ΕΦΕΤΕΙΟ ΚΥΠΡΟΥ – ΠΟΛΙΤΙΚΗ ΔΙΚΑΙΟΔΟΣΙΑ
(Πολιτική Έφεση Αρ. E90/2024)
(i-justice)
21 Οκτωβρίου, 2026
[ΣΤΑΥΡΟΥ, ΠΡΟΕΔΡΟΣ]
[ΚΟΝΗΣ, ΠΑΠΑΔΟΠΟΥΛΟΥ, Δ/ΣΤΕΣ]
1. ΝΙΚΟΣ ΗΡΑΚΛΕΟΥΣ
2. ΧΑΡΙΤΙΝΗ ΠΑΦΙΤΗ
3. ANGELA SPAIN
4. ΤΖΟΑΝΝΑ ΠΑΦΙΤΗ
5. ΜΑΡΙΑ ΗΡΑΚΛΕΟΥΣ
6. ΑΝΤΖΕΛΑ ΗΡΑΚΛΕΟΥΣ
7. IRA WILLIAMS
Εφεσείοντες
και
1. ΜΑΡΙΑ ΑΝΤΩΝΙΟΥ
2. ΔΡ. ΜΑΡΙΟΣ Κ. ΜΟΝΤΗΣ
3. ΣΟΛΩΝ ΧΕΙΜΩΝΙΔΗΣ
4. ΚΩΝΣΤΑΝΤΙΝΟΣ ΜΑΛΑΚΤΟΣ
Εφεσίβλητοι
HELLENIC BANK PUBLIC COMPANY LTD
Ενδιαφερόμενο μέρος
-------------------------------
Αιμιλία Ευσταθίου με Χριστιάνα Πυρκώτου για Ηλίας Νεοκλέους & Σία Δ.Ε.Π.Ε., για τους Εφεσείοντες
Μιχάλης Κούρος Λοϊζίδης με Ελίνα Λοϊζου για Γιώργος Ζ. Γεωργίου & Συνεργάτες Δ.Ε.Π.Ε., για τους Εφεσίβλητους
-------------------------------
ΣΤΑΥΡΟΥ, Π.: Η απόφαση είναι ομόφωνη.
Α Π Ο Φ Α Σ Η
ΣΤΑΥΡΟΥ, Π.: Οι ενάγοντες καταχώρισαν στις 10.1.2023 την κληρονομική αγωγή (probate action) 69/23 (i-justice) αμφισβητώντας τη νομιμότητα της διαθήκης ημερ. 22.6.2022 της αποβιώσασας Γεωργίας Ηρακλέους, τέως από την Κερύνεια και προ του θανάτου της, κάτοικο Λευκωσίας. Στο πλαίσιο της αγωγής καταχωρίστηκε από μέρους των εναγόντων, αίτηση για την έκδοση διαφόρων προσωρινών διαταγμάτων και από μέρους των εναγόμενων αίτηση για ασφάλεια εξόδων. Μεταξύ των ζητημάτων που τέθηκαν στο πλαίσιο της αίτησης για ασφάλεια εξόδων ήταν ότι οι ενάγοντες δεν είχαν ισχυρή υπόθεση για τον λόγο ότι απουσίαζε από την «ένορκη δήλωση επαλήθευσης» που προηγήθηκε της καταχώρισης της αγωγής το «jurat».
Ως προκύπτει από τα γεγονότα της υπόθεσης, η υπό αμφισβήτηση «ένορκη δήλωση επαλήθευσης» είναι αυτή που έγινε από την ενάγουσα 5 - αδελφή της αποβιώσασας - στις 10.1.2023 στο Προξενείο της Κυπριακής Δημοκρατίας στην Καμπέρα της Αυστραλίας. Η ιδιαιτερότητα της «ένορκης δήλωσης επαλήθευσης» ήταν ότι απουσίαζαν από το κατάλληλο σημείο του κειμένου, οι λέξεις «ορκίστηκε ενώπιον μου».
Θορυβημένοι από το εγειρόμενο ζήτημα, οι ενάγοντες καταχώρισαν στις 19.2.2024 αίτηση με την οποία ζητούσαν μια σειρά από διατάγματα που ουσιαστικά απέληγαν στη συμπλήρωση, τροποποίηση, αναγνώριση, παραλαβή και χρήση της επίμαχης «ένορκης δήλωσης επαλήθευσης» στο πλαίσιο της καταχωρισθείσας κληρονομικής αγωγής (εφεξής η Αίτηση).
Με την ένορκη δήλωση που συνόδευε την Αίτηση, οι ενάγοντες επιχείρησαν να εξηγήσουν ότι η απουσία των συγκεκριμένων λέξεων δεν αναιρούσε τη φύση, το περιεχόμενο και τον χαρακτήρα του εν λόγω εγγράφου. Παράλληλα, η ουσία του πράγματος παρέμενε αδιαμφισβήτητη - δηλαδή, η ενάγουσα 5 μέσω του εν λόγω εγγράφου, προέβαινε σε ένορκη δήλωση επαλήθευσης ενώπιον του Προξενείου. Η όποια διαφορετική προσέγγιση χαρακτηρίστηκε από τους ενάγοντες ως «τυπολατρική». Συνάμα, αναδείχθηκε η σημασία διασφάλισης του συνταγματικού δικαιώματος των εναγόντων να προβάλουν τους ισχυρισμούς τους ενώπιον Δικαστηρίου, κάτι το οποίο θα υφίστατο καίριο πλήγμα σε περίπτωση απόρριψης της Αίτησης. Στο ίδιο πλαίσιο, επιχειρήθηκε να διαφοροποιηθεί η προηγούμενη νομολογία που υπήρχε επί του θέματος. Η σύγχρονη τάση υποστήριξαν οι ενάγοντες, είναι να μην υπάρχει προσκόλληση σε «τεχνικές ελλείψεις» ώστε να αποφεύγεται η αδικία.
Οι εναγόμενοι καταχώρισαν Ένσταση η οποία υποστηριζόταν από ένορκη δήλωση. Προβλήθηκαν 11 ειδικοί λόγοι ένστασης, οι οποίοι, όπως και η συνοδευτική ένορκη δήλωση, περιστράφηκαν γύρω από τη θέση, η οποία διατυπωμένη απλά, ήταν ότι η απουσία των συγκεκριμένων λέξεων ισοδυναμούσε με απουσία του απαραίτητου «jurat», γεγονός που καθιστούσε την «ένορκη δήλωση επαλήθευσης» παράτυπη και άρα ανύπαρκτη, με όλα τα συνεπακόλουθα για την έκβαση της κληρονομικής αγωγής.
Το πρωτόδικο Δικαστήριο, με αναδρομή στις εφαρμοστέες νομικές αρχές και νομολογία, έκρινε με την απόφαση του ημερ. 19.8.2024 ότι η Αίτηση ήταν αδικαιολόγητη και ως τέτοια την απέρριψε στο σύνολο της, καταδικάζοντας μάλιστα τους ενάγοντες στα έξοδα.
Η απόφαση αυτή δυσαρέστησε τους ενάγοντες (εφεξής οι εφεσείοντες) οι οποίοι την προσβάλλουν με την παρούσα έφεση, προτάσσοντας πέντε λόγους έφεσης. Ο πρώτος λόγος έφεσης είναι ότι «το Πρωτόδικο Δικαστήριο λανθασμένα προέβη σε ευρήματα επί της ουσίας της Αγωγής στο πλαίσιο ενδιάμεσης αίτησης, προδικάζοντας ουσιαστικά το αποτέλεσμα της Αγωγής. Τα εν λόγω ευρήματα παραβιάζουν το συνταγματικό και θεμελιώδες δικαίωμα των Εφεσειόντων να ακουστούν και να προβάλουν τις θέσεις τους ενώπιον δικαστηρίου προς εξακρίβωση των δικαιωμάτων τους κατά παράβαση του άρθρου 30 του Συντάγματος της Κυπριακής Δημοκρατίας και του άρθρου 6 της Ευρωπαϊκής Σύμβασης Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων». Ο δεύτερος λόγος έφεσης είναι ότι «το Πρωτόδικο Δικαστήριο εφάρμοσε λανθασμένα τους σχετικούς δικονομικούς κανόνες και τις νομικές και νομολογιακές αρχές στα ιδιαίτερα περιστατικά και ιδιάζουσες περιστάσεις της παρούσας υπόθεσης». Ο τρίτος λόγος έφεσης είναι ότι «Το Πρωτόδικο Δικαστήριο εσφαλμένα δεν αποδέχθηκε τη θέση των Εφεσειόντων ότι η νομολογία του Ανωτάτου Δικαστηρίου και η σύγχρονη τάση του κοινοδικαίου δικαιολογεί απόκλιση από την αρχή της απόφασης Θεμιστοκλέους». Ο τέταρτος λόγος έφεσης είναι ότι «το Πρωτόδικο Δικαστήριο άσκησε λανθασμένα τη διακριτική του ευχέρεια, ήτοι εφάρμοσε λανθασμένες αρχές δικαίου, υπέπεσε σε νομικά σφάλματα, δεν έλαβε υπόψη του σχετικά στοιχεία, οδηγώντας σε πασιφανή αδικία σε βάρος των Εφεσειόντων». Τέλος, με τον πέμπτο λόγο έφεσης οι εφεσείοντες υποστηρίζουν ότι «το Πρωτόδικο Δικαστήριο απέτυχε να εξετάσει και/ή να αποφανθεί αιτιολογημένα επί της θέση[ς] των Εφεσειόντων ότι η απόρριψη της Αίτησης θα έχει ως αποτέλεσμα να αποστερηθούν του δικαιώματος τους να ακουστούν προς διάγνωση των δικαιωμάτων τους κατά παράβαση του άρθρου 30 του Συντάγματος και το άρθρο 6 της ΕΣΔΑ».
Κατά την ενώπιον μας ακροαματική διαδικασία, οι ευπαίδευτοι συνήγοροι των διαδίκων, υιοθέτησαν τα περιγράμματα αγόρευσης τους, ενώ προέβησαν και σε στοχευμένες προφορικές επισημάνσεις. Ακούσαμε με προσοχή αυτές τις επισημάνσεις και διεξήλθαμε επισταμένα τα περιγράμματα αγόρευσης, τα οποία θα πρέπει να επισημάνουμε είναι πολύ εμπεριστατωμένα - ένδειξη επαγγελματισμού και μελέτης. Επικροτούμε το γεγονός.
Ξεκινούμε από τον πρώτο λόγο έφεσης. Από την αιτιολογία προκύπτει ότι τα κατ’ ισχυρισμό ευρήματα στα οποία προέβη το πρωτόδικο Δικαστήριο και τα οποία φέρονται να προδίκασαν το αποτέλεσμα της αγωγής είναι δύο. Το πρώτο είναι ότι, «Στην προκειμένη περίπτωση, στη βάση των όσων προαναφέρθηκαν, και ελλείψει της δέουσας εκτέλεσης του jurat, το έγγραφο καθίσταται έγγραφο χωρίς αποδεικτική αξία και δεν αποτελεί έγκυρη ένορκη δήλωση». Το δεύτερο ότι, «Από την πιο πάνω απόφαση καθίσταται σαφές ότι όποιο και να ήταν το σκεπτικό πίσω από την απαίτηση της Δ.2 Θ.13, η καταχώρηση ένορκης δήλωσης επαλήθευσης πριν την αγωγή συνιστά προαπαιτούμενο (condition precedent) της εγκυρότητας κληρονομικής αγωγής».
Ο λόγος έφεσης αυτός είναι πρόδηλα αβάσιμος. Σε καμία περίπτωση το πρωτόδικο Δικαστήριο με τις πιο πάνω αναφορές καταπιάστηκε ή προδίκασε το αποτέλεσμα της αγωγής, προβαίνοντας σε πρώιμα και ετεροχρονισμένα ευρήματα επί των επιδίκων θεμάτων της διαφοράς ή στην εξαγωγή συμπερασμάτων επί συνυφασμένων, δύσκολων νομικών θεμάτων (βλ. Milton Investment Co. Ltd κ.ά. v. Dryden Group Ltd (2014) 1 Α.Α.Δ. 731). Οι αναφορές του πρωτόδικου Δικαστηρίου αφορούσαν αποκλειστικά το έγγραφο που φερόταν ως «ένορκη δήλωση επαλήθευσης» της αγωγής. Το έγγραφο αυτό ήταν το αποκλειστικό αντικείμενο της Αίτησης που είχε ενώπιον του το πρωτόδικο Δικαστήριο και επομένως καθηκόντως και αρμοδίως ασχολήθηκε με κάθε έκφανση του ζητήματος, προβαίνοντας και στις επίμαχες αναφορές. Το γεγονός ότι οι αναφορές εντάσσονταν στο ευρύτερο πλαίσιο της κατάληξης του πρωτόδικου Δικαστηρίου που εκ των πραγμάτων δημιουργεί καταλυτικές επιπτώσεις για την ίδια την αγωγή, ουδόλως παραβιάζει την αρχή δικαίου που απαγορεύει στο Δικαστήριο σε ενδιάμεσες αιτήσεις, να προβαίνει σε ευρήματα (πραγματικά ή νομικά) που προδικάζουν - επί της ουσίας - το αποτέλεσμα της αγωγής. Ας μην λησμονούμε εξάλλου, ότι οι ίδιοι οι εφεσείοντες προκάλεσαν την εκ των προτέρων επίλυση του ζητήματος δια της καταχώρισης της Αίτησης. Κατά την ενώπιον μας ακροαματική διαδικασία η ευπαίδευτη συνήγορος κα Ευσταθίου, πολύ γλαφυρά, εξήγησε και το σκεπτικό της επιλογής, λέγοντας τα εξής:
(σελ.3-4 - πρακτικό ημερ.9.7.2026)
«… , σε αυτό το στάδιο οι ενάγοντες είχαν δυο επιλογές, είτε να αφήσουν αυτό το ζήτημα να εκκρεμεί και να προχωρήσει η διαδικασία και ο μη γένοιτο στο τέλος της διαδικασίας να έρθει το Δικαστήριο και να πει ότι η αγωγή είναι άκυρη γιατί η ένορκη δήλωση είναι ελαττωματική και στο μεταξύ να προκληθούν και έξοδα και κατασπατάληση χρόνου, είτε να λάμβαναν διορθωτικά μέτρα όπως προνοούν οι Θεσμοί Πολιτικής Δικονομίας και επιλέξαμε τη δεύτερη επιλογή. Ως εκ τούτου προχωρήσαμε με την προώθηση αίτησης δυνάμει της Δ.39 θ.15 και Δ.39 θ.16 και ζητήσαμε από το Δικαστήριο ουσιαστικά να αποδεχτεί αυτή την ένορκη δήλωση».
Είναι συνεπώς παράδοξο, εκ των υστέρων, να διαμαρτύρονται οι εφεσείοντες διότι το πρωτόδικο Δικαστήριο, καθηκόντως επαναλαμβάνουμε, προέβη στη δέουσα εξέταση για να επιλύσει το ζήτημα.
Έπεται ότι ο λόγος έφεσης 1 είναι αβάσιμος και ως τέτοιος απορρίπτεται.
Οι λόγοι έφεσης 2-5 προσβάλλουν διάφορες πτυχές της ίδιας κατάληξης - δηλαδή της πρωτόδικης αιτιολογικής κρίσης απόρριψης της Αίτησης. Μια ορθολογική εξέταση των λόγων έφεσης αυτών απαιτεί σφαιρική και συνολική ανάλυση των εφαρμοστέων νομικών αρχών. Η ανάλυση αυτή αναπόφευκτα θα είναι διαπεραστική των λόγων έφεσης αυτών και συνεπώς θεωρούμε ωφέλιμο όπως η εξέταση τους γίνει μαζί και σωρευτικά, με επιμέρους ειδική μνεία εκεί και όπου χρειάζεται.
Η Διαταγή 2, θ.13 των παλαιών Θεσμών Πολιτικής Δικονομίας (εφεξής οι πΘΠΔ) που τύγχαναν εφαρμογής κατά τον ουσιώδη χρόνο προέβλεπε: - σε μετάφραση
«Στη σφράγιση του κλητηρίου σε αγωγές για επικύρωση διαθήκης θα προηγείται πρώτα η καταχώριση ένορκης δήλωσης του ενάγοντος ή ενός εκ των εναγόντων για επαλήθευση της οπισθογράφισης του κλητηρίου».
Στους Κανονισμούς Πολιτικής Δικονομίας του 2023 (εφεξής οι ΚΠΔ) δεν εντοπίζεται ανάλογη ή παρόμοια πρόνοια. Σχετική επομένως είναι η προηγηθείσα των ΚΠΔ νομολογία. Στην υπόθεση Demetriou and others v. Prodromou (1983) 1 C.L.R. 301 αποφασίστηκε ότι οι πρόνοιες της Διαταγής 2, θ.13 είναι επιτακτικές και ότι η προβλεπόμενη εκ των προτέρων καταχώριση ένορκης δήλωσης αποτελεί απαρέγκλιτή προϋπόθεση (condition precedent) για τη νομιμότητα της διαδικασίας. Η μη συμμόρφωση με τις εν λόγω πρόνοιες, κρίθηκε, καθιστά τη διαδικασία εξ υπαρχής άκυρη.
Για τα προαπαιτούμενα μιας ένορκης δήλωσης σχετική είναι η Διαταγή 39, θ.10 των πΘΠΔ. Αναφέρονται τα εξής:
«Το πρόσωπο που λαμβάνει την ένορκη δήλωση πρέπει να σημειώνει αμέσως στο τέλος της δήλωσης στο αριστερό σημείο της σελίδας, την ώρα και το χώρο που δόθηκε η ένορκη δήλωση, και ότι η ένορκη δήλωση ορκίστηκε και υπογράφηκε ενώπιον του, πρέπει να υπογράφει τη βεβαίωση (“jurat”) και να δηλώνει το αξίωμα του (Τύπος 35)».
Ο Τύπος 35 διαλαμβάνει τα εξής:
“Ορκίστηκε και υπέγραψε ενώπιον μου στις … [ημερομηνία], στο ... [Δικαστήριο ή άλλο χώρο όπου λαμβάνεται η ένορκη δήλωση]
(Υπογραφή) …,
Πρωτοκολλητής”.
[το jurat]
Στην προκειμένη περίπτωση, είναι παραδεκτό ότι η καταχωρισθείσα αγωγή ήταν κληρονομική αγωγή και άρα απαρέγκλιτη προϋπόθεση ήταν να προηγηθεί ένορκη δήλωση επαλήθευσης δυνάμει της Διαταγής 2, θ.13. Όπως προαναφέραμε η επίμαχη «ένορκη δήλωση επαλήθευσης» έγινε από την εφεσείουσα 5 στις 10.1.2023 στο Προξενείο της Κυπριακής Δημοκρατίας στην Καμπέρα της Αυστραλίας (σχετική η Διαταγή 39, θ.17). Το εν λόγω έγγραφο τιτλοφορείται «ένορκη δήλωση». Στην εναρκτήρια πρόταση του εγγράφου, η εφεσείουσα 5, χρησιμοποιεί τη φράση «ορκίζομαι και λέγω» και στο τέλος του κειμένου κάτω από τη φράση «Η Ενόρκως Δηλούσα» υπάρχει η υπογραφή της εφεσείουσας 5 (σχετική η Διαταγή 39,θ.9). Στο τέλος του κειμένου - στην αριστερή πλευρά - αναγράφεται φράση που προσομοιάζει με τα διαλαμβανόμενα στον προαναφερθέντα τύπο 35, αλλά και με τα διαλαμβανόμενα της Διαταγής 39, θ.10. Η φράση αυτή όμως είναι διαγραμμένη με πέντε χαρακτηριστικές δεξιόστροφες διαγώνιες γραμμές. Στο τέλος του κειμένου - στη δεξιά πλευρά - δια σφραγίδας και υπογραφής, πιστοποιείται η υπογραφή της εφεσείουσας 5 - με ρητή μάλιστα επιφύλαξη, ότι, ο πιστοποιών αξιωματούχος δεν αναλαμβάνει οποιαδήποτε ευθύνη για το περιεχόμενο του εγγράφου, το οποίο χαρακτηρίζεται “document” και όχι “affidavit”. Με άλλα λόγια, δεν πιστοποιείται με τον ενδεδειγμένο τρόπο, από το εν λόγω πρόσωπο η ενώπιον του όρκιση περί αληθείας του περιεχομένου της δήλωσης από την εφεσείουσα 5, κατά τρόπο που να μην επιδέχεται αμφισβήτησης ή αμφιβολίας. Πιστοποιείται μονάχα η υπογραφή της.
Η Διαταγή 39, θ.15 δυνάμει της οποίας επιζητείται η παραλαβή και χρήση του εγγράφου, προβλέπει ότι:
«Το Δικαστήριο ή Δικαστής μπορεί να παραλάβει οιοανδήποτε ένορκο δήλωση για το σκοπό χρησιμοποιήσεως της σε οιονδήποτε θέμα ή ζήτημα παρά την ύπαρξη οιουδήποτε ελαττώματος ένεκα λανθασμένης περιγραφής των διαδίκων ή άλλως πως στον τίτλο ή λεκτικό (jurat) ή για οιανδήποτε άλλη ανωμαλία στον τύπο της και μπορεί να δώσει οδηγίες να γίνει μια αναφορά στο έγγραφο ότι λαμβάνεται έτσι».
Οι πιο πάνω διαπιστώσεις μας φέρνουν στην υπόθεση Ανδρέας Θεμιστοκλέους & Υιοί Λτδ κ.ά. v. Arizona Trading Co Ltd (1997) 1 Α.Α.Δ. 1354 η οποία καταλαμβάνει δεσπόζουσα θέση στη κυπριακή νομολογία επί του προκειμένου ζητήματος. Στην υπόθεση αυτή κρίθηκε ότι η απουσία του jurat [βεβαίωση του πρωτοκολλητή σε εκείνη την περίπτωση] από τη φερόμενη ως ένορκη δήλωση, την κατέστησε έγγραφο χωρίς αποδεικτική αξία, αφού η παράλειψη ήταν ουσιαστική και όχι τυπική. Συνάμα, η παράλειψη δεν μπορούσε να λογισθεί ως «παρατυπία» και άρα θεραπεύσιμη, δυνάμει της Διαταγής 64 των πΘΠΔ.
Είναι αλήθεια, όπως αναφέρεται στον πρώτο λόγο έφεσης, ότι η κύρια νομική βάση στη Θεμιστοκλέους ήταν η Διαταγή 64 και όχι η Διαταγή 39, θ.15, όπως εδώ, όπως αλήθεια είναι το γεγονός ότι ήταν διαφορετική η εκεί φύση της διαδικασίας (αίτηση για την έκδοση συνοπτικής απόφασης). Η αρχή όμως παραμένει αλώβητη. Στη Θεμιστοκλέους αποφασίστηκε ότι η απουσία του jurat ήταν ουσιαστική και όχι τυπική. Συνεπώς, ούτε η Διαταγή 39, θ.15 θα μπορούσε να παράσχει θεραπεία. Το ότι η φύση της διαδικασίας ήταν διαφορετική, είναι εν προκειμένω στοιχείο αδιάφορο. Μια παράλειψη που λογίζεται ως ουσιαστική, τέτοιας μάλιστα έκτασης που καθιστά ολόκληρο το διάβημα εξ υπαρχής ανύπαρκτο, δεν δύναται να αγνοηθεί, υποβαθμιστεί ή αντικρισθεί αλλιώς, λόγω διαφορετικότητας της διαδικασίας. Ούτε και η δραστικότητα των συνεπειών για τον διάδικο, η ολιγωρία του αντιδίκου ή ακόμα και η φαινομενική κανονικότητα λόγω αποδοχής από το πρωτοκολλητείο ενός εγγράφου ή δικογράφου (ο ρόλος του οποίου είναι διεκπεραιωτικός και όχι δικαστικός) καθιστά τις όποιες ουσιαστικές παραλείψεις, τυπικές, ασήμαντες και κατ’ επέκταση θεραπεύσιμες (αιτιολογία λόγου έφεσης 4). Τούτο απαντά και στα επιχειρήματα που τίθενται δια της αιτιολογίας του πέμπτου λόγου έφεσης. Το δικαίωμα προβολής θέσεων και αξιώσεων ενώπιον αμερόληπτου Δικαστηρίου προστατεύεται μεν από το Σύνταγμα και την ΕΣΔΑ, αλλά προφανώς δεν είναι αχαλίνωτο και ανέλεγκτο. Υπόκειται σε δικονομικούς και άλλους κανόνες που θα πρέπει να τηρούνται.
Η Θεμιστοκλέους υιοθετήθηκε στην Arachchige v. Κυπριακής Δημοκρατίας, Έφεση κατά Απόφασης Διοικητικού Δικαστηρίου Διεθνούς Προστασίας αρ. 23/2021, ημερ. 17.9.2021, ECLI:CY:AD:2021:A399 όπου ειπώθηκαν τα εξής σημαντικά:
«...Σύμφωνα με τη Δ.39 θ.10 το πρόσωπο το οποίο λαμβάνει την ένορκη δήλωση σημειώνει, στο αριστερό μέρος του εγγράφου, το χρόνο και τον τόπο όπου λήφθηκε η ένορκη δήλωση και ότι αυτή λήφθηκε στην παρουσία του και υπογράφεται από αυτόν ως προνοείται στο Έντυπο αρ. 35 των Θεσμών (jurat). To jurat, το οποίο αποτελεί συντομογραφία του juratum est, που σημαίνει έχει ορκιστεί, αποτελεί ουσιαστικά βεβαίωση ως προς το χρόνο και τον τόπο που έγινε η ένορκη δήλωση και ενώπιον ποιου προσώπου.
Στην υπόθεση Ανδρέας Θεμιστοκλέους και Υιοί Λτδ κ.ά. ν. Arizona Trading Co Ltd (1997) 1 AAΔ 1354, στην οποία αναφέρθηκε το πρωτόδικο Δικαστήριο, κρίθηκε πως η απουσία της βεβαίωσης του Πρωτοκολλητή (jurat) από την ένορκη δήλωση την κατέστησε έγγραφο χωρίς αποδεικτική αξία και πως επρόκειτο για μη θεραπεύσιμη παρατυπία, δυνάμει της Δ.64.
Το «jurat» αποτελεί βεβαίωση η οποία τίθεται σε έγγραφο, το οποίο συνιστά ένορκη δήλωση. Σε περίπτωση που δεν υπάρχει η σχετική βεβαίωση, το έγγραφο δεν αποτελεί έγκυρη ένορκη δήλωση. Εν προκειμένω, δεν υπήρξε συμμόρφωση με τη Δ.39 θ.10 των Θεσμών Πολιτικής Δικονομίας και δεν εναποτίθεται στον Πρωτοκολλητή υποχρέωση να διορθώσει «ανύπαρκτη» ουσιαστικά ένορκη δήλωση. Όπως αναφέρεται στο Annual Practice του 1958, στις επεξηγηματικές σημειώσεις του O.38 r.5, «irregularities in the form of the jurat cannot be waived by the parties». Δε διαφεύγει της προσοχής μας ότι με βάση τη Δ.39 θ.15 μπορεί, κατόπιν σχετικής άδειας του Δικαστηρίου, να τροποποιηθεί μία ελαττωματική ένορκη δήλωση. Όμως, όπως τέθηκε στην υπόθεση Ανδρέας Θεμιστοκλέους και Υιοί Λτδ κ.ά., πιο πάνω, με βάση τη νομολογία, «η Δ.39 θ.15 καλύπτει κυρίως τις επουσιώδεις παρατυπίες στη βεβαίωση ως, λ.χ., τις λέξεις "before me" ή την καταχώρηση της βεβαίωσης σε χωριστή σελίδα (βλέπε Atkin's Court Forms in Civil Proceedings, 2nd ed., vol. 3, σελ. 330).». Στην περίπτωσή μας, όπως και στην περίπτωση της πιο πάνω υπόθεσης, δεν υπάρχει καμία βεβαίωση και, συνεπώς, δεν τυγχάνει εφαρμογής ο εν λόγω διαδικαστικός κανονισμός.
Ως εκ των ανωτέρω, ορθά το πρωτόδικο Δικαστήριο έκρινε ότι δεν υπήρχε ενώπιον του έγκυρη ένορκη δήλωση. Συνεπώς, το έγγραφο που κατατέθηκε παρέμεινε χωρίς αποδεικτική αξία».
Σχετική επίσης είναι η υπόθεση Αναφορικά με την αίτηση της Tandum Ltd (2014) 1 Α.Α.Δ. 1805.
Ομοίως, δεν συμμεριζόμαστε, το επιχείρημα που επίσης αναπτύσσεται στην αιτιολογία του λόγου έφεσης 2, ότι στην παρούσα περίπτωση - σε αντίθεση με τα γεγονότα των προαναφερθέντων υποθέσεων - δεν υπάρχει παντελής έλλειψη του jurat, αλλά μια «επουσιώδης παρατυπία». Εδώ, για άγνωστους λόγους, κάποιος επέλεξε να διαγράψει πλήρως το λεκτικό του jurat. Δεν επιχειρήθηκε να χρησιμοποιηθεί το jurat και από παραδρομή να παραλήφθηκε κάποια λέξη ή φράση. Ούτε έγινε λάθος στην ταυτοποίηση του προσώπου ή του προσδιορισμού της ώρας ή της ημερομηνίας. Επιλέγηκε μια εντελώς καινούργια και ξένη προς τις επιταγές του jurat πρακτική. Η πρακτική αυτή παρέλειψε την πλέον ουσιαστική βεβαίωση - ότι ενώπιον του εξουσιοδοτημένου προσώπου που λάμβανε τη δήλωση, η εφεσείουσα 5 ορκιζόταν περί της αληθείας του περιεχομένου της δήλωσης. Οι αναφορές της εφεσείουσας 5 στο σώμα της δήλωσης, όπως ορθά παρατήρησε το πρωτόδικο Δικαστήριο δεν είναι δυνατόν να αλλάξουν αυτό το δεδομένο. Οι δικές της αναφορές ήταν μεν σημαντικό μέρος της συνιστώσας που συνέθεταν τη δήλωση, αλλά ξέχωρο και διακριτό μέρος από το jurat, η ευθύνη του οποίου, ανήκε σε άλλο πρόσωπο. Το πρόσωπο αυτό, μέσω της σφραγίδας που έθεσε, ρητά διακηρύσσει ότι επιμαρτυρεί μόνον την υπογραφή, διαχωρίζει τη θέση του από το περιεχόμενο της δήλωσης και επιλέγει να χρησιμοποιεί τον όρο «document» δηλαδή έγγραφο αντί «affidavit» δηλαδή ένορκη δήλωση. Εν όψει των πιο πάνω κρίνουμε ότι ορθά αποφάνθηκε το πρωτόδικο Δικαστήριο ότι εξέλειπε εντελώς το jurat. Το γεγονός αυτό αλλοίωσε τον χαρακτήρα του εγγράφου, έτσι ώστε κατά εφαρμογή της προαναφερθείσας νομολογίας, να μην ετίθετο θέμα άσκησης διακριτικής ευχέρειας παραλαβής/χρήσης δυνάμει της Διαταγής 39, θ.15 ή διόρθωσης/τροποποίησης δυνάμει είτε της Διαταγής 39, θ.16 ή και του Μέρους 60 των ΚΠΔ.
Το επιχείρημα που αναπτύσσεται στην αιτιολογία του τρίτου λόγου έφεσης ότι η «σύγχρονή τάση» δικαιολογεί απόκλιση από τις αρχές που έθεσε η υπόθεση Θεμιστοκλέους δεν μας βρίσκει σύμφωνους. Με κάθε σεβασμό δεν θεωρούμε ότι η προσέγγιση στη Θεμιστοκλέους ήταν τυπολατρική. Υπήρξε προσέγγιση ουσίας. Ότι έλειπε μια από τις αναγκαίες συνιστώσες ώστε ένα έγγραφο, μια δήλωση, να θεωρηθεί έγκυρη ένορκη δήλωση σύμφωνα με τις τότε, ισχύουσες δικονομικές διατάξεις. Εξάλλου, η Θεμιστοκλέους υιοθετήθηκε μόλις το 2021 στην υπόθεση Arachchige (ανωτέρω). Αν είναι κάτι που επέφερε η σύγχρονη τάση και αντίληψη πραγμάτων είναι η μη συμπερίληψη στους ΚΠΔ πρόνοιας ανάλογης ή παρόμοιας με τη Διαταγή 2, θ.13 των πΘΠΔ. Τούτο το σημειώνουμε υπό μορφή παρατήρησης, αντιλαμβανόμενοι ότι δεν αποτελεί «βάλσαμο» για την πλευρά των εφεσειόντων.
Ενόψει των πιο πάνω οι λόγοι έφεσης 2-5 κρίνονται ανεδαφικοί και απορρίπτονται.
Η έφεση απορρίπτεται. Επιδικάζονται €4.000 έξοδα έφεσης πλέον ΦΠΑ υπέρ των εφεσίβλητων.
ΣΤ. Ν. ΣΤΑΥΡΟΥ, Π.
Α. ΚΟΝΗΣ, Δ.
Μ. ΠΑΠΑΔΟΠΟΥΛΟΥ, Δ.
cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο