ΜΙΧΑΗΛ Γ. ΙΩΑΝΝΙΔΗ v. ΚΥΠΡΙΑΚΗΣ ΕΤΑΙΡΕΙΑΣ ΔΙΑΧΕΙΡΙΣΗΣ ΠΕΡΙΟΥΣΙΑΚΩΝ ΣΤΟΙΧΕΙΩΝ ΛΙΜΙΤΕΔ, ΑΙΤΗΣΗ ΑΡ. 38/2024, 23/12/2025
print
Τίτλος:
ΜΙΧΑΗΛ Γ. ΙΩΑΝΝΙΔΗ v. ΚΥΠΡΙΑΚΗΣ ΕΤΑΙΡΕΙΑΣ ΔΙΑΧΕΙΡΙΣΗΣ ΠΕΡΙΟΥΣΙΑΚΩΝ ΣΤΟΙΧΕΙΩΝ ΛΙΜΙΤΕΔ, ΑΙΤΗΣΗ ΑΡ. 38/2024, 23/12/2025

ΑΝΩΤΑΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΚΥΠΡΟΥ

Δικαιοδοσία δυνάμει του άρθρου 9(3)(γ) του Ν. 33/1964

ΑΙΤΗΣΗ ΓΙΑ ΧΟΡΗΓΗΣΗ ΑΔΕΙΑΣ

ΑΙΤΗΣΗ ΑΡ. 38/2024

 

 

23 Δεκεμβρίου, 2025

 

 

[ΜΑΛΑΧΤΟΣ, ΙΩΑΝΝΙΔΗΣ, ΕΦΡΑΙΜ, Δ/στές]

 

 

Aναφορικά με την Αίτηση της Κυπριακής Εταιρείας Διαχείρισης Περιουσιακών Στοιχείων Λίμιτεδ (Η.Ε. 387704)

 

Aναφορικά με Nομικά Θέματα που προκύπτουν από την Απόφαση του Εφετείου, Πολιτική Δικαιοδοσία

Αρ. Υπόθεσης: Πολιτική Έφεση 368/2019

Ημερομηνίας: 30.09.2024

 

Μεταξύ:

ΜΙΧΑΗΛ Γ. ΙΩΑΝΝΙΔΗ

Εφεσείοντα/Αντεφεσίβλητου

ΚΑΙ

 

1.    ΚΥΠΡΙΑΚΗΣ ΕΤΑΙΡΕΙΑΣ ΔΙΑΧΕΙΡΙΣΗΣ ΠΕΡΙΟΥΣΙΑΚΩΝ ΣΤΟΙΧΕΙΩΝ ΛΙΜΙΤΕΔ

Εφεσίβλητης/Αντεφεσείουσας

2.    ΤΡΑΠΕΖΑΣ ΚΥΠΡΟΥ ΔΗΜΟΣΙΑ ΕΤΑΙΡΕΙΑ ΛΤΔ

Εφεσίβλητης

__________________

Κούσιος Κορφιώτης Παπαχαραλάμπους Δ.Ε.Π.Ε., για την Αιτήτρια/Αντεφεσίβλητη.

__________________

  ΜΑΛΑΧΤΟΣ, Δ.:   Η απόφαση του Δικαστηρίου είναι ομόφωνη και θα δοθεί από τον Ιωαννίδη, Δ.

__________________

Α Π Ο Φ Α Σ Η

 

ΙΩΑΝΝΙΔΗΣ, Δ.:  Η Κυπριακή Εταιρεία Διαχείρισης Περιουσιακών Στοιχείων Λίμιτεδ, ήταν δικαιούχος διαιτητικής απόφασης ημερ. 27.1.2000, αφού διαδέχθηκε τη Συνεργατική Πιστωτική Εταιρεία Στροβόλου. Ενυπόθηκος οφειλέτης, ο Μιχαήλ Γ. Ιωαννίδης. Η εν λόγω διαιτητική απόφαση ενεγράφη για σκοπούς εκτέλεσης δυνάμει διατάγματος ημερ. 15.5.2014 του Επαρχιακού Δικαστηρίου Λευκωσίας. Στην εν λόγω διαιτητική απόφαση καταγράφονται, μεταξύ άλλων, τα ακόλουθα:  «Με την παρούσα διαιτητική απόφαση αποφασίζω τα εξής:  (α) όπως με το πιο πάνω Γραμμάτιο και οι τόκοι πληρωθούν αλληλεγγύως από τον πρωτοφειλέτη, τους εγγυητές του και την υποθήκη αρ. Υ7068/95». 

 

Στις 17.3.2019, η Κυπριακή Εταιρεία Διαχείρισης Περιουσιακών Στοιχείων Λίμιτεδ ειδοποιήθηκε από την Τράπεζα Κύπρου Δημόσια Εταιρεία Λτδ, η οποία ήταν πρώτη στη σειρά ενυπόθηκος δανειστής, ότι πωλήθηκε το ενυπόθηκο ακίνητο για το οποίο γινόταν αναφορά στη διαιτητική απόφαση, και ότι από το προϊόν της πώλησης, αφού καταβλήθηκαν διάφορα ποσά προς εξόφληση άλλων χρεών, ο ενυπόθηκος οφειλέτης Μιχαήλ Γ. Ιωαννίδης είχε λαμβάνειν ποσό ύψους €50.572,66.

 

Η Κυπριακή Εταιρεία Διαχείρισης Περιουσιακών Στοιχείων Λίμιτεδ καταχώρισε ενώπιον του Επαρχιακού Δικαστηρίου Λευκωσίας αίτηση για κατάσχεση του πιο πάνω ποσού εις χείρας τρίτου, δηλαδή της Τράπεζας Κύπρου Δημόσια Εταιρεία Λτδ (Μεσεγγυούχου). Το Επαρχιακό Δικαστήριο κατά την εκδίκαση της εν λόγω Αίτησης απεφάνθη πως το άρθρο 4 του περί Ελευθεροποίησης του Επιτοκίου και Συναφών Θεμάτων Νόμου του 1999, Ν.160(Ι)/1999, δεν ενομιμοποιούσε την πιο πάνω Εταιρεία να εισπράξει για οφειλόμενο τόκο από το προϊόν πώλησης του ενυπόθηκου ακινήτου, ποσό που υπερέβαινε το ποσό του οφειλόμενου κατά τον χρόνο της είσπραξης κεφαλαίου. Κατ΄ επέκταση, έκρινε πως η Αίτηση ήταν δικαιολογημένη, και την ενέκρινε, στην έκταση που αφορούσε στο ποσό των €36.789,70.

 

Στο σημείο αυτό θεωρούμε σκόπιμο να παραθέσουμε το άρθρο 4, του περί Ελευθεροποίησης του Επιτοκίου και Συναφών Θεμάτων Νόμου του 1999, Ν.160(Ι)/1999, το οποίο έχει ως εξής:

 

«Μεταβατική διάταξη για υφιστάμενα δάνεια με εξασφάλιση υποθήκης ακινήτου

4. Σε περιπτώσεις δανείων ή πιστωτικών διευκολύνσεων που παραχωρήθηκαν από πιστωτικά ιδρύματα πριν από την έναρξη της ισχύος του παρόντος Νόμου και δεν έχουν εξοφληθεί ακόμη, για την εξασφάλιση των οποίων έχει εγγραφεί υποθήκη σε ακίνητο υπέρ περισσοτέρων του ενός ενυπόθηκων δανειστών, το ποσό που ο κάθε ενυπόθηκος δανειστής δικαιούται να εισπράξει για οφειλόμενο τόκο από το προϊόν πώλησης του ακινήτου σε περίπτωση αναγκαστικής εκποίησής του, δεν μπορεί να υπερβαίνει το ποσό του οφειλόμενου κατά το χρόνο της είσπραξης κεφαλαίου.»

 

Η Κυπριακή  Εταιρεία Διαχείρισης Περιουσιακών Στοιχείων Λίμιτεδ, δεν έμεινε ικανοποιημένη από την πιο πάνω απόφαση, το ίδιο και ο Μιχαήλ Γ. Ιωαννίδης. Ο τελευταίος καταχώρισε Έφεση, Πολ. Έφεση l368/2019, και με ένα λόγο Έφεσης ζητούσε ανατροπή της πρωτόδικης απόφασης αφού θεωρούσε ότι εσφαλμένα το πρωτόδικο Δικαστήριο έκρινε ότι εφαρμόζονταν οι πρόνοιες του άρθρου 4, του Νόμου 160(Ι)/1999. Η πιο πάνω Εταιρεία καταχώρισε αντέφεση επικαλούμενη, μεταξύ άλλων, ότι το πρωτόδικο Δικαστήριο έσφαλλε όσον αφορά στην ερμηνεία που έδωσε στο άρθρο 4, του Νόμου 160(Ι)/1999.

Τόσο η έφεση όσο και η αντέφεση απερρίφθησαν. Το Εφετείο με την απόφαση του ημερ. 30.9.2024, αποφάσισε πως η προσέγγιση του πρωτόδικου Δικαστηρίου σε σχέση με την ερμηνεία του άρθρου 4 του Νόμου 160(Ι)/1999, ήταν ορθή. Παραθέτουμε το σχετικό απόσπασμα από την απόφαση του Εφετείου:

 

«Έχουμε εξετάσει τα επιχειρήματα και τις θέσεις των ευπαίδευτων συνηγόρων των διαδίκων, καθώς, και το σκεπτικό του ευπαίδευτου πρωτόδικου Δικαστή, με το οποίο κατέληξε στο τελικό του συμπέρασμα.  Φρονούμε πως η ορθή ερμηνεία επιβάλλει στον νομικό αναγνώστη της πιο πάνω διάταξης να επικεντρωθεί στο ότι ο νομοθέτης επιθυμούσε όπως ενυπόθηκος δανειστής να μην δικαιούται να εισπράξει, για οφειλόμενο τόκο, από το προϊόν πώλησης ακινήτου σε περίπτωση αναγκαστικής εκποίησης του, ποσό το οποίο να υπερβαίνει του οφειλόμενου, κατά τον χρόνο της είσπραξης, κεφαλαίου. Απαιτείται επικέντρωση στη φράση «κατά τον χρόνο της είσπραξης».  Συνεπώς, θεωρούμε ότι αποκλείεται, ή δεν εννοείται, το οφειλόμενο κεφάλαιο του αρχικού ποσού της διευκόλυνσης ή του δανείου ή της όποιας πιστωτικής διευκόλυνσης, το οποίο είναι δυνατό να διαφέρει αν έχουν μεσολαβήσει οποιεσδήποτε πληρωμές έναντι του αρχικού ποσού.  Αυτή η ερμηνεία υπαγορεύει, ταυτόχρονα, πως απαιτείται, κατά την είσπραξη, ο διαχωρισμός του οφειλόμενου κεφαλαίου από τους οφειλόμενους τόκους, ούτως ώστε να είναι εφικτός ο έλεγχος της εφαρμογής της πρόνοιας του Άρθρου 4 του Ν.160(Ι)/1999, προκειμένου να μην εισπράττεται μεγαλύτερο ποσό τόκων από το οφειλόμενο κεφάλαιο, κατά τον χρόνο της είσπραξης. Τονίζουμε ότι η παρούσα περίπτωση αφορά πιστωτικές διευκολύνσεις που παραχωρήθηκαν πριν την έναρξη της ισχύος του Ν.160(Ι)/1999 και δεν έχουν ακόμη εξοφληθεί.

 

Με δεδομένο ότι η επίδικη πιστωτική διευκόλυνση παραχωρήθηκε περί το 1995, και πληρουμένων και των υπόλοιπων προϋποθέσεων, το Άρθρο 4 του Ν.160(Ι)/1999 τυγχάνει εφαρμογής, ως ορθά έκρινε το πρωτόδικο Δικαστήριο.  Είναι δε ξεκάθαρο, ως κρίνουμε, από τη γραμματική ερμηνεία του εν λόγω άρθρου, πως το κατά πόσο το ποσό της είσπραξης προέρχεται από εξ' αποφάσεως χρέος ή άλλως πως έχει ουδέτερη σημασία, στοιχείο το οποίο ορθά υπέδειξε και αντίκρυσε και το πρωτόδικο Δικαστήριο.  Ο νόμος ομιλεί περί είσπραξης οφειλόμενου τόκου και του κεφαλαίου.  Το κεφάλαιο δεν διαφοροποιείται από το ότι θα μεσολαβήσει η έκδοση απόφασης. Κυρίαρχο, κατ' επέκταση, στοιχείο στην παρούσα υπόθεση, παραμένει ότι το ποσό των €50.572,66 που ζητούσαν οι εφεσίβλητοι 1 ήταν προϊόν από την πώληση ενυπόθηκων ακινήτων και προς ικανοποίηση του ενυπόθηκου χρέους.» 

 

     [Η υπογράμμιση γίνεται από το παρόν Δικαστήριο]

 

Eν κατακλείδι, το Εφετείο, σε συμφωνία με το πρωτόδικο Δικαστήριο, έκρινε, ως ελέχθη, ότι η Κυπριακή Εταιρεία Διαχείρισης Περιουσιακών Στοιχείων Λίμιτεδ, δεν ενομιμοποιείτο να διεκδικεί από το προϊόν πώλησης του ενυπόθηκου ακινήτου, ποσό μεγαλύτερο από το ποσό των €36.789,70.

 

Η τελευταία, με την υπό εκδίκαση Αίτηση επιδιώκει την εξασφάλιση άδειας του Δικαστηρίου για να υποβάλει Αίτηση δυνάμει του άρθρου 9(3)(γ) των περί Απονομής της Δικαιοσύνης (Ποικίλαι Διατάξεις) Νόμων του 1964 έως 2024, το οποίο προνοεί ότι το Ανώτατο Δικαστήριο:

«… αποφασίζει σε τρίτο και τελευταίο βαθμό βάσει αιτήσεως, η οποία υποβάλλεται από τον Γενικό Εισαγγελέα της Δημοκρατίας ή οιονδήποτε των διαδίκων κατόπιν αδείας παραχωρουμένης υπό του ιδίου και κατόπιν προηγηθείσας διαδικασίας πολιτικής ή ποινικής εφέσεως επί νομικών θεμάτων τα οποία προκύπτουν από την απόφαση του Εφετείου και συναρτώνται με τη διαφοροποίηση πάγιας νομολογίας ή με την ανάγκη ορθής ερμηνείας, είτε πρωτογενούς είτε δευτερογενούς ουσιαστικής νομοθετικής διατάξεως, ή με μείζον ζήτημα δημοσίου συμφέροντος ή γενικής δημόσιας σημασίας ή συνοχής του δικαίου επί συγκρουομένων ή αντιφατικών αποφάσεων του Εφετείου, κατά την υπ’ αυτού ενασκουμένη  πολιτική ή ποινική δικαιοδοσία:

Νοείται ότι, η συμφώνως των πιο πάνω, υποβαλλομένη αίτηση δέον να προσδιορίζει σαφώς τα προκύπτοντα από την οικεία απόφαση νομικά θέματα, ως και τους πλήρεις λόγους και τα αναγκαία στοιχεία τα υποστηρίζοντα το αίτημα, προκειμένου το Ανώτατο Δικαστήριο να αποφανθεί κατά πόσο θα παραχωρήσει την απαιτούμενη άδεια:

 

Νοείται περαιτέρω ότι, σε τέτοια περίπτωση η απόφαση του Εφετείου αντικαθίσταται από την απόφαση του Ανωτάτου Δικαστηρίου».

 

 

 

Στην Έκθεση Νομικών Θεμάτων, τα οποία η αιτήτρια θεωρεί ότι προκύπτουν από την απόφαση του Εφετείου, περιλαμβάνονται τρία νομικά θέματα, τα οποία παραθέτουμε αυτολεξεί, χωρίς την αιτιολογία τους, την οποία βεβαίως έχουμε θέσει ενώπιον μας και έχουμε μελετήσει:

 

«Πρώτο Νομικό Θέμα

 

1.   Κατά πόσο ο περιορισμός που θέτει το Άρθρο 4 του Περί Ελευθεροποίησης του Επιτοκίου και Συναφών Θεμάτων Νόμου Ν.160(Ι)/1999 για είσπραξη τόκου, ο οποίος δεν μπορεί να υπερβαίνει το ποσό του οφειλόμενου κατά τον χρόνο της είσπραξης κεφαλαίου, εφόσον πληρούνται και οι υπόλοιποι όροι και περιορισμοί που το αναφερόμενο Άρθρο ορίζει, αφορά

α) τους τόκους οι οποίοι δύνανται να εισπραχθούν από τον ενυπόθηκο δανειστή δυνάμει των εγγράφων υποθήκης και/ή της καταχωρηθείσας υποθήκης ή

β)  τους τόκους οι οποίοι δύνανται να εισπραχθούν από τον δανειστή δυνάμει των όρων της συμφωνίας δανείου, η οποία εξασφαλίζεται από την υποθήκη.  

 

Δεύτερο Νομικό Θέμα

 

2.   Κατά πόσο το Άρθρο 4 του Περί Ελευθεροποίησης του Επιτοκίου και Συναφών Θεμάτων Νόμου Ν.160(Ι)/1999 περιορίζει το ποσό που δύναται να εισπράξει εξ αποφάσεως πιστωτής στα πλαίσια λήψης μέτρων εκτέλεσης προς είσπραξη εκδοθείσας υπέρ του Δικαστικής Απόφασης, όταν ο εξ αποφάσεως πιστωτής έχει ταυτόχρονα προς όφελος του, ως εξασφάλιση του εξ αποφάσεως χρέους ή μέρους αυτού, υποθήκη.

 

Τρίτο Νομικό Θέμα

 

3.   Κατά πόσο η εφαρμογή του Άρθρου 4 του Νο.160(Ι)/1999 και οι περιορισμοί που αυτό θέτει σε σχέση με την είσπραξη οφειλόμενου τόκου από ενυπόθηκο δανειστή στα πλαίσια αναγκαστικής εκποίησης ενυπόθηκου ακινήτου, δύναται να περιορίσει το ύψος χρέους το οποίο έχει επιβεβαιωθεί με δικαστική απόφαση ή Διαιτητική Απόφαση η οποία έχει εγγραφεί για σκοπούς εκτέλεσης και η οποία έχει καταστεί τελική.»

 

 

 

Σημειώνουμε ότι ο καθ΄ ου η αίτηση, ενυπόθηκος οφειλέτης, ενώ ενημερώθηκε για την εν λόγω διαδικασία, δεν επέδειξε ενδιαφέρον, και ως εκ τούτου δεν έχουμε ενώπιον μας ένσταση εκ μέρους του. Αυτό βεβαίως δεν οδηγεί άνευ ετέρου σε έγκριση της Αίτησης.

 

Στην Αναφορικά με την Αίτηση του Δομίνικου Κολλίτση, Αίτηση Αρ. 10/2024, ημερ. 11.9.2024, επαναλαμβάνεται ότι:

«… το άρθρο 9(3)(γ) του Ν.14/60 δεν απαιτεί μόνο την ύπαρξη νομικού θέματος προς εκδίκαση σε τρίτο βαθμό αλλά όπως αυτό το νομικό θέμα αφορά τη διαφοροποίηση της νομολογίας ή την ανάγκη ορθής ερμηνείας νόμου ή κανονισμού ή μείζον δημόσιο συμφέρον ή γενικής δημόσιας σημασίας ή ζήτημα συνοχής του δικαίου όπου υπάρχουν συγκρουόμενες ή αντιφατικές αποφάσεις. Επομένως, το εν λόγω άρθρο προβλέπει τη δυνατότητα παροχής άδειας για εκδίκαση σε τρίτο βαθμό νομικών ζητημάτων που σαφώς χρήζουν είτε νέας ερμηνείας κατ’ απόκλιση από την υπάρχουσα νομολογία, είτε ορθής ερμηνείας όπου η μέχρι στιγμής ερμηνεία δεν είναι σαφής, είτε σαφήνειας όπου υπάρχουν αντικρουόμενες αποφάσεις, είτε αφορά θέμα δημοσίου συμφέροντος. Χρήσιμη καθοδήγηση επί της εφαρμογής του εν λόγω άρθρου προσφέρει η απόφαση στην υπόθεση Artio Designs Ltd v. Stephen Van Zupthen κ.ά., Αρ. Αίτησης 2/2023, ημερ. 30.1.2024».

 

 

 

Σημειώνουμε πως τα όσα εκτίθενται στο «Πρώτο και Δεύτερο Νομικό Θέμα» όχι μόνο δεν προκύπτουν από την απόφαση του Εφετείου ημερ. 30.9.2024, αλλά δεν φαίνεται να είχαν προβληθεί από την αιτήτρια ούτε στην πρωτόδικη διαδικασία. Ως εκ τούτου, θα επικεντρωθούμε στο Τρίτο Νομικό Θέμα.

 

Το πρωτόδικο Δικαστήριο άντλησε καθοδήγηση από την υπόθεση  Πιπονίδη ν. Ελληνική Τράπεζα Δημόσια Εταιρεία Λτδ κ.ά. (2017) 1(Γ) Α.Α.Δ. 3122, η οποία μνημονεύεται και στην απόφαση του Εφετείου, όπου αποφασίστηκε ότι:

 

«Οι πρόνοιες του άρθρου 4 του Νόμου 160(Ι)/99, όπως και η πιο πάνω νομολογία, καθιστούν σαφές ότι η εφεσίβλητη 1 – Τράπεζα, ενυπόθηκος δανειστής, δεν θα μπορούσε να εισπράξει από το προϊόν της καταναγκαστικής πώλησης του κτήματος της εφεσείουσας ποσό μεγαλύτερο των Λ.Κ.32.000,00 που είναι το κεφάλαιο εκ Λ.Κ.16.000,00 και ο τόκος εκ Λ.Κ.16.000,00 πλέον έξοδα». 

 

 

 

Να αναφέρουμε εδώ πως τόσο στην πιο πάνω υπόθεση όσο και στην παρούσα, είχε εκδοθεί δικαστική απόφαση για πιστωτικές διευκολύνσεις που είχαν χορηγηθεί πριν από την έναρξη της ισχύος του περί Ελευθεροποίησης του Επιτοκίου και Συναφών Θεμάτων Νόμου του 1999 Ν.160(Ι)/1999, δηλαδή πριν από την 1.1.2001.

 

Η αιτήτρια, με το Τρίτο Νομικό Θέμα, δεν επιδιώκει την εξασφάλιση άδειας ούτως ώστε να εξεταστεί από την Ολομέλεια του Ανώτατου Δικαστηρίου  ζήτημα διαφοροποίησης από την πιο πάνω νομολογία η οποία ακολουθήθηκε τόσο από το πρωτόδικο Δικαστήριο όσο και από το Εφετείο. Κατ΄ επέκταση, δεν έχουμε ακούσει ούτε επιχειρήματα προς αυτήν την κατεύθυνση. Σε άλλα θέματα επικεντρώθηκε η γραπτή της αγόρευση. Για ό,τι αξίζει, να σημειώσουμε ότι τόσο στην πρωτόδικη όσο και στην κατ΄ έφεση διαδικασία, η θέση της αιτήτριας ήταν ότι τα γεγονότα της παρούσας διαφοροποιούνται από τα γεγονότα της υπόθεσης Πιπονίδη (ανωτέρω).

 

Η αιτήτρια στην αιτιολογία του πιο πάνω Νομικού Θέματος αναφέρει ότι:

 

«Α. Το ύψος του οφειλόμενου από τον Καθ΄ ου η Αίτηση εκ Διαιτητικής Αποφάσεως χρέους, το οποίο προκύπτει από διαιτητική απόφαση η οποία καταχωρήθηκε και εγγράφηκε για σκοπούς εκτέλεσης στο Πρωτοκολλητείο του Επαρχιακού Δικαστηρίου Λευκωσίας στα πλαίσια της Γενικής Αίτησης υπ΄ αριθμό 2361/2013, είναι τελικό και δεσμευτικό και δεν δύναται να αμφισβητηθεί ή να περιοριστεί στα πλαίσια λήψης μέτρων εκτέλεσης για είσπραξη του. Δυνατότητα αμφισβήτησης του εκ Διαιτητικής Αποφάσεως Χρέους υπήρχε κατά την διαδικασία της Διαιτησίας ή σε διαδικασία Έφεσης κατά της Διαιτητικής Απόφασης Χρέους ως προβλέπεται στο Άρθρο 52 του Περί Συνεργατικών Εταιρειών Νόμου 22/1985.

 

Β.  Η ερμηνεία που έδωσε το Εφετείο στο Άρθρο 4, αντιστρατεύεται τις καλά θεμελιωμένες αρχές της δεσμευτικότητας των αποφάσεων και/ή του δεδικασμένου».

 

 

Ωστόσο, θα πρέπει να σημειώσουμε πως το Εφετείο δεν άγγιξε καθόλου θέμα που αφορά σε περιορισμό του εξ αποφάσεως χρέους. Αποφάσισε μόνο θέμα που αφορά στο μέγιστο ποσό το οποίο θα μπορούσε να διατεθεί προς όφελος της αιτήτριας από το προϊόν πώλησης του ενυπόθηκου ακινήτου.   

 

Καταλήγουμε πως δεν δικαιολογείται η χορήγηση της αιτούμενης άδειας.

 

 

Η Αίτηση απορρίπτεται.

 

Ουδεμία διαταγή για έξοδα.

 

 

Χ. ΜΑΛΑΧΤΟΣ, Δ.

 

 

 

 

                                                      Ι. ΙΩΑΝΝΙΔΗΣ, Δ.

 

 

 

 

                                                      Ε. ΕΦΡΑΙΜ, Δ.

 

 

 

 

 

/ΣΓεωργίου

 

 

 

 

 


cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο