ΑΝΑΦΟΡΙΚΑ ΜΕ ΤΗΝ ΑΙΤΗΣΗ ΤΗΣ ΕΛΕΝΗΣ ΧΡΥΣΑΝΘΟΥ κ.α., Πολιτική Αίτηση Αρ.279/2025, 20/3/2026
print
Τίτλος:
ΑΝΑΦΟΡΙΚΑ ΜΕ ΤΗΝ ΑΙΤΗΣΗ ΤΗΣ ΕΛΕΝΗΣ ΧΡΥΣΑΝΘΟΥ κ.α., Πολιτική Αίτηση Αρ.279/2025, 20/3/2026
ΑΝΑΦΟΡΙΚΑ ΜΕ ΤΗΝ ΑΙΤΗΣΗ ΤΗΣ ΕΛΕΝΗΣ ΧΡΥΣΑΝΘΟΥ κ.α., Πολιτική Αίτηση Αρ.279/2025, 20/3/2026

ΑΝΩΤΑΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΚΥΠΡΟΥ

ΠΡΩΤΟΒΑΘΜΙΑ ΔΙΚΑΙΟΔΟΣΙΑ                                                                     

 

            

     Πολιτική Αίτηση Αρ.279/2025

 

20 Μαρτίου, 2026

 

 

[Α. ΔΑΥΙΔ, Δ.]

 

 

ΑΝΑΦΟΡΙΚΑ ΜΕ ΤΟ ΑΡΘΡΟ 155.4 ΤΟΥ ΣΥΝΤΑΓΜΑΤΟΣ ΚΑΙ ΤΑ ΑΡΘΡΑ 3 ΚΑΙ 9 ΤΟΥ ΠΕΡΙ ΑΠΟΝΟΜΗΣ ΤΗΣ ΔΙΚΑΙΟΣΥΝΗΣ (ΠΟΙΚΙΛΑΙ ΔΙΑΤΑΞΕΙΣ) ΝΟΜΟΥ ΤΟΥ 1964

 

ΚΑΙ

 

ΑΝΑΦΟΡΙΚΑ ΜΕ ΤΟΝ ΠΕΡΙ ΑΝΩΤΑΤΟΥ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟΥ (ΔΙΚΑΙΟΔΟΣΙΑ ΕΚΔΟΣΗΣ ΕΝΤΑΛΜΑΤΩΝ ΠΡΟΝΟΜΙΑΚΗΣ ΦΥΣΕΩΣ) ΔΙΑΔΙΚΑΣΤΙΚΟΣ ΚΑΝΟΝΙΣΜΟΣ ΤΟΥ 2018 (5/2018).

 

ΚΑΙ

 

ΑΝΑΦΟΡΙΚΑ ΜΕ ΤΗΝ ΑΙΤΗΣΗ ΤΗΣ ΕΛΕΝΗΣ ΧΡΥΣΑΝΘΟΥ, ΓΑΒΡΙΕΛΛΑΣ ΧΡΥΣΑΝΘΟΥ, ΧΡΙΣΤΙΝΑ ΧΡΥΣΑΝΘΟΥ ΓΙΑ ΑΔΕΙΑ ΓΙΑ ΤΗΝ ΚΑΤΑΧΩΡΗΣΗ ΑΙΤΗΣΗΣ ΓΙΑ ΤΗΝ ΕΚΔΟΣΗ ΕΝΤΑΛΜΑΤΟΣ MANDAMUS

 

ΚΑΙ

 

ΑΝΑΦΟΡΙΚΑ ΜΕ ΤΗ ΔΙΑΦΟΡΑ ΜΕΤΑΞΥ ΤΩΝ ΕΛΕΝΗΣ ΧΡΥΣΑΝΘΟΥ, ΓΑΒΡΙΕΛΛΑΣ ΧΡΥΣΑΝΘΟΥ, ΧΡΙΣΤΙΝΑ ΧΡΥΣΑΝΘΟΥ ΚΑΙ ΤΟΥ ΔΙΕΥΘΥΝΤΗ ΤΟΥ ΕΠΑΡΧΙΑΚΟΥ ΚΤΗΜΑΤΟΛΟΓΙΚΟΥ ΓΡΑΦΕΙΟΥ ΑΜΜΟΧΩΣΤΟΥ ΓΙΑ ΤΗΝ ΑΡΝΗΣΗ ΚΑΙ/Η ΠΑΡΑΛΕΙΨΗ ΔΙΑΓΡΑΦΗΣ ΚΑΙ/Η ΕΞΑΛΕΙΨΗΣ ΤΗΣ ΣΥΜΒΑΣΗΣ ΔΑΝΕΙΟΥ [   ] ΚΑΤΑ ΤΗΝ ΟΛΟΚΛΗΡΩΣΗ ΤΗΣ ΑΝΑΓΚΑΣΤΙΚΗΣ ΜΕΤΑΒΙΒΑΣΗΣ (ΑΝΑΓΚΑΣΤΙΚΗΣ ΜΕΤΑΒΙΒΑΣΗΣ [   ]) ΗΜΕΡ. 19.4.2021 ΤΟΥ ΑΚΙΝΗΤΟΥ ΜΕ ΑΡ. ΕΓΓΡ. [   ]. ΤΜΗΜΑ [   ], Φ/ΣΧ [   ], ΤΕΜΑΧΙΟ [   ], [   ], [   ], ΜΕΡΙΔΙΟ ΟΛΟΝ

 

……………………………

 

      Θ. Ποσνακίδης με Ρ. Στυλιανού (κα), για Γιώργος Α. Βασιλείου  Δ.Ε.Π.Ε., για τις Αιτήτριες.

 

Α Π Ο Φ Α Σ Η

 

ΔΑΥΙΔ, Δ.: Με την υπό συζήτηση αίτηση, οι Αιτήτριες επιζητούν την άδεια του Δικαστηρίου για την καταχώρηση δια κλήσεως αίτησης προς έκδοση προνομιακού εντάλματος Mandamus, με το οποίο να διατάσσεται ο Διευθυντής του Επαρχιακού Κτηματολογικού Γραφείου Αμμοχώστου να εξαλείψει και/η διαγράψει «Σύμβαση Δανείου [   ] – Σύμβαση εκχώρησης εξασφάλισης», η οποία, σύμφωνα με τις Αιτήτριες, παράτυπα και/η αντικανονικά καταχωρίστηκε στις 03.07.2019.

 

Ως προκύπτει από την Έκθεση και την ένορκη δήλωση που συνοδεύουν την αίτηση, ως επίσης τα επισυνημμένα στην τελευταία τεκμήρια, τα γεγονότα επί των οποίων βασίζεται η υπό κρίση αίτηση έχουν ως ακολούθως:

Η μητέρα των Αιτήτριων, στις 08.07.2011, συνήψε πωλητήριο έγγραφο με εταιρεία για την αγορά συγκεκριμένης κατοικίας σε οικοδομικό συγκρότημα στην Αγία Νάπα της επαρχίας Αμμοχώστου.  Το σχετικό πωλητήριο έγγραφο κατατέθηκε στο Επαρχιακό Κτηματολογικό Γραφείο Αμμοχώστου, στις 20.07.2011 (ΠΩΕ [   ]).  Στις 24.04.2018 εκχώρησε τα δικαιώματα που απέρρεαν από το ως άνω πωλητήριο έγγραφο στις Αιτήτριες, με τη σχετική σύμβαση εκχώρησης να καταχωρείτε στο οικείο Κτηματολογικό Γραφείο, λαμβάνοντας τον αριθμό [   ].  Στο μεταξύ, το 2016 είχε καταχωρήσει Αίτηση Εγκλωβισμένου Αγοραστή (ΑΕΑ), η οποία έλαβε τον αριθμό [   ].  Με την έγκριση της ως άνω αίτησης, στις 16.04.2021, το ως άνω ακίνητο ενεγράφη επ’ ονόματι των Αιτήτριων σε μερίδιο 1/3 έκαστη και εκδόθηκαν  σχετικοί τίτλοι ιδιοκτησίας. Οι τελευταίες, στις 19.12.2022, αποφάσισαν να πουλήσουν το εν λόγω ακίνητο και προς τούτο συνήψαν πωλητήριο έγγραφο.  Κατά τον χρόνο που επιχειρήθηκε η κατάθεση του εν λόγω πωλητηρίου εγγράφου στο Επαρχιακό Κτηματολογικό Γραφείο Αμμοχώστου, τούτο δεν έγινε αποδεκτό καθότι, ως διαφάνηκε, υπήρχε κατατεθειμένη σημείωση Σύμβασης Δανείου (ΕΣ [   ]) προς όφελος τράπεζας, ως αποτέλεσμα δανειοδότησης της μητέρας τους για την αγορά του ακινήτου.  Ο πατέρας των Αιτήτριων, με επιστολή του ημερομηνίας 20.03.2023, κάλεσε το ως άνω Κτηματολογικό Γραφείο όπως, αφενός αποδεχτεί την κατάθεση του πωλητηρίου εγγράφου ημερομηνίας 19.12.2022 και, αφετέρου, εξαλείψει/διαγράψει οποιοδήποτε έγγραφο κατατέθηκε από την τράπεζα. Στις 07.06.2023, το Επαρχιακό Κτηματολογικό Γραφείο Αμμοχώστου ενημέρωσε τις Αιτήτριες ότι η κατάθεση του πωλητηρίου εγγράφου ημερομηνίας 19.12.2022 θα γινόταν μεν αποδεκτή, πλην όμως με το βάρος της σημείωσης Σύμβασης Δανείου (ΕΣ [   ]), το οποίο είχε κατατεθεί από την τράπεζα, και φακέλου διόρθωσης λάθους (ΑΔΛ [   ]), ο οποίος θα έκρινε αν πρέπει να γίνει διαγραφή της ως άνω σημείωσης ή όχι.  Ως αποτέλεσμα των πιο πάνω το πωλητήριο έγγραφο ημερομηνίας 19.12.2022 κατατέθηκε στο Κτηματολογικό Γραφείο Αμμοχώστου την 15.06.2023, λαμβάνοντας αριθμό ΠΩΕ [   ].  Ενόψει της μη ενημέρωσης των Αιτήτριων όσον αφορά την εξέταση του ζητήματος της διόρθωσης λάθους (ΑΔΛ [   ]), οι δικηγόροι τους, στις 19.03.2025, απέστειλαν επιστολή στο Επαρχιακό Κτηματολογικό Γραφείο Αμμοχώστου με την οποία, αφού παρέθεσαν το σχετικό ιστορικό ζητούσαν εκ νέου την εξάλειψη/διαγραφή της ως άνω σημείωσης σύμβασης δανείου.  Απέστειλαν προς τούτο εκ νέου επιστολή, στις 13.06.2025, καλώντας το ως άνω Κτηματολογικό Γραφείο να ανταποκριθεί ανάλογα. Στις 18.06.2025, οι δικηγόροι των Αιτήτριων έλαβαν ηλεκτρονικό μήνυμα με συνημμένη επιστολή προς τους δικηγόρους των Αιτήτριων, ημερομηνίας 29.05.2025, μέσω της οποίας το Κτηματολογικό Γραφείο Αμμοχώστου, κάνοντας αναδρομή στην εξέλιξη γεγονότων που αφορούσαν το συγκεκριμένο ακίνητο,  υπεδείκνυε πως η σημείωση ΕΣ [   ] μεταφέρεται  και δεν διαγράφεται με την έκδοση των ξεχωριστών τίτλων. Στις 27.10.2025, οι δικηγόροι των Αιτήτριων με νέα επιστολή τους προς το Επαρχιακό Κτηματολογικό Γραφείο Αμμοχώστου, υπέδειξαν ότι σε έρευνα που διενεργήθηκε μετά την κατ’ ισχυρισμών κατάθεση της σημείωσης ΕΣ [   ], αυτή δεν  διαφαινόταν, υποστηρίζοντας ότι καταχωρήθηκε σε χρόνο και με τρόπο που δημιουργεί εύλογα ερωτήματα σε σχέση με τη διαδικασία καταχώρησης της. Το Επαρχιακό Κτηματολογικό Γραφείο Αμμοχώστου, με επιστολή  ημερομηνίας 11.11.2025, απέρριψε τους ισχυρισμούς και θέσεις που προβάλλονταν στην ως άνω επιστολή, προτρέποντας τις  Αιτήτριες να απευθυνθούν προς το τραπεζικό ίδρυμα προς όφελος του οποίου καταχωρήθηκε η σημείωση ΕΣ [   ].

 

Αποτελεί θέση των Αιτήτριων ότι η προώθηση της υπό συζήτηση αίτησης είναι «επιτακτική» από την πλευρά τους, σημειώνοντας ότι το Δικαστήριο είναι το μόνο που θα μπορούσε να εκδώσει διάταγμα «με τέτοιο τρόπο και τέτοιας φύσης που να προστατέψει τα έννομα συμφέροντα μας». 

 

Ο ευπαίδευτος συνήγορος των Αιτήτριων, υιοθετώντας γραπτή του αγόρευση, επανέλαβε ουσιαστικά τις εισηγήσεις και θέσεις των τελευταίων, ως προκρίνονται στην Αίτηση.

 

Έχω διεξέλθει με προσοχή το σύνολο όσων έχουν τεθεί υπόψη του Δικαστηρίου στην υπό συζήτηση αίτηση, ως επίσης τις τοποθετήσεις και εισηγήσεις του ευπαίδευτου συνηγόρου για τα ζητήματα που απασχολούν στην παρούσα.

 

Κατ’ επανάληψη έχουν διακηρυχθεί και αποκρυσταλλωθεί μέσω της νομολογίας οι αρχές που διέπουν την έκδοση προνομιακών ενταλμάτων.  Ως κατάλοιπο της εξουσίας του Ανώτατου Δικαστηρίου για έλεγχο των κατώτερων Δικαστηρίων αλλά και άλλων αρχών, οργάνων ή προσώπων που ασκούν δημόσια εξουσία, τα προνομιακά εντάλματα, χορηγούνται κατ' εξαίρεση. Ειδικότερα, όσον αφορά τα εντάλματα Mandamus, σειρά υποθέσεων έχει αναγνωρίσει τη δυνατότητα έκδοσης τους, όχι μόνο στις περιπτώσεις που αφορούν αποφάσεις κατώτερων Δικαστηρίων, αλλά και κάθε οργάνου, προσώπου ή αρχής τα οποία οφείλουν να εκτελέσουν συγκεκριμένο καθήκον που αφορά σε θέμα ιδιωτικού και όχι δημόσιου δικαίου (Αναφορικά με την Αίτηση της Ζαβριδου, Πολ. Έφ. Αρ. 129/2021, ημερ. 15.11.2021, ECLI:CY:AD:2021:A510 και Κώστας Κωνσταντίνου κ.α. Πολ. Έφ. 304/2014, ημερ. 25.06.2015).

 

Ως σημειώθηκε στην υπόθεση Αναφορικά με την Αίτηση του Igor Kanevtsov, Πολ. Έφ. Αρ.14/2023, ημερ. 20.02.2023:

«…το Προνομιακό Ένταλμα Mandamus δεν εκδίδεται όταν υπάρχει άλλη καταλληλότερη θεραπεία στο αστικό δίκαιο ή όπου είναι πρόσφορη άλλη ευχερέστερη διαδικασία (R. v. Charity Commissioners [1987] 1 Q.B. 407, ή όπου παρέχεται νομοθετική θεραπεία (Pasmose v. Oswaldtwistle Urban District Council [1898] AC 387 και R. v. ILEA, ex parte Ali [1990] COD317).

 

Είναι σαφές ότι το ένταλμα Mandamus συνιστά «ύστατο μέσο για κατίσχυση του δικαίου και κατάλοιπο της δικαιοδοσίας του Ανωτάτου Δικαστηρίου για εκείνες τις περιπτώσεις όπου διαπιστώνεται συγκεκριμένο δικαίωμα χωρίς συγκεκριμένη θεραπεία προς εκπλήρωση του ή όπου η εναλλακτική θεραπεία δεν είναι πρόσφορη και αποτελεσματική». (Αναφορικά με το αίτημα του Ν. Νικολάου, Πολιτική Αίτηση Αρ. 130/2015, ημερ. 21/4/2016).»

       

Στην υπόθεση Αναφορικά με την Αίτηση του Ιερόθεου Χριστοδούλου, άλλως Ρόπα  (2008) 1 Α.Α.Δ. 43, υπεδείχθη  μεταξύ άλλων:

 

«Συνήθως η θεραπεία για το προνομιακό ένταλμα Mandamus, χρησιμοποιείται για να διαταχθεί κατώτερο Δικαστήριο να ασκήσει συγκεκριμένη εξουσία, μέσα στα πλαίσια της αρμοδιότητάς του. Όμως η θεραπεία μπορεί να εξασφαλιστεί για να εξαναγκάσει και άλλες αρχές ή όργανα ή πρόσωπα τα οποία ασκούν δημόσια εξουσία, για να εκτελέσουν δημόσιο καθήκον το οποίο επιβάλλει ο Νόμος......[…..].  Προϋπόθεση για την παραχώρηση της θεραπείας, είναι ο Αιτητής να έχει δικαίωμα να ζητήσει την εκτέλεση του συγκεκριμένου καθήκοντος.  Επίσης, ο Αιτητής θα πρέπει προτού αποταθεί στο Δικαστήριο για άδεια, να έχει αιτηθεί από το δημόσιο όργανο την εκτέλεση του καθήκοντός του, αλλά αυτό να έχει αρνηθεί να συμμορφωθεί.»

 

         

Οι αρχές που διέπουν την έκδοση εντάλματος Mandamus, έχουν καταγραφεί και στην υπόθεση Αναφορικά με την Αίτηση της Λοϊζου, Πολ. Έφ. Αρ. 138/2018, ημερ. 20/7/2018, όπου σημειώθηκε ότι:

 

«Αποτελεί προϋπόθεση για την παραχώρηση του εντάλματος mandamus η υποβολή διακριτής απαίτησης (distinct demand) προς την αρμόδια Αρχή για εκτέλεση του καθήκοντός της σε σχέση με το οποίο υποβάλλεται ακολούθως το αίτημα, εφόσον δεν υπάρχει συμμόρφωση στο μεταξύ (βλ. Halsbury's Laws of England, 3η Έκδοση, Τόμος 11, σελ.106 και Basu «Commentary on the Constitution of India», Τόμος 3, σελ. 479). Στην υπόθεση R. v. The Bristol and Exeter Railway Company 12 L.J.Q.B. λέχθηκε ότι «It is necessary, before a rule is applied for, that a distinct demand should be made upon those who are required to do an act, and that it should be distinctly pointed out to them what it is that they are required to do.». Δεν πρόκειται για τυπικό ζήτημα, αλλά για ζήτημα ουσίας (βλ. Αναφορικά με την Αίτηση της Palm-MountHoldings LtdECLI:CY:AD:2018:A154, Πολιτική Έφεση αρ. 413/2016, ημερομηνίας 3.4.2018, ECLI:CY:AD:2018:A154, ECLI:CY:AD:2018:A154).»

 

 

Απασχολεί κατά προτεραιότητα, το ζήτημα του χρόνου που μεσολάβησε μέχρι την καταχώρηση της υπό συζήτηση αίτησης. Αποτελεί νομολογικό αξίωμα, ότι τα προνομιακά εντάλματα παρέχονται ή όχι κατά προνόμιο και όχι δικαιωματικά. Οποιαδήποτε σημειωθείσα καθυστέρηση στην αναζήτηση της λήψης άδειας, δυνατόν να εξουδετερώσει αυτό το προνόμιο ( Μιχαήλ v. Κυπριακής Δημοκρατίας (2015) 1(Α) Α.Α.Δ. 155).  Άλλωστε, ο περί Ανωτάτου Δικαστηρίου (Δικαιοδοσία Έκδοσης Ενταλμάτων  Προνομιακής Φύσεως) Διαδικαστικός Κανονισμός του 2018, ως έχει τροποποιηθεί, ειδικότερα ο Κανονισμός 5, κάτω από τον τίτλο «Προθεσμίες» προβλέπει ότι:

«(1) Αίτηση για Άδεια καταχωρείται το συντομότερο από την έκδοση της προσβαλλόμενης απόφασης, διατάγματος ή πράξης. Σε κάθε περίπτωση δεν πρέπει να υπερβαίνει τις 45 ημέρες από την ημέρα που ο αιτητής λαμβάνει γνώση της έκδοσης της προσβαλλόμενης απόφασης, διατάγματος ή πράξης.

 

(2) Το Δικαστήριο δύναται να επεκτείνει την προθεσμία που αναφέρεται στην Παράγραφο (1) του παρόντος Κανονισμού εάν καταδειχθούν εξαιρετικές περιστάσεις που παρεμποδίζουν τον Αιτητή να καταχωρίσει την Αίτηση του εντός της προβλεπόμενης προθεσμίας.»

 

Ως οι πρόνοιες του ως άνω Κανονισμού, μονομερής αίτηση για εξασφάλιση άδειας του είδους θα πρέπει να καταχωρείται το συντομότερο δυνατό, και πάντως, δεν μπορεί να υπερβαίνει τις σαρανταπέντε ημέρες από την ημερομηνία που ο Αιτητής λαμβάνει γνώση της προσβαλλόμενης απόφασης, διατάγματος ή πράξης. Όταν παρέλθει η προθεσμία που προβλέπεται στον Κανονισμό 5 (1) τυχόν αίτηση για εξασφάλιση άδειας για καταχώρηση αίτηση με κλήση για την έκδοση προνομιακού εντάλματος, ως εκπρόθεσμη, δεν μπορεί να προωθηθεί, εκτός και αν έχει προηγηθεί επέκταση της προβλεπόμενης προθεσμίας. Παρεμβάλλεται πως με δεδομένο ότι ο Κανονισμός επιβάλλει σε ένα Αιτητή να ενεργεί το συντομότερο και εν πάση περιπτώσει, με την απαραίτητη σπουδή προς εξασφάλιση της συγκεκριμένης θεραπείας, στις κατάλληλες πάντα περιπτώσεις, σχετική αίτηση είναι δυνατόν να απορριφθεί, ακόμα και αν αυτή καταχωριστεί εντός της πιο πάνω προθεσμίας (Αναφορικά με την αίτηση των Ανδρέα Δημητριάδης και Σία Δ.Ε.Π.Ε κ.α., Πολ. Έφ. Αρ.138/2022, ημερ. 22.11.2023 και Αναφορικά με την αίτηση του Επενδυτικού Συγκροτήματος  Εταιρειών «Λευκόνοικο», Πολ. Αίτ.60/2025, ημερ. 07.04.2025).

 

Στην υπό συζήτηση περίπτωση, ως προκύπτει από το σύνολο των γεγονότων και στοιχείων που τέθηκαν υπόψη του Δικαστηρίου, η πλευρά των Αιτήτριων γνώριζε ήδη, πριν από τις 20.03.2023, (ημερομηνία αποστολής σχετικής επιστολής του πατέρα των Αιτήτριων) για την ύπαρξη της σημείωσης ΕΣ [   ]). Περαιτέρω, γνωστοποιήθηκε στην πλευρά τους, γραπτώς, η θέση του Επαρχιακού Κτηματολογικού Γραφείου Αμμοχώστου ότι δεν προτίθεται να διαγράψει τη συγκεκριμένη σημείωση (επιστολή ημερ. 07.06.2023). Το γεγονός ότι ήταν πλήρως ενήμερες για την ύπαρξη της συγκεκριμένης σημείωσης όπως και της θέση του Κτηματολογίου ότι δεν προτίθεται να την διαγράψει, επιβεβαιώνει και το γεγονός πως παρά τις αντιρρήσεις τους, τελικά αποδέχτηκαν την  εγγραφή του πωλητηρίου εγγράφου ημερομηνίας 19.12.2022 (ΠΩΕ [   ]), στις 15.06.2023, με την ταυτόχρονη σημείωση της ΕΣ [   ], χωρίς έκτοτε να επιδιώξουν, με οποιοδήποτε τρόπο, τη διαγραφή της. Επανήλθαν πολύ αργότερα, μέσω της επιστολής του δικηγόρου τους, ημερ. 19.03.2025, ζητώντας εκ νέου την εξάλειψη/διαγραφή της ως άνω σημείωσης σύμβασης δανείου (ΕΣ [   ]), ζήτημα για το οποίο το αρμόδιο Κτηματολογικό Γραφείο, με επιστολή του ημερομηνίας 29.05.2025, παραπέμποντας στο ιστορικό της υπόθεσης, ουσιαστικά επανέλαβε τη θέση του ότι η ως άνω σημείωση μεταφέρετε και δεν διαγράφεται.  Μεσολαβούσης δε νέας επιστολής εκ μέρους του δικηγόρου των Αιτητριών για το ζήτημα, ημερ. 27.10.2025, λειτουργός του Επαρχιακού Κτηματολογικού Γραφείου Αμμοχώστου, επανέλαβε την από μακρού χρόνου θέση της υπηρεσίας του για το ζήτημα, προτρέποντας τις Αιτήτριες να απευθυνθούν στο τραπεζικό ίδρυμα προς όφελος του οποίου αυτή καταχωρήθηκε. 

 

Η πιο πάνω εξέλιξη των γεγονότων, φέρνει στο προσκήνιο το ζήτημα του χρόνου προώθησης της υπό συζήτηση αίτησης, σε συνδυασμό θεωρούμενου με την προθεσμία που τίθεται από τον σχετικό Κανονισμό για την προώθηση αίτησης του είδους. Είναι προφανές ότι η ημερομηνία από την οποία οι Αιτήτριες ήταν ενήμερες για την θέση του αρμόδιου Κτηματολογικού λειτουργού όσον αφορά την σημείωση ΕΣ [   ], ανάγεται πίσω στο χρόνο, ήδη από το 2023, με τις ίδιες κατ’ επανάληψη να απαιτούν την διαγραφή της και το αίτημα τους να απορρίπτεται. Επί του συζητούμενου, έχει τη δική του σημασία το γεγονός πως όχι μόνο γνώριζαν ότι η εγγραφή του Πωλητηρίου Εγγράφου ημερ. 19.12.2022 (ΠΩΕ [   ]) θα γινόταν υπό το βάρος της σημείωσης  ΕΣ [   ], πράγμα το οποίο εν γνώση τους έγινε, αλλά και όταν επανήλθαν με επιστολή του δικηγόρου τους, ημερ. 19.03.2025, ζητώντας εκ νέου την εξάλειψη/διαγραφή της ως άνω σημείωσης, το Κτηματολογικό Γραφείο επανέλαβε ουσιαστικά τη σταθερή θέση του ότι η ως άνω σημείωση, στην συγκεκριμένη περίπτωση, μεταφέρεται και δεν διαγράφεται.

 

Η προσπάθεια από μέρους τους από καιρού εις καιρόν, να ανακινήσουν και να επαναφέρουν το ζήτημα, δεν διαφοροποιεί το γεγονός της παρέλευσης του χρόνου της αυστηρής προθεσμίας των σαρανταπέντε ημερών που τίθεται από τη στιγμή που περιήλθε στην αντίληψη τους η τοποθέτηση του Κτηματολογίου επί του ζητήματος. Η παρούσα περίπτωση, προφανώς διακρίνεται από τις περιπτώσεις όπου μεταξύ των πλευρών διεξάγεται συζήτηση ή διαπραγματεύσεις μέχρι να αποκρυσταλλωθεί η τοποθέτηση/απόφαση/θέση για την οποία προωθείται αίτημα του είδους.  Στην υπό συζήτηση περίπτωση, επί σειρά ετών η θέση της αρμόδιας αρχής ήταν δεδομένη, πέραν του γεγονότος πως σε κάποιο στάδιο έγινε αποδεκτή από τις Αιτήτριες, για να γίνει κατορθωτή, ως αναφέρεται από την πλευρά τους, η κατάθεση του πωλητηρίου εγγράφου με το συγκεκριμένο τρόπο, χωρίς έκτοτε να προωθήσουν οποιοδήποτε αίτημα του είδους εντός της προβλεπόμενης από το νόμο προθεσμίας, ή κατά άλλο τρόπο να την προσβάλουν.

 

Είναι προφανές ότι η αφετηρία από την οποία θα πρέπει να προσμετρά η περίοδος εντός της οποίας οι Αιτήτριες θα έπρεπε να ενεργήσουν προωθώντας αίτημα του είδους, άρχεται από μακρού χρόνου, με τις σαρανταπέντε μέρες που προβλέπονται ως ανώτατη προθεσμία προς τούτο, εφόσον δεν έχει εξασφαλιστεί οποιαδήποτε παράταση, να έχει εκπνεύσει.

  

Η ως άνω κατάληξη για το εκπρόθεσμο της προώθησης της υπο συζήτηση αίτησης, σφραγίζει από μόνη της, την τύχη της τελευταίας.

 

Παρά την ως άνω κατάληξη θα μπορούσε να σημειωθεί, κατά συνοπτικό έστω τρόπο, πως εν πάση περιπτώσει, το αίτημα, εξεταζόμενο επί των ουσιαστικότερων του πτυχών, δεν θα μπορούσε να έχει επιτυχή κατάληξη. Στη βάση όλων όσων έχουν τεθεί υπόψη του Δικαστηρίου, στην υπό συζήτηση περίπτωση δεν αποκαλύπτεται οποιαδήποτε παράλειψη εκ μέρους της αρμόδιας αρχής να επιτελέσει το καθήκον της. Αντίθετα, η αρμόδια αρχή (Κτηματολογικό Γραφείο Αμμοχώστου), φέρεται να έπραξε τούτο, λειτουργώντας κατά τον τρόπο που η ίδια αντιλαμβάνεται ότι είναι το καθήκον της, εξηγώντας παράλληλα τη θέση της προς τούτο. Ότι εντοπίζεται, είναι η διαφορετική θεώρηση των πραγμάτων εκ μέρους των Αιτήτριων, οι οποίες, ουσιαστικά προβάλλουν ότι η προσέγγιση του Κτηματολογίου επί του συγκεκριμένου ζητήματος, είναι λανθασμένη. Τούτο, όμως, δεν αποτελεί παράλειψη εκ μέρους του Κτηματολογίου να εκτελέσει το καθήκον του, κατά τρόπο που θα μπορούσε να αποτελέσει αντικείμενο προώθησης στα πλαίσια αίτηση ως η υπό συζήτηση.  Εάν το Κτηματολόγιο, λειτουργώντας εντός των παραμέτρων της αρμοδιότητας του, άσκησε ορθά ή λανθασμένα τα καθήκοντα του,  θα μπορούσε να αποτελέσει αντικείμενο συζήτησης και δικαστικής κρίσης στα πλαίσια άλλων, προσφερόμενων προς τούτο μηχανισμών και διαδικασιών, στο πλαίσιο των οποίων, ως η πάγια νομολογία υποδεικνύει στην περίπτωση που το ζήτημα αφορά ακίνητα, θα πρέπει να συμμετάσχουν όλα τα μέρη τα συμφέροντα των οποίων επηρεάζονται (Γεωργιάδου ν. Γεωργιάδη (1999) 1(Β) Α.Α.Δ. 1210 και Αναφορικά με την Αίτηση της Bank of Cyprus Public Company Ltd, Πολ. Έφ. Αρ.68/2019, ημερ. 8.5.2020, ECLI:CY:AD:2020:A144).

 

Ενόψει των πιο πάνω η αίτηση απορρίπτεται.

 

 

Α. ΔΑΥΙΔ, Δ.       


cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο