ΑΝΩΤΑΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΚΥΠΡΟΥ
ΔΙΚΑΙΟΔΟΣΙΑ ΔΥΝΑΜΕΙ ΤΟΥ ΑΡΘΡΟΥ 9(3)(γ) ΤΟΥ Ν. 33/1964
ΑΙΤΗΣΗ ΓΙΑ ΧΟΡΗΓΗΣΗ ΑΔΕΙΑΣ
(Αίτηση Αρ. 11/2025)
16 Ιανουαρίου, 2026
[ΣΤΑΜΑΤΙΟΥ, Π., ΔΗΜΗΤΡΙΑΔΟΥ-ΑΝΔΡΕΟΥ, ΔΑΥΙΔ, Δ/στές]
ΑΝΑΦΟΡΙΚΑ ΜΕ ΤΗΝ ΑΙΤΗΣΗ TΟΥ ΜΙΧΑΛΗ ΚΥΡΙΑΚΙΔΗ
ΑΝΑΦΟΡΙΚΑ ΜΕ ΝΟΜΙΚΑ ΘΕΜΑΤΑ ΠΟΥ ΠΡΟΚΥΠΤΟΥΝ ΑΠΟ ΤΗΝ ΑΠΟΦΑΣΗ ΤΟΥ ΕΦΕΤΕΙΟΥ ΣΤΗΝ ΥΠΟΘΕΣΗ 256/2022, ΗΜΕΡΟΜΗΝΙΑΣ 27/02/2025, ΠΟΙΝΙΚΗ ΔΙΑΔΙΚΑΣΙΑ
Μεταξύ:
ΓΕΝΙΚΟΥ ΕΙΣΑΓΓΕΛΕΑ ΤΗΣ ΔΗΜΟΚΡΑΤΙΑΣ
Εφεσείοντα,
ΚΑΙ
ΜΙΧΑΛΗ ΚΥΡΙΑΚΙΔΗ
Εφεσίβλητου.
______________________________________________
Η. Στεφάνου με Γ. Νεάρχου και Φ. Μαλά (κα), για τον Αιτητή.
Ν. Κέκκος, Ανώτερος Δικηγόρος της Δημοκρατίας, εκ μέρους του Γενικού Εισαγγελέα, για τον Καθ’ου η Αίτηση.
______________________________________________________________
ΣΤΑΜΑΤΙΟΥ, Π.: Η Απόφαση είναι ομόφωνη, θα απαγγελθεί από τη Δικαστή Δημητριάδου-Ανδρέου.
______________________________________________________________
Α Π Ο Φ Α Σ Η
ΔΗΜΗΤΡΙΑΔΟΥ-ΑΝΔΡΕΟΥ, Δ.: Ο Αιτητής/Εφεσίβλητος στην Έφεση αρ. 256/2022, στην οποία εκδόθηκε Απόφαση από το Εφετείο στις 27/2/2025, καταχώρισε την υπό κρίση Αίτηση στο Ανώτατο Δικαστήριο, επιζητώντας άδεια για να υποβάλει αίτηση δυνάμει του Άρθρου 9(3)(γ) των περί Απονομής της Δικαιοσύνης (Ποικίλαι Διατάξεις) Νόμων 1964 έως 2024 (εφεξής «ο Νόμος»).
Η πιο πάνω Απόφαση εκδόθηκε σε έφεση κατά της πρωτόδικης απόφασης του Μόνιμου Κακουργιοδικείου Λάρνακας, ημερ. 4/11/2022, δια της οποίας ο Εφεσίβλητος αθωώθηκε και απαλλάχθηκε σε όλες τις εναντίον του κατηγορίες. Το Κατηγορητήριο της υπόθεσης αφορούσε εννέα Κατηγορούμενα πρόσωπα (φυσικά και νομικά) και υπήρχαν στο σύνολο 34 κατηγορίες, οι οποίες αφορούσαν σε αδικήματα συνομωσίας για καταδολίευση, πλαστογραφία και κυκλοφορία πλαστών εγγράφων, εξασφάλισης εγγραφής με ψευδείς παραστάσεις, παροχής ψευδών πληροφοριών, συγκάλυψης περιουσίας, ψευδούς βεβαίωσης και νομιμοποίησης εσόδων από παράνομες δραστηριότητες.
Όπως επισημάνθηκε και στην Απόφαση του Εφετείου, η υπόθεση περιστρέφετο γύρω από την απόκτηση κυπριακής υπηκοότητας με κατ’ ισχυρισμό δόλια πολιτογράφηση του Tony Newman βάσει του Κυπριακού Επενδυτικού Προγράμματος. Η βασική θέση του Εφεσείοντα πρωτοδίκως και κατ’ έφεση ήταν ότι το όνομα Τ.Ν., η ημερομηνία και ο τόπος γέννησης, τα οποία δηλώθηκαν στην αίτηση για κατ’ εξαίρεση πολιτογράφηση ήταν ψευδή. Συνακόλουθα υποστηρίζετο ότι το πραγματικό του όνομα ήταν Μ.Ε., με ημερομηνία γέννησης [ ] και τόπο γέννησης το Ιράν.
Οι Λόγοι Έφεσης αφορούσαν την κατ’ ισχυρισμό πλημμελή εφαρμογή του Νόμου επί των πραγματικών γεγονότων (Λόγοι 1, 2, 3, 5, 6) και ότι δεν υπήρξε απόδειξη βάσει της οποίας το Δικαστήριο μπορούσε εύλογα να διαπιστώσει πραγματικό γεγονός (Λόγος 4).
Με το Λόγο Έφεσης 1 και το Λόγο Έφεσης 2 προσβάλλετο ως πλημμελής ο τρόπος προσέγγισης της περιστατικής μαρτυρίας, με αποτέλεσμα το πρωτόδικο Δικαστήριο: (α) «να καταλήξει λανθασμένα στο συμπέρασμα ότι δεν αποδείχθηκε ότι το όνομα του Tony Newman, η ημερομηνία και τόπος γέννησης του καθώς και το όνομα των γονέων του, που δηλώθηκαν από τους κατηγορούμενους στην αίτηση πολιτογράφησης, στον Έφορο Εταιρειών και σε Τράπεζες ήταν ψευδή» (1ος Λόγος), και (β) «να καταλήξει εσφαλμένα στο συμπέρασμα ότι οι κατηγορούμενοι δεν γνώριζαν ότι το όνομα Tony Newman, η ημερομηνία και ο τόπος γέννησης του καθώς και το όνομα των γονέων του ήταν ψευδή και ότι ο Mehdi Ebrahimieshratabadi, o Mike Robertson, και ο Tony Newman ήταν το ίδιο πρόσωπο» (2ος Λόγος).
Σε ό,τι αφορά το Λόγο Έφεσης 1 το Εφετείο στην Απόφαση του θεώρησε ως νομικό σφάλμα του Κακουργιοδικείου την αποσπασματική θεώρηση της περιστατικής μαρτυρίας, την οποία το Κακουργιοδικείο είχε αποδεχθεί και κατέγραψε στα ευρήματα του, στο πλαίσιο της οποίας δεν συνυπολογίστηκαν ουσιώδη στοιχεία τα οποία, ως σημείωσε, είτε είχαν παραγνωριστεί εντελώς, είτε δεν είχαν ληφθεί δεόντως υπόψη.
Σε ό,τι δε αφορά το Λόγο Έφεσης 2, που σχετίζετο με το Λόγο Έφεσης 1, το Εφετείο στην Απόφαση του, αφού στις σελίδες 45-79 καταγράφει αναλυτικά αριθμό στοιχείων περιστατικής μαρτυρίας που αποτέλεσε μέρος των ευρημάτων του Κακουργιοδικείου, θεώρησε ως νομικό σφάλμα του Κακουργιοδικείου ότι τα εν λόγω στοιχεία από την περιστατική μαρτυρία δεν λήφθηκαν υπόψη.
Με το Λόγο Έφεσης 3 αμφισβητήθηκε η ερμηνεία στην οποία το Κακουργιοδικείο είχε προβεί αναφορικά με τα Άρθρα 60, 61 και 62 του Νόμου 188(Ι)/2007. Ειδικότερα ο Λόγος Έφεσης 3 αφορούσε την πλημμελή εφαρμογή του Άρθρου 60 του Νόμου 188(Ι)/2007, «επί των πραγματικών γεγονότων με αποτέλεσμα να προβεί σε λανθασμένο συμπέρασμα ότι η υποβολή αίτησης από μέρους των κατηγορουμένων για άνοιγμα μερίδας στο ΧΑΚ στο όνομα του Mike Robertson, για αγορά Κρατικών Ομολόγων αξίας 2.500.000 ευρώ, δεν εντασσόταν στις επαγγελματικές υπηρεσίες της κατηγορούμενης 6» (Εφεσίβλητης στην Έφεση υπ. αρ. 261/2022). Προσβάλλετο, επίσης, ως εσφαλμένο το συμπέρασμα ότι δεν υπήρχε από μέρους της Εφεσίβλητης, καθήκον δέουσας επιμέλειας εν σχέσει με τους πραγματικούς γονείς του Τ.Ν., ονόματι Malksabet Ebhrahimi και Khadijeh Teghavisabzevari, παραγνωρίζοντας ότι η Εφεσίβλητη είχε εμπλακεί στην επένδυση η οποία χρησιμοποιήθηκε για την πολιτογράφηση τους, καθώς και στην εγγραφή της εταιρείας Medville Investments Ltd με μετόχους τον πατέρα και τον αδελφό του Τ.Ν.
Με το Λόγο Έφεσης 4 προσβάλλετο το συμπέρασμα ότι ο Τ.Ν. ήταν κάτοχος διαβατηρίου της Δομινικανής Κοινοπολιτείας από τις 7/10/2014, χωρίς να υπάρχει εύλογη απόδειξη βάσει της οποίας το Δικαστήριο μπορούσε να διαπιστώσει αυτό ως πραγματικό γεγονός.
Με το Λόγο Έφεσης 5 προσβάλλετο ως εσφαλμένη η μη εφαρμογή των διατάξεων του Άρθρου 85(4) του Κεφ. 155, για την προσθήκη κατηγορίας και καταδίκης της Εφεσίβλητης στην Έφεση υπ. αρ. 258/2022 για το αδίκημα της ψευδούς δήλωσης ενόψει της παραδοχής της ότι βεβαίωσε την υπογραφή του Τ.Ν. σε έγγραφο του Εφόρου Εταιρειών (Τεκμήριο 209) εν τη απουσία του.
Ο Λόγος Έφεσης 6 στρέφετο κατά του συμπεράσματος ότι οι αναφορές από τις Τράπεζες στηv ΜΟ.Κ.Α.Σ. αποτελούν εξ ακοής μαρτυρία, ενώ στην πραγματικότητα ορισμένες εξ αυτών είναι δηλώσεις προσώπων που κατέθεσαν ενώπιον του Δικαστηρίου. Ειδικότερα με το Λόγο Έφεσης 6 αμφισβητήθηκε η κρίση του Κακουργιοδικείου να θεωρήσει ως εξ ακοής μαρτυρία τις δηλώσεις που είχε προβεί η Συνεργατική Τράπεζα και η Astrobank προς την ΜΟ.Κ.Α.Σ., παρόλο που είχαν καταθέσει οι Επικεφαλής των Μονάδων Κανονιστικής Συμμόρφωσης. Επίσης, όσες δηλώσεις είναι εξ ακοής μαρτυρία, εσφαλμένα δεν έτυχαν αξιολόγησης βάσει των κριτηρίων που θέτει το Άρθρο 27 του περί Αποδείξεως Νόμου, Κεφ. 9.
Το Εφετείο με την Απόφαση του έκρινε βάσιμους τους Λόγους Έφεσης 1- 4 και 6, κρίνοντας συγχρόνως μη αναγκαία την απόφαση του επί του Λόγου Έφεσης 5 και ακύρωσε την αθωωτική απόφαση του Κακουργιοδικείου στην ολότητά της. Ενόψει δε της επιτυχίας των πιο πάνω Λόγων Έφεσης έκρινε τα περιστατικά της υπόθεσης αναγκαία στην έκδοση διαταγής για επανεκδίκαση της υπόθεσης για όλες τις κατηγορίες που ο Εφεσίβλητος αντιμετώπιζε από Κακουργιοδικείο υπό διαφορετική σύνθεση.
Μετά την έκδοση της Απόφασης του Εφετείου ακολούθησε η καταχώριση από τον Αιτητή της παρούσας Αίτησης, με την οποία ζητά άδεια για την εκδίκαση ενώπιον του Ανωτάτου Δικαστηρίου, δυνάμει του Άρθρου 9(3)(γ) του Νόμου, νομικών θεμάτων που, όπως αναφέρεται, προκύπτουν από την Απόφαση του Εφετείου.
Ο Καθ’ου η Αίτηση Γενικός Εισαγγελέας της Δημοκρατίας καταχώρισε Ένσταση στη βάση του ότι δεν στοιχειοθετούνται οι προϋποθέσεις παροχής άδειας προς ενεργοποίηση της δικαιοδοσίας του Ανωτάτου Δικαστηρίου δυνάμει του Άρθρου 9(3)(γ) του Νόμου.
Το Άρθρο 9(3)(γ) του Νόμου προνοεί ότι, από την 1η Ιουλίου 2023, το Ανώτατο Δικαστήριο:
«αποφασίζει σε τρίτο και τελευταίο βαθμό βάσει αιτήσεως, η οποία υποβάλλεται από τον Γενικό Εισαγγελέα της Δημοκρατίας ή οιονδήποτε των διαδίκων κατόπιν αδείας παραχωρουμένης υπό του ιδίου και κατόπιν προηγηθείσας διαδικασίας πολιτικής ή ποινικής εφέσεως επί νομικών θεμάτων τα οποία προκύπτουν από την απόφαση του Εφετείου και συναρτώνται με τη διαφοροποίηση πάγιας νομολογίας ή με την ανάγκη ορθής ερμηνείας, είτε πρωτογενούς είτε δευτερογενούς ουσιαστικής νομοθετικής διατάξεως, ή με μείζον ζήτημα δημοσίου συμφέροντος ή γενικής δημόσιας σημασίας ή συνοχής του δικαίου επί συγκρουομένων ή αντιφατικών αποφάσεων του Εφετείου, κατά την υπ' αυτού ενασκουμένη πολιτική ή ποινική δικαιοδοσία:
Νοείται ότι, η συμφώνως των πιο πάνω, υποβαλλομένη αίτηση δέον να προσδιορίζει σαφώς τα προκύπτοντα από την οικεία απόφαση νομικά θέματα, ως και τους πλήρεις λόγους και τα αναγκαία στοιχεία τα υποστηρίζοντα το αίτημα, προκειμένου το Ανώτατο Δικαστήριο να αποφανθεί κατά πόσο θα παραχωρήσει την απαιτούμενη άδεια:
Νοείται περαιτέρω ότι, σε τέτοια περίπτωση η απόφαση του Εφετείου αντικαθίσταται από την απόφαση του Ανωτάτου Δικαστηρίου.»
Όπως αναφέρθηκε στην υπόθεση Zutphen κ.ά., Αρ. Αίτησης 2/2023, ημερ. 30/1/2024:
«Προκύπτει από το λεκτικό του άρθρου ότι η δικαιοδοσία αφορά στην επίλυση νομικών θεμάτων. Τα νομικά αυτά θέματα πρέπει να προκύπτουν από την απόφαση του Εφετείου. Περαιτέρω, τα νομικά αυτά θέματα πρέπει να συναρτώνται:
- με τη διαφοροποίηση πάγιας νομολογίας, ή
- με την ανάγκη ορθής ερμηνείας, είτε πρωτογενούς είτε δευτερογενούς ουσιαστικής νομοθετικής διατάξεως, ή
- με μείζον ζήτημα δημοσίου συμφέροντος, ή
- ζήτημα γενικής δημόσιας σημασίας, ή
- ζήτημα συνοχής του δικαίου επί συγκρουομένων ή αντιφατικών αποφάσεων του Εφετείου.
Και η αίτηση για άδεια πρέπει να προσδιορίζει σαφώς τα νομικά αυτά θέματα και επίσης να προσδιορίζει τους πλήρεις λόγους και τα αναγκαία στοιχεία που υποστηρίζουν το αίτημα.»
Η πρώτη επιφύλαξη του Άρθρου 9(3)(γ) του Νόμου απαιτεί όπως η αίτηση προσδιορίζει σαφώς τα Νομικά Θέματα που προκύπτουν από την Απόφαση του Εφετείου, καθώς επίσης τους πλήρεις λόγους και τα αναγκαία στοιχεία που τα υποστηρίζουν. Τα πιο πάνω δε σε άμεση αντιπαραβολή και συνάρτηση με τους συγκεκριμένους και αυστηρά προσδιορισμένους λόγους που προβάλλονται στο εν λόγω Άρθρο.
Στην Έκθεση Νομικών Θεμάτων που επισυνάπτεται στην Αίτηση για άδεια καταγράφονται τέσσερα «Νομικά Θέματα», τα οποία συνοδεύονται από αιτιολογία. Κρίνεται σκόπιμη η μεταφορά των εν λόγω «Νομικών Θεμάτων», αυτούσια, χωρίς την αιτιολογία που τα συνοδεύει:
«Έκθεση Πρώτου Νομικού Θέματος
1. Υπό το φως του άρθρου 12(2) του Συντάγματος, εμπίπτει εντός του πεδίου του άρθρου 137 (1)(α)(ιιι) του περί Ποινικής Δικονομίας Νόμου, Κεφ. 155, η εξέταση από το Εφετείο του κατά πόσο το πρωτόδικο Δικαστήριο προέβη σε αποσπασματική θεώρηση της μαρτυρίας και η εξέταση τυχόν παράλειψης συνυπολογισμού στοιχείων περιστατικής μαρτυρίας;»
«Έκθεση Δεύτερου Νομικού Θέματος
2. Α. Δύναται το Εφετείο, σε έφεση δυνάμει της υποπαραγράφου (iii) του άρθρου 137 (1)(α) του περί Ποινικής Δικονομίας Νόμου, Κεφ. 155, να εξετάσει τυχόν σφάλμα του πρωτόδικου Δικαστηρίου στον τρόπο αξιολόγησης της προφορικής ή πραγματικής μαρτυρίας ή οφείλει, υπό το φως του άρθρου 12(2) του Συντάγματος, να θεωρήσει δεδομένα τα ευρήματα του πρωτόδικου Δικαστηρίου και να υπαγάγει αυτά στο νόμο;
Β. Δύναται το Εφετείο να αποδεχθεί λόγο έφεσης ο οποίος εδράζεται στο άρθρο 137 (1)(α)(iii) του περί Ποινικής Δικονομίας Νόμου, Κεφ. 155, όταν στην αιτιολογία του προβάλλεται ότι το πρωτόδικο Δικαστήριο προέβη σε λανθασμένα ευρήματα;»
«Έκθεση Τρίτου Νομικού Θέματος
Δύναται το Εφετείο, σε έφεση δυνάμει της υποπαραγράφου (iii) του άρθρου 137 (1)(α) του περί Ποινικής Δικονομίας Νόμου, Κεφ. 155, και υπό το φως του άρθρου 12(2) του Συντάγματος, να ασκήσει κρίση επί των συμπερασμάτων, τα οποία κατά την κρίση του, είναι αντίθετα ή δεν συνάδουν με τη μαρτυρία που πρωτόδικα προσήχθη ή ακόμα και άποψη επί των πρωτογενών γεγονότων, τα οποία δεν μπορούσαν, κατά την κρίση του, να υποστηριχθούν;»
Προωθώντας την Αίτηση του ο Αιτητής προέβαλε, εν πρώτοις, ότι, στην υπό συζήτηση περίπτωση το Εφετείο, κατά την εξέταση των Λόγων Έφεσης στη βάση του Άρθρου 137(1)(α)(ιι) του Κεφ. 155, προέβη σε κρίση επί του τρόπου αξιολόγησης της μαρτυρίας και των συνακόλουθων ευρημάτων του πρωτόδικου Δικαστηρίου. Όπως συγκεκριμένα τέθηκε, «το Ποινικό Εφετείο επί της ουσίας επέτρεψε συγκεκαλυμμένη εξέταση της αξιολόγησης της προφορικής και πραγματικής μαρτυρίας από το Πρωτόδικο Δικαστήριο, αναιρώντας συμπεράσματα και ευρήματα αυτού, ακολουθώντας τη νομολογία που το ίδιο είχε εκδώσει στην Παπανικολάου». Υποστήριξε δε ότι τα νομικά θέματα που καταγράφονται ανωτέρω συναρτώνται με την ανάγκη ερμηνείας πρωτογενούς ουσιαστικής νομοθετικής διάταξης, ήτοι της πρόνοιας του εδαφίου (1) του Άρθρου 137 του περί Ποινικής Δικονομίας Νόμου, Κεφ. 155, ως προς το εύρος της κρίσης που το Εφετείο μπορεί να προβαίνει επί της αξιολόγησης της μαρτυρίας, των συμπερασμάτων και των ευρημάτων του πρωτόδικου Δικαστηρίου. Αφού αναγνώρισε ότι η νομολογία του Ανωτάτου Δικαστηρίου έχει κατά καιρούς εξετάσει την ερμηνεία της υπό εξέταση πρόνοιας της Ποινικής Δικονομίας, υποστήριξε ότι «πρόσφατες αντιφατικές ή συγκρουόμενες επί του σημείου τούτου αποφάσεις του Εφετείου που εκδίκασε την παρούσα υπόθεση καταδεικνύουν πως υπάρχει ανάγκη ευθυγράμμισης της νομολογίας».
Αντίθετη υπήρξε η θέση του Καθ’ου η Αίτηση Γενικού Εισαγγελέα. Όπως υποστηρίχθηκε, δεν υπήρξε από το Εφετείο συγκεκαλυμμένη εξέταση της αξιολόγησης της μαρτυρίας που είχε προβεί το πρωτόδικο Δικαστήριο. Το Εφετείο, ως τονίστηκε, εφάρμοσε «υποδειγματικά» το Νόμο και τη νομολογία στη βάση των συγκεκριμένων και ιδιαίτερων περιστατικών της υπόθεσης. Όλοι οι Λόγοι Έφεσης εναντίον της αθωωτικής απόφασης, κατά τον Καθ’ου η Αίτηση, αφορούσαν καθαρά νομικά ζητήματα και δεν στρέφοντο κατά της αξιολόγησης της μαρτυρίας ή των πρωτογενών ευρημάτων επί των γεγονότων. Αυτό που αμφισβητήθηκε με την Έφεση, ως η εισήγηση του Καθ’ου η Αίτηση, ήταν τα συμπεράσματα του πρωτόδικου Δικαστηρίου. Σε ό,τι δε αφορά τη θέση περί της ανάγκης ορθής ερμηνείας του Άρθρου 137(1)(α)(ιι) του Κεφ. 155, τόνισε ότι η σχετική επί του θέματος νομολογία είναι αποκρυσταλλωμένη με την υπόθεση Ευσταθίου να αποτελεί «δεσμευτικό προηγούμενο». Διαφωνώντας με την εισήγηση περί διάστασης στη νομολογία (βλ. Γ.Ε. v. Παπανικόλα, Πολιτική Έφεση Αρ. 214/2021, ημερ. 20/12/2023 και Γ.Ε. v. Μαυρέα κ.ά., Ποινικές Εφέσεις Αρ. 13/2022, 14/2022, 15/2022, 16/2022, 17/2022 και 18/2022, ημερ. 25/2/2025), ο κ. Κέκκος επεσήμανε ότι «σε κάθε περίπτωση, η διαφορετική κατάληξη στις δύο υπό αναφορά αποφάσεις του Εφετείου, με δεδομένο ότι έκαστη κρίθηκε με τα δικά της περιστατικά και γεγονότα, δεν εξυπακούει σύγκρουση της νομολογίας».
Το κρίσιμο ερώτημα είναι κατά πόσο στοιχειοθετούνται οι προϋποθέσεις παροχής άδειας στη βάση του Άρθρου 9(3)(γ) του Νόμου. Έχουμε προς τούτο μελετήσει με προσοχή τόσο το περιεχόμενο της πρωτόδικης Απόφασης, όσο και της εφετειακής απόφασης, υπό το φως των όσων εκτίθενται στην Έκθεση Νομικών Θεμάτων και στους λόγους για τους οποίους, κατά τον Αιτητή, θα πρέπει να χορηγηθεί η αιτούμενη άδεια. Λάβαμε επίσης υπόψη τις θέσεις, αναφορές και εισηγήσεις των ευπαίδευτων συνηγόρων των δύο πλευρών, όπως αυτές προωθήθηκαν μέσω των Γραπτών τους Αγορεύσεων, ως και δια ζώσης.
Επιλαμβανόμενο το Ανώτατο Δικαστήριο αίτησης για άδεια στη βάση του ότι προκύπτουν από την Εφετειακή Απόφαση νομικά θέματα που συναρτώνται με την ανάγκη ορθής ερμηνείας ουσιαστικής διάταξης, θα πρέπει, αναμφίβολα, να διαπιστώσει την «ανάγκη» για να ασκήσει την εξουσία δικαστικά και αιτιολογημένα. Κατά συνέπεια το καταλυτικό για την υπό κρίση Αίτηση ερώτημα είναι κατά πόσο τα πιο πάνω νομικά θέματα συναρτώνται με «την ανάγκη ορθής ερμηνείας, … ουσιαστικής νομοθετικής διατάξεως», εν προκειμένω, του Άρθρου 137(1)(α) του Κεφ. 155.
Είναι σαφές ότι δεν προκύπτει «ανάγκη ορθής ερμηνείας» όταν η νομοθετική διάταξη είναι ξεκάθαρη ή όταν αυτή έχει ερμηνευτεί στη νομολογία.
Εν πρώτοις θα πρέπει να υπογραμμιστεί ότι η εμβέλεια και η εφαρμογή του Άρθρου 137(1)(α) του Κεφ. 155 έχει συζητηθεί και αποφασισθεί σε σειρά αποφάσεων του Ανωτάτου Δικαστηρίου, με τη νομολογία να είναι, πλέον, αποκρυσταλλωμένη. Η Πλήρης Ολομέλεια στην υπόθεση Γενικός Εισαγγελέας της Δημοκρατίας ν. Ευσταθίου κ.α. (2010) 2 Α.Α.Δ. 94, με αναφορά σε προγενέστερη νομολογία[1], καθόρισε τις σχετικές αρχές και καθιέρωσε, ως δεσμευτικό προηγούμενο, την εμβέλεια εφαρμογής του συγκεκριμένου Άρθρου.
Σχετική είναι η ακόλουθη αναφορά στην υπόθεση της Πλήρους Ολομέλειας Ανδρέας Λοϊζίδης κ.α. ν. Δημοκρατίας κ.α. (2014) 2 Α.Α.Δ. 965:
«Το θέμα της εμβέλειας και εφαρμογής του άρθρου 137(ι)(α) Κεφ.155 είχε συζητηθεί και αποφασιστεί προσφάτως από την πλήρη Ολομέλεια του Ανωτάτου Δικαστηρίου στην υπόθεση Γενικός Εισαγγελέας της Δημοκρατίας ν. Ευσταθίου (2010) 3 Α.Α.Δ. 94, η οποία αφορούσε την κακοποίηση δύο φοιτητών από αστυνομικούς.
Με την εν λόγω απόφαση καθορίστηκαν οι σχετικές αρχές με αναφορά σε προγενέστερη νομολογία και καθιερώθηκε, ως δεσμευτικό προηγούμενο, η εμβέλεια εφαρμογής του συγκεκριμένου άρθρου. Τούτο, αποκτά ιδιαίτερη σημασία στην παρούσα υπόθεση όπου η υπεράσπιση δεν αμφισβητεί τις εν λόγω αρχές, αλλά ούτε και την εμβέλειά τους, όπως αυτή οριοθετήθηκε στην υπόθεση Ευσταθίου, από την οποία να σημειωθεί δεν μας ζητήθηκε να αποστούμε, ούτε να αποκλίνουμε. Αντίθετα, η υπεράσπιση οικοδομώντας επί των εν λόγω αρχών, εισηγήθηκε την απόρριψη της έφεσης, χωρίς να εξεταστεί η ουσία της, υποβάλλοντας ότι εκείνο που ουσιαστικά ο εφεσείων αμφισβητεί είναι την ορθότητα των πρωτόδικων ευρημάτων και όχι την ορθότητα των πρωτόδικων συμπερασμάτων.»
(Ο τονισμός είναι δικός μας)
Κατά τον ίδιο τρόπο στην υπόθεση Γενικός Εισαγγελέας ν. Χρίστου, Ποινική Έφεση Αρ. 20/2015, ημερ. 28/9/2017, τονίσθηκαν τα ακόλουθα:
«Εγείρεται καταρχάς ζήτημα υπερπήδησης του νομικού εμποδίου του άρθρου 137 του περί Ποινικής Δικονομίας Νόμου, Κεφ. 155.
Το θέμα της εμβέλειας και εφαρμογής του άρθρου 137(1)(α) έχει συζητηθεί και αποφασιστεί σε σειρά αποφάσεων του Ανωτάτου Δικαστηρίου, με πιο πρόσφατες αυτές της Πλήρους Ολομέλειας, στις υποθέσεις Γενικός Εισαγγελέας ν. Ευσταθίου (2010) 2 Α.Α.Δ. 94, Ανδρέας Λοϊζίδης ν. Δημοκρατίας, Ποιν. Εφ. 145/2013 κ.α., ημερ. 19.12.2014 και την απόφαση του Εφετείου στην M.&A. Christaki Christodoulou Ltd ν. 1. Ορφανίδης Δημόσια Εταιρεία Λτδ κ.α., Ποιν. Εφ. 291/2015, ημερ. 3.7.2017, ECLI:CY:AD:2017:B238. Προκύπτει ως κυρίαρχο στοιχείο της όλης νομολογίας μας η αναγκαιότητα για στενή ερμηνεία και αυστηρή τήρηση των προϋποθέσεων, προκειμένου να επιδιωχθεί ανατροπή αθωωτικής απόφασης. Συνεπώς, θα πρέπει να αποκλείεται η συγκαλυμμένη επιδίωξη της αμφισβήτησης της αξιολόγησης της μαρτυρίας, στοιχείο που κινείται εκτός των ορίων του άρθρου 137(1)(α).»
(Ο τονισμός είναι δικός μας)
Σε σειρά αποφάσεων επιβεβαιώθηκε η σταθερή νομολογία της Ολομέλειας του Ανωτάτου Δικαστηρίου στις αρχές της οποίας, άλλωστε, γίνεται αναφορά και στην ίδια την Απόφαση του Εφετείου στις σελίδες 30-34[2].
Υποστηρίχθηκε από μέρους του Αιτητή ότι πρόσφατες, αντιφατικές ή συγκρουόμενες επί του σημείου αποφάσεις του Εφετείου (υπό διαφορετική σύνθεση), καταδεικνύουν πως υπάρχει ανάγκη ευθυγράμμισης της νομολογίας. Όπως ισχυρίσθηκε, υφίσταται διάσταση μεταξύ της υπόθεσης Γ.Ε. v. Παπανικόλα (ανωτέρω) και Γ.Ε. v. Μαυρέα κ.ά. (ανωτέρω).
Εν πρώτοις πρέπει να σημειωθεί ότι στην υπόθεση Μαυρέα (ανωτέρω), η οποία είναι μεταγενέστερη της Παπανικόλα, υιοθετήθηκε πλήρως η υπόθεση Παπανικόλα ως προς τη σκιαγράφηση του νομικού πλαισίου που διέπει την εφαρμογή και εμβέλεια του Άρθρου 137. Σχετική είναι η ακόλουθη περικοπή από την Μαυρέα:
«Εξαιρετικά κατατοπιστική σε σχέση με την εφαρμογή και εμβέλεια του άρθρου 137 είναι η σχετικά πρόσφατη απόφαση του Εφετείου στη Γενικός Εισαγγελέας v. Παπανικόλα, Ποινική Έφεση 214/2021, ημερ. 20.12.2023, όπου στις σελ.7 και επόμενες αναφέρονται τα εξής:…………………………………».
(Ο τονισμός είναι δικός μας)
Όσο δε αφορά τα γεγονότα και περιστατικά των εν λόγω υποθέσεων, τόσο στην υπόθεση Παπανικόλα όσο και στην υπόθεση Μαυρέα, δεν τέθηκε ζήτημα επέμβασης στην πρωτόδικη αξιολόγηση ή διαφοροποίηση πρωτόδικων ευρημάτων επί γεγονότων. Και στις δύο υποθέσεις επαναλήφθηκε η πάγια νομολογιακή αρχή περί απαγόρευσης της προσβολής της πρωτόδικης αξιολόγησης και των συναφών πρωτογενών ευρημάτων επί γεγονότων. Ειδικότερα στην Παπανικόλα, με υπόβαθρο την υφιστάμενη αξιολόγηση, εξετάστηκε από το Εφετείο η εφαρμογή των νομικών αρχών και η πρωτόδικη εκτίμηση περί αποτυχίας απόδειξης στη βάση των διαπιστωθέντων γεγονότων, με κατάληξη να ανατραπεί η πρωτόδικη αθωωτική απόφαση λόγω παραγνώρισης δεδομένων περιστατικής μαρτυρίας τα οποία προέκυπταν από την αποδεκτή μαρτυρία και μη ενασχόληση και εξαγωγή των ορθών συμπερασμάτων από τα δεδομένα αυτά. Κατ’ ακρίβεια η υπόθεση Παπανικόλα παρουσιάζει πολλές ομοιότητες με την προγενέστερη υπόθεση Γενικός Εισαγγελέας v. Παναγιώτη Νικολάου (Αρ.1) (2010) 2 Α.Α.Δ. 525, η οποία επίσης αφορούσε περιστατική μαρτυρία[3]. Στην υπόθεση εκείνη παραμερίσθηκε η πρωτόδικη αθωωτική απόφαση στη βάση του ότι το πρωτόδικο Δικαστήριο δεν είχε προβεί σε πλήρη αξιολόγηση της μαρτυρίας του Δρ. Καριόλου, η οποία αφορούσε σε εντοπισμό του γενετικού υλικού του Εφεσίβλητου η εναπόθεση του οποίου στα αντικείμενα ήταν άμεση, καθώς και ότι δεν είχαν εξαχθεί εξ αυτής της μαρτυρίας τα ορθά ευρήματα. Όπως συναφώς τονίστηκε, η εν λόγω μαρτυρία «είχε κριθεί σταχυολογικά και μόνο, χωρίς να αναζητηθεί και εντοπισθεί η ουσία της» ενώ, «υπήρχε ικανή περιστατική μαρτυρία που διασύνδεε τον εφεσίβλητο με τα υπό κρίση αδικήματα αφού αποδείκνυαν την παρουσία του στο χώρο..». Όσο δε αφορά την υπόθεση Μαυρέα αρκετοί λόγοι έφεσης είχαν απορριφθεί από το Εφετείο στη βάση του ότι στρέφονταν κατά της αξιολόγησης της μαρτυρίας και συνακόλουθων ευρημάτων που προέκυπταν από αυτή.
Στο πλαίσιο προώθησης της θέσης περί ύπαρξης διαφοροποίησης της πάγιας νομολογίας σε σχέση με το Άρθρο 137(1)(α)(ιιι), ο Αιτητής επικαλείται, επίσης, την απόφαση στην υπόθεση του Ανωτάτου Δικαστηρίου Γενικός Εισαγγελέας της Δημοκρατίας v. Κυριάκου, Ποινική Έφεση Αρ. 176/2021, ημερ. 7/2/2023, ECLI:CY:AD:2023:D41 παραπέμποντας στο ακόλουθο απόσπασμα από την υπόθεση Παπανικόλα:
«Ο Εφεσίβλητος επικαλέστηκε την υπόθεση Γενικός Εισαγγελέας v. Κυριάκου, Ποιν. Έφ. 176/21, ημερ. 7.2.23, ECLI:CY:AD:2023:D41 στην οποία το Εφετείο έκρινε αφενός ότι ο εφεσείων εκεί προσέβαλλε τη δικανική διεργασία (εκτίμησης) των στοιχείων της περιστατικής μαρτυρίας διά της οποίας το Κακουργοδικείο είχε καταλήξει στο τελικό του συμπέρασμα (ότι δεν μπορούσε να πειστεί για την ενοχή) και αφετέρου ότι συνεπώς εξέφευγε της εμβέλειας του Άρθρου 137(1)(α)(iii). Το ζήτημα δεν έχει συζητηθεί βέβαια εκτενώς ενώπιόν μας πλην όμως αισθανόμαστε με κάθε σεβασμό ότι η εν λόγω απόφαση δεν αντανακλά την προαναφερθείσα σταθερή νομολογία της ολομέλειας του Ανωτάτου Δικαστηρίου, από την οποία δεν μας έχει ζητηθεί να αποστούμε με επίκληση κάποιου από τους νομολογιακά καθιερωθέντες λόγους απόκλισης από προηγούμενες δικαστικές αποφάσεις [Νικολάου κ.ά. v. Νικολάου κ.ά. (Αρ.2) (1992) 1(Β) Α.Α.Δ. 1338, Μαυρογένης ν. Βουλής των Αντιπροσώπων (Αρ. 3) (1996) 1 Α.Α.Δ. 315, Ρόναλντ Γούοτς κ.ά. ν. Λαούρη κ.ά. (2014) 1 Α.Α.Δ. 1401].»
Σε συμφωνία με τα όσα υποστήριξε ο ευπαίδευτος συνήγορος για τον Καθ’ου η Αίτηση επισημαίνουμε πως, ως προκύπτει από το ως άνω απόσπασμα, το ζήτημα δεν συζητήθηκε εκτενώς ενώπιον του Εφετείου το οποίο, ως εν παρόδω (obiter dictum) και όχι ως μέρος του σκεπτικού της απόφασης (ratio decidendi), ανέφερε τα πιο πάνω.
Σε ό,τι αφορά τα γεγονότα, η υπόθεση Κυριάκου αφορούσε αδικήματα εισαγωγής, κατοχής και κατοχής με σκοπό την προμήθεια ελεγχόμενου φαρμάκου τάξεως Β. Ο Κατηγορούμενος, Εφεσίβλητος στην Έφεση του Γενικού Εισαγγελέα, αρνήθηκε ενοχή και κατόπιν ακροαματικής διαδικασίας το Κακουργιοδικείο, αφού κατέγραψε και συνεκτίμησε τα ευρήματα του κατέληξε ότι διατηρούσε, κατ’ ελάχιστο, υποβόσκουσα αμφιβολία ότι ο Εφεσίβλητος συνωμότησε με άλλα πρόσωπα να εισάξει στην Κύπρο την επίδικη ποσότητα ναρκωτικών, ως και ότι γνώριζε ότι στα πακέτα που εισήχθησαν στην Κύπρο υπήρχαν ναρκωτικά. Συνακόλουθα κατέληξε ότι ο Εφεσείων, Γενικός Εισαγγελέας, είχε αποτύχει να αποδείξει τις κατηγορίες πέραν πάσης λογικής αμφιβολίας εναντίον του Εφεσίβλητου, ο οποίος και απηλλάχθη των κατηγοριών.
Το Εφετείο εξετάζοντας την έφεση κατά της αθωωτικής απόφασης κατέληξε ως εξής:
«Η τελική μας διαπίστωση είναι ότι η κρίση του Κακουργιοδικείου για την αθώωση του Εφεσίβλητου, ήταν αποτέλεσμα συνεκτίμησης όλων των στοιχείων περιστατικής μαρτυρίας που είχε τεθεί ενώπιον του - συμπεριλαμβανομένων και όσων αναφέρονται στους λόγους Έφεσης - τα οποία το Κακουργιοδικείο καταγράφει με λεπτομέρεια και απαριθμεί στην απόφαση του. Έπεται ότι, με τους υπό κρίση λόγους Έφεσης, ο Εφεσείων προσβάλλει ουσιαστικά, την δικανική διεργασία των στοιχείων της περιστατικής μαρτυρίας, διά της οποίας το Κακουργιοδικείο κατέληξε στο τελικό του συμπέρασμα, ότι δεν μπορούσε να πειστεί πέραν πάσης λογικής αμφιβολίας για την ενοχή του Εφεσίβλητου. Συνεπώς αυτοί εκφεύγουν της εμβέλειας του Άρθρου 137(1)(α)(iii) ανωτέρω, εφόσον με αυτούς, στην πραγματικότητα ο Εφεσείων μας καλεί, υπό τον μανδύα της πλημμελούς εφαρμογής του Νόμου επί των γεγονότων, να εκτιμήσουμε εξ υπαρχής τα στοιχεία της περιστατικής μαρτυρίας, αντικαθιστώντας έτσι, κατά τρόπο ανεπίτρεπτο, την εκτίμηση τους εκ μέρους του Κακουργιοδικείου και την συνακόλουθη κατάληξη του.»
(Ο τονισμός είναι δικός μας)
Ως ορθώς επισημάνθηκε από τον ευπαίδευτο δικηγόρο του Καθ’ου η Αίτηση, τα γεγονότα στην υπόθεση Κυριάκου διαφέρουν από τα περιστατικά της υπό συζήτηση περίπτωσης.
Όπως συνεπώς προκύπτει, τα ιδιαίτερα περιστατικά της κάθε υπόθεσης αποτελούν την ειδοποιό διαφορά η οποία δικαιολογεί τη διαφοροποίηση της χωρίς, όμως, η παράμετρος τούτη, να εξυπακούει σύγκρουση ή διάσταση με τις πάγια καθιερωμένες αρχές.
Κρίνουμε ότι η ερμηνεία της παρεχόμενης ευχέρειας άσκησης έφεσης εκ μέρους του Γενικού Εισαγγελέα δυνάμει της διάταξης του Άρθρου 137(1)(α)(ιιι) καθορίζεται από τη νομολογία μας, διαχρονικά επιβεβαιώνεται και θεμελιώνεται από τις αποφάσεις του Ανωτάτου Δικαστηρίου και δεν συμφωνούμε με την εισήγηση του Αιτητή ότι υφίσταται διάσταση μεταξύ των αναφερόμενων αυθεντιών ή ζήτημα συνοχής του δικαίου επί συγκρουόμενων ή αντιφατικών αποφάσεων του Εφετείου, ώστε να έπρεπε να δοθεί η σχετική άδεια.
Είναι σημαντικό, κρίνουμε, να σημειωθεί και τούτο. Στην υπό συζήτηση Αίτηση και στην προωθηθείσα επιχειρηματολογία προς υποστύλωση της, είναι ευδιάκριτο πως ό,τι επιζητείται, είναι ουσιαστικά η κρίση του Ανωτάτου Δικαστηρίου επί της ορθότητας της Απόφασης του Εφετείου. Όπως συναφώς προβλήθηκε, «με την υπό εξέταση υπόθεση, το Ποινικό Εφετείο επί της ουσίας επέτρεψε συγκεκαλυμμένη εξέταση της αξιολόγησης της προφορικής και πραγματικής μαρτυρίας από το Πρωτόδικο δικαστήριο, αναιρώντας συμπεράσματα και ευρήματα αυτού, ακολουθώντας τη νομολογία που το ίδιο είχε εκδώσει στην Παπανικολάου». Ειδικότερα στην αιτιολογία του πρώτου Νομικού Θέματος στη σελίδα 5, με εκτενείς αναφορές οι οποίες υιοθετούνται και στην αιτιολογία του δεύτερου Νομικού Θέματος, υποστηρίζεται από τον Αιτητή ότι το Εφετείο «προβαίνει σε κρίση επί του τρόπου αξιολόγησης της μαρτυρίας από το Πρωτόδικο Δικαστήριο», ότι «υπό την πρόφαση ότι συγκεκριμένο εύρημα συνιστά επί της ουσίας συμπέρασμα, για το οποίο κρίνει πως δύναται να παρέμβει ως εφετείο, ακυρώνει πρωτόδικο εύρημα του Δικαστηρίου» και ότι «εν είδει πρωτοδίκου δικαστηρίου, προβαίνει σε υποθέσεις ως προς το πώς ενήργησαν οι Εφεσίβλητοι, καταλήγοντας πως θα έπρεπε να κρίνει τη μαρτυρία το Πρωτόδικο Δικαστήριο». Επιπλέον στην αιτιολογία του τρίτου Νομικού Θέματος, με παραπομπή στα πιο πάνω, υποστηρίζεται ότι υπήρξε από μέρους του Εφετείου «προσβολή των ευρημάτων του πρωτόδικου Δικαστηρίου αλλά και έντονη αμφισβήτηση του τρόπου αξιολόγησης της μαρτυρίας».
Με δεδομένη τη διαχρονική ερμηνεία της διάταξης του Άρθρου 137(1)(α)(ιιι) και την επιβεβαίωση της στη σχετική νομολογία, ό,τι τίθεται προς κρίση ενώπιον μας εξαντλείται στην κατ’ ισχυρισμό λανθασμένη προσέγγιση του Εφετείου σε ό,τι αφορά την ερμηνεία και εφαρμογή της πιο πάνω διάταξης. Απολήγοντας, τελικά, σε αναθεώρηση της προσέγγισης του Εφετείου και έλεγχο της ορθότητας της Απόφασης του, ζήτημα το οποίο σαφώς και δεν εμπίπτει στην αρμοδιότητα του Ανωτάτου Δικαστηρίου, όπως αυτή καθορίζεται από το Άρθρο 9(3)(γ) του Νόμου. Η παροχή άδειας στη βάση του εν λόγω Άρθρου δεν συναρτάται με το εσφαλμένο ή μη της Απόφασης που εξεδόθη από το Εφετείο. Ούτε και άπτεται του κατά πόσο το Ανώτατο Δικαστήριο εναρμονίζεται ή όχι με την κρίση του Εφετείου. Εξαρτάται αποκλειστικά και μόνο από τη συνδρομή των προϋποθέσεων του εν λόγω Άρθρου[4].
Ως αποτέλεσμα των όσων πιο πάνω αναφέρθηκαν, είναι η κατάληξη μας ότι δεν τεκμηριώθηκαν οι προϋποθέσεις παροχής άδειας για σκοπούς ενεργοποίησης της δικαιοδοσίας του Ανωτάτου Δικαστηρίου στη βάση του Άρθρου 9(3)(γ) του Νόμου.
Η Αίτηση απορρίπτεται.
Όσον αφορά τα έξοδα, με δεδομένο ότι τα ζητήματα που απασχολούν ήταν κοινά με αυτά που προωθήθηκαν σε αριθμό άλλων Αιτήσεων που καταχωρήθηκαν από τους υπόλοιπους Εφεσίβλητους στο Εφετείο, κρίνεται δίκαιο όπως τα έξοδα περιοριστούν στο ποσό των €500 σε βάρος του Αιτητή.
Κ. ΣΤΑΜΑΤΙΟΥ, Π.
Λ. ΔΗΜΗΤΡΙΑΔΟΥ-ΑΝΔΡΕΟΥ, Δ.
Α. ΔΑΥΙΔ, Δ.
[1] Βλ. Attorney General v. Schizas (1983) 2 C.L.R. 328, Γενικός Εισαγγελέας ν. Χριστοδούλου (1990) 2 Α.Α.Δ. 133, Γενικός Εισαγγελέας ν. Δημοσθένους (1990) 2 Α.Α.Δ. 152, Γενικός Εισαγγελέας ν. Μανώλη (1995) 2 Α.Α.Δ. 207, Γενικός Εισαγγελέας ν. Σωφρονίου (2000) 2 Α.Α.Δ. 151, Δήμος Αγίας Νάπας ν. Χαμάλη (2000) 2 Α.Α.Δ. 241, Γενικός Εισαγγελέας ν. Χριστοδούλου κ.ά. (2002) 2 Α.Α.Δ. 67, Γενικός Εισαγγελέας ν. Γεωργίου (2006) 2 Α.Α.Δ. 217.
[2] Βλ. CORINA SNACKS LIMITED, ν. Ορφανίδη, Ποινική Έφεση Αρ. 212/2015, ημερ. 29/5/2018, και Συμβούλιο Εγγραφής Κτηματομεσιτών Καπετάνιου κ.ά., Ποινική Έφεση Αρ. 190/2021, ημερ. 19/1/2023, ECLI:CY:AD:2023:B12.
[3] Δέστε, επίσης, Δημοκρατία v. Νικολάου, Ποινική Έφεση Αρ. 59/2020, ημερ. 27/5/2021.
[4] Δέστε την Αίτηση Αρ. 2/2023, Αναφορικά με την Αίτηση της Επιτροπής Κεφαλαιαγοράς Κύπρου στην Αναθεωρητική Έφεση Αρ. ΕΔΔ 4/2019, ημερ. 31/1/2024 και στο πλαίσιο εξέτασης αιτήματος για άδεια με βάση το αντίστοιχο προς το Άρθρο 9(3)(γ) του Νόμου, Άρθρο 9(2)(γ).
cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο