ΑΝΩΤΑΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΚΥΠΡΟΥ
Δικαιοδοσία δυνάμει του άρθρου 9(3)(γ) του Ν. 33/1964
ΑΙΤΗΣΗ ΓΙΑ ΧΟΡΗΓΗΣΗ ΑΔΕΙΑΣ
ΑΙΤΗΣΗ ΑΡ. 8/2025
12 Φεβρουαρίου, 2026
[ΜΑΛΑΧΤΟΣ, ΙΩΑΝΝΙΔΗΣ, ΕΦΡΑΙΜ, Δ/στές]
Aναφορικά με την Αίτηση του Παναγιώτη Χρίστου
Aναφορικά με Nομικά Θέματα που προκύπτουν από την Ενδιάμεση Απόφαση του Εφετείου ημερομηνίας 24/02/2025, στην Πολιτική Έφεση Ε175/2022
M.E.S.C.O LIMITED
Eφεσείουσα στο Εφετείο
ΚΑΙ
ΠΑΝΑΓΙΩΤΗ ΧΡΙΣΤΟΥ
Εφεσίβλητος στο Εφετείο
__________________
Δρ. Ανδρέας Π. Ποιητής & Σία Δ.Ε.Π.Ε., για τον Αιτητή.
Αντωνάκης Σωτηρίου & Συνεργάτες Δ.Ε.Π.Ε., για της Καθ΄ ης η Αίτηση.
__________________
ΜΑΛΑΧΤΟΣ, Δ.: Η απόφαση του Δικαστηρίου είναι ομόφωνη και θα δοθεί από τον Ιωαννίδη, Δ.
__________________
Α Π Ο Φ Α Σ Η
ΙΩΑΝΝΙΔΗΣ, Δ.: Ενώπιον του Δικαστηρίου Εργατικών Διαφορών Λάρνακας, η εργοδότρια εταιρεία M.E.S.C.O. Limited επεδίωξε, με αίτηση, να παραμερίσει την ερήμην απόφαση που εξεδόθη εναντίον της και υπέρ εργοδοτούμενου της, στις 19.7.2021, η οποία αφορούσε σε αποζημιώσεις ύψους €27.229,00, για παράνομη απόλυση. Περαιτέρω, το Ταμείο Πλεονάζοντος Προσωπικού, διατάχθηκε από το πιο πάνω Δικαστήριο όπως καταβάλει πρόσθετο ποσό αποζημίωσης ύψους €12.305,78 «δυνάμει του άρθρου 3.2 του περί Τερματισμού Απασχολήσεως Νόμου του 1967 (Ν.24(Ι)/67)».
Το πιο πάνω Δικαστήριο, στο πλαίσιο εκδίκασης της αίτησης παραμερισμού, αφού σημείωσε πως ήταν παραδεκτό γεγονός ότι η επίδοση της αρχικής Αίτησης του εργοδοτουμένου επεδόθη κανονικά στην εργοδότρια του, σχολίασε ως ακολούθως τη θέση της τελευταίας ότι «δεν εμφανίστηκε στο Δικαστήριο ως όφειλε επειδή ήταν υπό την εντύπωση ότι η διαδικασία ήταν προς εξασφάλιση των δικαιωμάτων του αιτητή από το Ταμείο Πλεονασμού και όχι από την ίδια»:
«Δεν μπορούμε να πιστέψουμε τον ισχυρισμό των Καθ΄ ων η αίτηση ότι δεν καταχώρησαν εμφάνιση στην αίτηση εργατικής διαφοράς που τους επιδόθηκε νομότυπα, επειδή ήταν υπό την εντύπωση ότι η διαδικασία ήταν προς εξασφάλιση των δικαιωμάτων του Αιτητή από το Ταμείο Πλεονασμού και όχι από τους Καθ΄ ων η αίτηση, εφόσον, η αίτηση εργατικής διαφοράς στρέφεται μόνο εναντίον τους.
Από τα γεγονότα της παρούσας υπόθεσης φαίνεται ότι υπήρξε αδικαιολόγητη καθυστέρηση από πλευράς των Καθ΄ ων η αίτηση να αποταθούν στο Δικαστήριο για παραμερισμό της απόφασης. …»
Εν κατακλείδι, παρόλο που βρήκε πως είχε αποκαλυφθεί εκ πρώτης όψεως υπεράσπιση (η οποία συνίστατο σε κατ΄ ισχυρισμόν αποποίηση εκ μέρους του εργοδοτουμένου του δικαιώματος του να διεκδικήσει αποζημιώσεις από την εργοδότρια του), απέρριψε την αίτηση παραμερισμού λόγω «μη παροχής ικανοποιητικών εξηγήσεων για τη μη εμφάνιση στη διαδικασία για μεγάλο χρονικό διάστημα και αδικαιολόγητης καθυστέρησης της εργοδότριας να αποταθεί στο Δικαστήριο για παραμερισμό της απόφασης».
Η εργοδότρια δεν έμεινε ικανοποιημένη και καταχώρισε έφεση κατά της πιο πάνω πρωτόδικης απόφασης. Η εκδίκαση της Έφεσης έλαβε χώρα από τον ευπαίδευτο Πρόεδρο του Εφετείου, ο οποίος σημείωσε ότι αυτή εκδικάστηκε «δυνάμει των προνοιών του Άρθρου 25.1 του Περί Δικαστηρίων Νόμου του 1960 (Ν.14/60) και του Άρθρου 11.5 του περί Απονομής της Δικαιοσύνης (Ποικίλες Διατάξεις) Νόμου του 1964 (Ν.33/1964)». Ο εργοδοτούμενος, με αντέφεση, προσέβαλε το εύρημα του πρωτόδικου Δικαστηρίου ότι η εργοδότρια απεκάλυψε εκ πρώτης όψεως υπεράσπιση.
Το Εφετείο, απέρριψε ως αβάσιμη την αντέφεση του εργοδοτουμένου, αφού έκρινε «ως ορθό το εύρημα του πρωτόδικου Δικαστηρίου ότι η εφεσείουσα απέδειξε εκ πρώτης όψεως συζητήσιμη υπεράσπιση στην ουσία της υπόθεσης».
Εξετάζοντας στη συνέχεια την έφεση, απέρριψε ως αβάσιμους τον Πρώτο και Δεύτερο Λόγο Έφεσης, σύμφωνα με τους οποίους η εκδοθείσα απόφαση θα έπρεπε να παραμεριστεί «ex debito justitiae». Εξετάζοντας τους υπόλοιπους Λόγους Έφεσης, οι οποίοι αφορούσαν «την κρίση του πρωτόδικου Δικαστηρίου για παράλειψη δικαιολόγησης της μη εμφάνισης και της καθυστέρησης στην προώθηση της αίτησης παραμερισμού», έκρινε ως λανθασμένο το συμπέρασμα του πρωτόδικου Δικαστηρίου, ότι δεν υπήρξε «επαρκής δικαιολόγηση της παράλειψης εμφάνισης της εργοδότριας και καθυστέρηση της προώθησης της αίτησης για παραμερισμό, της ερήμην εκδοθείσας απόφασης εναντίον της». Κατ΄ επέκταση, παραμέρισε την ερήμην εκδοθείσα απόφαση, δίδοντας ταυτόχρονα οδηγίες όπως «η πρωτόδικη αίτηση εργατικής διαφοράς επιστραφεί στο Δικαστήριο Εργατικών Διαφορών Λάρνακας για εκδίκαση επί της ουσίας».
Ο εργοδοτούμενος, με την υπό εκδίκαση αίτηση, επιδιώκει τώρα την εξασφάλιση άδειας για να καταχωρίσει αίτηση δυνάμει του άρθρου 9(3)(γ) των περί Απονομής της Δικαιοσύνης (Ποικίλαι Διατάξεις) Νόμων του 1964 έως 2025.
Στην Έκθεση Νομικών Θεμάτων παρατίθενται, μαζί με την αιτιολογία τους, τρία Νομικά Θέματα, τα οποία στην παρούσα απόφαση παραθέτουμε αυτολεξεί, χωρίς την αιτιολογία τους, την οποία βεβαίως έχουμε μελετήσει.
«1ο ΘΕΜΑ
Ένας εργοδοτούμενος, του οποίου τερματίζεται η απασχόληση από τον εργοδότη του, είναι δυνατό να αποποιηθεί το δικαίωμά του για αποζημιώσεις, πριν ακόμη του επιδικασθεί οποιοδήποτε ποσό και χωρίς να του καταβληθεί οποιοδήποτε ποσό; Ή, το δικαίωμά του αυτό είναι προστατευμένο;
Και, περαιτέρω, είναι δυνατό μια τέτοια αποποίησή του να θεωρηθεί ότι είναι έγκυρη όταν δεν υπάρχει οποιαδήποτε αντιπαροχή ή αντάλλαγμα (consideration);
2ο ΘΕΜΑ
Αν κάποιος προβάλει σαν υπεράσπισή του σε μια υπόθεση μια σύμβαση η οποία είναι παράνομη και, μάλιστα, ανάγεται σε ποινικό αδίκημα, μπορεί αυτή η σύμβαση να αποτελέσει καλή υπεράσπιση, έστω και αν τα μέρη είναι in pari delictu;
Και περαιτέρω, μπορεί το Δικαστήριο, σε μια τέτοια περίπτωση, να ασκήσει τη διακριτική του ευχέρεια υπέρ του προσώπου αυτού;
3ο ΘΕΜΑ
Όταν εκδικάζεται έφεση εναντίον αποφάσεως σχετικά με ενδιάμεση αίτηση από ένα και μόνο Δικαστή του Εφετείου, είναι δυνατόν ο Δικαστής αυτός να αποφασίσει μόνος του επί της ουσίας της υπόθεσης;»
H εργοδότρια καταχώρισε ένσταση παραθέτοντας αρκετούς λόγους, τους οποίους έχουμε μελετήσει, εισηγούμενη πως δεν πληρούνται οι προϋποθέσεις για τη χορήγηση της αιτούμενης άδειας. Με οδηγίες του Δικαστηρίου κατατέθηκαν γραπτές αγορεύσεις, το περιεχόμενο των οποίων επίσης έχουμε μελετήσει. Θα κάνουμε ειδική αναφορά στα πιο πάνω, όπου ήθελε κριθεί αναγκαίο.
Δεν χρειάζεται να πούμε οτιδήποτε για την ευρεία διακριτική ευχέρεια του Δικαστηρίου να παραμερίζει απόφαση που εξεδόθη κανονικά (regularly obtained judgment). Αυτά είναι γνωστά και χιλιοειπωμένα. Το ίδιο ισχύει και για την εκ πρώτης όψεως υπεράσπιση που πρέπει να αποκαλύπτει ένας αιτητής σε τέτοια διαδικασία παραμερισμού απόφασης. Ομιλούμε για εκ πρώτης όψεως υπεράσπιση και όχι για υπεράσπιση, αφού σε αίτηση παραμερισμού, το Δικαστήριο δεν προβαίνει σε ευρήματα γεγονότων και κατ΄ επέκταση δεν αποφασίζει την ύπαρξη τυχόν υπεράσπισης. Όλα αυτά θα απασχολήσουν το Δικαστήριο στο πλαίσιο εκδίκασης της ουσίας της διαφοράς και αφού προηγουμένως δοθεί η δυνατότητα και στις δύο πλευρές να παρουσιάσουν τις θέσεις τους. Όπως τέθηκε στην Βalm Maritime Co. Ltd v. Biochemie R.o.s.e Ltd (1986) 1 C.L.R. 303, με αναφορά και στη γνωστή υπόθεση Evans v. Bartlam (1937) A.C. 473, «The court in the present application has to be satisfied by the defendants that they have disclosed an arguable or triable issue and no more».
Αρχίζουμε από το Τρίτο Νομικό Θέμα. Στους λόγους για τους οποίους πρέπει να δοθεί η άδεια για το εν λόγω θέμα, καταγράφονται τα ακόλουθα:
«Στην παρούσα περίπτωση ο έντιμος Πρόεδρος του Εφετείου εξεδίκασε την απόφαση μόνος. Παρά ταύτα, αποφάσισε ότι, αν ο ισχυρισμός της εφεσείουσας για αποποίηση από τον εφεσίβλητο του δικαιώματος αποζημίωσης αποδειχθεί, αυτός δεν θα δικαιούται σε καμιά αποζημίωση από την εφεσείουσα. Αυτό αποτελεί την ουσία της υπόθεσης.»
Η απόφαση του ευπαίδευτου Προέδρου του Εφετείου, την οποία κάποιος θα πρέπει να προσεγγίσει ως ενιαίο σύνολο, δεν περιέχει, αλλά ούτε και θα μπορούσε, ευρήματα γεγονότων δεσμευτικά για το πρωτόδικο Δικαστήριο. Το ίδιο ισχύει και για τη νομική προσέγγιση. Όλα αυτά παραμένουν ζωντανά, και θα απασχολήσουν το Δικαστήριο που θα εκδικάσει την ουσία της διαφοράς, υπό το φως και των δικογράφων.
Δεν δικαιολογείται η χορήγηση της αιτούμενης άδειας για το Τρίτο Νομικό Θέμα.
Μελετώντας τα υπόλοιπα δύο Νομικά Θέματα, διαπιστώνουμε πως αυτό που ουσιαστικά επιδιώκεται είναι να αποφασίσει το Ανώτατο Δικαστήριο, σε τρίτο βαθμό, πως η απόφαση του Εφετείου, σε συμφωνία με το πρωτόδικο Δικαστήριο, ότι είχε αποκαλυφθεί εκ πρώτης όψεως υπεράσπιση, είναι εσφαλμένη, και κατ΄ επέκταση, δεν θα έπρεπε να είχε δοθεί στην εργοδότρια η ευκαιρία να τη συζητήσει (Λευκίδου ν. Κανναουρίδη (1999) 1(Α) Α.Α.Δ. 528). Ο αιτητής ουσιαστικά μας καλεί να λειτουργήσουμε ως Εφετείο του Εφετείου, κάτι που είναι ανεπίτρεπτο (Αναφορικά με την Αίτηση του Ελευθέριου Θεοδώρου, Αίτηση Αρ. 14/2025, ημερ. 25.2.2025).
Δεν δικαιολογείται η χορήγηση της αιτούμενης άδειας ούτε και για τα άλλα δύο Νομικά Θέματα.
Η Αίτηση απορρίπτεται.
Επιδικάζονται υπέρ της καθ΄ ης η αίτηση και εναντίον του αιτητή €2.000 έξοδα, πλέον Φ.Π.Α., εάν υπάρχει.
Χ. ΜΑΛΑΧΤΟΣ, Δ.
Ι. ΙΩΑΝΝΙΔΗΣ, Δ.
Ε. ΕΦΡΑΙΜ, Δ.
/ΣΓεωργίου
cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο