ΑΝΑΦΟΡΙΚΑ ΜΕ ΤΗΝ ΑΙΤΗΣΗ ΤΗΣ Ε.Κ.Σ., ΕΚ ΛΕΥΚΩΣΙΑΣ ΓΙΑ ΤΗΝ ΕΚΔΟΣΗ ΕΝΤΑΛΜΑΤΟΣ CERTIORARI, Αρ. Αίτησης 301/2025, 18/3/2026
print
Τίτλος:
ΑΝΑΦΟΡΙΚΑ ΜΕ ΤΗΝ ΑΙΤΗΣΗ ΤΗΣ Ε.Κ.Σ., ΕΚ ΛΕΥΚΩΣΙΑΣ ΓΙΑ ΤΗΝ ΕΚΔΟΣΗ ΕΝΤΑΛΜΑΤΟΣ CERTIORARI, Αρ. Αίτησης 301/2025, 18/3/2026

ΑΝΩΤΑΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΚΥΠΡΟΥ

ΠΡΩΤΟΒΑΘΜΙΑ ΔΙΚΑΙΟΔΟΣΙΑ

i-justice

Αρ. Αίτησης 301/2025

 

18 Μαρτίου 2026

 

[Χ. ΜΑΛΑΧΤΟΣ, Δ.]

 

ΑΝΑΦΟΡΙΚΑ ΜΕ ΤΟ ΑΡΘΡΟ 155.4 ΤΟΥ ΣΥΝΤΑΓΜΑΤΟΣ ΚΑΙ ΤΑ ΑΡΘΡΑ 3 ΚΑΙ 9 ΤΟΥ ΠΕΡΙ ΑΠΟΝΟΜΗΣ ΤΗΣ ΔΙΚΑΙΟΣΥΝΗΣ (ΠΟΙΚΙΛΑΙ ΔΙΑΤΑΞΕΙΣ) ΝΟΜΟΥ ΤΟΥ 1964

 

ΚΑΙ

 

ΑΝΑΦΟΡΙΚΑ ΜΕ ΤΟΝ ΠΕΡΙ ΑΝΩΤΑΤΟΥ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟΥ (ΔΙΚΑΙΟΔΟΣΙΑ ΕΚΔΟΣΗΣ ΕΝΤΑΛΜΑΤΩΝ ΠΡΟΝΟΜΙΑΚΗΣ ΦΥΣΕΩΣ) ΔΙΑΔΙΚΑΣΤΙΚΟ ΚΑΝΟΝΙΣΜΟ ΤΟΥ 2018

 

ΚΑΙ

 

ΑΝΑΦΟΡΙΚΑ ΜΕ ΤΗΝ ΑΙΤΗΣΗ ΤΗΣ Ε.Κ.Σ., ΕΚ ΛΕΥΚΩΣΙΑΣ ΓΙΑ ΤΗΝ ΕΚΔΟΣΗ ΕΝΤΑΛΜΑΤΟΣ CERTIORARI

 

ΚΑΙ

 

ΑΝΑΦΟΡΙΚΑ ΜΕ ΤΟ ΕΝΤΑΛΜΑ ΕΡΕΥΝΑΣ, ΗΜΕΡΟΜΗΝΙΑΣ 20.11.2025, ΤΟΥ ΕΠΑΡΧΙΑΚΟΥ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟΥ ΛΕΥΚΩΣΙΑΣ ΓΙΑ ΤΗΝ ΚΑΤΟΙΚΙΑ ΤΗΣ ΑΙΤΗΤΡΙΑΣ ΣΤΗΝ ΟΔΟ [   ].

 

Η. Στεφάνου με Γ. Νεάρχου και Φ. Μαλά (κα) για Ηλίας Στεφάνου ΔΕΠΕ, για την Αιτήτρια.

Π. Ευθυβούλου (κα), Εισαγγελέας της Δημοκρατίας με Π. Βαρνάβα, Δικηγόρο της Δημοκρατίας και Η. Ζησίμου (κα), Δικηγόρο της Δημοκρατίας, εκ μέρους του Γενικού Εισαγγελέα της Δημοκρατίας, για την Καθ΄ης η Αίτηση.

____________________

        

Α Π Ο Φ Α Σ Η

 

    ΜΑΛΑΧΤΟΣ, Δ.:  Η Αιτήτρια ζητά την έκδοση προνομιακού εντάλματος certiorari για ακύρωση του εντάλματος έρευνας ημερ.20.11.2025, της κατοικίας της στην Λακατάμεια, που εκδόθηκε από Δικαστή του Επαρχιακού Δικαστηρίου Λευκωσίας, το κατώτερο Δικαστήριο. 

 

    Το υπό έλεγχο ένταλμα εκδόθηκε στο πλαίσιο δικαστικής συνδρομής της Δημοκρατίας κατόπιν αιτήματος του Ηνωμένου Βασιλείου.  Τα αδικήματα που διερευνώνται από τις αρχές του Ηνωμένου Βασιλείου αφορούν φορολογική εξαπάτηση των δημοσίων εσόδων της ξένης χώρας, από τον όμιλο εταιρειών E-Cars UK, σε σχέση με την εξαγωγή από το Ηνωμένο Βασίλειο αυτοκινήτων και την εισαγωγή τους στην Κύπρο για λογαριασμό κυπριακών αδελφών εταιρειών του ομίλου E-Cars UK, που πιστεύεται ότι και αυτές διαπράττουν φορολογικές απάτες.

 

    Στον όρκο που υποστήριζε την αίτηση της Αστυνομίας, αναφέρεται ότι η Αιτήτρια είναι μειοψηφικός μέτοχος και οικονομικός ελεγκτής του ομίλου εταιρειών E-Cars UK.  Πιστεύεται ότι συνδέεται με τις κυπριακές αδελφές εταιρείες.  Από εξετάσεις που έγιναν μέσω του Υπουργείου Εργασίας και Κοινωνικών Ασφαλίσεων διαπιστώθηκε ότι η Αιτήτρια εργοδοτείται στην κυπριακή εταιρεία E Cars Cyprus Auto Sales Ltd από τις 4.8.2018.  Αναφέρεται ότι τεκμήρια στην κατοχή των φορολογικών αρχών του Ηνωμένου Βασιλείου έδειξαν ότι η Αιτήτρια παρείχε ψεύτικο υλικό σε κάποιο Κ.Ι., διευθυντή και μέτοχο κάθε εταιρείας του ομίλου, με σκοπό την προώθηση του στις φορολογικές αρχές του Ηνωμένου Βασιλείου.

 

    Οι αρχές του Ηνωμένου Βασιλείου ζήτησαν να ερευνηθεί η κατοικία της Αιτήτριας και ακόμη ενός προσώπου στην Κύπρο.  Πιστεύεται, αναφέρεται στον όρκο, ότι η Αιτήτρια είναι στενά συνδεδεμένη με τον όμιλο και ότι έχει θέση ελέγχου.  Σε αυτή τη βάση αναφέρεται ότι είναι αναμενόμενο ότι θα κατέχει υλικό σχετικό με τον όμιλο E-Cars στην κατοικία και στις ηλεκτρονικές της συσκευές. Πιστεύεται, αναφέρεται στον όρκο, ότι το υλικό το οποίο θα ανευρεθεί θα καταδείξει την εμπλοκή του Κ.Ι..  Περαιτέρω αναφέρεται ότι πιστεύεται ότι η Αιτήτρια και το άλλο πρόσωπο, πιθανόν να είναι τα δύο κύρια πρόσωπα τα οποία επωφελούνται από την απάτη, μαζί με τον Κ.Ι. και κάποιο Κ.Κ..

 

    Η άδεια χορηγήθηκε στη βάση ότι το ένταλμα εκδόθηκε καθ΄ υπέρβαση εξουσίας, κατά παράβαση του Άρθρου 16 του Συντάγματος, χωρίς να πληρούνταν οι προϋποθέσεις του άρθρου 27 του περί Ποινικής Δικονομίας Νόμου, Κεφ.155 για την έκδοση του, αφού, από τη μαρτυρία που είχε τεθεί ενώπιον του κατώτερου Δικαστηρίου, δεν τεκμηριωνόταν «εύλογη αιτία να πιστεύεται» ότι στην κατοικία της Αιτήτριας υπήρχε οποιοδήποτε από τα αντικείμενα που αναζητούνταν.  Περαιτέρω, στην έκταση που το ένταλμα εξουσιοδοτούσε την κατάσχεση αλληλογραφίας ή επικοινωνίας της Αιτήτριας, στη βάση ότι το ένταλμα εκδόθηκε κατά παράβαση του Άρθρου 17 του Συντάγματος.

 

    Οι θέσεις της Δημοκρατίας περιορίζουν τα επίδικα θέματα.  Ως προς το πρώτο, δηλαδή τη διασύνδεση της κατοικίας της Αιτήτριας με τα αντικείμενα που αναζητούνταν, είναι αποδεχτό ότι στον όρκο δεν υπάρχει μαρτυρία που να συνδέει άμεσα την κατοικία με τα αντικείμενα, αλλά η «εύλογη αιτία να πιστεύεται» ότι σε αυτή υπάρχουν, εδράζεται στην εμπλοκή της Αιτήτριας, στο ότι πρόκειται για την κατοικία της και, την επίμαχη παράμετρο, ότι αφορά σε αντικείμενα καθημερινής χρήσης.

 

    Ως προς το δεύτερο, δηλαδή τη μη ικανοποίηση των προϋποθέσεων του Άρθρου 17 του Συντάγματος, δεν υποστηρίζεται ότι η περίπτωση καλύπτεται, αλλά ότι η συνταγματική πρόνοια δεν εφαρμόζεται, αφού με το υπό έλεγχο ένταλμα δεν εξουσιοδοτήθηκε η παραλαβή και κατάσχεση ηλεκτρονικής επικοινωνίας, παρά μόνο η παραλαβή και κατάσχεση αντικειμένων.

 

    Καθίσταται επιβεβλημένο να προηγηθεί εκτενής αναφορά στο περιεχόμενο του Εντάλματος, ώστε να διακριβωθεί τι εξουσιοδοτήθηκε η Αστυνομία να αναζητήσει και να κατάσχει. 

 

    Στον Ποινικό Τύπο Αρ.6, που είναι ο τύπος του εντάλματος έρευνας και, εν προκειμένω, αποτελείτο από τρείς σελίδες, το κατώτερο Δικαστήριο πρόσθεσε ακόμη ένα μονοσέλιδο κείμενο, το οποίο ονόμασε «Παράρτημα Α», προδήλως κρίνοντας ότι έπρεπε να καταστίσει σαφές το εύρος της εξουσιοδότησης που το ένταλμα που εξέδωσε παρείχε.  (Όλες οι υπογραμμίσεις που ακολουθούν είναι του παρόντος Δικαστηρίου).

      Στον Τύπο του Εντάλματος αναφερόταν ότι:

 

«Επειδή φαίνεται στη γραπτή ένορκη δήλωση … ότι στην οικία … δυνατόν να φυλάσσονται αντικείμενα ήτοι οποιοσδήποτε υπολογιστής, φορητός υπολογιστής, tablet, κινητό τηλέφωνο, εσωτερικοί σκληροί δίσκοι, οποιοσδήποτε εξωτερικός σκληρός δίσκος (ή μονάδες flash USB),  οποιαδήποτε ηλεκτρονική συσκευή με εσωτερικά μέσα αποθήκευσης και οποιοδήποτε εξωτερικό μέσο αποθήκευσης για έξυπνα τηλέφωνα (ή κάρτες micro-SD) που περιέχει οποιοδήποτε από τα υλικά που ζητούνται, όπως περιγράφονται πιο κάτω, …».

 

 

    Ακολουθούσε στη συνέχεια, καταλαμβάνοντας μια πλήρη δακτυλογραφημένη σελίδα, σε έξι αριθμημένες παραγράφους, αναφορά σε ηλεκτρονικά μηνύματα ηλεκτρονικού ταχυδρομείου, σε τιμολόγια, έγγραφα και έγγραφα λογιστικής εργασίας, όλα σε ηλεκτρονική μορφή και περαιτέρω αναφορά στα ονόματα των διαφόρων εταιρειών που το υλικό αφορούσε.

 

    Κατέληγε ο Τύπος του Εντάλματος ότι:

 

«Αυτό το ένταλμα σας εξουσιοδοτεί … να ερευνήσετε για τα αναφερόμενα πράγματα …»

 

 

    Στο «Παράρτημα Α» αναφερόταν ότι:

 

«Το παρόν ένταλμα έρευνας εξουσιοδοτεί την Αστυνομία να προβεί σε έρευνα στην οικία της … μόνο για ανεύρεση των υπολογιστών, φορητών υπολογιστών, τάμπλετ, κινητά τηλέφωνα, εσωτερικούς σκληρούς δίσκους (USB), οποιαδήποτε ηλεκτρονική συσκευή με εσωτερικά μέσα αποθήκευσης και οποιοδήποτε εξωτερικό μέσο αποθήκευσης για έξυπνα τηλέφωνα (ή κάρτες micro-SD) που περιέχουν οποιοδήποτε από το υλικό που περιγράφεται στο ένταλμα έρευνας ανωτέρω.  Με βάση τα όσα έχουν τεθεί ενώπιον μου υπάρχει εύλογη αιτία να πιστεύεται ότι στους τόπους που ζητείται να διεξαχθεί η έρευνα βρίσκονται τα αντικείμενα που αναζητούνται ή μέρος αυτών ως περιγράφονται πιο πάνω και τα εν λόγω αντικείμενα αναμένεται ότι θα παρέχουν απόδειξη ως προς τη διάπραξη του αδικήματος.

…………………………………………………………………………

 

Νοείται ότι κατά την εκτέλεση του εντάλματος έρευνας η έρευνα θα περιοριστεί στο μέτρο του δυνατού στον εντοπισμό των αντικειμένων και υλικού σχετικά με τη διερεύνηση αδικημάτων με τρόπο που να διαφυλαχθεί η προσωπική αλληλογραφία και επικοινωνία των προσώπων στα οποία ανήκουν τα αντικείμενα που αναζητούνται η οποία ενδεχομένως να είναι εγκατεστημένη να περιέχεται ή να φυλάττεται στα αντικείμενα αυτά.»

 

 

    Προκύπτει ότι με το ένταλμα ό,τι εξουσιοδοτείται να ανευρεθεί και κατασχεθεί είναι αντικείμενα, και συγκεκριμένα «οποιοσδήποτε υπολογιστής, φορητός υπολογιστής, tablet, κινητό τηλέφωνο, εσωτερικοί σκληροί δίσκοι, οποιοσδήποτε εξωτερικός σκληρός δίσκος (ή μονάδες flash USB),  οποιαδήποτε ηλεκτρονική συσκευή με εσωτερικά μέσα αποθήκευσης και οποιοδήποτε εξωτερικό μέσο αποθήκευσης για έξυπνα τηλέφωνα (ή κάρτες micro-SD)».  Αυτά καταγράφονται δύο φορές, τόσο στο Τύπο του Εντάλματος, όσο και στο «Παράρτημα Α».  Η αναφορά σε ηλεκτρονικά μηνύματα ηλεκτρονικού ταχυδρομείου, σε τιμολόγια, έγγραφα και έγγραφα λογιστικής εργασίας, όλα σε ηλεκτρονική μορφή, δεν συνιστούσε περιγραφή υλικού που το ένταλμα εξουσιοδοτούσε να ανευρεθεί και παραληφθεί, αλλά περιγραφή προσδιοριστική και περιοριστική των αντικειμένων που το ένταλμα εξουσιοδοτούσε να ανευρεθούν και παραληφθούν, όπως και η περαιτέρω αναφορά στα ονόματα των διαφόρων εταιρειών που το υλικό αφορούσε.  Δηλαδή, στην περίπτωση που ένας υπολογιστής που υπήρχε στην κατοικία δεν εμπεριείχε υλικό της περιγραφής αυτής, το ένταλμα δεν εξουσιοδοτούσε την κατάσχεση του.  Η αναφορά στον Τύπο του εντάλματος «που περιέχει οποιοδήποτε από τα υλικά που ζητούνται», δεν σημαίνει ότι πέραν των αντικειμένων ζητείτο υλικό για να κατασχεθεί.  Άλλωστε στο «Παράρτημα Α» διευκρινίστηκε ως «υλικό που περιγράφεται στο ένταλμα».

 

    Η αναφορά στην απόφαση με την οποία χορηγήθηκε η άδεια[1] ότι τα αναζητούμενα τεκμήρια αφορούσαν έγγραφα σε ηλεκτρονική μορφή και ηλεκτρονική επικοινωνία, που αφορούν εργασίες στις οποίες εμπλέκονταν οι κατονομαζόμενες εταιρείες, δεν ήταν ακριβής.  Στο στάδιο της χορήγησης της άδειας το Ανώτατο Δικαστήριο δεν εμβαθύνει στην υπόθεση (Κωνσταντινίδης (2003) 1(Β) Α.Α.Δ. 1298, 1303). Όπως εύστοχα τέθηκε στην Lindos Constructions Ltd (1989) 1(Ε) Α.Α.Δ. 648, 652, είναι δυνατόν στο στάδιο της αίτησης διά κλήσεως η μετέπειτα ολοκληρωμένη θεώρηση του ζητήματος «να διαλύσει τις πρώτες θετικές εντυπώσεις».  Διαφαίνεται τώρα ότι η αναφορά στο ένταλμα σε συγκεκριμένο υλικό σε ηλεκτρονική μορφή, περιλαμβανομένης ηλεκτρονικής επικοινωνίας, ήταν απλά προσδιοριστική των αντικειμένων που το ένταλμα εξουσιοδοτούσε να ανευρεθούν και κατασχεθούν και δεν εξουσιοδοτείτο η κατάσχεση του υλικού αυτού.

 

    Ακόμη και έτσι, εισηγείται η Αιτήτρια, προκύπτει ότι απώτερος σκοπός είναι το ηλεκτρονικό υλικό που περιέχεται στα αντικείμενα, που περιλαμβάνει και ηλεκτρονική αλληλογραφία.  Τα αντικείμενα δεν έχουν άλλη αξία στη διερεύνηση των αδικημάτων και επομένως, επιχειρηματολογεί, εφόσον δεν θα είναι δυνατόν να εκδοθεί στη συνέχεια διάταγμα πρόσβασης στο περιεχόμενο τους, η ανεύρεση και κατάσχεση τους δεν εξυπηρετεί σε οτιδήποτε.

 

    Στην Ανδρέας Δημητριάδης & Σία ΔΕΠΕ κ.ά., Πολ. Αίτ. Αρ.212/2021, ημερ.11.3.2022, ECLI:CY:AD:2022:D93, αναφέρθηκε ότι:

 

«Δεν μπορεί να εκλαμβάνεται ως δεδομένο ότι η κατάσχεση των τηλεφώνων ως «πραγμάτων» εν τη εννοία του άρθρου 27 του Κεφ.155, ισοδυναμεί με πρόσβαση στην ιδιωτική επικοινωνία.  Ιδιαίτερα εφόσον τέτοια πρόσβαση ρητά δεν εξουσιοδοτήθηκε από το δικαστήριο.  Εάν αυτή προκύψει, ανάλογα με την πορεία των ερευνών, να είναι η ανάγκη και η εξ αυτής πρόθεση της Αστυνομίας, μπορεί να προχωρήσει με τις κατάλληλες διαδικασίες, ώστε να λάβει την απαιτούμενη εξουσιοδότηση, υπό τις προϋποθέσεις που προβλέπονται από τη σχετική νομοθεσία που τώρα, πρόωρα, επικαλούνται οι αιτητές».

 

 

    Στην Αρετή Χαριδήμου & Συνεργάτες Δ.Ε.Π.Ε. κ.ά., Αίτ. Αρ.146/2025, ημερ.8.10.2025, αναφέρθηκε ότι:

 

«Προβλήθηκε, επίσης, εκ μέρους των Αιτητών πως τα αδικήματα που διερευνούσε η Αστυνομία δεν ενέπιπταν εντός του εύρους του Άρθρου 17.2.Β του Συντάγματος και, επομένως, δεν θα μπορούσε η Αστυνομία στο μέλλον να επιθεωρήσει με νόμιμο τρόπο το καταγεγραμμένο περιεχόμενο ιδιωτικής επικοινωνίας που πιθανόν να είχε ληφθεί. Με κάθε σεβασμό και συμπλέοντας με την προσέγγιση των Καθ' ων η Αίτηση, επισημαίνουμε πως ό,τι ελέγχεται στο πλαίσιο της παρούσας διαδικασίας είναι το κατά πόσο το Κατώτερο Δικαστήριο εξέδωσε το υπό έλεγχο Ένταλμα Έρευνας καθ' υπέρβαση της δικαιοδοσίας του. Δεν μπορούσε να αποτελέσει αντικείμενο εξέτασης από μέρους του Κατώτερου Δικαστηρίου, η ύπαρξη ή μη δυνατότητας για την καταχώριση αίτησης στη βάση των προνοιών του Νόμου 92(Ι)/1996».

 

 

    Είναι, λοιπόν, σαφής η θέση της νομολογίας ότι η κατάσχεση αντικειμένων που περιέχουν ηλεκτρονική αλληλογραφία, δεν ισοδυναμεί με πρόσβαση στην επικοινωνία αυτή και ότι κατά πόσο θα καταστεί δυνατό στη συνέχεια να επιτευχθεί νόμιμα πρόσβαση στην επικοινωνία αυτή, δεν είναι ζήτημα που εξετάζεται κατά την έκδοση εντάλματος έρευνας για την κατάσχεση των αντικειμένων στα οποία η επικοινωνία βρίσκεται.

 

    Είναι η κατάληξη του Δικαστηρίου ότι στα γεγονότα της υπόθεσης το Άρθρο 17 του Συντάγματος δεν είχε εφαρμογή και, επομένως, ο δεύτερος λόγος για τον οποίο χορηγήθηκε η άδεια δεν μπορεί να οδηγήσει στην ακύρωση του επίδικου εντάλματος έρευνας.

 

    Το κατά πόσο μπορεί να τεκμηριωθεί «εύλογη αιτία να πιστεύεται» ότι σε μια κατοικία ή άλλο χώρο υπάρχουν τεκμήρια που σχετίζονται με τα υπό διερεύνηση αδικήματα, με αναφορά στο ότι ο κάτοχος ή ο εκεί διαμένων φαίνεται να διασυνδέεται με τη διάπραξη των αδικημάτων, έχει τελευταία απασχολήσει σε μεγάλο αριθμό αποφάσεων του Ανωτάτου Δικαστηρίου.

 

    Στην Χ.Π., Πολ. Έφ. Αρ.17/2024, ημερ.13.3.2025, αναφέρθηκε ότι η ύπαρξη μαρτυρίας ότι συγκεκριμένο πρόσωπο εμπλέκεται στη διάπραξη του υπό διερεύνηση αδικήματος, δεν δικαιολογεί αφ΄ εαυτής και χωρίς άλλο την έκδοση εντάλματος έρευνας χώρων που του ανήκουν, κατέχει ή ελέγχει, για την ανεύρεση τεκμηρίων που σχετίζονται με την υπόθεση και επαναλήφθηκε ότι η κάθε υπόθεση κρίνεται στη βάση των δικών της περιστάσεων.

    Κατά τη συζήτηση της Αίτησης, επίκεντρο σε σχέση με τον πρώτο λόγο για τον οποίο χορηγήθηκε η άδεια, απετέλεσε η ερμηνεία ή ο προσδιορισμός του τι συνιστά «αντικείμενο καθημερινής χρήσης».  Βέβαια, ακόμη και όταν ένα αντικείμενο μπορεί να χαρακτηριστεί ως καθημερινής χρήσης, αυτό δεν προεξοφλά ότι μπορεί να αναζητηθεί σε οποιοδήποτε χώρο που κατέχεται ή στον οποίο διαμένει κάποιος ύποπτος για το υπό διερεύνηση αδίκημα.  Η κάθε περίπτωση εξακολουθεί να κρίνεται με τα δικά της δεδομένα.

 

    Σύμφωνα με το άρθρο 27 του Κεφ.155, για να εκδοθεί ένταλμα έρευνας πρέπει ο Δικαστής να ικανοποιηθεί  με ένορκη έγγραφη δήλωση ότι υπάρχει «εύλογη αιτία να πιστεύεται» ότι στον τόπο που θα ερευνηθεί υπάρχει οτιδήποτε σε σχέση με το οποίο έχει διαπραχθεί ποινικό αδίκημα ή που θα παρέχει απόδειξη ως προς τη διάπραξη ποινικού αδικήματος.  Τίποτε παραπάνω δεν απαιτείται και τίποτε λιγότερο δεν αρκεί.  Η φύση του αντικειμένου, στο πλαίσιο του συνόλου της μαρτυρίας που τίθεται ενώπιον του Δικαστή με την αίτηση της Αστυνομίας, έχει τη σημασία της και συνεκτιμάται με τα υπόλοιπα στοιχεία. 

 

    Στην Σ.Σ. (2017) 1(Α) Α.Α.Δ. 464, το Ανώτατο Δικαστήριο αναφέρθηκε στην Σιακαλλής (Αρ.1) (2001) 1(Α) Α.Α.Δ. 282, στην οποία το ένταλμα έρευνας σε σχέση με ανεύρεση ναρκωτικών ακυρώθηκε, εφόσον κρίθηκε ότι η προσφερθείσα μαρτυρία έτεινε απλώς να καταδείξει ότι ο ύποπτος είχε στην κατοχή του ναρκωτικά, χωρίς όμως να υπάρχει μαρτυρία που να συνδέει τέτοια κατοχή με οποιοδήποτε υποστατικό.  Θεώρησε το Δικαστήριο, στην υπόθεση εκείνη, ότι τέτοια διασύνδεση δεν μπορούσε να προκύψει συμπερασματικά ως θέμα κοινής λογικής, εφόσον το άρθρο 27 του Κεφ.155 συνδέει το αντικείμενο με τον τόπο για τον οποίο ζητείται το ένταλμα και όχι γενικά με το πρόσωπο του υπόπτου, καταλήγοντας ότι (σελ.293):

 

«Μόνο όπου η μαρτυρία είναι τέτοια ώστε να δικαιολογεί συγκεκριμένη και εύλογη υποψία ότι το αντικείμενο βρίσκεται στην οικία ή άλλο τόπο και όχι απλώς γενική και αόριστη υπόθεση ότι θα μπορούσε να βρίσκεται στην οικία ή άλλο τόπο, προκύπτει επαρκής σύνδεση με την οικία ή άλλο τόπο του οποίου ζητείται η έρευνα».

 

 

 

    Στη Σ.Σ., το Δικαστήριο, επιβεβαιώνοντας ότι η αναγκαιότητα προσδιορισμού και διασύνδεσης της έρευνας με συγκεκριμένο τόπο, όπως και με τη διερεύνηση συγκεκριμένου αδικήματος, είναι δεδομένη, αποφάνθηκε πως, στην ενώπιον του περίπτωση, όπου τα αντικείμενα που αναζητούνταν ήταν ηλεκτρονικοί υπολογιστές ή και άλλα μέσα αποθήκευσης ηλεκτρονικών δεδομένων:

«έστω και αν δεν έγινε ρητή αναφορά περί του ότι τα υπό αναζήτηση αντικείμενα βρίσκονταν στη συγκεκριμένη διεύθυνση, η διασύνδεση τέτοιων προσωπικών αντικειμένων καθημερινής, ατομικής χρήσης με την οικία του ατόμου, σε αντιδιαστολή με την περίπτωση της Σιακαλλής, αποτελεί καθ΄ όλα εύλογη πιθανότητα».

 

 

    Στη Μ.Θ., Πολ. Αίτ. Αρ.90/2024, ημερ.3.6.2024, το Ανώτατο Δικαστήριο, μετά τη διασύνδεση του ενοίκου της κατοικίας με το υπό διερεύνηση έγκλημα, έκρινε ότι:

 

«δημιουργείτο πλέον η αναγκαία εύλογη υπόνοια να πιστεύεται ότι τα αναζητούμενα αντικείμενα βρίσκονταν στην κατοικία του, ότι δηλαδή τα ενδύματα και υποδήματα που φορούσε κατά τη διάπραξη του εγκλήματος, όπως και τα άλλα αντικείμενα που χρησιμοποίησε, θα βρίσκονταν στην κατοικία του».

 

 

    Στην Α.Γ., Πολ. Έφ. Αρ.15/2024, ημερ.17.10.2024, αναφέρθηκε ότι κινητά τηλέφωνα και σχετικές κάρτες κινητής τηλεφωνίας, αποτελούν, πλέον, αντικείμενα καθημερινής χρήσης και ότι:

 

«Στην υπό συζήτηση περίπτωση, έστω και αν δεν γινόταν ρητή αναφορά στον όρκο ότι τα υπό αναζήτηση αντικείμενα (κινητό τηλέφωνο - κάρτες κινητής τηλεφωνίας SIM CARDS) βρίσκονταν στη συγκεκριμένη διεύθυνση όπου διαμένει ο Εφεσίβλητος και στο όχημα του τελευταίου, η διασύνδεση τέτοιων αντικειμένων, καθημερινής χρήσης, με την οικία και το όχημα του, σε αντιδιαστολή με την περίπτωση της Σιακαλλής (Αρ.1) (2001) 1(Α) Α.Α.Δ. 282, όπου το ένταλμα αφορούσε ελεγχόμενα φάρμακα (ναρκωτικά), αποτελεί μια καθόλα εύλογη πιθανότητα. Υπό το σύνολο όλων όσων είχαν τεθεί υπόψη του Δικαστηρίου μέσω της ένορκης δήλωσης που υποστύλωνε το αίτημα για την έκδοση του σχετικού εντάλματος έρευνας, ειδικότερα για το κινητό τηλέφωνο - κάρτες κινητής τηλεφωνίας SIM CARDS, αντικείμενων θεωρούμενων πλέον καθημερινής χρήσης, σε συνδυασμό με το γεγονός ότι η επικοινωνία των φερόμενων ως εμπλεκόμενων στην διάπραξη συγκεκριμένων αδικημάτων, γινόταν με συγκεκριμένο τρόπο, τηλεφωνικά, αποτελούν παράγοντες και παραμέτρους που θα μπορούσαν να δικαιολογήσουν στο μυαλό του Δικαστή, ενώπιον του οποίου τέθηκε το αίτημα, εύλογη υπόνοια και υποψία ότι τα πιο πάνω αντικείμενα, θα μπορούσαν να βρίσκονταν σε συγκεκριμένη  οικία και υποστατικά που διαμένει ο Εφεσίβλητος ή στο όχημα του τελευταίου. Υπό τις περιστάσεις της παρούσας υπόθεσης, τούτο δεν αποτελεί μια γενική και αόριστη υπόθεση. Άλλωστε, χαμηλό είναι το ύψος του πήχη που πρέπει να υπερπηδηθεί για τη δημιουργία σχετικής και εύλογης υπόνοιας και υποψίας προς τούτο, ως κατ' επανάληψη έχουν ερμηνευτεί οι πρόνοιες του άρθρου 27 του Κεφ. 155».

 

 

 

    Στη συνέχεια εκδόθηκε η Ε.Φ., Πολ. Έφ. Αρ.270/2025, ημερ.25.11.2025, όπου αναφέρθηκε ότι:

 

«Σύμφωνα πάντα με τον όρκο, αυτά τα αντικείμενα πρέπει να βρίσκονταν σε συνεχή και μόνιμη πρόσβαση και χρήση από τους εμπλεκόμενους, εξ ου και αναφέρθηκε πως αυτά θα πρέπει να βρίσκονται στους χώρους όπου διαμένουν ή αυτούς που χρησιμοποιούν. Ο κατ' ισχυρισμό τρόπος δράσης περιλαμβάνει επίσης την ίδρυση εταιρειών και τη χρήση αυτών για τη μεταφορά χρημάτων, καθώς επίσης και το ξέπλυμα των χρημάτων μέσω μεταφοράς τους σε διάφορους λογαριασμούς και απόκτησης κινητής και ακίνητης περιουσίας.

 

Πρόκειται για αντικείμενα συνήθους και καθημερινής χρήσης, τα οποία, λόγω ακριβώς της ανάγκης συνεχούς πρόσβασης και χρήσης τους για σκοπούς του υπό αναφορά σχεδίου, λογικά θα βρίσκονταν εντός της οικίας, υποστατικών, γραφείων και οχημάτων των εμπλεκόμενων προσώπων».

 

 

    Στην Ε.Φ. υπήρχε το στοιχείο της συνεχούς πρόσβασης και χρήσης των αντικειμένων, που προσμέτρησε ώστε να δημιουργηθεί η απαραίτητη εύλογη υποψία ότι τα αντικείμενα βρίσκονταν στους χώρους που εξουσιοδοτήθηκε να ερευνηθούν. 

 

    Σε σχέση με την κατοικία του εμπλεκόμενου προσώπου, εννοούμε αντικείμενο που ενδέχεται να έχει κάποιος στο χώρο όπου διαμένει, είτε συνεχώς, είτε περιοδικά, όταν βρίσκεται και αυτός εκεί ή όταν δεν είναι στην εργασία του.  Και κατά πόσο είναι εύλογο να διαπιστωθεί τέτοιο ενδεχόμενο, εξετάζεται με αναφορά και στο πρόσωπο του εμπλεκόμενου όπως και τις υπόλοιπες περιστάσεις της υπόθεσης.

 

    Στην ΔΡ Η.Π., Πολ. Έφ. Αρ.256/2021, ημερ.28.2.2023, ECLI:CY:AD:2023:A69, με αναφορά στη φράση «εύλογη υποψία» στο πλαίσιο του άρθρου 21(1) του περί Προστασίας του Απορρήτου της Ιδιωτικής Επικοινωνίας (Παρακολούθηση Συνδιαλέξεων και Πρόσβαση σε Καταγεγραμμένο Περιεχόμενο Ιδιωτικής Επικοινωνίας) Νόμου του 1996, Ν.92(Ι)/1996, η Ολομέλεια ανέφερε ότι:

 

«Εστιάζοντας την προσοχή, ειδικά, στον όρο «υποψία», δεν παραπέμπει σε μαρτυρία ικανή προς απόδειξη του αδικήματος· πόρρω απέχει από αυτή.  Δεν είναι τέτοια μαρτυρία που αναζητείται, στο πλαίσιο εξέτασης αίτησης για την έκδοση δικαστικού εντάλματος, δυνάμει του άρθρου 21(1) του Ν.92(Ι)/1996.  Όπως λέχθηκε στην υπόθεση Chong Fook Kam [1970] A.C. 942 (P.C.), στη σελίδα 948, «Suspicion in its ordinary meaning is a state of conjecture or surmise where proof is lacking:  'I suspect but I cannot prove.'.  Suspicion arises at or near the starting-point of an investigation of which the obtaining of prima facie proof is the end.".  Βέβαια, η διαθέσιμη μαρτυρία πρέπει να είναι, ευλόγως, ικανή για τον πιο πάνω σκοπό».

 

 

 

    Στην δε ΟΠΑΠ Κύπρου Λτδ, Πολ. Έφ. Αρ.133/2018, ημερ. 17.12.2018, ότι:

 

«Το αναθεωρητικό Δικαστήριο δεν αντικαθιστά την κρίση του εκδώσαντος το ένταλμα έρευνας δικαστή με τη δική του. Το κριτήριο κατά το αναθεωρητικό στάδιο περιορίζεται στο ερώτημα κατά πόσο ο εκδώσας το ένταλμα δικαστής θα μπορούσε να ικανοποιηθεί στη βάση της μαρτυρίας που τέθηκε ενώπιον για την ύπαρξη εύλογων λόγων να πιστεύεται ότι τα αναζητούμενα θα εντοπίζονταν στα υποστατικά των οποίων επιδιωκόταν η έρευνα και θα παρείχαν βοήθεια στη στοιχειοθέτηση αδικήματος».

 

 

 

    Εν προκειμένω, έχοντας υπόψη το πρόσωπο της Αιτήτριας, την εμπλοκή της στην υπόθεση, δηλαδή τη θέση της και τους τρόπους που φέρεται να ενεργούσε, δικαιολογείτο στο μυαλό του Δικαστή που εξέδωσε το ένταλμα η δημιουργία «εύλογης αιτίας να πιστεύεται» ότι τα αντικείμενα που αναζητούσε η Αστυνομία βρίσκονταν στην κατοικία της.

 

    Η Αίτηση απορρίπτεται.

    Τα έξοδα της Αίτησης επιδικάζονται υπέρ της Καθ’ ης η Αίτηση και εναντίον της Αιτήτριας όπως θα υπολογιστούν από τον Πρωτοκολλητή και θα εγκριθούν από το Δικαστήριο.

 

 

 

 

 

 

 

                                                                   Χ. Μαλαχτός, Δ.



[1]    Κουροπιάτνικ Στυλλή, Αίτ. Αρ.295/2025, ημερ.19.12.2025.


cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο