ΑΝΩΤΑΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΚΥΠΡΟΥ
ΠΡΩΤΟΒΑΘΜΙΑ ΔΙΚΑΙΟΔΟΣΙΑ
Πολιτική Αίτηση Αρ.20/2026
3 Μαρτίου, 2026
[Α. ΔΑΥΙΔ, Δ.]
ΑΝΑΦΟΡΙΚΑ ΜΕ ΤΟ ΑΡΘΡΟ 155.4 ΤΟΥ ΣΥΝΤΑΓΜΑΤΟΣ ΚΑΙ ΤΑ ΑΡΘΡΑ 3 ΚΑΙ 9 ΤΟΥ ΠΕΡΙ ΑΠΟΝΟΜΗΣ ΤΗΣ ΔΙΚΑΙΟΣΥΝΗΣ (ΠΟΙΚΙΛΑΙ ΔΙΑΤΑΞΕΙΣ) ΝΟΜΟΥ ΤΟΥ 1964, ΩΣ ΤΡΟΠΟΠΟΙΗΘΗΚΕ
ΚΑΙ
ΑΝΑΦΟΡΙΚΑ ΜΕ ΤΟΝ ΠΕΡΙ ΑΝΩΤΑΤΟΥ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟΥ (ΔΙΚΑΙΟΔΟΣΙΑ ΕΚΔΟΣΗΣ ΕΝΤΑΛΜΑΤΩΝ ΠΡΟΝΟΜΙΑΚΗΣ ΦΥΣΕΩΣ) ΔΙΑΔΙΚΑΣΤΙΚΟΣ ΚΑΝΟΝΙΣΜΟΣ TOY 2018
ΚΑΙ
ΑΝΑΦΟΡΙΚΑ ΜΕ ΤΗΝ ΑΙΤΗΣΗ ΤΟΥ Γ.Σ. Δ.Τ. [ ] ΓΙΑ ΤΗΝ ΚΑΤΑΧΩΡΙΣΗ ΑΙΤΗΣΗΣ ΓΙΑ ΤΗΝ ΕΚΔΟΣΗ ΠΡΟΝΟΜΙΑΚΟΥ ΕΝΤΑΛΜΑΤΟΣ CERTIORARI
ΚΑΙ
ΑΝΑΦΟΡΙΚΑ ΜΕ ΤO ΕΝΤΑΛΜΑ ΕΡΕΥΝΑΣ ΗΜΕΡΟΜΗΝΙΑΣ 30ΗΣ ΙΑΝΟΥΑΡΙΟΥ 2026 ΚΑΙ ΩΡΑ 12:26, ΤΟ ΟΠΟΙΟ ΕΚΔΟΘΗΚΕ ΑΠΟ ΤΟ ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΥΚΩΣΙΑΣ ΣΤΗ ΒΑΣΗ ΤΗΣ ΕΝΟΡΚΗΣ ΔΗΛΩΣΗΣ ΤΟΥ ΑΣΤ. 1426 Μ. ΠΑΥΛΟΥ ΔΥΝΑΜΕΙ ΤΟΥ ΠΕΡΙ ΠΟΙΝΙΚΗΣ ΔΙΚΟΝΟΜΙΑΣ ΝΟΜΟΥ ΚΕΦΑΛΑΙΟ 155, ΑΡΘΡΑ 27, 28 ΚΑΙ 29 ΚΑΙ ΝΟΜΟ 29/77 ΑΡΘΡΟ 29(3).
……………………………………
Δ. Τσολακίδης, για Τσολακίδης & Κορέλλης Δ.Ε.Π.Ε., για τον Αιτητή.
Α Π Ο Φ Α Σ Η
(Δοθείσα Αυθημερόν)
ΔΑΥΙΔ, Δ.: Με την παρούσα αίτηση, επιζητείται η άδεια του Δικαστηρίου για καταχώρηση αίτησης δια κλήσεως προς έκδοση προνομιακού εντάλματος Certiorari, προκειμένου να ακυρωθεί Ένταλμα Έρευνας, ημερομηνίας 30.01.2026, που εκδόθηκε από το Επαρχιακό Δικαστήριο Λευκωσίας (κατώτερο Δικαστήριο).
Σύμφωνα με τα γεγονότα που περιβάλλουν την περίπτωση, ως τέθηκαν υπόψη του Δικαστηρίου μέσω της Έκθεσης και της ένορκης δήλωσης του Αιτητή που συνοδεύουν την υπό συζήτηση αίτηση, το εν λόγω ένταλμα εκδόθηκε στη βάση ένορκης δήλωσης του Αστυνομικού Μ. Παύλου (Αρ.Μητρ.1426), της Υπηρεσίας Καταπολέμησης Ναρκωτικών Λευκωσίας (Υ.ΚΑ.Ν.), μέσω της οποίας επιζητείτο Ένταλμα Έρευνας της οικίας του Αιτητή. Ως προκύπτει από τον ως άνω Όρκο, η αστυνομία διερευνούσε κατά τον ουσιώδη χρόνο τα αδικήματα της παράνομης κατοχής ελεγχόμενου φαρμάκου τάξεως Α και της παράνομης κατοχής ελεγχόμενου φαρμάκου τάξεως Α με σκοπό την προμήθεια, κατά παράβαση σχετικών άρθρων του περί Ναρκωτικών Φαρμάκων και Ψυχοτρόπων Ουσιών Νόμου, Ν.29/77. Ειδικότερα, στις 23.01.2026, λήφθηκε πληροφορία από αξιόπιστο πληροφοριοδότη, ο οποίος ανήκει στο περιβάλλον του Αιτητή, σύμφωνα με την οποία ο τελευταίος αποκρύβει εντός της οικίας του, που βρίσκεται σε συγκεκριμένη οδό στη Λακατάμεια, ποσότητες κοκαΐνης, από τις οποίες προμηθεύει άλλα πρόσωπα. Σύμφωνα πάντα με τον ως άνω πληροφοριοδότη, ο Αιτητής, μία φορά την εβδομάδα προμηθεύεται με 100 γραμμάρια κοκαΐνης, την οποία αποκρύπτει στην οικία του και αφού χωρίσει την εν λόγο ποσότητα σε μικρότερες δόσεις, την πωλεί κατόπιν συνεννόησης μέσω τηλεφώνου σε άτομα που τον επισκέπτονται στην οικία του ή κοντά σε συγκεκριμένο καφέ (cafe), στη Λακατάμεια. Όταν η παράδοση των ναρκωτικών γίνεται κοντά στην περιοχή του συγκεκριμένου καφέ ο Αιτητής συνεργάζεται με δύο νεαρά πρόσωπα, αγνώστων λοιπών στοιχείων, τα οποία, αφού πρώτα παραλάβουν τα ναρκωτικά από τον ίδιο, τα μεταφέρουν στο σημείο παράδοσης. Στην περίπτωση που η πώληση των ναρκωτικών γίνεται στην οικία του, τότε τα παραδίδει ο ίδιος.
Ως αποτέλεσμα της λήψης της συγκεκριμένης πληροφορίας, μέλη της Υ.ΚΑ.Ν. έθεσαν υπό διακριτική παρακολούθηση την οικία του Αιτητή, στο πλαίσιο της οποίας πρόσεξαν διάφορα πρόσωπα να μεταβαίνουν σε αυτήν, να την επισκέπτονται για μικρά χρονικά διαστήματα και να αναχωρούν. Η έκδοση του αιτούμενου Εντάλματος Έρευνας της οικίας του Αιτητή, υποδεικνύει καταληκτικά ο ομνύων, είναι ευλόγως αναγκαία προς τον σκοπό αποφυγής του ενδεχομένου καταστροφής ή εξαφάνισης τεκμηρίων που αναζητούνται και σχετίζονται άμεσα με την διάπραξη των υπό διερεύνηση αδικημάτων, ήτοι ναρκωτικών, χρημάτων και κινητών τηλεφώνων, ενώ παράλληλα είναι ανάλογη, αφού σε διαφορετική περίπτωση ο κίνδυνος απόκρυψης, καταστροφής ή διάθεσης των ως άνω τεκμηρίων από τον ύποπτο ή άλλα πρόσωπα είναι ορατός, με αποτέλεσμα την μη αποτελεσματική διερεύνηση της παρούσας υπόθεσης.
Παρά το γεγονός ότι η πλευρά του Αιτητή προέβαλε αρχικά τέσσερεις λόγους για τους οποίους θα έπρεπε να της παραχωρηθεί η αιτούμενη άδεια, κατά την συζήτηση της υπό συζήτηση αίτησης, ο ευπαίδευτος δικηγόρος του Αιτητή δήλωσε ότι δεν θα επιμείνει στην προώθηση οποιουδήποτε άλλου λόγου, πέραν της θέσης για ανεπάρκεια του του ως άνω όρκου. Ως ειδικότερα εισηγείται, μελέτη του ως άνω όρκου, καταδεικνύει ότι η Αστυνομία βασίζεται σε πληροφορία, χωρίς ωστόσο να γίνεται αναφορά ως προς τις λεπτομέρειες και την πηγή της. Πληροφορία, προστίθεται, η οποία παρουσιάζει μόνο συμπεράσματα και καταλήξεις, χωρίς να τίθενται ενώπιον του κατώτερου Δικαστηρίου λεπτομέρειες, κατά τρόπο που το ίδιο να μπορέσει να καταλήξει σε ανάλογα συμπεράσματα για την αναγκαιότητα ή μη της έκδοσης του εντάλματος. Η βάση επί της οποίας επιδιώχτηκε η έκδοση του εκκαλούμενου εντάλματος, υποδεικνύεται, είναι επισφαλής, αφού στον σχετικό όρκο παρατίθενται γενικά και αόριστα στοιχεία, χωρίς να περιλαμβάνεται οτιδήποτε που να έχει σχέση με τη διάπραξη συγκεκριμένου αδικήματος είτε από τον Αιτητή, είτε διασυνδέοντας το τελευταίο με το υποστατικό που η Αστυνομία επιθυμούσε να ερευνήσει. Αποτέλεσμα τούτου, εισηγείται, είναι να μην νομιμοποιείται η έκδοση του εκκαλούμενου εντάλματος.
Το κατώτερο Δικαστήριο καταλήγει η πλευρά του Αιτητή παραβίασε τα Άρθρα 15 και 16 του Συντάγματος και το αντίστοιχο άρθρο 8 της Ευρωπαϊκής Σύμβασης των Δικαιωμάτων του Ανθρώπου, του 1ου Πρόσθετου Πρωτοκόλλου της Ευρωπαϊκής Σύμβασης για την Προάσπιση των Θεμελιωδών Ανθρώπινων Ελευθεριών και τα άρθρα 7 και 17 του Χάρτη θεμελιωδών Δικαιωμάτων της Ευρωπαϊκής Ένωσης τα οποία καθορίζουν τις αυστηρές προϋποθέσεις για την επέμβαση στην ιδιωτική και οικογενειακή ζωή ενός ατόμου και την άρση του ασύλου της κατοικίας.
Έχω διεξέλθει με προσοχή το εγκαλούμενο ένταλμα έρευνας, την Έκθεση και την ένορκη δήλωση που συνοδεύουν την υπό συζήτηση αίτηση, όπως και το σύνολο των στοιχείων που τέθηκαν υπόψη μου, ως επίσης τις αναφορές, θέσεις και εισηγήσεις του ευπαίδευτου δικηγόρου του Αιτητή, για το ζήτημα που παρέμεινε να προωθείται και να απασχολεί στην παρούσα.
Οι αρχές που διέπουν τη χορήγηση άδειας για καταχώριση αίτησης προς έκδοση προνομιακού εντάλματος Certiorari είναι καλά εδραιωμένες. Τα προνομιακά εντάλματα, ως κατάλοιπο της εξουσίας του Ανώτατου Δικαστηρίου για έλεγχο των κατώτερων Δικαστηρίων, χορηγούνται κατ’ εξαίρεση. Πρόκειται για δικαιοδοσία που ασκείται με ιδιαίτερη φειδώ. Ότι ενδιαφέρει, είναι η νομιμότητα των ελεγχόμενων ενεργειών. Άδεια για καταχώριση αίτησης για έκδοση προνομιακού εντάλματος, παρέχεται όπου από το πρακτικό του κατώτερου Δικαστηρίου διαφαίνεται έλλειψη ή υπέρβαση δικαιοδοσίας, έκδηλη νομική πλάνη, δόλος, προκατάληψη και μη τήρηση των κανόνων της φυσικής δικαιοσύνης (βλ. Πέτρου Αρτέμη, «Προνομιακά Εντάλματα Αρχές και Υποθέσεις», σελ. 109 κ.επ., Αίτηση του Κωνσταντινίδη (2003) 1 Α.Α.Δ. 1298, Perrella (Αρ.2) (1995) 1 Α.Α.Δ. 692, Ευδόκας (2016) 1(Γ) Α.Α.Δ. 3018 και Αναφορικά με την Bank of Cyprus Public Company Ltd, ΠΕ 12/21, ημερ. 06.04.2021).
Των ως άνω λεχθέντων, θα πρέπει επίσης να σημειωθεί η σταθερή θέση της νομολογίας, ότι ο έλεγχος ενταλμάτων έρευνας λαμβάνει χώρα μέσω προνομιακών ενταλμάτων, με στόχευση, βεβαίως, τη νομιμότητα της διαδικασίας έκδοσής τους (Σιακαλλή Αρ. 1 (2001) 1 Α.Α.Δ. 282, Χρυσάνθου κ.α. (Αρ,2) 1(Β) Α.Α.Δ. 1175 και Αναφορικά με την Αίτηση του Κληρίδη, Πολ. Αίτ. Αρ. 172/2021, ημερ. 13.09.2021, ECLI:CY:AD:2021:D394).
Παρά τη Συνταγματική κατοχύρωση και διασφάλιση του απαραβίαστου της κατοικίας (Άρθρο 16(1) του Συντάγματος), γεγονός παραμένει ότι στο επόμενο εδάφιο του ίδιου Άρθρου του Συντάγματος, διακηρύσσεται πως, όταν και όπως ο νόμος ορίζει, κατόπιν Δικαστικού εντάλματος δεόντως αιτιολογημένου, είναι δυνατή η είσοδος και η έρευνα εντός της κατοικίας κάποιου. Σε σχέση με το καθήκον αυτού που υποβάλλει ένα τέτοιο αίτημα αλλά και του Δικαστηρίου που το επιλαμβάνεται, στην υπόθεση Αναφορικά με την Αίτηση των Αντώνη Ανδρέου & Σία ΔΕΠΕ κ.α., Πολ. Έφ. 348/15, ημερ. 09.06.2017, ECLI:CY:AD:2017:A216, υποδείχθηκε μεταξύ άλλων ότι :
«... η έκδοση ενός εντάλματος έρευνας είναι μια σοβαρή επέμβαση στην ατομική ελευθερία. Είναι ένα βήμα που πρέπει να λαμβάνεται μετά από ώριμη αντίληψη των γεγονότων που συνθέτουν την υπόθεση. Με σκοπό την επίτευξη του στόχου αυτού ο αιτών, την έκδοση του εντάλματος, επί του προκειμένου, ο αστυφύλακας, έχει καθήκον να προβεί σε πλήρη αποκάλυψη όλων των ουσιωδών στοιχείων και γεγονότων.
................ ....................................................................................................
Η έκδοση του διατάγματος, όπως προείπαμε, δεν αποτελεί μηχανιστική διαδικασία. Το Δικαστήριο, στη βάση των ενώπιον του τεθέντων, θα πρέπει να πειστεί ότι συντρέχει ανάγκη για έκδοση του διατάγματος.»
Σύμφωνα με το άρθρο 27 του περί Ποινικής Δικονομίας Νόμου, Κεφ.155:
«Όταν δικαστής ικανοποιείται µε εγγράφου δηλώσεως ότι υπάρχει εύλογη αιτία να πιστεύεται ότι σε οποιοδήποτε τόπο υπάρχει -
(α) οτιδήποτε στο οποίο ή σε σχέση µε το οποίο διαπράχτηκε ποινικό αδίκηµα ή υπάρχει υποψία ότι διαπράχτηκε· ή
(β) οτιδήποτε για το οποίο υπάρχει εύλογη αιτία να πιστεύεται ότι θα παρέχει απόδειξη ως προς τη διάπραξη ποινικού αδικήµατος· ή
(γ) οτιδήποτε για το οποίο υπάρχει εύλογη αιτία να πιστεύεται ότι προορίζεται να χρησιµοποιηθεί για το σκοπό διάπραξης ποινικού αδικήµατος,
ο δικαστής δύναται σε οποιοδήποτε χρόνο να εκδώσει ένταλµα (το οποίο αναφέρεται στο νόµο αυτό ως "ένταλµα έρευνας"), που εξουσιοδοτεί το πρόσωπο που κατονοµάζεται σε αυτό — …………………..»
Περαιτέρω, σε σχέση με ναρκωτικά και ελεγχόμενα φάρμακα, παρέχεται η δυνατότητα έκδοσης εντάλματος έρευνας, ουσιαστικά κάτω από τις ίδιες προϋποθέσεις, και μέσω του περί Ναρκωτικών Φαρμάκων και Ψυχοτρόπων Ουσιών Νόμου Ν.29/1977, ειδικότερα του άρθρου 29, που φέρει τον πλαγιότιτλο «Εξουσία ερεύνης και λήψεως μαρτυρίας».
Για την έκδοση εντάλματος έρευνας, το Δικαστήριο θα πρέπει να ικανοποιηθεί ότι από τα στοιχεία που τέθηκαν υπόψη του, μέσω της ένορκης δήλωσης που υποστηρίζει ένα τέτοιο αίτημα, υπάρχει εύλογη αιτία να πιστεύεται ότι σε ένα συγκεκριμένο τόπο υπάρχει οτιδήποτε το οποίο περιγράφεται στα εδάφια (α), (β) και (γ) του άρθρου 27 του περί Ποινικής Δικονομίας Νόμου, Κεφ. 155.
Η αναγκαιότητα διασύνδεσης της έρευνας με συγκεκριμένο τόπο είναι δεδομένη. (Βλ. μεταξύ άλλων Αναφορικά με την Αίτηση της Εταιρείας Ο.Π.Α.Π. Κύπρου Λτδ, Πολ. Έφεση Αρ. 133/2018 ημερ. 17.12.2018). Η ανάγκη παρουσίασης κάποιου είδους μαρτυρίας για στοιχειοθέτηση της εύλογης αιτίας, αποτελεί ασφαλώς προϋπόθεση για την έκδοση εντάλματος έρευνας. Ωστόσο, τούτο, δεν εξυπακούει καταγραφή στοιχείων με αποδεικτική αξία σε υψηλό επίπεδο. Ως έχει υποδειχθεί για το ζήτημα από τον Γ.Μ. Πική, στο σύγγραμμα «Ποινική Δικονομία στην Κύπρο», 2η Αναθεωρημένη Έκδοση, σελ. 69, «Ό,τι επιζητείται να ικανοποιηθεί είναι η ύπαρξη εύλογης αιτίας υπό το φως της μαρτυρίας που τίθεται ενώπιον του Δικαστηρίου και όχι εκ πρώτης όψεως στοιχειοθέτηση συστατικών στοιχείων ενός υπό διερεύνηση αδικήματος». Περί εύλογων υπονοιών και υποψίας ο λόγος, ζήτημα που εξαρτάται από τα περιστατικά και τη φύση της κάθε υπόθεσης (Παναγιώτου (2004) 1 Α.Α.Δ. 1094 και Αντωνίου (2009) 1 Α.Α.Δ. 656). Ως τέθηκε το ζήτημα στην Ο.Π.Α.Π. Κύπρου Λτδ (ανωτέρω):
«Σύμφωνα δε με τη νομολογία, το εύλογο ή μη της υποψίας ως προς τη διάπραξη αδικήματος μπορεί να εξεταστεί στο πλαίσιο κρίσης, αναφορικά με την ύπαρξη της εύλογης αιτίας που θεμελιώνει τη δικαιοδοσία του Δικαστηρίου προς έκδοση εντάλματος έρευνας για ανεύρεση και κατάσχεση των πραγμάτων προς τα οποία αυτή συναρτάται, (βλ. Αναφορικά με την αίτηση του Συνδέσμου για την Πρόληψη της Βίας στα Γήπεδα (1997) 1 ΑΑΔ 1014).
Περαιτέρω, η πρόνοια «θα παρέχει απόδειξη ως προς τη διάπραξη ποινικού αδικήματος» στο εδάφιο (β) του άρθρου 27 απαιτεί τη σύνδεση ή τη συσχέτιση του αντικειμένου που θα αναζητηθεί με το υπό διερεύνηση αδίκημα. Το κρίσιμο ερώτημα, ως έχει αναφερθεί, είναι κατά πόσο υπάρχει ικανό υλικό στον όρκο στη βάση του οποίου ο δικαστής στον οποίο υποβάλλεται αίτημα έκδοσης εντάλματος έρευνας, μπορεί να ικανοποιηθεί για την ύπαρξη εύλογων λόγων να πιστεύεται πως αυτό που θα αναζητηθεί θα παρέχει απόδειξη ως προς τη διάπραξη του ποινικού αδικήματος που αναφέρεται στον όρκο, (βλ. την απόφαση του Ανωτάτου Δικαστηρίου της Αυστραλίας George v Rockett [1990] 170 C.L.R. 104, όπου το Ανώτατο Δικαστήριο της Αυστραλίας εξέτασε τον αντίστοιχο όρο «will afford evidence as to the commission of any offence»).»
Είναι σημαντικό να σημειωθεί ότι η έκδοση εντάλματος του είδους, δικαιολογείται στην περίπτωση που το Δικαστήριο, υπό το φως της μαρτυρίας που τίθεται ενώπιον του, ικανοποιηθεί για την ύπαρξη εύλογης υποψίας, και όχι για την εκ πρώτης όψεως στοιχειοθέτηση, στη βάση της μαρτυρίας αυτής, κάθε συστατικού στοιχείου του διερευνώμενου αδικήματος (GPS Freight Services Ltd v. Γενικού Εισαγγελέα της Δημοκρατίας, Πολ. Έφεση 219/2014, ημερ. 29.02.2016). Το Δικαστήριο, στη βάση των γεγονότων που παρατίθενται υπόψιν του μέσω της ένορκης δήλωσης που υποστηρίζει το αίτημα, θα πρέπει να εξάγει τα δικά του συμπεράσματα ότι η σχετική υποψία είναι εύλογη (βλ. Αναφορικά με την Αίτηση του Έκτoρα Μαρκίδη (2014) 1 Α.Α.Δ. 756 και In Re Πολυκάρπου (1991) 1 Α.Α.Δ. 207).
Επανερχόμενος στην υπό συζήτηση περίπτωση, θα πρέπει να σημειωθεί η κατ’ επανάληψη διακηρυχθείσα θέση των Δικαστηρίων, πως δεν απαιτείται καν να κατονομάζονται οι πληροφοριοδότες, (Αναφορικά με την Αίτηση του ΧΧΧ ΧΧΧ, Πολ. Αίτ. Αρ.114/2020, ημερ. 20.10.2020, ECLI:CY:AD:2020:D356). Είναι αρκετό, οι όποιες πληροφορίες, μέσω των οποίων παρατίθενται διάφορα στοιχεία, να έχουν τη δυναμική να θεμελιώσουν την ύπαρξη εύλογης υποψίας (Κυριάκου v. Κυπριακής Δημοκρατίας Πολ. Έφ. Αρ.355/2019, ημερ. 16.06.2021, ECLI:CY:AD:2021:A257).
Στην υπό συζήτηση περίπτωση, η ληφθείσα πληροφορία, από πρόσωπο που προσδιορίζεται ότι ανήκει στο περιβάλλον του Αιτητή, είχε συγκεκριμένο περιεχόμενο, περιλαμβάνοντας στοιχεία και λεπτομέρειες. Αναφερόταν κατά συγκεκριμένο τρόπο στην εμπλοκή του Αιτητή στα υπό διερεύνηση αδικήματα, περιγράφοντας με λεπτομέρεια τον αποδιδόμενο στον τελευταίο τρόπο δράσης και αντίδρασης, την συμπεριφορά και τον ρόλο του σε συνάρτηση με αυτά, ως επίσης, στην «εμπλοκή» της οικίας του στην εξέλιξη των γεγονότων. Δεν επρόκειτο για γενικούς και αόριστους ισχυρισμούς, ούτε βεβαίως για συμπερασματικές απολήξεις και υποθέσεις του πληροφοριοδότη. Παράλληλα, ως τέθηκε υπόψη του κατώτερου Δικαστηρίου, η διακριτική παρακολούθηση της οικίας του Αιτητή, κατόπιν της λήψης της σχετικής πληροφόρησης, φαίνεται να ενίσχυε αναφορές του πληροφοριοδότη όσον αφορά τον τρόπο δράσης του Αιτητή και την επικαλούμενη διασύνδεση της οικίας του τελευταίου στη διάπραξη των υπό διερεύνηση αδικημάτων.
Με δεδομένο ότι για την στοιχειοθέτηση της εύλογης υπόνοιας/υποψίας, το επίπεδο που χρειάζεται να ικανοποιηθεί από απόψεως μαρτυρίας είναι περιορισμένο, διαπιστώνεται ότι στην υπό συζήτηση περίπτωση τέθηκαν υπόψη του Δικαστηρίου στοιχεία ικανά να υπερβούν το ούτως ή άλλως χαμηλό ύψος του πήχη που απαιτείται σε περιπτώσεις του είδους. Τα γεγονότα που περιβάλλουν την υπό συζήτηση περίπτωση και η εξέλιξή τους, ως τέθηκαν υπόψη του κατώτερου Δικαστηρίου με τον σχετικό όρκο, συνολικά θεωρούμενα, ήταν καθ’ όλα επαρκή, καθιστώντας την επιλογή του κατώτερου Δικαστηρίου να εξουσιοδοτήσει την εκτέλεση του εντάλματος έρευνας καθόλα ορθή, σύννομη και δικαιολογημένη.
Το παράπονο του Αιτητή επί του ειδικότερου αυτού ζητήματος δεν δικαιολογείται.
Ως εκ τούτου η Αίτηση απορρίπτεται.
Α. ΔΑΥΙΔ, Δ.
cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο