ΦΙΛΙΠΠΟΣ ΦΙΛΛΙΠΣ v. ΜΟΔΕΣΤΟΣ ΠΙΣΣΙΔΗΣ, Πολιτική Έφεση Αρ.149/2016, 18/12/2025
print
Τίτλος:
ΦΙΛΙΠΠΟΣ ΦΙΛΛΙΠΣ v. ΜΟΔΕΣΤΟΣ ΠΙΣΣΙΔΗΣ, Πολιτική Έφεση Αρ.149/2016, 18/12/2025

ΑΝΩΤΑΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΚΥΠΡΟΥ

ΔΕΥΤΕΡΟΒΑΘΜΙΑ ΔΙΚΑΙΟΔΟΣΙΑ

 

  Πολιτική Έφεση Αρ.149/2016

 

   18 Δεκεμβρίου, 2025

 [Χ. ΜΑΛΑΧΤΟΣ, Ι. ΙΩΑΝΝΙΔΗΣ, Α. ΔΑΥΙΔ, Δ/στές]

 

ΦΙΛΙΠΠΟΣ ΦΙΛΛΙΠΣ

 

              Εφεσείων

ν.

 

ΜΟΔΕΣΤΟΣ ΠΙΣΣΙΔΗΣ

              Εφεσίβλητος

 

………………………………………..

 

Ο εφεσείων εμφανίζεται προσωπικά.

 

Μ. Νικολάου Πετρίδη (κα), για Χρήστος Πατσαλίδης ΔΕΠΕ, για τον Εφεσίβλητο.

 

 

   Χ. ΜΑΛΑΧΤΟΣ: Η Απόφαση είναι ομόφωνη, θα δοθεί από το

                           Δικαστή Δαυίδ.

 

 

 

Α Π Ο Φ Α Σ Η

 

ΔΑΥΙΔ, Δ.:  Με την υπό κρίση έφεση, επιδιώκεται η ανατροπή της απόφασης του Επαρχιακού Δικαστηρίου Λεμεσού (εφεξής «το πρωτόδικο Δικαστήριο»), ημερομηνίας 08.01.2016, με την οποία επιδίκασε υπέρ του εφεσίβλητου και εναντίον του εφεσείοντα, το ποσό των €2.634,63 πλέον τόκο και έξοδα. Το επιδικασθέν ποσό, ως έκρινε το πρωτόδικο Δικαστήριο, αντιπροσωπεύει μηνιαίο ενοίκιο και ενδιάμεσα οφέλη που ο εφεσίβλητος εξακολουθεί να οφείλει, δυνάμει ενοικίασης διαμερίσματος από τον εφεσίβλητο, έξοδα επιδιορθώσεων του διαμερίσματος («πελεκανικά» και ελαιοχρωματισμού), ως επίσης, υπόλοιπα λογαριασμών (υδατοπρομήθεια, σκύβαλα, θέρμανση).

 

Ο εφεσείων, με την Υπεράσπιση και Ανταπαίτηση του, προέβαλλε τη θέση ότι μέχρι τις 11.11.2008, που εγκατέλειψε το συγκεκριμένο διαμέρισμα, είχε εξοφλήσει όλα τα οφειλόμενα ενοίκια ενώ αρνήθηκε ότι προκάλεσε οποιαδήποτε ζημιά στο διαμέρισμα. Δηλώνοντας την ετοιμότητα του, εφόσον προσκομισθούν από τον εφεσείοντα οι σχετικές αποδείξεις, να καταβάλει τυχόν τέλη υδατοπρομήθειας και σκυβάλων που εξακολουθούσε να οφείλει, ανταπαιτούσε ταυτόχρονα το ποσό των €563,84 το οποίο κατέβαλε στον εφεσείοντα, ως εγγύηση (ντεπόζιτο), πλην όμως ο τελευταίος αρνείτο να του  επιστρέψει.

 

Η εγκυρότητα της επίδικης συμφωνίας ενοικίασης μεταξύ των διαδίκων, η οποία αφορούσε το διαμέρισμα  αρ.[   ] επί κτιρίου στην οδό [   ], στη [   ], για την περίοδο από 08.10.2007 μέχρι 08.11.2008, με μηνιαίο ενοίκιο €563,84 (Λ.Κ. 330), δεν αποτέλεσε αντικείμενο αμφισβήτησης. Ούτε το γεγονός πως πέραν της επιταγής του πρώτου ενοικίου και της εγγύησης, εκδόθηκαν από πλευράς εφεσείοντα (ενοικιαστή), ακόμα δώδεκα επιταγές προς αποπληρωμή του ενοικίου. Ομοίως, ως σημείωσε το πρωτόδικο Δικαστήριο, δεν αμφισβητήθηκε το γεγονός ότι σύμφωνα με τους όρους της ενοικίασης, ο εφεσείων όφειλε να καταβάλλει τα έξοδα κατανάλωσης ηλεκτρικού ρεύματος, νερού, θέρμανσης και τα τέλη σκυβάλων. Περαιτέρω, ούτε το γεγονός ότι η  καταβληθείσα εκ μέρους του εφεσείοντα εγγύηση (ντεπόζιτο), δεν είχε επιστραφεί στον τελευταίο, αμφισβητήθηκε.

 

Πέραν των πιο πάνω, πλείστα όσα από τα γεγονότα που περιβάλλουν την υπό συζήτηση υπόθεση, αποτέλεσαν αντικείμενο αντιπαράθεσης μεταξύ των μερών. Οι διιστάμενες θέσεις των διαδίκων τέθηκαν υπόψη του πρωτόδικου Δικαστηρίου με ανάλογη μαρτυρία. Ειδικότερα, για την πλευρά του εφεσείοντα, πέραν του ιδίου κλήθηκαν και προσέφεραν τη μαρτυρία τους τρείς μάρτυρες.  Ο Θωμάς Χριστοδούλου (Μ.Υ.2), η Ηλέκτρα Χριστοφή (Μ.Υ.3) και ο Κρίς Κρίστο (Μ.Υ.4).  Αντίστοιχα για την πλευρά του εφεσίβλητου κατέθεσαν πέραν του ιδίου ο Ανδρέας Σελεάρης (Μ.Ε.2) και ο Χρίστος Αριστείδου (Μ.Ε.3).

 

Το πρωτόδικο Δικαστήριο, αφού αναφέρθηκε στην προσαχθείσα ενώπιον του μαρτυρία, προχώρησε σε ανάλυση και αξιολόγηση της, καταγράφοντας την κρίση και την κατάληξη του όσον αφορά την εξέλιξη των ουσιαστικών γεγονότων που περιβάλλουν την περίπτωση. Παραπέμποντας στην δυνατότητα καταμερισμού των πληρωμών, που ως εξήγησε στη συγκεκριμένη περίπτωση υπήρχε η  δυνατότητα να εφαρμοστεί, αποδέχτηκε ότι ο εφεσείων όφειλε τελικά το ενοίκιο Οκτωβρίου 2008 αλλά και μέχρι τις 08.11.2008, ημερομηνία λήξης της σύμβασης ενοικίασης. Επιδίκασε επίσης στην πλευρά του εφεσίβλητου, ενδιάμεσα οφέλη στη βάση του καταβαλλόμενου ενοικίου, για την περίοδο 09.11.2008 μέχρι 17.11.2008, ημερομηνία μέχρι την οποία ο εφεσείων εξακολουθούσε να κατέχει τα κλειδιά του διαμερίσματος, εισερχόμενος σε αυτό. Σημείωσε, επί τούτου, την δυνατότητα να παρασχεθεί οποιαδήποτε θεραπεία η οποία στοιχειοθετείται από τα γεγονότα που περιέχονται στην Έκθεση Απαίτησης, εφόσον αυτά αποδεικνύονται κατά τη δίκη.  Δέχτηκε, επίσης, ότι ο εφεσίβλητος δεν κατέβαλε, ως όφειλε, το ποσό των €20,84 στην υδατοπρομήθεια Λεμεσού, τέλη σκυβάλων που ανέρχονται σε €119,95 και €280 έξοδα θέρμανσης που του αναλογούσαν, ως αποτέλεσμα της χρήσης του επίδικου διαμερίσματος, ποσά τα οποία συνυπολόγισε στο οφειλόμενο ποσό. Περαιτέρω, αποδεχόμενο σχετική μαρτυρία, σύμφωνα με την οποία για την επιδιόρθωση των ζημιών που προκλήθηκαν στο διαμέρισμα ενόσω ο εφεσείων το κατείχε, ήτοι ζημιές σε ερμάρια, μεσόθυρες, στους τοίχους και το ταβάνι του διαμερίσματος, καταβλήθηκαν προς επιδιόρθωση τα ποσά των €790 και €690 αντίστοιχα, επιδίκασε τα εν λόγω ποσά προς όφελος του εφεσίβλητου και εναντίον του εφεσείοντα.

 

Παρεμβάλλεται ότι, με δεδομένο ότι το ποσό της εγγύησης (ντεπόζιτο) που κατέβαλε ο εφεσείων στον εφεσίβλητο, δεν  αφαιρέθηκε από την απαίτηση του τελευταίου, το πρωτόδικο Δικαστήριο έκρινε ότι, η επί τούτου Ανταπαίτηση του εφεσείοντα,  θα πρέπει  να επιτύχει, επιδικάζοντας ταυτόχρονα τα σχετικά έξοδα προς όφελος του τελευταίου.

 

Η ως άνω εξέλιξη δεν άφησε ικανοποιημένο τον εφεσείοντα.  Προχώρησε στην καταχώρηση της υπό συζήτησης έφεσης, προσβάλλοντας την ως άνω απόφαση, στην έκταση που αφορούσε την επιτυχία της Απαίτησης σε βάρος του, με δέκα (10) λόγους Έφεσης.  Το πρωτόδικο Δικαστήριο, υποστηρίζει, επιδίκασε προς όφελος του εφεσίβλητου το πιο πάνω ποσό, κατά τρόπο αυθαίρετο και ασαφή, στηριζόμενο σε λανθασμένη συλλογιστική (1ος λόγος Έφεσης).  Προσθέτει επίσης, ότι λανθασμένα επιδίκασε αποζημίωση ενοικίου εναντίον του, χωρίς να στηριχθεί στη μαρτυρία και τα τεκμήρια που τέθηκαν από την πλευρά του, τα οποία, εάν λαμβάνονταν υπόψη, ήταν ικανά να κλονίσουν την αξιοπιστία του ενάγοντα και των μαρτύρων που παρουσίασε (2ος λόγος Έφεσης). Αμφισβητεί παράλληλα την κατάληξη του Δικαστηρίου ότι ο ίδιος, όπως και συγκεκριμένη μάρτυρας υπεράσπισης που κάλεσε (ΜΥ3), ήταν αναξιόπιστοι, ενώ ο εφεσίβλητος κρίθηκε ως αξιόπιστος μάρτυρας (5ος, 6ος και 7ος λόγοι Έφεσης).  Περαιτέρω, υποστηρίζει ότι λανθασμένα κατέληξε στο συμπέρασμα ότι ο εφεσείων όφειλε οποιοδήποτε ποσό για κατανάλωση πετρελαίου θέρμανσης και ότι υπήρξαν ζημιές «στα πελεκανιά» και στους τοίχους του διαμερίσματος, (3ος και 4ος λόγοι Έφεσης).  Το πρωτόδικο Δικαστήριο, προβάλλει, λανθασμένα αποφάσισε ότι ο εφεσίβλητος δικαιούται οποιοδήποτε ποσό για ενοίκια ή για ζημιές πέραν του ποσού που οφειλόταν για νερό και σκύβαλα (8ος λόγος Έφεσης). Παραπέμποντας περαιτέρω σε συγκεκριμένες φωτογραφίες που τέθηκαν υπόψη του πρωτόδικου Δικαστηρίου, υποστήριξε ότι αυτές εντάσσονταν στο ευρύτερο προσχεδιασμό της πλεκτάνης και της εξαπάτησης του ιδίου από τον εφεσίβλητο (9ος λόγος Έφεσης), ενώ καταληκτικά, αμφισβητεί την κρίση του Δικαστηρίου όσον αφορά τον επιδικασμό των εξόδων της αγωγής, για τα οποία, ως υποστηρίζει, θα έπρεπε να ο ίδιος να απαλλαγεί (10ος λόγος Έφεσης).

 

Είναι προφανές ότι στην συντριπτική πλειοψηφία των προβαλλόμενων λόγων Έφεσης, όπως και στην επιχειρηματολογία που προωθείται προς υποστήριξη τους, ουσιαστικά αναδεικνύονται,  ευθέως ή εμμέσως, θέματα που άπτονται της αξιολόγησης της μαρτυρίας από το πρωτόδικο Δικαστήριο (5ος, 6ος, 7ος λόγοι Έφεσης)  και της κατάληξης του σε συγκεκριμένα συμπεράσματα, άμεσα συναρτόμενα με τη μαρτυρία, ως αυτή έγινε αποδεκτή (3ος, 4ος και 8ος λόγοι Έφεσης). Τούτο, καθιστά αναγκαία την υπόμνηση των βασικών αρχών που διέπουν τον τρόπο αξιολόγησης μαρτυρίας που τίθεται υπόψη του Δικαστηρίου, ως επίσης, την εξουσία επέμβασης του Εφετείου στην πρωτόδικη κρίση σε τέτοια περίπτωση.

Πάγια και καλά εδραιωμένη είναι η νομολογία επί του πιο πάνω ζητήματος. Το Εφετείο δεν επεμβαίνει σε ευρήματα αξιοπιστίας στα οποία προβαίνει το πρωτόδικο Δικαστήριο, εκτός εάν αυτά κρινόμενα, εξ αντικειμένου φαίνονται ανυπόστατα ή αντιστρατεύονται την κοινή λογική ή δεν βρίσκουν έρεισμα ή βρίσκονται σε αντίθεση με την προσαχθείσα μαρτυρία ή μέρη της ή είναι καταφανώς εσφαλμένα. (βλ. Πίτσιλλος v. Κυπριακής Δημοκρατίας (1999) 1(Γ) Α.Α.Δ. 1549, Ζερβού κ.ά. ν. Τράπεζα Κύπρου Δημόσια Εταιρεία Λτδ (2011) 1(Γ) Α.Α.Δ. 2192, Ταρμαντίδης κ.ά. v. Δημητρίου (2010) 1(Α) A.A.Δ. 239, Φραντζής κ.ά. ν. Φιλική Ασφαλιστική Εταιρεία Λτδ (2010) 1(Α) Α.Α.Δ. 254) και Λαζάρου κ.ά. v. Δημοκρατίας (2010) 2 A.A.Δ. 633). Σε περίπτωση που με βάση το σύνολο της μαρτυρίας, ήταν εύλογα επιτρεπτό στο πρωτόδικο Δικαστήριο, το οποίο άλλωστε είχε και την ευκαιρία να ακούσει και να παρακολουθήσει τη συμπεριφορά των μαρτύρων μέσα στη ζωντανή ατμόσφαιρα της δίκης, να καταλήξει στις υπό αμφισβήτηση σχετικά με την αξιοπιστία διαπιστώσεις, το Εφετείο δεν επεμβαίνει. Όπως σημειώθηκε στην Μιχαηλίδης ν. Οικονομίδη, Πολ. Έφεση Αρ.94/2013, ημερ. 30/6/2022, ECLI:CY:AD:2022:D288:

«Ουκ ολίγες φορές έχει λεχθεί ότι θέματα που σχετίζονται με την αξιοπιστία των μαρτύρων εμπίπτουν εντός της αρμοδιότητας των Πρωτόδικων Δικαστηρίων αφού αυτά είναι που βλέπουν και παρακολουθούν τους μάρτυρες την ώρα που αυτοί καταθέτουν (Ζερβού κ.α. ν. Τράπεζα Κύπρου Δημόσια Εταιρεία (2011) 1(Γ) ΑΑΔ, 2192). Η αξιοπιστία ενός μάρτυρα κρίνεται σε ένα πολύ ευρύ πλαίσιο, περιλαμβάνει δε και την υποκειμενική αντίληψη φιλαλήθειας των μαρτύρων εκ μέρους του εκδικάζοντος Δικαστή (Χριστοφόρου ν. Αστυνομίας (2002) 2 ΑΑΔ, 407). Ισχυρισμοί ενώπιον του Εφετείου ότι η πρωτόδικη αξιολόγηση της μαρτυρίας είναι εσφαλμένη ή αδικαιολόγητη θα πρέπει να τεκμηριώνονται με πειστικά επιχειρήματα. Εάν ήταν εύλογα επιτρεπτό για το Πρωτόδικο Δικαστήριο να προβεί στα συγκεκριμένα ευρήματα αξιοπιστίας, το Εφετείο δεν επεμβαίνει. Επεμβαίνει μόνο όταν αυτά εξ αντικειμένου εμφανίζονται ανυπόστατα ή παράλογα ή αυθαίρετα ή συγκρούονται με την κοινή λογική (Ψωμάς ν. Δημοκρατίας (1993) 2 ΑΑΔ, 312 και Μαγκλή ν. Δήμου Γερμασόγειας (1999) 2 ΑΑΔ, 244).Περαιτέρω τυχόν αντιφάσεις ή αδυναμίες που υπάρχουν στη μαρτυρία δεν αποτελούν λόγο επέμβασης του Εφετείου, εκτός αν είναι τόσο ουσιώδεις ώστε να οδηγούν στο συμπέρασμα ότι το Πρωτόδικο Δικαστήριο εσφαλμένα αποδέχθηκε τη μαρτυρία ως αξιόπιστη.»

 

Εν πάση περιπτώσει, ο εφεσείων είναι το μέρος που φέρει το βάρος να πείσει το εφετείο, ότι το πρωτόδικο Δικαστήριο έσφαλε με το να πιστέψει το μάρτυρα των εφεσίβλητων κατά την αξιολόγηση της μαρτυρίας. (βλ. Mylonas a.ο. v. Kaili (1967) 1 C.L.R. 37 και Φραντζής κ.α. (ανωτέρω)).

 

Έχουμε μελετήσει με προσοχή την πρωτόδικη απόφαση, σε συνδυασμό θεωρούμενη με τα ζητήματα που η πλευρά του εφεσείοντα προωθεί μέσω των ως άνω λόγων έφεσης.  Δεν υιοθετούμε την εισήγηση του τελευταίου, όσον αφορά την προσέγγιση της μαρτυρίας του ιδίου, της ΜΥ3 και του εφεσίβλητου. Αντίθετα, το πρωτόδικο Δικαστήριο αξιολόγησε την τεθείσα υπόψη του μαρτυρία, εντός των καλά καθιερωμένων αρχών προς τούτο.  Εξέτασε με τη δέουσα προσοχή και επιμέλεια, όχι μόνο την μαρτυρία, τις τοποθετήσεις και εισηγήσεις των ως άνω προσώπων, αλλά του συνόλου των μαρτύρων που προσέφεραν την μαρτυρία τους από το εδώλιο του μάρτυρος. Ανέλυσε την μαρτυρία, αντιπαραβάλλοντας την προς το περιεχόμενο άλλης προφορικής και έγγραφης μαρτυρίας στη δίκη, καταγράφοντας και αιτιολογώντας την αξιολογική του κρίση, για τα ζητήματα που απασχολούσαν στην υπό συζήτηση υπόθεση. Δεν δικαιολογείται οποιαδήποτε παρέμβαση του παρόντος Δικαστηρίου. Η πρωτόδικη αξιολόγηση και η διαπίστωση των ανάλογων ευρημάτων, ως έχουν αποτυπωθεί στην προβαλλόμενη απόφαση, δεν μπορεί να εκθεμελιωθεί.

 

Συνακόλουθα, ο 5ος, 6ος, και 7ος λόγοι Έφεσης,  αποτυγχάνουν και απορρίπτονται.

 

Προωθώντας τον 2ο λόγο Έφεσης, η πλευρά του εφεσείοντα προέβαλε πως ενώ ο εφεσίβλητος επιζητούσε τα ενοίκια των μηνών Οκτωβρίου και Νοεμβρίου του 2008, «τελικώς βρέθηκε να απαιτεί ενοίκια για τον μήνα Νοέμβριο του 2007» (ειδικότερα για την περίοδο 8.11.2007 – 8.12.2007), ζήτημα το οποίο δεν προβαλλόταν στις δικογραφημένες του θέσεις, ενώ, εν πάση περιπτώσει, το συγκεκριμένο ποσό καταβλήθηκε σε μετρητά. Είναι σημαντικό να σημειωθεί ότι η θέση περί καταβολής του ενοικίου Νοεμβρίου του 2007 σε μετρητά, στην σύζυγο του εφεσίβλητου, απορρίφθηκε από το Δικαστήριο. Ως ορθά δε υπέδειξε το πρωτόδικο Δικαστήριο, παραπέμποντας στις  πρόνοιες των άρθρων 59 έως 61 του περί Συμβάσεων Νόμου, Κεφ.149, αλλά και σε σχετική νομολογία (Επίσημος Παραλήπτης κ.α v. Εθνικής Τράπεζας Ελλάδος Α.Ε. (2005) 1(Α) Α.Α.Δ. 34) στη συγκεκριμένη περίπτωση ήταν δεδομένη η δυνατότητα που είχε ο εφεσίβλητος, να προχωρήσει σε καταμερισμό πληρωμών, κατά τρόπο που μεταγενέστερες καταβολές ενοικίων να λογίζονται ότι καλύπτουν προγενέστερες οφειλές. Ως δε υποδείχθηκε στην υπόθεση Επίσημος Παραλήπτης κ.α (ανωτέρω), ο καταλογισμός πληρωμών στη βάση του κανόνα της υπόθεσης Devanes v. Noble Claytons [1816] 1 Mer 529, (Clayton rule), της οποίας o λόγος ουσιαστικά ενσωματώθηκε στα πιο πάνω άρθρα του Κεφ. 149, «Το σημείο είναι νομικό και ως τέτοιο δεν έπρεπε να είχε δικογραφηθεί».

Υπό  το φως των πιο πάνω, ο 2ος λόγος αποτυγχάνει και απορρίπτεται. 

 

Ως έχει σημειωθεί, μέσω του 1ου και 8ου λόγων έφεσης,   αμφισβητείται η συλλογιστική του πρωτόδικου Δικαστηρίου με την οποία κατέληξε στο επιδικασθέν προς όφελος του εφεσίβλητου ποσό, υποστηρίζοντας ότι αυτό έγινε κατά τρόπο αυθαίρετο και ασαφή. Ο εφεσίβλητος, προστίθεται, πέραν του ποσού για νερό και σκύβαλα δεν δικαιούται οποιοδήποτε ποσό για ενοίκια και ζημιές. Ότι  πρωτίστως θα πρέπει να σημειωθεί, είναι πως το πρωτόδικο Δικαστήριο, συνεκτιμώντας το σύνολο της μαρτυρίας και των στοιχείων που τέθηκαν υπόψη του, ως έγιναν αποδεκτά, κατέγραψε με σαφήνεια τα ευρήματα του όσον αφορά το δικαιολογημένο της αξίωσης του εφεσίβλητου, τόσο για τα οφειλόμενα ενοίκια όσο και για τις ζημιές που προκλήθηκαν στο διαμέρισμα καθ’ ον χρόνο αυτό τελούσε υπο την κατοχή του εφεσείοντα ως ενοικιαστή, για την αποκατάσταση των οποίων υπεύθυνος κρίθηκε ο τελευταίος. Την ως άνω κατάληξη, καθόλα δικαιολογημένη και αιτιολογημένη, τίποτε δεν τέθηκε ικανό να την ανατρέψει. Τα ως άνω ποσά, συμποσούμενα, αθροίζουν το ποσό που τελικά επιδικάστηκε στην πλευρά του εφεσίβλητου.

 

Συνακόλουθα τόσο ο 1ος όσο και ο 8ος λόγοι έφεσης αποτυγχάνουν και απορρίπτονται.

 

Κατά τον ίδιο, πειστικό τρόπο, το πρωτόδικο Δικαστήριο εξήγησε στην απόφαση του ότι ικανοποιήθηκε από τις εξηγήσεις που τέθηκαν υπόψη του από πλευράς εφεσίβλητου, όσον αφορά τον υπολογισμό της κατανάλωσης πετρελαίου θέρμανσης, τον οποίο χαρακτήρισε ως ακριβή και εύλογο.  Μεταξύ άλλων, τέθηκαν υπόψη του και ανάλογα συνεκτιμήθηκαν, σχετικά με το ζήτημα στοιχεία, όπως τιμολόγια αγοράς πετρελαίου και κατάσταση υπολογισμού καύσης πετρελαίου με βάση τον μετρητή κάθε διαμερίσματος. Δεν έχει τεθεί οτιδήποτε υπόψη μας ικανό να ανατρέψει την ως άνω κατάληξη του πρωτόδικου Δικαστηρίου.  

 

Ως εκ των ανωτέρω, ούτε ο 3ος λόγος Έφεσης μπορεί να έχει επιτυχή κατάληξη και απορρίπτεται. 

 

Σε σχέση με τον 4ο λόγο Έφεσης η εισήγηση ότι οι επιδιορθώσεις στο διαμέρισμα («πελεκανικά» και ζημιές στους τοίχους), αφορούσαν άλλο διαμέρισμα και όχι το [   ] που ο ίδιος ενοικίασε, καθόλα δικαιολογημένα δεν έγινε δεκτή από το πρωτόδικο Δικαστήριο.  Η εισήγηση εκ μέρους του εφεσείοντα ότι τόσο ο Μ.Ε.2 όσο και ο Μ.Ε.3 δυνατόν να επισκεύασαν άλλο διαμέρισμα στην πολυκατοικία που ευρίσκεται το διαμέρισμα [   ], γενικός και αόριστος ως παρέμεινε, δικαιολογημένα δεν έπεισε το πρωτόδικο Δικαστήριο. Οι μάρτυρες προσδιόρισαν το διαμέρισμα στο οποίο προέβηκαν στις σχετικές εργασίες, το οποίο, σε ανύποπτο χρόνο περιέγραψαν και στα σχετικά τιμολόγια που εξέδωσαν. 

 

Συνακόλουθα και ο 4ος λόγος Έφεσης αποτυγχάνει και απορρίπτεται.

 

Παρέλκει η αναγκαιότητα για ουσιαστική και περαιτέρω ενασχόληση με τον 9ο λόγο Έφεσης.  Πέραν της παράθεσης του τι απεικονίζουν οι δύο φωτογραφίες, ως προϊόν «ηλεκτρονικής επεξεργασίας», δεν φαίνεται το ζήτημα να συνδέεται άμεσα με ότι απασχολεί στην παρούσα.  Η απόπειρα διασύνδεση τους, κατά την εισήγηση του εφεσείοντα, με την αξιοπιστία του τελευταίου ως μάρτυρα, δεν θα μπορούσε σοβαρά να απασχολήσει.

 

Μέσω του 10ου λόγου Έφεσης αμφισβητείται η πρωτόδικη απόφαση στην έκταση που επιδίκασε το ύψος για την επιδιόρθωση των ζημιών αλλά και τα έξοδα της διαδικασίας. Το ατελέσφορο της αμφισβήτησης των συγκεκριμένων ζημιών, για την αποκατάσταση των οποίων κρίθηκε δικαιολογημένα υπεύθυνος ο εφεσείων, όπως και το ύψος τους, έχει ήδη καταδειχθεί πιο πάνω. Όσον αφορά τα έξοδα της πρωτόδικης διαδικασίας που συναρτώνται με την Απαίτηση του εφεσίβλητου, τίποτα δεν έχει τεθεί, ικανό να δικαιολογήσει την διαφοροποίηση από τον κανόνα ότι τα έξοδα ακολουθούν το αποτέλεσμα της διαδικασίας, τον οποίο και ακολούθησε το πρωτόδικο Δικαστήριο.

 

Συνακόλουθα και ο πιο πάνω, 10ος λόγος Έφεσης, αποτυγχάνει και απορρίπτεται.

 

Υπό το φως όλων των πιο πάνω, η υπό συζήτηση Έφεση δεν μπορεί να έχει επιτυχή κατάληξη και ως εκ τούτου απορρίπτεται.

 

Επιδικάζονται υπέρ του εφεσίβλητου και εναντίον του εφεσείοντα έξοδα, ύψους €1.700, πλέον Φ.Π.Α., εάν υπάρχει.

                                             

 

Χ. ΜΑΛΑΧΤΟΣ, Δ.

                                                       

Ι. ΙΩΑΝΝΙΔΗΣ, Δ.

                                      

                                               Α. ΔΑΥΙΔ, Δ.                        


cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο