνατο να ανατραπεί στο μέλλον. Σημειώνεται ότι ουδέποτε η Εφεσείουσα έδωσε τη συγκατάθεσή της για τη μεταβίβαση του δικού της μεριδίου και δεν ενημερώθηκε ποτέ από τους Εφεσίβλητους για τη διαδικασία πώλησης και αγοράς του ½ εξ αδιαιρέτου μεριδίου της αδελφής της ή/και ολόκληρου του μεριδίου του ακινήτου.

 

(δ) Ότι οι αρχές της επιείκειας αναγνωρίζουν, στο πλαίσιο οικογενειακής διευθέτησης, δικαίωμα εφ' όρου ζωής παραμονής σε κατοικία τόσο για την ίδια όσο και για τους γονείς της.

 

(ε) Ότι η προώθηση της διαδικασίας πώλησης διά δημόσιου πλειστηριασμού, αγοράς ή/και μεταβίβασης του ½ εξ αδιαιρέτου μεριδίου της Εναγόμενης 2 επί του ακινήτου έλαβε χώρα παράνομα και άνευ δικαιώματος, καθότι προσκρούει στις επιταγές του Άρθρου 25 του Κεφ. 224, το οποίο απαγορεύει τη μεταβίβαση και εγγραφή εξ αδιαιρέτου μεριδίου σε τρίτο πρόσωπο προτού προηγουμένως παρασχεθεί το προβλεπόμενο δικαίωμα προτίμησης ή επιλογής στους λοιπούς συγκύριους της ακίνητης ιδιοκτησίας.

 

Η Εφεσίβλητη, διά της ενστάσεως και της συνοδευτικής ένορκης δήλωσης, αμφισβήτησε συνολικά τη βασιμότητα της ενδιάμεσης αίτησης, προβάλλοντας, μεταξύ άλλων, τα εξής:

 

(α) Δεν πληρούνται σωρευτικά οι προϋποθέσεις του Άρθρου 32(1) του Ν. 14/1960, ενώ οι όποιες τυχόν απαιτήσεις της Εφεσείουσας είναι χρηματικής φύσεως και μπορούν να αποτιμηθούν σε αποζημιώσεις από την Εφεσίβλητη, η οποία αποτελεί ένα πλήρως φερέγγυο τραπεζικό ίδρυμα.

 

(β) Η Εφεσίβλητη ουδέποτε επιχείρησε ούτε δύναται νομικά να εκποιήσει το ½ εξ αδιαιρέτου μερίδιο της Εφεσείουσας, καθώς η υποθήκη υπ’ αρ. Υ390/11 βαρύνει νόμιμα και αποκλειστικά το ½ εξ αδιαιρέτου μερίδιο της Εναγόμενης 2.

 

(γ) Η διαδικασία εκποίησης κινήθηκε νόμιμα κατόπιν επίδοσης όλων των προβλεπόμενων ειδοποιήσεων (Τύποι «Θ», «Ι», «ΙΑ» και Δελτίο «Α») και διενέργειας ανεπιτυχούς πλειστηριασμού, ενώ το Άρθρο 25 του Κεφ. 224 δεν τυγχάνει εφαρμογής επί αναγκαστικών εκποιήσεων ενυπόθηκου χρέους.

 

Η ΑΠΟΦΑΣΗ ΤΟΥ ΠΡΩΤΟΔΙΚΟΥ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟΥ

 

Το πρωτόδικο Δικαστήριο κατέγραψε αναλυτικά τις αιτούμενες ενδιάμεσες θεραπείες και το μονομερώς εκδοθέν διάταγμα, τις θέσεις των διαδίκων όπως αποτυπώνονται στις ένορκες δηλώσεις τους, καθώς και τις αξιώσεις της αγωγής όπως αυτές διατυπώνονται στο γενικά οπισθογραφημένο κλητήριο ένταλμα και την έκθεση απαίτησης. Ακολούθως, προσδιόρισε το νομικό πλαίσιο του Άρθρου 32 του Ν. 14/1960 υπό το φως της σχετικής νομολογίας, εκφράζοντας εν συνεχεία την κρίση του, την οποία παραθέτουμε αυτούσια (σελ. 18-20):

 

«Όσον αφορά την 1η προϋπόθεση του άρθρου 32

Στη βάση του γενικά οπισθογραφημένου κλητηρίου και της Έκθεσης Απαίτησης αποκαλύπτεται σοβαρό ζήτημα προς εκδίκαση.  Τούτο δεν οδηγεί αυτόματα στο συμπέρασμα ότι πληρείται και η 2η προϋπόθεση του άρθρου 32.

 

Όσον αφορά τη 2η προϋπόθεση του άρθρου 32

Όπως ήδη επισημαίνεται πιο πάνω το Δικαστήριο δεν αποφασίζει την ουσία της υπόθεσης σ’ αυτό το στάδιο.  Σ’ αυτό το στάδιο τα πάντα παραμένουν ανοικτά.  Το μόνο ζητούμενο εδώ είναι το ερώτημα κατά πόσο στη βάση του μαρτυρικού υλικού η Αιτήτρια πέτυχε να δείξει την ύπαρξη ορατής πιθανότητας επιτυχίας (Βλ. Οδυσσέως πιο πάνω).

 

Αποτελεί ένα από τα παράπονα της Αιτήτριας ότι ως συνιδιοκτήτρια δεν έχει ενημερωθεί για τον πλειστηριασμό κατά παράβαση του άρθρου 25 του περί Ακινήτου Ιδιοκτησίας Νόμου.  Σύμφωνα με τη τεθείσα μαρτυρία η ιδιοκτήτρια του εξ αδιαιρέτου μισού μεριδίου (δηλαδή η Καθ’ ης η Αίτηση Εναγόμενη 2) δεν επέλεξε να πωλήσει το μερίδιο της, αλλά ακολουθήθηκε η διαδικασία με βάση το μέρος VIA του περί Μεταβιβάσεως και Υποθηκεύσεως Ακινήτων Νόμου όπως τροποποιήθηκε.  Οπότε η Αιτήτρια Ενάγουσα δεν έδειξε έστω για σκοπούς της παρούσας απόφασης πώς εφαρμόζεται το άρθρο 25, το λεκτικό του οποίου φαίνεται να αφορά περιπτώσεις όπου ο κύριος εξ αδιαιρέτου μεριδίου πωλεί το μερίδιο του οικειοθελώς.

 

Επιπρόσθετα η Αιτήτρια δεν έχει δείξει έστω για σκοπούς της παρούσας διαδικασίας πως ο συνιδιοκτήτης ακινήτου είναι ενδιαφερόμενο μέρος για σκοπούς του μέρους VIA του περί Μεταβιβάσεως και Υποθηκεύσεως Ακινήτων Νόμου όπως τροποποιήθηκε.  (Βλ. τον ορισμό του «ενδιαφερόμενου προσώπου» στο άρθρο 44ΙΕ του εν λόγω Νόμου).

 

Έχει τεθεί μαρτυρία ότι πριν την έναρξη της διαδικασίας του μέρους VIA του Νόμου η Αιτήτρια Ενάγουσα δεν είναι ήταν ιδιοκτήτρια ολόκληρου του ακινήτου αλλά συνιδιοκτήτρια με την Καθ’ ης η Αίτηση αρ. 2.  Έχει τεθεί μαρτυρία ότι κατόπιν διαδικασίας που κινήθηκε στη βάση του μέρους VIA του Νόμου άλλαξε ο ένας συνιδιοκτήτης (δεν είναι πλέον η Εναγόμενη-Καθ’ ης η Αίτηση αρ. 2)

 

Έχει τεθεί μαρτυρία ότι αντικείμενο της διαδικασίας πώλησης δυνάμει του μέρους VIA του Νόμου ήταν το φερόμενο υποθηκευμένο εξ αδιαιρέτου μερίδιο που ανήκε στην Καθ’ ης η Αίτηση – Εναγόμενη 2 (το εξ αδιαιρέτου μισό μερίδιο το οποίο ανήκε στην Καθ’ ης η Αίτηση – Εναγόμενη 2).  Αυτό αναφέρεται ενόρκως και στην παράγραφο 10 της ένορκης δήλωσης της ένστασης.  Από το γεγονός ότι μεμονωμένα στην ειδοποίηση Τεκμήριο 12 που επισυνάπτεται στην ένορκη δήλωση της Αίτησης, καταγράφεται μερίδιο1/1, δεν μπορεί να θεωρηθεί ότι έχει τεθεί επαρκής μαρτυρία από πλευράς της Αιτήτριας ότι οι Καθ’ ων η Αίτηση Εναγόμενοι 1 έχουν πρόθεση να εγγράψουν επ’ ονόματι τους ή να οικειοποιηθούν όλο το ακίνητο περιλαμβανομένου δηλαδή και του μεριδίου της Αιτήτριας.  (Στην παράγραφο 18 της ένορκης δήλωσης της Αίτησης τίθεται παράπονο ότι «οι Εναγόμενοι 1 διεκδικούν το όλο μερίδιο»).

 

Έχει επίσης τεθεί μαρτυρία ότι η περιγραφή του ακινήτου στον τίτλο ιδιοκτησίας και σε διάφορα έγγραφα που επισυνάπτονται στην Αίτηση και Ένσταση και που αφορούν τη διαδικασία δυνάμει του μέρους VIA του σχετικού Νόμου διαφέρει από την πραγματική σημερινή κατάσταση.  Σε σχέση με τούτο δεν έχει καταδειχθεί για σκοπούς της παρούσας διαδικασίας πως επηρεάζει τη διαδικασία που ακολουθήθηκε δυνάμει του μέρους VIA του σχετικού Νόμου.

 

Γενικότερα τουλάχιστο στη βάση του μαρτυρικού υλικού που τέθηκε για σκοπούς της παρούσας διαδικασίας και στο βαθμό που οι αιτούμενες θεραπείες της αγωγής έχουν συνάρτηση με την έκδοση των αιτούμενων διαταγμάτων, η Αιτήτρια δεν έχει πετύχει να καταδείξει ορατή πιθανότητα επιτυχίας στα επίπεδα της υπόθεσης Οδυσσέως πιο πάνω.  Συνεπώς η 2η προϋπόθεση του άρθρου 32 δεν πληρείται και ενόψει τούτου δε χρειάζεται περαιτέρω εξέταση της Αίτησης.

 

Αλλά ακόμα και αν έπρεπε το Δικαστήριο να κατέληγε ότι πληρούνται και οι τρεις  προϋποθέσεις του άρθρου 32 και πάλι η επίδικη Αίτηση θα αποτύγχανε αφού κύριος στόχος της αγωγής φαίνεται να είναι η διεκπεραίωση του φερόμενου διαχωρισμού που κατ’ ισχυρισμό συμφώνησε η Αιτήτρια με την Καθ’ ης η Αίτηση – Εναγόμενη αρ. 2, κάτι που θα μπορεί η Αιτήτρια – Ενάγουσα να προωθήσει και να διεκδικήσει από τον οποιοδήποτε νέο συνιδιοκτήτη».

 

Η ΕΞΕΤΑΣΗ ΤΩΝ ΛΟΓΩΝ ΕΦΕΣΗΣ

 

Με εννέα λόγους έφεσης η Εφεσείουσα προσβάλλει την ενδιάμεση απόφαση του πρωτόδικου Δικαστηρίου. Στην εξέταση που ακολουθεί έχουμε λάβει υπόψη τα όσα εκτίθενται στα περιγράμματα αγόρευσης των ευπαιδεύτων συνηγόρων καθώς και το περιεχόμενο του δικαστικού φακέλου.

 

Πρώτος Λόγος Έφεσης

 

Με τον πρώτο λόγο έφεσης προβάλλεται ότι η εκκαλούμενη απόφαση παραβιάζει την αρχή της αιτιολόγησης των δικαστικών αποφάσεων, την οποία κατοχυρώνει το Άρθρο 30.2 του Συντάγματος.

 

Ειδικότερα, υποστηρίζεται ότι στις σελίδες 1 έως 18 της εκκαλούμενης απόφασης το πρωτόδικο Δικαστήριο αναλώθηκε σε απλή παράθεση των εκατέρωθεν θέσεων και του μαρτυρικού υλικού, ενώ η σύντομη ανάλυση που περιέχεται στις σελίδες 18 και 19 υπολείπεται της δέουσας δικαστικής αιτιολογίας, καθόσον κατέληξε σε συμπεράσματα χωρίς να τα θεμελιώνει επαρκώς, παραλείποντας να εξετάσει ή απορρίπτοντας αναιτιολόγητα ουσιώδη επιχειρήματα.

 

Κατ’ αρχάς, παρατηρείται ότι η Εφεσείουσα παραλείπει να προσδιορίσει ποια συγκεκριμένα επιχειρήματα το πρωτόδικο Δικαστήριο απέρριψε αναιτιολόγητα ή παρέλειψε να εξετάσει. Ελλείψει της αναγκαίας αιτιολόγησης και εξειδίκευσης, το σκέλος αυτό του υπό συζήτηση λόγου έφεσης καθίσταται ατελές και δεν δύναται να εξεταστεί (βλ. κατ’ αναλογίαν Μιχαηλίδου ν. Δημοκρατίας (1998) 3 ΑΑΔ 112, Δημητρίου ν. KPMG LTD, Πολ. Εφ. 311/2014, ημερ. 24.1.2023, ECLI:CY:AD:2023:A25, Πίριλλου ν. Α.Ι. Καρπασίτης & Υιοί, Πολ. Έφ. 80/20 κ.ά., ημερ. 31.10.2025).

 

Είναι παγίως νομολογημένο ότι η συνταγματική επιταγή για αιτιολογημένη απόφαση δεν περιορίζεται μόνο στις τελικές αποφάσεις επί της ουσίας, αλλά καταλαμβάνει εξίσου και τις ενδιάμεσες αποφάσεις, συμπεριλαμβανομένων εκείνων που αφορούν την έκδοση ή μη ενδιάμεσων διαταγμάτων δυνάμει του Άρθρου 32(1) του Ν.14/1960.  Σε τέτοια περίπτωση, για να καθίσταται η απόφαση δεόντως αιτιολογημένη, θα πρέπει να εξηγούνται οι λόγοι άσκησης της διακριτικής ευχέρειας του Δικαστηρίου κατά συγκεκριμένο τρόπο (βλ. Εκδόσεις Αρκτίνος Λτδ κ.ά. ν. Λοϊζίδου, Πολ. Έφεση αρ. Ε7/2018, ημερομηνίας 21.03.2019). Στην υπόθεση Κοζάκου κ.ά. ν. Νικολάου, Πολ. Έφεση αρ. Ε127/2013, ημερομηνίας 13.06.2019, επισημαίνεται ότι «στο πρώιμο αυτό στάδιο της διαδικασίας δεν αναμένεται ούτε και είναι ορθό να επιλύονται και να αποφασίζονται αντικρουόμενα πραγματικά ζητήματα ή δύσκολα νομικά σημεία, για τα οποία θα ακολουθήσει λεπτομερής επιχειρηματολογία και ώριμη εξέταση στα πλαίσια της ακρόασης της ουσίας της αγωγής». Επιβάλλεται, όμως, σαφής αναφορά και αιτιολόγηση των λόγων που οδήγησαν το Δικαστήριο στη διαπίστωση περί συνδρομής ή μη των θεσμοθετημένων προϋποθέσεων για την έκδοση του εξαιτούμενου διατάγματος.

 

Το καθήκον για αιτιολογημένη απόφαση δεν περιλαμβάνει υποχρέωση ενασχόλησης του Δικαστηρίου με κάθε επιμέρους επιχείρημα. Όπως χαρακτηριστικά λέχθηκε στην Οδυσσέα ν. Αστυνομίας (1999) 2 Α.Α.Δ. 490:

 

«Δεν αποτελεί αναπόσπαστο μέρος της αιτιολόγησης δικαστικής απόφασης ειδική αναφορά ή διαπραγμάτευση κάθε επιχειρήματος που προβάλλεται.  Η δραστικότητα ενός επιχειρήματος συναρτάται με την επίδραση που μπορεί να έχει στη θεώρηση των επιδίκων θεμάτων.  Εφόσον επιχείρημα είναι δραστικό και παραγνωρίζεται, οι συνέπειες είναι ορατές στην απόφαση του Δικαστηρίου και μπορεί να εξεταστούν στην έφεση».

 

Ανάλογη είναι η θέση της νομολογίας του ΕΔΑΔ αναφορικά με την υποχρέωση για αιτιολογημένη απόφαση δυνάμει του Άρθρου 6.1 της ΕΣΔΑ.  Σχετικό είναι το κάτωθι απόσπασμα από την υπόθεση Loizides v. Cyprus, Application no. 31029/2015, ημερ. 5.7.2022:

 

«39. The Court reiterates that according to its established case-law reflecting a principle linked to the proper administration of justice, judgments of courts and tribunals should adequately state the reasons on which they are based (see Moreira Ferreira v. Portugal (no. 2) [GC], no. 19867/12, § 84, 11 July 2017). The extent to which this duty to give reasons applies may vary according to the nature of the decision and must be determined in the light of the circumstances of the case (see García Ruiz v. Spain [GC], no. 30544/96, § 26, ECHR 1999‑I). Without requiring a detailed answer to every argument advanced by the complainant, this obligation presupposes that parties to judicial proceedings can expect to receive a specific and explicit reply to the arguments which are decisive for the outcome of those proceedings (see, among other authorities, Ruiz Torija v. Spain, 9 December 1994, §§ 29-30, Series A no. 303‑A, and Higgins and Others v. France, 19 February 1998, §§ 42-43, Reports of Judgments and Decisions 1998‑I). The extent to which the duty to give reasons applies may vary according to the nature of the decision.»

 

(Υπογράμμιση του παρόντος Δικαστηρίου)

 

Εξετάζοντας την πρωτόδικη απόφαση υπό το φως των ανωτέρω νομολογιακών αρχών, κρίνουμε ότι αυτή είναι δεόντως και επαρκώς αιτιολογημένη.

 

Το πρωτόδικο Δικαστήριο, αφού κατέγραψε τα εξαιτούμενα ενδιάμεσα διατάγματα (περιλαμβανομένου του εκδοθέντος μονομερώς) και τις εκατέρωθεν θέσεις των διαδίκων όπως αυτές αποτυπώθηκαν στις υποστηρικτικές ένορκες δηλώσεις, ανέλυσε εν εκτάσει τις αρχές που διέπουν τη δικαιοδοσία έκδοσης συντηρητικών διαταγμάτων δυνάμει του Άρθρου 32(1), υπογραμμίζοντας ορθά ότι στο στάδιο αυτό δεν επιλύεται η ουσία των επιδίκων θεμάτων.

 

Ακολούθως, εξέτασε κατά πόσον, στη βάση του τεθέντος ενώπιόν του μαρτυρικού υλικού, ικανοποιούνταν η πρώτη και η δεύτερη προϋπόθεση του Άρθρου 32(1) ήτοι (α) η ύπαρξη σοβαρού ζητήματος προς εκδίκαση και (β) η ύπαρξη πιθανότητας επιτυχίας,  καταλήγοντας αιτιολογημένα ότι η δεύτερη προϋπόθεση δεν στοιχειοθετείτο, για λόγους τους οποίους εκθέτει με σαφήνεια και πληρότητα.

 

Εν όψει των ανωτέρω, ο πρώτος λόγος έφεσης κρίνεται αβάσιμος.

 

Δεύτερος Λόγος Έφεσης

 

Με τον δεύτερο λόγο έφεσης προβάλλεται ότι η διαδικασία εξέτασης κατά πόσο θα οριστικοποιείτο το προσωρινό διάταγμα ημερομηνίας 21.03.2019 την οποία εφάρμοσε το πρωτόδικο Δικαστήριο ήταν εσφαλμένη. Ειδικότερα, η Εφεσείουσα διατείνεται ότι (α) οι Εφεσίβλητοι δεν αρνήθηκαν ειδικά το περιεχόμενο της ενδιάμεσης αίτησης όπως επιτάσσει η νομολογία, ήτοι ξεχωριστά κάθε παράγραφο ως επί δικογράφου, ενώ οι λόγοι ένστασης ήταν γενικοί και αόριστοι, (β) η Εφεσείουσα δεν ζήτησε σε οποιοδήποτε στάδιο τη μη οριστικοποίηση του εκδοθέντος προσωρινού διατάγματος και ουδεμία αναφορά έγινε στις θεραπείες τις οποίες η Εφεσείουσα επιζητούσε με την ενδιάμεση αίτηση, και (γ) το πρωτόδικο Δικαστήριο παρέλειψε να λάβει υπόψη την επιχειρηματολογία της Εφεσείουσας περί απόρριψης των λόγων ένστασης.

 

Κατ’ αρχάς παρατηρείται ότι η αιτίαση υπό στοιχείο (γ) ανωτέρω, ως εκ της αοριστίας της, δεν προσφέρεται προς εξέταση, καθόσον η Εφεσείουσα παραλείπει να εξειδικεύσει ποια συγκεκριμένα επιχειρήματα της δεν λήφθηκαν υπόψη από το πρωτόδικο Δικαστήριο.

 

Προς υποστήριξη της αιτίασης υπό στοιχείο (α) ανωτέρω, η Εφεσείουσα επικαλείται την υπόθεση Σοφοκλέους ν. Ταβελούδη κ.ά. (2002) 1 Α.Α.Δ. 92, αναφορικά με την ερμηνεία της Δ.48, Θ.4, όπως αυτή ίσχυε κατά τον χρόνο καταχώρισης της υπό αναφορά ένστασης. Η εν λόγω δικονομική διάταξη προνοεί τα ακόλουθα:

 

«Αν πρόσωπο προς το οποίο επιδίδεται αίτηση προτίθεται να ενστεί, τουλάχιστο δύο ημέρες πριν από την ημερομηνία κατά την οποία ορίζεται η αίτηση για πρώτη εμφάνιση, θα καταχωρεί ειδοποίηση αυτής της πρόθεσής του σύμφωνα με τον Τύπο 47 και θα αφήνει αντίγραφο της για τον αιτητή στη διεύθυνση επίδοσής του. Η ειδοποίηση αυτή θα αναφέρεται στο συγκεκριμένο άρθρο του Νόμου ή στους συγκεκριμένους Διαδικαστικούς Κανονισμούς επί των οποίων βασίζεται η ένσταση και θα εξειδικεύει του συγκεκριμένους λόγους της ένστασης. Οποιαδήποτε γεγονότα στα οποία στηρίζεται η ένσταση τα οποία δεν είναι εμφανή από το φάκελο της διαδικασίας θα αναφέρονται σε μια ή περισσότερες ένορκες δηλώσεις οι οποίες θα συνοδεύουν την ειδοποίηση. Αντίγραφα αυτών των ένορκων δηλώσεων θα αφήνονται στον αιτητή μαζί με την ειδοποίηση».

 

(Υπογράμμιση του παρόντος Δικαστηρίου)

 

Στην υπόθεση Σοφοκλέους ν. Ταβελούδη (ανωτέρω), υπογραμμίστηκε ο επιτακτικός χαρακτήρας της  Δ.48, Θ.4 στο κάτωθι απόσπασμα υπό του Νικήτα Δ.:

 

«Θα θέλαμε όμως με αυτή την ευκαιρία να θυμίσουμε τον επιτακτικό χαρακτήρα της νέας διάταξης αναφορικά με τον καθορισμό, στο σώμα της γραπτής ένστασης, των λόγων που την υποστηρίζουν και το συναφές καθήκον του συντάκτη της να τους εξειδικεύσει. Και θα προσθέταμε με την καθαρότητα, λιτότητα έκφρασης και περιεκτικότητα, που πρέπει να χαρακτηρίζουν τη νομική γραφή.  Ας μη λησμονείται ότι ο συντάκτης της ένστασης δεν έχει μόνο καθήκον να πληροφορήσει τον αντίδικο του σε ποιούς ακριβώς λόγους έγκειται η ένσταση του, αλλά και ανάλογη υποχρέωση απέναντι στο δικαστήριο»

 

Η εν λόγω απόφαση δεν παρέχει νομικό έρεισμα στην προβαλλόμενη θέση. Συγκεκριμένα, δεν απαιτείται στην ειδοποίηση ένστασης ειδική και ξεχωριστή άρνηση κάθε επιμέρους παραγράφου της ενδιάμεσης αίτησης, παρά μόνον η παράθεση των λόγων ένστασης κατά τρόπο λιτό και περιεκτικό.

 

Όσον δε αφορά την αιτίαση υπό στοιχείο (β) ανωτέρω, από απλή και μόνο ανάγνωση της ειδοποίησης ένστασης προκύπτει ευκρινώς ότι οι προβληθέντες λόγοι εκτίθενται με πλήρη σαφήνεια, καλύπτοντας το σύνολο της μονομερούς αίτησης, συμπεριλαμβανομένου του εκδοθέντος κατά την ίδια ημερομηνία διατάγματος.

 

Συνακόλουθα ο δεύτερος λόγος έφεσης κρίνεται αβάσιμος.

 

Τρίτος Λόγος Έφεσης

 

Με τον τρίτο λόγο έφεσης, η Εφεσείουσα προσβάλλει την πρωτόδικη κρίση περί μη συνδρομής της δεύτερης προϋπόθεσης του Άρθρου 32(1) του Ν. 14/1960, ήτοι της ύπαρξης ορατής πιθανότητας επιτυχίας.

 

Ειδικότερα, διατείνεται ότι η εν λόγω κρίση υπήρξε προϊόν πλημμελούς εφαρμογής των νομολογιακών αρχών, καθόσον το πρωτόδικο Δικαστήριο αφενός εισήλθε ανεπίτρεπτα σε εις βάθος εξέταση των επίδικων θεμάτων και σε αξιολόγηση της ενώπιόν του μαρτυρίας, και αφετέρου κατέληξε στο σχετικό συμπέρασμα χωρίς να αποσαφηνίσει τα πραγματικά γεγονότα επί των οποίων αυτό ερείδεται.

 

Προς υποστήριξη της θέσης περί ανεπίτρεπτης αξιολόγησης, η Εφεσείουσα επικαλείται ειδικά το Τεκμήριο 12, το οποίο, κατά τους ισχυρισμούς της, καταδεικνύει ότι επίκειτο μεταβίβαση ολόκληρου του ακινήτου, συμπεριλαμβανομένου και του δικού της εξ αδιαιρέτου μεριδίου.

 

Περαιτέρω, η Εφεσείουσα υποστηρίζει ότι το πρωτόδικο Δικαστήριο παρέλειψε να εξετάσει ουσιαστικά τις θέσεις της, μολονότι η ενώπιον του μαρτυρία στοιχειοθετούσε την ύπαρξη πιθανότητας επιτυχίας.  Ειδικότερα, ισχυρίζεται, (α) ότι στο διαμέρισμα του τρίτου ορόφου της προαναφερθείσας οικοδομής διαμένει μόνιμα η ίδια με την οικογένειά της, αποτελώντας την κύρια κατοικία της, ενώ στο ίδιο κτήριο λειτουργεί γυμναστήριο, έχοντας η ίδια επωμιστεί σημαντική οικονομική δαπάνη τόσο για την αποπεράτωση του διαμερίσματος όσο και για τη λειτουργία του γυμναστηρίου, και (β) ότι σε ανεξάρτητη ισόγεια κατοικία εντός του ακινήτου διαμένουν μόνιμα οι ηλικιωμένοι γονείς της, αποτελώντας την κύρια κατοικία τους.

 

Δεν συμφωνούμε με τις προβαλλόμενες θέσεις. Το πρωτόδικο Δικαστήριο εξετάζοντας τη δεύτερη προϋπόθεση του Άρθρου 32(1) επισημαίνει ότι στο πρώιμο αυτό στάδιο δεν εξετάζεται η ουσία της υπόθεσης.  Όλα τα επίδικα ζητήματα παραμένουν ανοιχτά.  Το μόνο ζητούμενο είναι το κατά πόσο στη βάση του μαρτυρικού υλικού η Αιτήτρια πέτυχε να δείξει την ύπαρξη ορατής πιθανότητας επιτυχίας, κριτήριο το οποίο ορθώς έκρινε ότι δεν ικανοποιείτο.  Χρήσιμη σύνοψη των νομολογιακών αρχών που διέπουν τη δεύτερη προϋπόθεση του Άρθρου 32(1) περιέχεται στο ακόλουθο απόσπασμα από το σύγγραμμα Διατάγματα/Injunctions, των Γ. Ερωτοκρίτου & Π. Αρτέμη, σελ. 127-129, το οποίο παρατίθεται αυτούσιο στην εκκαλούμενη απόφαση (σελ. 14):

 

«Εκείνο που πρέπει να ξεκαθαρίσει από την αρχή είναι ότι εξετάζοντας την πιθανότητα επιτυχίας, όπως βέβαια και τις άλλες προϋποθέσεις, δεν είναι επιθυμητό το δικαστήριο να υπεισέρχεται σε βάθος στα επίδικα θέματα σ’ αυτό το πρόωρο στάδιο. Δεν πρόκειται για την εκδίκαση της αγωγής. Εκείνο που το δικαστήριο αναζητά είναι ορατή πιθανότητα επιτυχίας ……………………………………………………………………………………………

 

Φαίνεται όμως ότι το πρώτο κριτήριο της επιφύλαξης του άρθρου 32(1) συνδέεται με το περιεχόμενο των δικογράφων, ενώ το δεύτερο κριτήριο, της ύπαρξης πιθανότητας επιτυχίας, διαπιστώνεται μετά από κάποια αξιολόγηση του υλικού που τίθεται ενώπιον του δικαστηρίου, χωρίς βέβαια να είναι επιτρεπτή η ενασχόληση με αντικρουόμενους ισχυρισμούς και η κατάληξη σε τελικά συμπεράσματα. Επομένως η εξέταση γίνεται σε δύο διαφορετικά επίπεδα.

 

Εκείνο που προκύπτει από την καθοδήγηση στην Odysseos είναι ότι ούτε εδώ το επίπεδο είναι πολύ ψηλό, γιατί δεν αναμένεται από το δικαστήριο να προβεί σε ενδελεχή εξέταση της μαρτυρίας με σκοπό να αποφασίσει επί αμφισβητούμενων γεγονότων. Όμως αυτό δεν σημαίνει ότι η προβολή και μόνο ενός ισχυρισμού θα θεωρηθεί αρκετή. Η διακρίβωση της πιθανότητας επιτυχίας γίνεται με βάση την προσαχθείσα μαρτυρία……………………….

 

Νοουμένου ότι το δικαστήριο κατέληξε ότι υπάρχει πιθανότητα επιτυχίας, στα πλαίσια που ο όρος καθορίστηκε στην Odysseos, τότε το κριτήριο θα πρέπει να θεωρείται ότι ικανοποιείται, ανεξάρτητα αν στο τέλος ενδεχομένως να μην γινόταν δεχτό. Αν το επίπεδο ετίθετο πιο ψηλά, τότε πολύ λίγα παρεμπίπτοντα διατάγματα θα εκδίδονται, αφού θα αναμένεται ενδελεχής έρευνα επί των πραγματικών και νομικών ζητημάτων, με σκοπό να καταλήξει το δικαστήριο σε ακριβείς πιθανότητες επιτυχίας.»

 

(Υπογράμμιση του παρόντος Δικαστηρίου)

 

Αντίθετα προς τις εισηγήσεις της Εφεσείουσας, το σκεπτικό βάσει του οποίου το πρωτόδικο Δικαστήριο οδηγήθηκε στην απόρριψη της ενδιάμεσης αίτησης και ακύρωση του μονομερώς εκδοθέντος διατάγματος, καταδεικνύει, ότι προέβη σε ορθή και πιστή εφαρμογή των προρρηθέντων νομολογιακών αρχών.

 

Αναφορικά με το Τεκμήριο 12, στην εκκαλούμενη απόφαση αναφέρονται τα εξής (σελ. 19):

 

«Έχει τεθεί μαρτυρία ότι αντικείμενο της διαδικασίας πώλησης δυνάμει του μέρους VIA του Νόμου ήταν το φερόμενο υποθηκευμένο εξ αδιαιρέτου μερίδιο που ανήκε στην Καθ’ ης η Αίτηση – Εναγόμενη 2 (το εξ αδιαιρέτου μισό μερίδιο το οποίο ανήκε στην Καθ’ ης η Αίτηση – Εναγόμενη 2).  Αυτό αναφέρεται ενόρκως και στην παράγραφο 10 της ένορκης δήλωσης της ένστασης. Από το γεγονός ότι μεμονωμένα στην ειδοποίηση Τεκμήριο 12 που επισυνάπτεται στην ένορκη δήλωση της Αίτησης, καταγράφεται μερίδιο1/1, δεν μπορεί να θεωρηθεί ότι έχει τεθεί επαρκής μαρτυρία από πλευράς της Αιτήτριας ότι οι Καθ’ ων η Αίτηση Εναγόμενοι 1 έχουν πρόθεση να εγγράψουν επ’ ονόματι τους ή να οικειοποιηθούν όλο το ακίνητο περιλαμβανομένου δηλαδή και του μεριδίου της Αιτήτριας.  (Στην παράγραφο 18 της ένορκης δήλωσης της Αίτησης τίθεται παράπονο ότι «οι Εναγόμενοι 1 διεκδικούν το όλο μερίδιο»)».

 

Το εν λόγω απόσπασμα δεν αποτελεί εις βάθος θεώρηση ή ανεπίτρεπτη στάθμιση της μαρτυρίας επί της ουσίας, αλλά συνιστά αναγκαία προκαταρκτική αξιολόγηση του μαρτυρικού υλικού, αποκλειστικά και μόνο για τους σκοπούς διακρίβωσης της ύπαρξης ή μη ορατής πιθανότητας επιτυχίας. Το πρωτόδικο Δικαστήριο δεν επιχείρησε να επιλύσει αντικρουόμενους ισχυρισμούς, ούτε προέβη σε οριστικά συμπεράσματα, παραμένοντας αυστηρά εντός των ορίων που επιτάσσει η νομολογία.

 

Στρεφόμενοι στην έτερη θέση της Εφεσείουσας, δεν συμφωνούμε ότι η προαναφερθείσα μαρτυρία και η κατ’ ισχυρισμόν συμφωνία διαχωρισμού του επίδικου ακινήτου με την αδελφή της (Εναγόμενη 2) αποκαλύπτουν ορατή πιθανότητα επιτυχίας. Ανεξαρτήτως του ότι το πρωτόδικο Δικαστήριο δεν πραγματεύτηκε την εν λόγω θέση - και χωρίς βεβαίως να επιλύονται στο πρώιμο αυτό στάδιο αντικρουόμενα πραγματικά ζητήματα ή δύσκολα νομικά σημεία (βλ. Κοζάκου ν. Νικολάου, ανωτέρω) – είμαστε της γνώμης ότι οικονομικές δαπάνες και η επένδυση της Εφεσείουσας επί του διαμερίσματος και του γυμναστηρίου, καθώς και η κατ’ ισχυρισμόν συμφωνία διαχωρισμού, συνιστούν ζητήματα ενοχικής φύσεως (in personam) τα οποία δεν θα μπορούσαν άνευ ετέρου να παρακάμψουν ή να αντιταχθούν έναντι του εγγεγραμμένου εμπράγματου βάρους (in rem) της επίδικης υποθήκης προς όφελος των Εφεσίβλητων.

 

Πέραν τούτου, ουδεμία μαρτυρία τέθηκε στο πλαίσιο της ενδιάμεσης διαδικασίας από την οποία να προκύπτει ότι οι Εφεσίβλητοι προέβηκαν σε οποιαδήποτε παράσταση έναντι της Εφεσείουσας ή ότι παραιτήθηκαν καθ' οιονδήποτε τρόπο από τα εμπράγματα δικαιώματά τους για την εκποίηση του υποθηκευμένου μεριδίου της Εναγόμενης 2, ούτε βεβαίως ότι η Εφεσείουσα βασίστηκε σε τέτοια παράσταση ενεργώντας προς ζημία της, ώστε να τίθεται θέμα κωλύματος.

 

Τα περιστατικά της παρούσας υπόθεσης διακρίνονται ουσιωδώς από εκείνα της Odysseos v. Pieris Estates Ltd (ανωτέρω). Στην Odysseos, ο αγοραστής είχε ρητά επικαλεστεί συμπαιγνία και συνωμοσία μεταξύ των εγγεγραμμένων ιδιοκτητών της γης και του εργολάβου προς τον σκοπό δόλιας αποστέρησης της κατοχής του από το διαμέρισμα, ενώ οι ιδιοκτήτες τελούσαν σε πλήρη γνώση της προηγηθείσας σύμβασης πώλησης και της παραχώρησης της κατοχής σε αυτόν. Ακόμη όμως και υπό εκείνες τις περιστάσεις, υπογραμμίστηκε ότι οι αρχές της επιείκειας και του περιουσιακού κωλύματος (proprietary estoppel) δεν δύνανται να δημιουργήσουν εμπράγματα δικαιώματα επί ακίνητης ιδιοκτησίας κατά παράκαμψη των ρητών διατάξεων του Κεφ. 224.

 

Υπό το φως των ανωτέρω, ο τρίτος λόγος έφεσης κρίνεται αβάσιμος.

 

Τέταρτος και Πέμπτος Λόγος Έφεσης

 

Ο τέταρτος και ο πέμπτος λόγος έφεσης είναι συναφείς και ως εκ τούτου θα συνεξεταστούν. Με τους λόγους αυτούς προσβάλλονται τρεις επιμέρους κρίσεις του πρωτόδικου Δικαστηρίου. Η πρώτη αφορά τη μη εφαρμογή του Άρθρου 25 του Κεφ. 224.  Σχετικό είναι κάτωθι απόσπασμα (σελ. 18):

 

 «Αποτελεί ένα από τα παράπονα της Αιτήτριας ότι ως συνιδιοκτήτρια δεν έχει ενημερωθεί για τον πλειστηριασμό κατά παράβαση του άρθρου 25 του περί Ακινήτου Ιδιοκτησίας Νόμου.  Σύμφωνα με τη τεθείσα μαρτυρία η ιδιοκτήτρια του εξ αδιαιρέτου μισού μεριδίου (δηλαδή η Καθ’ ης η Αίτηση Εναγόμενη 2) δεν επέλεξε να πωλήσει το μερίδιο της, αλλά ακολουθήθηκε η διαδικασία με βάση το μέρος VIA του περί Μεταβιβάσεως και Υποθηκεύσεως Ακινήτων Νόμου όπως τροποποιήθηκε.  Οπότε η Αιτήτρια Ενάγουσα δεν έδειξε έστω για σκοπούς της παρούσας απόφασης πώς εφαρμόζεται το άρθρο 25, το λεκτικό του οποίου φαίνεται να αφορά περιπτώσεις όπου ο κύριος εξ αδιαιρέτου μεριδίου πωλεί το μερίδιο του οικειοθελώς»

 

Δεν εντοπίζουμε οποιοδήποτε σφάλμα στην πρωτόδικη προσέγγιση η οποία στηρίζεται στο σαφές λεκτικό του Άρθρου 25(1) το οποίο αφορά περίπτωση κατά την οποία «κύριος εξ αδιαιρέτου ιδανικής μερίδας επί ακίνητης ιδιοκτησίας προβεί σε δήλωση ενώπιον του Επαρχιακού Κτηματολογικού Γραφείου ότι συμφώνησε να πωλήσει αυτήν σε πρόσωπο που δεν είναι εγγεγραμμένος συγκύριος στην ίδια ιδιοκτησία».  Κατά λογική ακολουθία, το εν λόγω άρθρο δεν τυγχάνει εφαρμογής επί διαδικασιών αναγκαστικής εκποίησης ενυπόθηκου ακινήτου που ασκούνται από ενυπόθηκο δανειστή δυνάμει των διατάξεων του Νόμου.

 

Η δεύτερη προσβαλλόμενη κρίση περιέχεται στο εξής απόσπασμα (σελ. 18):

 

«Επιπρόσθετα η Αιτήτρια δεν έχει δείξει έστω για σκοπούς της παρούσας διαδικασίας πως ο συνιδιοκτήτης ακινήτου είναι ενδιαφερόμενο μέρος για σκοπούς του μέρους VIA του περί Μεταβιβάσεως και Υποθηκεύσεως Ακινήτων Νόμου όπως τροποποιήθηκε.  (Βλ. τον ορισμό του «ενδιαφερόμενου προσώπου» στο άρθρο 44ΙΕ του εν λόγω Νόμου)».

 

Αποτελεί θέση της Εφεσείουσας ότι η εν λόγω πρόνοια του Νόμου δεν τυγχάνει εφαρμογής στο πλαίσιο της υπό κρίση ενδιάμεσης διαδικασίας και ότι, εν πάση περιπτώσει, καθίσταται ενδιαφερόμενο πρόσωπο εκ της ιδιότητάς της ως συνιδιοκτήτρια του ακινήτου. Δεν συμφωνούμε. Εν προκειμένω, το δικαίωμα έφεσης κατά της προτεινόμενης διάθεσης του προϊόντος της πώλησης ερείδεται στο εδάφιο (3) του Άρθρου 44Ι του Νόμου, το οποίο ρητά αναφέρεται σε «ενδιαφερόμενο πρόσωπο». Επομένως, ο ορισμός του ενδιαφερόμενου προσώπου στο Άρθρο 44ΙΕ τυγχάνει άμεσης εφαρμογής:

 

««ενδιαφερόμενο πρόσωπο» σημαίνει οποιοδήποτε πρόσωπο έχει δικαίωμα σε οποιοδήποτε μέρος του εκπλειστηριάσματος της πώλησης, όπως αυτό προκύπτει από έρευνα στα μητρώα του Κτηματολογίου και περιλαμβάνει οποιουσδήποτε εγγυητές σε σχέση με το ενυπόθηκο χρέος».

 

Το γεγονός ότι η Εφεσείουσα είναι συνιδιοκτήτρια του ακινήτου κατά το έτερο ήμισυ εξ αδιαιρέτου μερίδιο ουδόλως της προσδίδει την ιδιότητα του «ενδιαφερόμενου προσώπου».  Το ζήτημα έχει επιλυθεί οριστικά στην υπόθεση Polyxenia Isaak Restaurant Ltd κ.ά. v. Ελληνική Τράπεζα Δημόσια Εταιρεία Λτδ, Πολ. Έφ. 2/2023, ημερ. 2.6.2023, όπου κρίθηκε ότι ο συνιδιοκτήτης δεν αποτελεί ενδιαφερόμενο πρόσωπο για σκοπούς ειδοποίησης κατά τον Τύπο "ΙΑ" με βάση το Άρθρο 44Γ(2) του Νόμου, καθόσον «όταν εκποιηθεί το ενυπόθηκο μερίδιο σε ακίνητο, ο συνιδιοκτήτης άλλου μεριδίου στο ακίνητο δεν δικαιούται να λάβει οιοδήποτε ποσό χρημάτων από το τίμημα πώλησης». Παράλληλα, επισημάνθηκε ότι ο νομοθέτης καθόρισε σαφώς και περιοριστικά τα πρόσωπα που συγκαταλέγονται στο πιο πάνω πλαίσιο.  Το ίδιο σκεπτικό εφαρμόζεται, κατ’ αναλογίαν, στις διατάξεις του Άρθρου 44Ι(2) και (3) του Νόμου εν σχέσει με την έννοια του «ενδιαφερόμενου προσώπου» (βλ. Φούτρης ν. Κυπριακή Εταιρεία Διαχείρισης Περιουσιακών Στοιχείων Λτδ, Πολ. Έφ. 169/2023, ημερ. 5.10.2026).

 

Τέλος, προβάλλεται ως λανθασμένο εύρημα και εσφαλμένη αξιολόγηση τα όσα το πρωτόδικο Δικαστήριο αναφέρει επί του  Τεκμήριου 12, ισχυρισμοί οι οποίοι έτυχαν εξέτασης και απόρριψης στο πλαίσιο του τρίτου λόγου έφεσης.  

 

Υπό το φως των ανωτέρω οι λόγοι έφεσης τέσσερα και πέντε κρίνονται αβάσιμοι.

 

Έκτος Λόγος Έφεσης

 

Με τον έκτο λόγο έφεσης, η Εφεσείουσα αποδίδει στο πρωτόδικο Δικαστήριο εσφαλμένη εκτίμηση του μαρτυρικού υλικού, καθώς και παράλειψη σχολιασμού «ως προς την απόρριψη των λόγων της ένστασης της Εφεσίβλητης, οι οποίοι είχαν καταρριφθεί».

 

Παρατηρούμε ευθύς εξαρχής ότι η φράση εντός εισαγωγικών πάσχει από προφανή εννοιολογική ασάφεια.  Εξεταζόμενος, ωστόσο, ο λόγος έφεσης στο σύνολό του υπό το φως της συνοδευτικής του αιτιολογίας, καθίσταται σαφές ότι το παράπονο της Εφεσείουσας επικεντρώνεται στην παράλειψη του πρωτόδικου Δικαστηρίου να αποφανθεί επί της θέσης της ότι η ένσταση έπρεπε να είχε απορριφθεί.  Συγκεκριμένα, προβάλλεται ότι οι λόγοι ένστασης ήταν γενικοί και αόριστοι, ότι δεν τοποθετούνταν επί των αιτούμενων θεραπειών ούτε επί του ήδη εκδοθέντος προσωρινού διατάγματος, και ότι, επί της ουσίας, η πλευρά των Εφεσίβλητων παρέλειψε να αρνηθεί ειδικά το περιεχόμενο της αίτησης «ξεχωριστά κάθε παράγραφο ως επί δικογράφου», κατ’ επιταγή των νομολογιακών αρχών.

 

Οι πιο πάνω θέσεις έτυχαν εξέτασης και απόρριψης στο πλαίσιο του δεύτερου λόγου έφεσης. Προς αποφυγή επανάληψης υιοθετούμε το εκεί σκεπτικό μας.

 

Υπό το φως των ανωτέρω ο έκτος λόγος έφεσης κρίνεται αβάσιμος.

 

Έβδομος Λόγος Έφεσης

 

Με τον έβδομο λόγο έφεσης προβάλλεται ότι εσφαλμένα το πρωτόδικο Δικαστήριο παρέλειψε να εξετάσει κατά πόσον πληρούται η τρίτη προϋπόθεση του Άρθρου 32(1) του Ν. 14/1960 («ότι θα είναι δύσκολη ή αδύνατη η πλήρης απονομή δικαιοσύνης σε μεταγενέστερο στάδιο, εάν δεν εκδοθεί το εν λόγω διάταγμα»).

 

Υποστηρίζεται, συναφώς, ότι εν προκειμένω παραβλάπτονται περιουσιακά δικαιώματα της Εφεσείουσας, ότι η έννοια της δικαιοσύνης δεν εξαντλείται στην αποκατάσταση της υλικής μόνον ζημίας αλλά εκτείνεται στην ευρύτερη προστασία του αιτούντος τη θεραπεία, και ότι η δυνατότητα των Εφεσιβλήτων να αποζημιώσουν χρηματικά την Εφεσείουσα δεν συνεπάγεται άνευ ετέρου ότι δεν θα επέλθει αδικία υπό την ευρύτερη αυτή έννοια.

 

Προς υποστήριξη της θέσης της, η Εφεσείουσα επικαλείται τις υποθέσεις Μ. & Ch. Mitsingas Trading Ltd κ.ά. v. The Timberland Co (1997) 1 Α.Α.Δ. 1791 και Highgate Primary School Ltd κ.ά. ν. Φυλακτίδη κ.ά. (2009) 1 Α.Α.Δ. 317.

 

Στην υπόθεση Σεβαστού v. Σεβαστού (2002) 1(Α) Α.Α.Δ. 1980, τονίστηκαν τα εξής:

 

«…από τη στιγμή που διαπιστώνεται ότι δεν υπάρχει συζητήσιμο θέμα, περιττεύει η εξέταση των άλλων κριτηρίων και είναι αχρείαστος ο προβληματισμός για το πού κλίνει το ισοζύγιο ευχέρειας. Θα ήταν αντιφατικό να μην υφίσταται η προϋπόθεση αυτή και να εξετάζεται θέμα προοπτικής επιτυχίας ή τα άλλα θέματα που συνάπτονται με το ζήτημα».

 

 

Επομένως, οι τρεις προϋποθέσεις του Άρθρου 32(1) του Ν. 14/1960 εξετάζονται διαδοχικά, με τη σειρά που αυτές εκτίθενται στο εν λόγω εδάφιο, κατά τρόπο ώστε η μη ικανοποίηση της πρώτης ή της δεύτερης εξ αυτών να σφραγίζει αρνητικά την τύχη της αίτησης, καθιστώντας αλυσιτελή την εξέταση της επόμενης (βλ. και Διατάγματα/Injunctions των Γ. Ερωτοκρίτου & Π. Αρτέμη, σελ. 125)

 

Εφόσον το πρωτόδικο Δικαστήριο κατέληξε αιτιολογημένα ότι, παρά την ύπαρξη σοβαρού ζητήματος προς εκδίκαση, δεν στοιχειοθετείτο πιθανότητα επιτυχίας, ορθώς έκρινε ότι παρέλκει η εξέταση της τρίτης προϋπόθεσης.

 

Ως εκ τούτου, ο έβδομος λόγος έφεσης κρίνεται αβάσιμος.

 

Όγδοος Λόγος Έφεσης

 

Με τον όγδοο Λόγο Έφεσης, προβάλλεται ότι το πρωτόδικο Δικαστήριο λανθασμένα προέβη σε συμπεράσματα και πιθανολογήσεις αναφορικά με την ουσία της υπόθεσης. Στην αιτιολογία η Εφεσείουσα επικαλείται την τελευταία παράγραφο της εκκαλούμενης απόφασης (σελ. 20):

 

«Αλλά ακόμα και αν το Δικαστήριο κατέληγε ότι πληρούνται και οι τρεις προϋποθέσεις του άρθρου 32, και πάλι η αίτηση θα αποτύγχανε αφού κύριος στόχος της αγωγής φαίνεται να είναι η διεκπεραίωση του φερόμενου διαχωρισμού … κάτι που θα μπορεί η Αιτήτρια να προωθήσει και να διεκδικήσει από τον οποιονδήποτε νέο συνιδιοκτήτη».

 

Αναμφίβολα, πρόκειται για παρεμπίπτουσα παρατήρηση (obiter dictum) του πρωτόδικου Δικαστηρίου, η οποία δεν αποτελεί μέρος του σκεπτικού (ratio) που οδήγησε στην απόρριψη της ενδιάμεσης αίτησης. Περαιτέρω, είναι πρόδηλο πως τα όσα διαλαμβάνονται στο προρρηθέν απόσπασμα άπτονται του ισοζυγίου της ευχέρειας (balance of convenience), το οποίο θα εξεταζόταν μόνο στην υποθετική περίπτωση που ικανοποιούνταν προηγουμένως και οι τρεις προϋποθέσεις του Άρθρου 32.

 

Υπό το φως των ανωτέρω, εφόσον η εν λόγω κρίση δεν αποτέλεσε μέρος του σκεπτικού το οποίο οδήγησε στην απόρριψη της αίτησης και διατάγματος και δεν επηρεάζει το αποτέλεσμα, η εξέταση του υπό συζήτηση λόγου έφεσης παρέλκει ως αλυσιτελής.

 

Ένατος Λόγος Έφεσης

 

Με τον ένατο λόγο έφεσης, η Εφεσείουσα παραπονείται ότι το πρωτόδικο Δικαστήριο εσφαλμένα δεν εξέτασε τη θέση της περί γενικότητας και αοριστίας της νομικής βάσης της ένστασης, το οποίο θα έπρεπε, κατ’ ισχυρισμό να οδηγήσει στην απόρριψή της με έξοδα υπέρ της Εφεσείουσας.

 

Και αυτός ο λόγος έφεσης κρίνεται αβάσιμος. Η ένσταση στηρίζεται στην προσήκουσα νομική βάση με αναφορά στις κατάλληλες δικονομικές διατάξεις.  Συνακόλουθα, ορθώς η ενδιάμεση αίτηση απορρίφθηκε με έξοδα, βάσει του γενικού κανόνα ότι τα έξοδα ακολουθούν το αποτέλεσμα.

 

Η Έφεση απορρίπτεται στο σύνολο της με έξοδα υπέρ των Εφεσίβλητων και εις βάρος της Εφεσείουσας, για το ποσό των €5.100,00 πλέον Φ.Π.Α. (αν υπάρχει).

 

                                                                             Δ. ΚΙΤΣΙΟΣ, Δ.

 

 

                                                                             Μ.Γ. ΠΙΚΗΣ, Δ.

 

 

                                                                             Μ. ΔΡΟΥΣΙΩΤΗΣ, Δ.


cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο