ΤΑΣΟΥΛΑ ΚΩΝΣΤΑΝΤΙΝΟΥ ΩΣ ΔΙΑΧΕΙΡΙΣΤΡΙΑ ΤΗΣ ΠΕΡΙΟΥΣΙΑΣ ΤΟΥ ΗΡΟΔΟΤΟΥ ΚΩΝΣΤΑΝΤΙΝΟΥ v. ΓΕΝΙΚΟΥ ΕΙΣΑΓΓΕΛΕΑ ΤΗΣ ΔΗΜΟΚΡΑΤΙΑΣ κ.α., Πολιτική Έφεση Αρ. 342/2017, 24/3/2026
print
Τίτλος:
ΤΑΣΟΥΛΑ ΚΩΝΣΤΑΝΤΙΝΟΥ ΩΣ ΔΙΑΧΕΙΡΙΣΤΡΙΑ ΤΗΣ ΠΕΡΙΟΥΣΙΑΣ ΤΟΥ ΗΡΟΔΟΤΟΥ ΚΩΝΣΤΑΝΤΙΝΟΥ v. ΓΕΝΙΚΟΥ ΕΙΣΑΓΓΕΛΕΑ ΤΗΣ ΔΗΜΟΚΡΑΤΙΑΣ κ.α., Πολιτική Έφεση Αρ. 342/2017, 24/3/2026

ΑΝΩΤΑΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΚΥΠΡΟΥ

ΔΕΥΤΕΡΟΒΑΘΜΙΑ ΔΙΚΑΙΟΔΟΣΙΑ

 

(Πολιτική Έφεση Αρ. 342/2017)

 

 

24 Μαρτίου, 2026

 

 

 

[ΜΑΛΑΧΤΟΣ, ΙΩΑΝΝΙΔΗΣ, ΔΑΥΙΔ, Δ/στές]

 

 

ΤΑΣΟΥΛΑ ΚΩΝΣΤΑΝΤΙΝΟΥ ΩΣ ΔΙΑΧΕΙΡΙΣΤΡΙΑ ΤΗΣ ΠΕΡΙΟΥΣΙΑΣ

ΤΟΥ ΗΡΟΔΟΤΟΥ ΚΩΝΣΤΑΝΤΙΝΟΥ

Εφεσείουσα

 

ν.

 

 

1. ΓΕΝΙΚΟΥ ΕΙΣΑΓΓΕΛΕΑ ΤΗΣ ΔΗΜΟΚΡΑΤΙΑΣ

2. ΔΗΜΟΥ ΛΑΚΑΤΑΜΙΑΣ

Εφεσίβλητων

__________________

 

 

Λ. Γ. Λουκαίδης για Λουκής Γ. Λουκαίδης & Σία Δ.Ε.Π.Ε., για την Εφεσείουσα.

Χρ. Τσεκούρας, Δικηγόρος της Δημοκρατίας, για τον Εφεσίβλητο 1.

Χρ. Παρασκευά (κα), για Λ. Παπαφιλίππου & Σία Δ.Ε.Π.Ε, για τον Εφεσίβλητο 2.

_________________________

 

 

ΜΑΛΑΧΤΟΣ, Δ.:   Η απόφαση του Δικαστηρίου είναι ομόφωνη και  θα δοθεί από τον Ιωαννίδη, Δ.

 

____________________

Α Π Ο Φ Α Σ Η

 

   ΙΩΑΝΝΙΔΗΣ, Δ.: Στις 15.2.1995, τροχαίο δυστύχημα που επεσυνέβη στη λεωφόρο Μόρφου, περιοχή Αρχάγγελος, της επαρχίας Λευκωσίας, είχε ως αποτέλεσμα τον σοβαρό τραυματισμό του Ηρόδοτου Κωνσταντίνου, ο οποίος στην προσπάθεια του να διασταυρώσει την πιο πάνω λεωφόρο πεζός, κτυπήθηκε από αυτοκίνητο που οδηγούσε τρίτο πρόσωπο. Δυστυχώς, αυτός  παρέμεινε τετραπληγικός, χάνοντας ακόμη και την ικανότητα  ομιλίας.

 

Η σύζυγος του θύματος, ως διαχειρίστρια της περιουσίας του, δυνάμει διατάγματος, καταχώρισε αγωγή εναντίον του οδηγού του αυτοκινήτου αξιώνοντας αποζημιώσεις για κατ΄ ισχυρισμόν οδική αμέλεια. Η αγωγή πρωτόδικα απερρίφθη, αφού εκρίθη πως ο εναγόμενος δεν είχε ευθύνη. Κατά της πρωτόδικης απόφασης, καταχωρίστηκε έφεση ενώπιον του Ανώτατου Δικαστηρίου (Κωνσταντίνου κ.ά. ν. Κατσιαρδή (2007) 1(Β) Α.Α.Δ. 1178). Η πλειοψηφία (απόφαση που εξέδωσε ο Αρτεμίδης, Π.), επικύρωσε την πρωτόδικη απόφαση με τον τότε Πρόεδρο του Ανώτατου Δικαστηρίου να σημειώνει τα ακόλουθα:

«Λυπούμαστε για το αποτέλεσμα. Ένας άνθρωπος οδηγήθηκε από κακή μοίρα στην κατάσταση που περιγράψαμε.  Ένα στιγμιαίο συμβάν, ένα ατύχημα που συνέβη μέσα σε κλάσμα δευτερολέπτου του κατέστρεψε τη φυσιολογική ζωή. Θα ήταν επιθυμητό τέτοιες κακοτυχίες, όταν συμβαίνουν στον άνθρωπο, να μην είναι αντικείμενο δικαστικής διαμάχης, που διεξάγεται στη βάση της ευθύνης και αμέλειας, αλλά σε πρώτο στάδιο εξωδικαστικής διευθέτησης από ένα καλώς οργανωμένο και υπό άμεμπτη διαχείριση ασφαλιστικό ή κοινωνικό ταμείο που να λειτουργεί με άλλα κριτήρια.»    

 

Ένα χρόνο περίπου μετά την έκδοση της πιο πάνω απόφασης,            η πιο πάνω Διαχειρίστρια, καταχώρισε άλλη αγωγή, αρχικά με εναγόμενο τον Γενικό Εισαγγελέα και στη συνέχεια με συνεναγόμενο τον Δήμο Λακατάμιας. Η αιτία αγωγής αυτή τη φορά ήταν άλλη. Πιο συγκεκριμένα, η δικογραφημένη θέση της ενάγουσας ήταν ότι και οι δύο εναγόμενοι:

 

«α)  παρέλειψαν να ηλεκτροφωτίσουν την πιο πάνω Λεωφόρο παρά την προτροπή μάλιστα της Αστυνομίας και παρόλο που η Λεωφόρος βρισκόταν εντός πυκνοκατοικημένης περιοχής

 

β)   παρέλειψαν να δημιουργήσουν οποιαδήποτε διάβαση πεζών στην εν λόγω Λεωφόρο παρόλο που αυτή βρισκόταν εντός πυκνοκατοικημένης περιοχής»,  

 

 

 

για να καταλήξει πως οι πιο πάνω παραλείψεις «δημιουργούσαν σαφώς το θανάσιμο κίνδυνο δυστυχημάτων και συνέτειναν αποφασιστικά στην πρόκληση του πιο πάνω δυστυχήματος κατά παράβαση των νομίμων υποχρεώσεων των Εναγομένων».  

 

Το πρωτόδικο Δικαστήριο, αφού παρέθεσε τη μαρτυρία που προσκομίστηκε τόσο εκ μέρους της ενάγουσας όσο και εκ μέρους των εναγομένων, την οποία, ειρήσθω εν παρόδω, δεν αξιολόγησε, απέρριψε την αγωγή, αφού βρήκε πως:

 

«Η επαναφορά του θέματος ευθύνης των Εναγομένων, Δημοκρατίας και Δήμου Λακατάμιας, με την παρούσα αγωγή, θεωρώ υπό τις περιστάσεις κατάχρηση της δικαιοδοσίας του Δικαστηρίου και ενασκώντας τη σύμφυτη εξουσία που έχουν επί του θέματος θα απορρίψω την αγωγή ως καταχρηστική.»

 

 

 

Προηγουμένως είχε σημειώσει πως η παράλειψη της ενάγουσας να συμπεριλάβει στην προηγούμενη αγωγή τον Γενικό Εισαγγελέα και τον Δήμο Λακατάμιας, είχε ως συνέπεια «τη στέρηση από τους Εναγόμενους συνταγματικών τους δικαιωμάτων. Στέρηση του δικαιώματος τους να ακουστούν στην Αγωγή αρ. 3908/96, να στραφούν στην ίδια διαδικασία εναντίον του οδηγού του  οχήματος και να τον αντεξετάσουν. Επίσης, ένεκα τελεσιδικίας της απόφασης στην πιο πάνω αγωγή οι Εναγόμενοι έχουν στερηθεί του δικαιώματος να στραφούν εναντίον του οδηγού οχήματος και στην παρούσα αγωγή.»

Αναφέρουμε ευθύς εξ αρχής πως διαφωνούμε με την πιο πάνω προσέγγιση του πρωτόδικου Δικαστηρίου. Άλλωστε, θέμα στέρησης συνταγματικών δικαιωμάτων των εναγομένων, οι τελευταίοι ουδέποτε είχαν εγείρει με τα δικόγραφα τους. Κατ΄ επέκταση, κατά την ακρόαση της αγωγής, δεν ήγειραν τέτοιο θέμα, τουναντίον με την προφορική μαρτυρία που προσκόμισαν, αρνήθηκαν τα όσα η ενάγουσα τους είχε καταλογίσει με την Έκθεση Απαίτησης και  επικεντρώθηκαν στο ότι οι ίδιοι δεν είχαν οιανδήποτε ευθύνη, ως ήταν και η δικογραφημένη τους θέση.

 

Να σημειώσουμε και το αυτονόητο, ότι δηλαδή το αποτέλεσμα της Αγωγής αρ. 3908/96, ουδόλως δέσμευε τους εναγομένους, οι οποίοι δεν ήταν διάδικοι στην πρώτη αγωγή.  Μάλιστα, το ίδιο το πρωτόδικο Δικαστήριο, εξετάζοντας κατά πόσο υπήρχε δεδικασμένο (θέμα που είχε εγείρει ο εναγόμενος 2), με αναφορά στην Κανάρης ν. Λοίζου και Άλλων (2006) 1(Α) Α.Α.Δ. 599, Σοφοκλέους ν. Ταβελούδη και Άλλων (2002) 1(Α) Α.Α.Δ. 92 και στο Σύγγραμμα των Τάκη Ηλιάδη & Νικόλα Γ. Σάντη «Το Δίκαιο της Απόδειξης Δικονομικές και Ουσιαστικές Πτυχές», σελ. 928, κατέληξε,  δικαιολογημένα, ότι:

 

«Στην παρούσα υπόθεση δεν υπάρχει δεδικασμένο όσον αφορά το επιδικασθέν ποσό στην αγωγή αρ. 3908/96 αφού δεν υπάρχει ταυτότητα διαδίκων με την παρούσα αγωγή αλλά και ούτε ταύτιση ιδιότητας των διαδίκων».

 

 

Στην K.S.R. Comercio S.A. κ.ά. ν. Βluecoral Nav. Ltd (1995) 1 Α.Α.Δ. 309, εξετάστηκε κατά πόσο υπήρχε θέμα δεδικασμένου, εκεί μάλιστα με αναφορά στο γεγονός ότι είχε προηγηθεί άλλη καταχώριση ταυτόσημης Αίτησης. Για λόγους που καταγράφονται στην απόφαση, κρίθηκε πως δεν υπήρχε δεδικασμένο.  Η απόφαση παραπέμπει και στο πιο κάτω απόσπασμα από την Henderson v. Henderson [1843] 3 Hare 100, σελ. 114-115:

 

«In trying this question I believe I state the rule of the court correctly when I say that, where a given matter becomes the subject of litigation in, and of adjudication by, a court of competent jurisdiction, the court requires the parties to that litigation to bring forward their whole case, and will not (except under special circumstances) permit the same parties to open the same subject of litigation in respect of matter which might have been brought forward as part of the subject in contest, but which was not brought forward, only because they have, from negligence, inadvertence, or even accident, omitted part of their case. The plea of res judicata applies, except in special cases, not only to points upon which the court was actually required by the parties to form an opinion and pronounce a judgment, but to every point which properly belonged to the subject of litigation, and which the parties, exercising reasonable diligence, might have brought forward at the time.»

 

[Η υπογράμμιση γίνεται από το παρόν Δικαστήριο] 

Εν προκειμένω, ως ελέχθη, ορθά το πρωτόδικο Δικαστήριο έκρινε πως δεν υπήρχε δεδικασμένο. Κατ΄ επέκταση, η ενάγουσα ενομιμοποιείτο να καταχωρίσει τη δεύτερη αγωγή εναντίον άλλων προσώπων, επικαλούμενη μάλιστα παραλείψεις που δεν είχαν σχέση με οδήγηση μηχανοκίνητου οχήματος.

 

 Είναι αυτονόητο ότι, το βάρος απόδειξης της απαίτησης εναντίον διαφορετικών εναγομένων, στη μεταγενέστερη αγωγή, είχε και πάλι η ενάγουσα. Ως ελέχθη, στη μεταγενέστερη αγωγή δόθηκε η δυνατότητα και στους δύο εναγομένους να αμφισβητήσουν την απαίτηση και να προωθήσουν τις δικογραφημένες τους θέσεις με την προσκόμιση προφορικής μαρτυρίας. Ο μεν Γενικός Εισαγγελέας (εναγόμενος 1) είχε εγείρει, μεταξύ άλλων, ότι το τμήμα της λεωφόρου επί της οποίας επεσυνέβη το επίδικο δυστύχημα «είναι υπό τη δικαιοδοσία του Δήμου Λακατάμιας», ο δε τελευταίος (εναγόμενος 2), είχε δικογραφήσει ότι η συγκεκριμένη λεωφόρος «αποτελεί δρόμο πρωταρχικής σημασίας σύμφωνα με τις πρόνοιες του Τοπικού Σχεδίου Λευκωσίας και εμπίπτει στην αποκλειστική αρμοδιότητα ευθύνη και διαχείριση της Κυπριακής Δημοκρατίας, Υπουργείο Συγκοινωνιών και Έργων, Τμήμα Δημοσίων Έργων, που εκπροσωπούνται υπό του Εναγομένου αρ. 1.»  

Δεν χρειάζεται να επαναλάβουμε τα γνωστά σε σχέση με την κατάχρηση της διαδικασίας. Το πιο κάτω απόσπασμα από την υπόθεση Tudor (2011) 1(B) A.Α.Δ. 1176, είναι άκρως κατατοπιστικό:

 

«Η κατάχρηση διαδικασίας είναι πολυσχιδής στις εκφάνσεις της, το δε Δικαστήριο έχει την εξουσία καταστολής τέτοιας κατάχρησης ως μέρος της αυτονομίας και αυτοτέλειας της Δικαστικής λειτουργίας. (Έλληνας v. Δημοκρατίας (1989) 2 Α.Α.Δ. 149, 170 και Γενικός Εισαγγελέας v. Ευσταθίου (2009) 2 Α.Α.Δ. 501, σελ. 531). Στην Εμπεδοκλής (Αρ. 3) (2009) 1 Α.Α.Δ. 529, λέχθηκε στις σελ. 547-548:

 

«Ο έλεγχος της διαδικασίας επιβάλλει όπως διασφαλίζεται απρόσκοπτη δικονομική και ουσιαστική τάξη στην όλη διαδικασία με ενιαία προσέγγιση. Η κατάχρηση της διαδικασίας του Δικαστηρίου μπορεί να προσλάβει διάφορες μορφές και δεν υπάρχουν εκ προοιμίου συμπεριφορές που μπορούν να καταταχθούν ως καταχρηστικές. Το όλο ζήτημα εξετάζεται πάντοτε υπό το φως των συγκεκριμένων γεγονότων.» (Δέστε Ηλία (Αρ. 3) (1995) 1 Α.Α.Δ. 786 και Διευθυντής των Φυλακών v. Τζεννάρο Περρέλλα (1995) 1 Α.Α.Δ. 217).»

            [Η υπογράμμιση γίνεται από το παρόν Δικαστήριο]

 

 

Στην Avila Management Services Ltd κ.ά. ν. Stepanek κ.ά. (2012) 1(Β) Α.Α.Δ. 1403, 1423, σημειώθηκε ότι:

 

«…δεν τίθετο θέμα κατάχρησης διαδικασίας επειδή εκδόθηκαν άλλα διατάγματα στο Επαρχιακό Δικαστήριο Λάρνακας στην αγωγή 2103/09, εφόσον η διαφορά στη Λάρνακα αφορούσε άλλους διαδίκους, με διαφορετικές θεραπείες και με διαφορετικό αντικείμενο.» 

 

Επικεντρωνόμαστε στα όσα το πρωτόδικο Δικαστήριο έλαβε υπόψη του για να απορρίψει την αγωγή ως καταχρηστική.  Άλλωστε σε αυτά επικεντρώνεται και η έφεση. Το πρωτόδικο Δικαστήριο αποφάσισε να ασκήσει τη σύμφυτη εξουσία του υπέρ της απόρριψης της αγωγής, αφού έλαβε υπόψη του πως οι εναγόμενοι είχαν στερηθεί συνταγματικών τους δικαιωμάτων να ακουστούν στην προγενέστερη αγωγή.  Όμως, το εν λόγω εύρημα του πρωτόδικου Δικαστηρίου, το οποίο ήταν καθοριστικό στην απόφαση του να απορρίψει την αγωγή, δεν εδικαιολογείτο από τα ιδιαίτερα γεγονότα της υπόθεσης, τα οποία έχουν πάντα τη σημασία τους όταν εξετάζεται θέμα κατάχρησης. Οι εναγόμενοι δεν είχαν  δικαίωμα να ακουστούν στην προγενέστερη αγωγή, αφού, όχι μόνο δεν ήταν διάδικοι αλλά ούτε και τους καταλογιζόταν επιλήψιμη παράλειψη ή συμπεριφορά, ως έγινε με τη μεταγενέστερη αγωγή. Ουδέν συνταγματικό δικαίωμα τους παραβιάστηκε.

 

Ως εκ τούτου, ο Πρώτος Λόγος Έφεσης, με τον οποίο η εφεσείουσα υποστηρίζει ότι εσφαλμένα το πρωτόδικο Δικαστήριο απέρριψε την αγωγή λόγω κατάχρησης, κρίνεται βάσιμος και επιτυγχάνει. 

Το ίδιο ισχύει και για τον Δεύτερο Λόγο Έφεσης, ότι δηλαδή «η μη συνένωση» στην πρώτη αγωγή των δύο εναγομένων στη δεύτερη αγωγή, είχε ως συνέπεια τη στέρηση συνταγματικών  δικαιωμάτων των τελευταίων. 

 

Το πρωτόδικο Δικαστήριο, αφού έκρινε ότι η αγωγή ήταν καταχρηστική και θα την απέρριπτε, προχώρησε να σημειώσει ότι η ενάγουσα «δεν δικογράφησε με λεπτομέρεια τις ειδικές ζημιές», για να προσθέσει ότι αυτή «αναφέρθηκε στη γραπτή της δήλωση στα διάφορα ποσά γενικά». Όμως, επαναλαμβάνουμε, το πρωτόδικο Δικαστήριο δεν  αξιολόγησε τη μαρτυρία, δεν προέβη σε εύρημα σε σχέση με την ευθύνη, ενώ δεν εξέτασε ούτε το θέμα των γενικών αποζημιώσεων, όταν αδιαμφισβήτητα στην απόφαση του καταγράφει ότι το θύμα τραυματίστηκε σοβαρά, με αποτέλεσμα να καταστεί τετραπληγικός και μάλιστα με απώλεια ικανότητας για ομιλία. Ως προς τι η αναφορά σε δικογράφηση ειδικών ζημιών;

 

Εν πάση περιπτώσει, χωρίς να αποφασίζουμε οριστικά το θέμα, μελετώντας την παρ. 11 της Έκθεσης Απαίτησης, ναι μεν γίνεται αναφορά στην προηγούμενη δικαστική απόφαση, αλλά με αναφορά σε αυτήν την απόφαση, δικογραφούνται συγκεκριμένες ειδικές ζημιές, όπως €1.000 φάρμακα, €5.000 διαμόρφωση κατοικίας, €15.000 αναπηρικό αυτοκίνητο, €102.255 απώλεια απολαβών από την εργασία, κ.λπ.

 

Και ο Τρίτος Λόγος Έφεσης, ο οποίος προσβάλλει την προσέγγιση του πρωτόδικου Δικαστηρίου σε σχέση με τη δικογράφηση των ειδικών ζημιών,  κρίνεται βάσιμος.

 

Εν κατακλείδι, η έφεση επιτυγχάνει. Η πρωτόδικη απόφαση παραμερίζεται στο σύνολο της. Διατάσσεται η επανεκδίκαση της αγωγής, η οποία αναβιώνει. Αναμένεται ότι θα δοθεί προτεραιότητα στην εκδίκαση της. Δεν χρειάζεται να δοθούν οδηγίες όπως η επανεκδίκαση λάβει χώρα ενώπιον άλλου Δικαστή, αφού ο εκδώσας την παραμερισθείσα πρωτόδικη απόφαση Δικαστής, έχει αφυπηρετήσει.

 

Τα έξοδα της πρωτόδικης διαδικασίας θα είναι έξοδα δίκης κατά την επανεκδίκαση.

 

 

 

Έκαστος εφεσίβλητος να καταβάλει στην εφεσείουσα €2.000 έξοδα έφεσης, πλέον Φ.Π.Α., εάν υπάρχει.

 

 

 

                                                      Χ. ΜΑΛΑΧΤΟΣ, Δ.

 

                                                      Ι. ΙΩΑΝΝΙΔΗΣ, Δ.

 

                                                      Α. ΔΑΥΙΔ, Δ.

 

 

 

 

 

 

 

 

 

/ΣΓεωργίου

 


cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο