ΕΦΕΤΕΙΟ ΚΥΠΡΟΥ ‑ ΠΟΙΝΙΚΗ ΔΙΚΑΙΟΔΟΣΙΑ
(Ποινική Έφεση Αρ.: 260/2026)
5 Νοεμβρίου 2026
[Μ. ΑΜΠΙΖΑΣ, ΣΤ. ΧΡΙΣΤΟΔΟΥΛΟΥ‑ΜΕΣΣΙΟΥ, Ι. ΣΤΥΛΙΑΝΙΔΟΥ, Δ/ΣΤΕΣ]
ALLAM J.J. ABOUALSOUD,
Εφεσείων,
v.
ΔΗΜΟΚΡΑΤΙΑΣ,
Εφεσίβλητης.
____________________________
Α. Κληρίδης για Φοίβος, Χρίστος Κληρίδης Δ.Ε.Π.Ε., για τον Εφεσείοντα
Α. Αντωνίου για Γενικό Εισαγγελέα της Δημοκρατίας, για την Εφεσίβλητη
ΑΜΠΙΖΑΣ, Δ.: Η απόφαση του Δικαστηρίου είναι ομόφωνη.
Α Π Ο Φ Α Σ Η
(Αυθημερόν)
ΑΜΠΙΖΑΣ, Δ.: Εφεσείων στην υπό κρίση έφεση είναι ο κατηγορούμενος 2 σε ποινική υπόθεση ενώπιον του Κακουργιοδικείου Λάρνακας. Το εν λόγω κατηγορητήριο, ως εξηγείται στην πρωτόδικη απόφαση, περιλαμβάνει είκοσι κατηγορίες, οι δεκαεπτά από τις οποίες αφορούν τον κατηγορούμενο 1 και τρεις αφορούν τον κατηγορούμενο 2‑εφεσείοντα. Ως προκύπτει από το εν λόγω κατηγορητήριο, οι κατηγορούμενοι 1 και 2 κατηγορούνται ότι, μαζί με άλλο πρόσωπο, στέρησαν την ελευθερία του παραπονούμενου με σκοπό να τον υποβάλουν σε τέτοια μεταχείριση ώστε να τεθεί σε κίνδυνο βαριάς βλάβης (11η κατηγορία), τον υπέβαλαν σε βασανιστήρια, με τοποθέτηση πιστολιού στο στόμα, κτυπήματα με ζώνη στο κεφάλι και άλλα μέρη του σώματος, κλωτσιές, χρήση συσκευής εκκένωσης ηλεκτρισμού, απειλή με μαχαίρι και πρόκληση σωματικής βλάβης στον αντιβραχίονα, στο άνω χείλος και το τριχωτό της κεφαλής (12η κατηγορία) και του επιτέθηκαν με κτυπήματα και του προκάλεσαν τις πιο πάνω αναφερθείσες πραγματικές σωματικές βλάβες (13η κατηγορία). Επαναλαμβάνεται ότι οι εν λόγω κατηγορίες στρέφονται εναντίον των κατηγορουμένων 1 και 2, περιλαμβάνοντας τα Άρθρα 20 και 21 του Ποινικού Κώδικα, Κεφ. 154 στην έκθεση του αδικήματος.
Το Κακουργιοδικείο εξηγεί, επίσης, το οδοιπορικό της υπόθεσης, στο οποίο περιλαμβάνεται το ότι η κράτηση του εφεσείοντα (αλλά και του κατηγορουμένου 1) αποφασίστηκε αρχικά από το παραπέμπον Δικαστήριο στη βάση του κινδύνου φυγοδικίας, ενώ, ενώπιον του ιδίου του Κακουργιοδικείου, ένσταση προβλήθηκε σε συνέχιση της κράτησης λόγω μεταβολής του κατηγορητηρίου, η οποία και απερρίφθη. Μεταγενέστερα, σε ημερομηνία κατά την οποία η υπόθεση ήταν ορισμένη για ακρόαση (8.10.2026), η υπόθεση αναβλήθηκε για τις 10.11.2026 μετά από αίτημα της πλευράς του κατηγορουμένου 1. Το αίτημα συνέχισης της κράτησης των κατηγορουμένων προσέκρουσε στην ένσταση της πλευράς του εφεσείοντα στη βάση διαφοροποίησης των δεδομένων που αφορούν αυτόν.
Το Κακουργιοδικείο, με την αιτιολογημένη απόφασή του, αποφάσισε τη συνέχιση της κράτησης του εφεσείοντα για τους λόγους που εξήγησε.
Ο εφεσείων προσβάλλει την εν λόγω πρωτόδικη απόφαση με την παρούσα έφεση στη βάση τεσσάρων λόγων έφεσης.
Για σκοπούς πληρότητας, παραθέτουμε το κάτωθι απόσπασμα από την A.A.S. v. ΑΣΤΥΝΟΜΙΑΣ, Ποινική Έφεση Αρ. 193/2022, ημερομηνίας 14.9.2022:
«Υπενθυμίζουμε ότι η κράτηση ενός υποδίκου μέχρι τη δίκη ή η επιβολή όρων για σκοπούς εξασφάλισης της παρουσίας του στο Δικαστήριο, εμπίπτει στη διακριτική ευχέρεια του Δικαστηρίου με αφετηρία, βεβαίως, την ατομική ελευθερία και ότι η κράτηση αποτελεί μέτρο κατ' εξαίρεση (Σιακαλλή ν. Δημοκρατίας (1997) 2 Α.Α.Δ. 130, 134). Επέμβαση του Εφετείου χωρεί αν διαπιστωθεί ότι αυτή η εξουσία δεν ασκήθηκε κατά τρόπο δικαστικό, είτε διότι εμφιλοχώρησαν εξωγενή στοιχεία, είτε γιατί παραγνωρίστηκαν κριτήρια που καθορίστηκαν από τη νομολογία ως προαπαιτούμενα (Dydi v. Δημοκρατίας, Ποινική Έφεση Αρ. 103/2020 [σχ. Με 104/2020], ημερ. 3/9/2020 και Γεωργίου v. Αστυνομίας, Ποινική Έφεση Αρ. 131/2021, ημερ. 1/9/2021). Στην Κωνσταντινίδης ν. Δημοκρατίας (1997)2 Α.Α.Δ. 109 λέχθηκε ότι «το Εφετείο δεν επεμβαίνει στην άσκηση της διακριτικής ευχέρειας που παρέχεται στα πρωτόδικα Δικαστήρια εκτός για πολύ σοβαρούς λόγους και σε εξαιρετικές περιπτώσεις». (Βλ. Επίσης Μαυρομιχάλης ν. Αστυνομίας (2014) 2 Α.Α.Δ. 256 και Suleyman v. Αστυνομίας, ποιν. Εφ. 120/20, 11.8.20), ECLI:CY:AD:2020:B286.»
Πολύ συνοπτικά, είναι χρήσιμο να λεχθεί ότι με το ζήτημα της κράτησης να έχει τελεσίδικα αποφασιστεί, η εξέταση ένστασης σε επαναλαμβανόμενο αίτημα κράτησης, διενεργείται με αφετηρία το τελευταίο διαφοροποιητικό γεγονός, εάν υπάρχει. Σχετική είναι, μεταξύ άλλων, η υπόθεση ΜΑΥΡΟΜΙΧΑΛΗΣ v. ΔΗΜΟΚΡΑΤΙΑΣ, Ποινικές Εφέσεις 165/20 και 166/20, ημερομηνίας 22.10.2020. Στην απουσία οποιουδήποτε άλλου νέου δεδομένου, το οποίο θα μπορούσε να καταστήσει αναγκαία την επανεξέταση του θέματος κράτησης, το τι παραμένει να πρέπει να εξεταστεί από το Δικαστήριο είναι ο ουσιαστικός λόγος της επιμήκυνσης του χρόνου κράτησης του κατηγορουμένου.
Έχουμε με προσοχή μελετήσει καθετί σχετικό με την υπό κρίση διαδικασία, περιλαμβανομένης και της επιχειρηματολογίας των δύο συνηγόρων ενώπιόν μας, αλλά και των όσων τέθηκαν ενώπιον του πρωτόδικου Δικαστηρίου.
Το προβληθέν, από τον εφεσείοντα, ως διαφοροποιητικό στοιχείο, το οποίο, ως η θέση του, δικαιολογούσε την εκ νέου εξέταση του θέματος και ανατροπή της διαταγής κράτησης με επιβολή όρων εγγύησης, συνίστατο στο περιεχόμενο ένορκης δήλωσης του παραπονούμενου, στην οποία αναφέρονται, ως καταγράφεται στην πρωτόδικη απόφαση, ότι «...Δεν έχω κανένα παράπονο από τον Alla J.J. Abualsoud και αναφορικά με την υπόθεση και δεν επιθυμώ να καταθέσω εναντίον του. Εκφράζω ρητώς όμως το παράπονο που υποβλήθηκε εκ μέρους μου εναντίον του οικογενειακού μου φίλου Alla J.J. Abualsoud τερματιστεί. Δεν έχω πρόθεση να καταθέσω εναντίον του και ορκίζομαι και δηλώνω ότι έχω επηρεαστεί αρνητικά από την εξέλιξη της παρούσας υπόθεσης και τον εγκλεισμό του φίλου μου Alla J.J. Abualsoud στις κεντρικές φυλακές. Περαιτέρω εκφράζω τη μεταμέλεια μου για την υποβολή του εν λόγω παραπόνου αποκλειστικά και μόνο σε σχέση με τον Alla J.J. Abualsoud, ο οποίος ουδέποτε μου κτύπησε ή με απείλησε για τον οποιοδήποτε λόγο και επιθυμώ όπως τερματιστεί οποιαδήποτε διαδικασία εναντίον του».
Ο πρώτος λόγος έφεσης αποδίδει στο Κακουργιοδικείο ότι λανθασμένα έκρινε ότι η μεταγενέστερη ένορκη δήλωση του παραπονούμενου δεν αποτελούσε ουσιώδη διαφοροποίηση των δεδομένων, ικανή να δικαιολογήσει επανεξέταση της κράτησης του εφεσείοντα.
Ο δεύτερος λόγος έφεσης αποδίδει στο Κακουργιοδικείο ότι λανθασμένα και ή χωρίς επαρκή αιτιολογία έκρινε ότι η ένορκη δήλωση αυτή δεν επηρέαζε ουσιαστικά την πιθανότητα καταδίκης του εφεσείοντα.
Ο τρίτος λόγος έφεσης προβάλλει ότι το Κακουργιοδικείο παρέλειψε να αιτιολογήσει επαρκώς γιατί η επικαλούμενη από την Κατηγορούσα Αρχή πραγματική μαρτυρία εξακολουθούσε να στηρίζει την πιθανότητα καταδίκης του εφεσείοντα, παρά τη νέα ένορκη δήλωση απόσυρσης παραπόνου, ενώ με τον τέταρτο λόγο έφεσης προβάλλεται ότι λανθασμένα το Κακουργιοδικείο διατήρησε το καθεστώς κράτησης του εφεσείοντα χωρίς επαρκή εξατομικευμένη επανεξέταση της αναγκαιότητας και αναλογικότητας της συνέχισης της κράτησής του υπό τα δεδομένα που παρουσίαζε η Υπεράσπιση.
Βασικός πυρήνας των λόγων έφεσης αποτελεί το ότι η υπό κρίση αναφορά του παραπονούμενου δεν περιορίζεται στην απόσυρση του παραπόνου του και στη μη πρόθεσή του να καταθέσει αλλά επεκτείνεται σε ανατροπή του ισχυρισμού του ότι ο εφεσείων έπραξε ως του αποδίδεται.
Η συνάφεια των όσων προβάλλονται στους υπό κρίση λόγους έφεσης καθιστά ευχερή την παράλληλη εξέτασή τους μέσα από μία ενιαία εξέταση της πρωτόδικης απόφασης.
Το Κακουργιοδικείο, έχοντας παραθέσει αποσπάσματα από σχετική νομολογία (DYDI κ.ά. v. ΔΗΜΟΚΡΑΤΙΑΣ, Ποινικές Εφέσεις 103/20 και 104/20, ημερομηνίας 3.9.2020 και ΙΩΣΗΦ v. ΔΗΜΟΚΡΑΤΙΑΣ, Ποινική Έφεση 260/2024, ημερομηνίας 16.12.2024), εξήγησε ότι οι αρχικές καταθέσεις του παραπονούμενου παρέμεναν ως μέρος του μαρτυρικού υλικού και η αλλαγή στάσης από μέρους του δεν θα μπορούσε να αποτελέσει νέο δεδομένο εφόσον το Δικαστήριο, σε αυτό το πλαίσιο, δεν αξιολογεί το μαρτυρικό υλικό. Εντόπισε δε, ότι «...η παρουσίαση της ένορκης δήλωσης του παραπονούμενου συνεπεία του περιεχομένου της, δεν αναιρεί τις θέσεις του παραπονούμενου όπως αυτές αναφέρονται στις καταθέσεις του και συνακόλουθα δεν αλλοιώνει ούτε αποδυναμώνει την υπόθεση της Κατηγορούσας Αρχής ως αυτή εξετάζεται στο παρόν στάδιο ή δύναται να αφαιρέσει από την ισχύ της πόσο δε μάλλον μέχρι σημείου εξάλειψης της διαπιστωθείσας πιθανολόγησης καταδίκης. Συνακόλουθα, το στοιχείο αυτό ακόμα και εάν αποτιμηθεί στα πλαίσια της θεώρησης του μαρτυρικού υλικού στην όψη του και μόνο και όχι απομονωμένα, ούτε και μονόπλευρα, έχοντας περαιτέρω ενωπιόν μας τη θέση της Κατηγορούσας Αρχής περί ύπαρξης και πραγματικής μαρτυρίας εναντίον του Κατηγορούμενου 2 για τα αδικήματα που αντιμετωπίζει, δεν είναι τέτοιο, που να επηρεάζει ουσιαστικά την πιθανότητα καταδίκης και σίγουρα όχι τέτοιο που να εξαφανίζει τον κίνδυνο φυγοδικίας ως ήταν η εισήγηση της υπεράσπισης».
Κρίνοντας, παράλληλα, ότι ο χρόνος μέχρι την ορισθείσα ημερομηνία δεν ήταν τέτοιος ώστε να θεωρείται υπερβολικός, αποφάσισε τη συνέχιση της κράτησης του εφεσείοντα.
Δεν εντοπίζουμε σφάλμα στην πρωτόδικη κρίση. Ορθή κρίνεται η διεργασία στην οποία το Κακουργιοδικείο προέβηκε και ορθή κρίνεται η τελική του κρίση επί του θέματος. Το θέμα εξέτασης τέτοιας φύσης δεδομένου απασχολεί συχνά, με τη νομολογία να είναι ξεκάθαρη. (βλ. Περαιτέρω, ΜΑΥΡΟΜΙΧΑΛΗΣ κ.ά. v. ΔΗΜΟΚΡΑΤΙΑΣ (ανωτέρω), KARACHAUSHEV v. ΑΣΤΥΝΟΜΙΑΣ, Ποινική Έφεση 242/2026, ημερομηνίας 13.10.2026, ΚΑΜΑΡΛΙΓΚΟΣ v. ΑΣΤΥΝΟΜΙΑΣ, Ποινική Έφεση 214/2026, ημερομηνίας 31.8.2026).
Όντως, το τι ο παραπονούμενος προβάλλει με την εν λόγω ένορκη δήλωση δεν αναιρεί το τι περιλαμβάνεται στο μαρτυρικό υλικό, εξετάστηκε από το Δικαστήριο και οδήγησε στην κρίση περί ύπαρξης πιθανότητας καταδίκης. Αν είναι κάτι που θα μπορούσε να λεχθεί επί του προκειμένου είναι ότι ακόμη και η αναφορά του παραπονούμενου ότι ο εφεσείων ουδέποτε τον κτύπησε ή τον απείλησε, πέραν όλων όσων καθορίζει η νομολογία ανωτέρω, δεν θα μπορούσε να αναιρέσει τα δεδομένα των υπό κρίση κατηγοριών, οι οποίες, υπενθυμίζεται ότι απέδιδαν τις υπό αναφορά πράξεις στους κατηγορούμενους 1 και 2 μαζί και με άλλο πρόσωπο, στη βάση και των Άρθρων 20 και 21 του Κεφ. 154. Δεν ανατράπηκε το πραγματικό υπόβαθρο των κατηγοριών από την αναφορά του παραπονούμενου ότι ο εφεσείων δεν τον κτύπησε ή απείλησε.
Δεδομένης, δε, της ως άνω κρίσης, σαφώς και δεν ετίθετο θέμα εξέτασης οποιουδήποτε αλλού ζητήματος, όπως εναλλακτικών όρων εγγύησης ή υφιστάμενης πραγματικής μαρτυρίας, πέραν της επιμήκυνσης του χρόνου κράτησης, ζήτημα το οποίο το Κακουργιοδικείο ορθά εξέτασε.
Συνακόλουθα, κρίνουμε ότι ουδείς από τους λόγους έφεσης θα μπορούσε να κριθεί βάσιμος.
Η παρούσα έφεση απορρίπτεται στο σύνολό της. Η πρωτόδικη απόφαση επικυρώνεται.
Μ. ΑΜΠΙΖΑΣ, Δ.
ΣΤ. ΧΡΙΣΤΟΔΟΥΛΙΔΟΥ‑ΜΕΣΣΙΟΥ, Δ.
Ι. ΣΤΥΛΙΑΝΙΔΟΥ, Δ.
cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο