ΑΝΩΤΑΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΚΥΠΡΟΥ
ΠΡΩΤΟΒΑΘΜΙΑ ΔΙΚΑΙΟΔΟΣΙΑ
(Πολιτική Αίτηση Αρ. 39/2026)
(i-justice)
20 Μαρτίου, 2026
[Λ. ΔΗΜΗΤΡΙΑΔΟΥ-ΑΝΔΡΕΟΥ, Δ.]
ΑΝΑΦΟΡΙΚΑ ΜΕ ΤΟ ΑΡΘΡΟ 155.4 ΤΟΥ ΣΥΝΤΑΓΜΑΤΟΣ ΚΑΙ ΤΑ ΑΡΘΡΑ 3 ΚΑΙ 9 ΤΟΥ ΠΕΡΙ ΑΠΟΝΟΜΗΣ ΤΗΣ ΔΙΚΑΙΟΣΥΝΗΣ (ΠΟΙΚΙΛΑΙ ΔΙΑΤΑΞΕΙΣ) ΝΟΜΟΥ ΤΟΥ 1964 (Ν. 33/64) ΩΣ ΤΡΟΠΟΠΟΙΗΘΗΚΕ
ΚΑΙ
ΑΝΑΦΟΡΙΚΑ ΜΕ ΤΟΝ ΠΕΡΙ ΑΝΩΤΑΤΟΥ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟΥ (ΔΙΚΑΙΟΔΟΣΙΑ ΕΚΔΟΣΗΣ ΕΝΤΑΛΜΑΤΩΝ ΠΡΟΝΟΜΙΑΚΗΣ ΦΥΣΕΩΣ) ΔΙΑΔΙΚΑΣΤΙΚΟ ΚΑΝΟΝΙΣΜΟ ΤΟΥ 2018 ΩΣ ΕΧΕΙ ΤΡΟΠΟΠΟΙΗΘΕΙ
ΚΑΙ
ΑΝΑΦΟΡΙΚΑ ΜΕ ΤΗΝ ΑΙΤΗΣΗ ΤΟΥ Γ.Δ. Α.Δ.Τ. [ ] ΓΙΑ ΤΗΝ ΠΑΡΑΧΩΡΗΣΗ ΑΔΕΙΑΣ ΓΙΑ ΚΑΤΑΧΩΡΗΣΗ ΑΙΤΗΣΗΣ ΜΕ ΚΛΗΣΗ ΓΙΑ ΤΗΝ ΕΚΔΟΣΗ ΕΝΤΑΛΜΑΤΟΣ CERTIORARI
ΚΑΙ
ΑΝΑΦΟΡΙΚΑ ΜΕ ΤΟ ΑΡΘΡΟ 11 ΤΟΥ ΣΥΝΤΑΓΜΑΤΟΣ ΚΑΙ ΤΑ ΑΡΘΡΑ 18,19,20 ΚΑΙ 21 ΤΟΥ ΠΕΡΙ ΠΟΙΝΙΚΗΣ ΔΙΚΟΝΟΜΙΑΣ ΝΟΜΟΥ ΚΕΦ.155 ΚΑΙ ΤΟ ΑΡΘΡΟ 5 ΤΗΣ ΣΥΜΒΑΣΗΣ ΓΙΑ ΤΗΝ ΠΡΟΑΣΠΙΣΗ ΤΩΝ ΑΝΘΡΩΠΙΝΩΝ ΔΙΚΑΙΩΜΑΤΩΝ
ΚΑΙ
ΑΝΑΦΟΡΙΚΑ ΜΕ ΤΑ ΑΡΘΡΑ 16 ΚΑΙ 23 ΤΟΥ ΣΥΝΤΑΓΜΑΤΟΣ ΚΑΙ ΤΑ ΑΡΘΡΑ 27,28,29,32,33 ΚΑΙ 34 ΤΟΥ ΠΕΡΙ ΠΟΙΝΙΚΗΣ ΔΙΚΟΝΟΜΙΑΣ ΝΟΜΟΥ ΚΕΦ.155 ΚΑΙ ΤΟ ΑΡΘΡΟ 8 ΤΗΣ ΣΥΜΒΑΣΗΣ ΓΙΑ ΤΗΝ ΠΡΟΑΣΠΙΣΗ ΤΩΝ ΑΝΘΡΩΠΙΝΩΝ ΔΙΚΑΙΩΜΑΤΩΝ
ΚΑΙ
ΑΝΑΦΟΡΙΚΑ ΜΕ ΤΟ ΕΝΤΑΛΜΑ ΣΥΛΛΗΨΗΣ ΗΜΕΡΟΜΗΝΙΑΣ 22/01/2026, ΤΟ ΟΠΟΙΟ ΕΚΔΟΘΗΚΕ ΑΠΟ ΤΟ ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΑΡΝΑΚΑΣ, ΣΤΗ ΒΑΣΗ ΤΗΣ ΕΝΟΡΚΗΣ ΔΗΛΩΣΗΣ ΤΗΣ Α/ΑΣΤ.3624 Α. ΔΑΓΚΛΗ, ΕΝΑΝΤΙΟΝ ΤΟΥ Γ.Δ. ΑΔΤ [ ], ΔΥΝΑΜΕΙ ΤΟΥ ΠΕΡΙ ΠΟΙΝΙΚΗΣ ΔΙΚΟΝΟΜΙΑΣ ΝΟΜΟΥ ΚΕΦ.155, ΑΡΘΡΟ 18
ΚΑΙ
ΑΝΑΦΟΡΙΚΑ ΜΕ ΤΟ ΕΝΤΑΛΜΑ ΕΡΕΥΝΑΣ ΗΜΕΡΟΜΗΝΙΑΣ 22/01/2026, ΤΟ ΟΠΟΙΟ ΕΚΔΟΘΗΚΕ ΑΠΟ ΤΟ ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΑΡΝΑΚΑΣ, ΣΤΗ ΒΑΣΗ ΤΗΣ ΕΝΟΡΚΗΣ ΔΗΛΩΣΗΣ ΤΗΣ Α/ΑΣΤ.3624 Α. ΔΑΓΚΛΗ, ΓΙΑ ΕΡΕΥΝΑ ΣΤΗΝ ΟΙΚΙΑ ΚΑΙ ΥΠΟΣΤΑΤΙΚΑ ΤΟΥ ΑΙΤΗΤΗ, ΣΤΟΝ [ ] ΔΥΝΑΜΕΙ ΤΟΥ ΠΕΡΙ ΠΟΙΝΙΚΗΣ ΔΙΚΟΝΟΜΙΑΣ ΝΟΜΟΥ ΚΕΦ.155, ΑΡΘΡΑ 27,28 ΚΑΙ 33.
Κ.Π. Χριστοδουλίδης, για τον Αιτητή.
Α Π Ο Φ Α Σ Η
Λ. ΔΗΜΗΤΡΙΑΔΟΥ-ΑΝΔΡΕΟΥ, Δ.: Κατόπιν αιτήματος της Αστυνομίας υποστηριζόμενου από Ένορκη Δήλωση της Α/Αστ. 3624, Α. Δαγκλή, του ΤΑΕ Λάρνακας, Δικαστής του Επαρχιακού Δικαστηρίου Λάρνακας (εφεξής «κατώτερο Δικαστήριο») εξέδωσε στις 22/1/2026 εναντίον του Αιτητή και άλλων τεσσάρων προσώπων Ένταλμα Σύλληψης, επί τη βάσει εύλογης υποψίας να πιστεύεται ότι αυτός, όπως και οι υπόλοιποι, ενέχεται στη διάπραξη των ακολούθων αδικημάτων τα οποία διαπράχθηκαν στη Λάρνακα κατά τα έτη 2023 με 2025:
(1) Συμμετοχή σε εγκληματική οργάνωση, Άρθρα 63Α, 20 και 21 του Ποινικού Κώδικα, Κεφ. 154.
(2) Συμμετοχή και αποδοχή διάπραξης εγκλημάτων, Άρθρα 63Β, 20 και 21 του Κεφ. 154.
(3) Συνωμοσία προς διάπραξη κακουργήματος, Άρθρα 371, 20 και 21 του Κεφ. 154.
(4) Απαίτηση περιουσίας με απειλές με σκοπό κλοπής, Άρθρα 290, 20 και 21 του Κεφ. 154.
(5) Εκβίαση, Άρθρο 290Α, 20 και 21 του Κεφ. 154 και
(6) Νομιμοποίηση εσόδων από παράνομες δραστηριότητες, κατά παράβαση των Άρθρων 3, 4 και 5 του Ν. 188(Ι)/2007.
Με την παρούσα Αίτηση ο Αιτητής αρχικά επεδίωξε την εξασφάλιση άδειας για την καταχώριση Αίτησης δια Κλήσεως για την έκδοση Προνομιακού Εντάλματος Certiorari, για να τεθεί ενώπιον του Ανωτάτου Δικαστηρίου προς το σκοπό ακύρωσης του το ως άνω Ένταλμα Σύλληψης, ημερ. 22/1/2026, το οποίο εξεδόθη από το κατώτερο Δικαστήριο, καθώς και το Ένταλμα Έρευνας που εξεδόθη την ίδια ημερομηνία. Με δεδομένο ότι το εν λόγω Ένταλμα Έρευνας αποτελεί αντικείμενο της Αίτησης υπ’ αρ. 40/2026, η οποία καταχωρίστηκε στη συνέχεια, η υπό συζήτηση Αίτηση, εκ των πραγμάτων, περιορίζεται στο Ένταλμα Σύλληψης.
Η Αίτηση συνοδεύεται από Έκθεση και από Ένορκη Δήλωση της Βασιλικής Θεοδοσίου, δικηγόρου στο γραφείο του δικηγόρου του Αιτητή.
Προτού γίνει αναφορά στους λόγους επί των οποίων βασίζεται το αίτημα και εξειδικεύονται στην Έκθεση, κρίνεται σκόπιμη η αναφορά, εν συντομία, στα γεγονότα επί των οποίων στηρίχθηκε η αίτηση της Αστυνομίας για την έκδοση του υπό κρίση Εντάλματος Σύλληψης και με βάση τα οποία κρίθηκε αναγκαία και επιθυμητή η έκδοση του, όπως αυτά αναδύονται από την Ένορκη Δήλωση της Α/Αστ. 3624, Α. Δαγκλή, του ΤΑΕ Λάρνακας.
Στις 31/7/2025 έγινε απόπειρα φόνου εναντίον συγκεκριμένου επιχειρηματία από την επαρχία Λάρνακας. Ο επιχειρηματίας δέχθηκε πυροβολισμούς με αυτόματο όπλο, χωρίς ωστόσο να τον πλήξει οποιαδήποτε σφαίρα. Το θύμα κατάφερε να διαφύγει ενώ ο δράστης εγκατέλειψε τη σκηνή τρέχοντας, αφήνοντας πίσω τη μοτοσυκλέτα που οδηγούσε, η οποία, όπως διαπιστώθηκε στη συνέχεια, ήταν κλοπιμαία.
Για την εν λόγω υπόθεση συνελήφθηκε στις 17/11/2025, δυνάμει δικαστικού εντάλματος σύλληψης, ο Α.Π., ο οποίος στον Όρκο είναι ο Ύποπτος 2. Στις 26/11/2025 ο Ύποπτος 2 παρουσιάστηκε ενώπιον του Επαρχιακού Δικαστηρίου Λάρνακας για την υπόθεση αυτή, η οποία παραπέμφθηκε στο Μόνιμο Κακουργιοδικείο Λάρνακας, με αρ. υπόθεσης 12996/2025. Κατά τη σωματική έρευνα που διενεργήθη μετά τη σύλληψη του Ύποπτου 2 εντοπίστηκαν στην κατοχή του δύο κινητά τηλέφωνα τα οποία κατασχέθηκαν ως τεκμήρια. Αυτά εξετάστηκαν δικανικά και εξάχθηκαν όλα τα επιτρεπόμενα δεδομένα χρήστη, περιλαμβανομένων βίντεο και φωτογραφιών. Σε επιθεώρηση των προαναφερόμενων δεδομένων χρήστη εντοπίστηκαν 19 βίντεο που αφορούν τα έτη 2023 έως 2025 και στα οποία ο Ύποπτος 2 παρουσιάζεται να έχει στην κατοχή του μεγάλα χρηματικά ποσά, τα οποία επιδεικνύει επιδεικτικά. Σε ένα από τα βίντεο, απεικονίζεται ο Ύποπτος 2 να κρατά στα χέρια του δέσμη με μεγάλο χρηματικό ποσό και να αναφέρει αυτολεξεί «σκληρή δουλειά (γελώντας ειρωνικά) τούτο γίνεται άμαν είσαι το δεξί σιέριν του Φ. του Κ. τσαι το αριστερό χέρι του Γ. του Δ.. Έτα δαμαί», αναφερόμενος, όπως καταγράφεται στον Όρκο, στον Αιτητή (που στον Όρκο είναι ο Ύποπτος 3) και σε άλλο πρόσωπο που στον Όρκο είναι ο Ύποπτος 1, με τρόπο που, ως καταγράφεται στον Όρκο, υποδηλώνει είδος συνεργασίας μεταξύ τους.
Στις 12/12/2025 πληροφορία που λήφθηκε στο ΤΑΕ Λάρνακας ανέφερε ότι ο Κ.Φ., ο οποίος στον Όρκο είναι ο Ύποπτος 1, είναι επικεφαλής εγκληματικής οργάνωσης, η οποία δραστηριοποιείται στην πόλη επαρχίας Λάρνακας για παροχή προστασίας σε νυκτερινά κέντρα αναψυχής, με τα έσοδα των εισπράξεων να καταλήγουν στον ίδιο. Τόσο ο ίδιος, όσο και άτομα τα οποία ενεργούν για τον ίδιο εντοπίζονται σε νυκτερινά κέντρα στη Λάρνακα να ενεργούν ως φρουροί ασφαλείας.
Σε άλλο βίντεο που εντοπίστηκε στο κινητό τηλέφωνο του Ύποπτου 2, αυτός φέρεται να αναφέρει ότι τα χρήματα τα οποία παρουσιάζει το συγκεκριμένο βίντεο προέρχονται από την είσπραξη συγκεκριμένου νυκτερινού κέντρου στην περιοχή Μακένζυ στη Λάρνακα.
Μετά από εξετάσεις που έγιναν μέσω του μηχανογραφημένου συστήματος της Αστυνομίας τα στοιχεία του Αιτητή, καθώς και άλλου προσώπου, εντοπίζονται σε μεγάλο αριθμό καταχωρήσεων κατά τα έτη 2018 μέχρι και το 2025 και αφορούν περιπτώσεις στις οποίες αυτοί εντοπίστηκαν να κυκλοφορούν με τον Ύποπτο 1 κατά τους ελέγχους της Αστυνομίας στην πόλη της Λάρνακας, καθώς και σε ελέγχους σε νυκτερινά κέντρα της Λάρνακας, όπου εντοπίστηκαν και ελέγχτηκαν ως φρουροί ασφαλείας.
Ως περαιτέρω καταγράφεται στον Όρκο, από τα πιο πάνω και σε συνάρτηση με τη μαρτυρία που προέρχεται από τα προαναφερόμενα βίντεο, δημιουργείται εύλογα υποψία ότι οι εισπράξεις από την εγκληματική δραστηριότητα των Υπόπτων γινόταν σε μετρητά.
Έχοντας αναφερθεί εν συντομία στα γεγονότα, όπως αυτά καταγράφονται στον Όρκο της Αστυνομίας, επανέρχομαι στους Λόγους επί των οποίων βασίζεται το αίτημα του Αιτητή για άδεια στην υπό συζήτηση περίπτωση, ως αυτοί εξειδικεύονται στην Έκθεση. Αυτοί, εν συνόψει, έχουν ως ακολούθως:
(Α) Το κατώτερο Δικαστήριο ενήργησε ελλείψει και καθ’ υπέρβαση εξουσίας αφού εξέδωσε το προσβαλλόμενο Ένταλμα Σύλληψης, χωρίς να προκύπτει από τον Όρκο το αναγκαίο δικαιοδοτικό υπόβαθρο.
Ειδικότερα, από τις αναφορές στον Όρκο ουδόλως προέκυπτε το υπόβαθρο διάπραξης των υπό διερεύνηση αδικημάτων, αλλά ούτε και υπόβαθρο διασύνδεσης του Αιτητή με τα υπό διερεύνηση αδικήματα, στοιχείο δικαιοδοτικό για την έκδοση του Εντάλματος Σύλληψης.
(Β) Το προσβαλλόμενο Ένταλμα Σύλληψης εκδόθηκε κατόπιν απόκρυψης ουσιωδών γεγονότων από το κατώτερο Δικαστήριο, τα οποία ήταν αναγκαία για την ενάσκηση της δικαιοδοσίας του προς έκδοση Εντάλματος Σύλληψης του Αιτητή.
Τούτο γιατί:
(i) Δεν αποκαλύφθηκε το γεγονός ότι οι ανακριτικές αρχές διερευνούσαν την υπόθεση για έξι μήνες τουλάχιστον πριν την ημερομηνία κατά την οποία αποτάθηκαν στο Δικαστήριο για έκδοση του προσβαλλόμενου Εντάλματος, ενώ είχαν δει το βίντεο το οποίο επικαλούνται στο κινητό του Ύποπτου 2 στις 5/12/2025 και έκτοτε δεν είχαν εξασφαλίσει οποιαδήποτε απτή μαρτυρία σχετική με την υπό διερεύνηση υπόθεση.
(ii) Η πιο πάνω παράλειψη και/ή απόκρυψη είχε ως αποτέλεσμα να στερείται το κατώτερο Δικαστήριο γνώσεις ως προς την πορεία της διερεύνησης της υπόθεσης, σε συσχετισμό με τις ενέργειες των ανακριτικών αρχών στο διαρρεύσαν χρόνο, στοιχείο το οποίο θα επηρέαζε την κρίση του και ως προς το δικαιοδοτικό στοιχείο της αναγκαιότητας της έκδοσης του προσβαλλόμενου Εντάλματος Σύλληψης.
(Γ) Το προσβαλλόμενο Ένταλμα πάσχει και/ή εξεδόθη καθ’ υπέρβαση εξουσίας καθότι τούτο εκδόθηκε αντίθετα προς τις επιταγές των Άρθρων 18, 19, 20 και 21 του Κεφ. 155 και του Άρθρου 11 του Συντάγματος, καθότι εξέλιπε το στοιχείο της αναγκαιότητας. Τούτο γιατί η έκδοση του Εντάλματος Σύλληψης δεν ήταν αναγκαία αφού παρήλθε τεράστιο χρονικό διάστημα από την έναρξη των ερευνών στην υπόθεση και δεν δικαιολογήθηκε η καθυστέρηση, ούτε τεκμηριώθηκε η αναγκαιότητα για σύλληψη του Αιτητή με βάση τα όσα τέθηκαν στον Όρκο.
Έχω διεξέλθει με προσοχή το προσβαλλόμενο Ένταλμα Σύλληψης, την Έκθεση και Ένορκη Δήλωση που συνοδεύουν την υπό κρίση Αίτηση, καθώς επίσης και ό,τι ο Αιτητής μέσω του ευπαίδευτου συνηγόρου του έχει θέσει ενώπιον μου μέσω γραπτής αγόρευσης που καταχώρισε.
Οι αρχές στη βάση των οποίων παρέχεται άδεια για καταχώριση αίτησης προς έκδοση Προνομιακού Εντάλματος αυτής της μορφής είναι καλά εδραιωμένες και έχουν από μακρού χρόνου αποκρυσταλλωθεί στη νομολογία του Ανωτάτου Δικαστηρίου, έτσι ώστε να μην χρειάζεται να λεχθούν πολλά. Τέτοια άδεια παρέχεται όταν καταδεικνύεται από τον αιτητή συζητήσιμη υπόθεση σε σχέση με το ζήτημα που εγείρει. Άδεια για καταχώριση αίτησης παρέχεται όπου από το πρακτικό του κατώτερου Δικαστηρίου διαφαίνεται έλλειψη ή υπέρβαση δικαιοδοσίας, έκδηλη νομική πλάνη, δόλος, προκατάληψη και μη τήρηση των κανόνων της φυσικής δικαιοσύνης (βλ. Ανθίμου (1991) 1 Α.Α.Δ. 41 και Ευδόκας (2016) 1 Α.Α.Δ. 3018).
Η εξουσία για την έκδοση εντάλματος σύλληψης παρέχεται από το Άρθρο 11.2(γ) του Συντάγματος και το Άρθρο 18(1) του περί Ποινικής Δικονομίας Νόμου, Κεφ. 155 (όπως έχει τροποποιηθεί με το Ν. 10(Ι)/96). Οι πιο πάνω διατάξεις καθιστούν δυνατή την έκδοση εντάλματος σύλληψης από το Δικαστήριο αν υπάρχει εύλογη υπόνοια ότι ένα πρόσωπο διέπραξε αδίκημα. Περαιτέρω, το Άρθρο 18(1) προδιαγράφει και τον τρόπο που πρέπει να αποδεικνύεται η ύπαρξη της εύλογης υπόνοιας. Αυτό πρέπει να γίνεται μέσα από γραπτή ένορκη δήλωση η οποία να ικανοποιεί το Δικαστή «ότι υπάρχει εύλογη υπόνοια να πιστεύεται ότι ένα πρόσωπο διέπραξε αδίκημα». Πέραν της βασικής, λοιπόν, προϋπόθεσης απόδειξης του στοιχείου της «εύλογης υπόνοιας», το Δικαστήριο προχωρά «στο δεύτερο στάδιο της έρευνας, η οποία αποσκοπεί στη διαπίστωση κατά πόσο τα ιδιαίτερα περιστατικά της υπόθεσης καθιστούν ή όχι την έκδοση του [εντάλματος σύλληψης] αναγκαία ή επιθυμητή» (Αναφορικά με την Αίτηση του Πολυκάρπου (1991) 1 Α.Α.Δ. 207).
Στο πλαίσιο προώθησης του Λόγου (Α) υποστηρίχθηκε από πλευράς Αιτητή ότι η πληροφορία πως στην επαρχία Λάρνακας δρα εγκληματική ομάδα με επικεφαλής τον Ύποπτο 1, με τον τρόπο που περιγράφεται, δεν υποστηρίζεται από οποιαδήποτε λεπτομέρεια ως προς την προέλευση της και ότι δεν παρατίθεται οποιαδήποτε λεπτομέρεια σχετικά με την πληροφορία αυτή και τον τρόπο που οδήγησε στο συγκεκριμένο συμπέρασμα περί της ύπαρξης αυτής της εγκληματικής ομάδας.
Η ύπαρξη εύλογης υποψίας είναι το κρίσιμο ζητούμενο και εναπόκειτο στο κατώτερο Δικαστήριο στο πλαίσιο εξέτασης του αιτήματος αυτής της μορφής να ικανοποιηθεί, στη βάση της ενώπιον του μαρτυρίας και εξάγοντας το δικό του συμπέρασμα περί της αποκάλυψης εύλογης υπόνοιας. Τότε και μόνο νομιμοποιείται στην έκδοση του εντάλματος. Το βάσιμο της εύλογης αιτίας συναρτάται απόλυτα με το περιεχόμενο του Όρκου που τίθεται ενώπιον του Δικαστηρίου.
Πρέπει ευθύς εξαρχής να επισημανθεί ότι η Αστυνομία δεν απευθύνθηκε στο Δικαστήριο εδράζοντας το αίτημα της στην πληροφορία που λήφθηκε στις 12/12/2025. Η πιο πάνω πληροφορία, γενική και αόριστη ως μεταφέρθηκε στο Δικαστήριο, απογυμνωμένη από οποιοδήποτε άλλο στοιχείο ή μαρτυρία ενδεχομένως να δικαιολογούσε τις προβαλλόμενες θέσεις του Αιτητή περί γενικής και αόριστης αναφοράς μαρτυρίας και στοιχείων. Στην υπό εξέταση περίπτωση και στο πλαίσιο διερεύνησης της υπόθεσης, η Αστυνομία απευθύνθηκε στο Δικαστήριο για έκδοση Εντάλματος Σύλληψης, έχοντας προηγουμένως εξασφαλίσει άλλα στοιχεία και μαρτυρία. Ως τέθηκε υπόψη του Δικαστηρίου, αξιοποιώντας η Αστυνομία τα αποτελέσματα του δικανικού ελέγχου των δεδομένων χρήστη που εξασφαλίστηκαν από τα τηλέφωνα του Ύποπτου 2 και τα σχετικά βίντεο, στα οποία αναφορά έγινε ανωτέρω, έγινε κατορθωτό να εξαχθεί μαρτυρία αναφορικά με τη διάπραξη των αδικημάτων που διερευνούνται, ενώ, μέσω περαιτέρω εξετάσεων από το μηχανογραφημένο σύστημα της Αστυνομίας, διεφάνη η διασύνδεση του Αιτητή με τα υπό διερεύνηση αδικήματα. Εν ολίγοις, έχοντας η Αστυνομία την πληροφορία για τον τρόπο δράσης του Ύποπτου 1 στο πλαίσιο παροχής προστασίας σε νυκτερινά κέντρα αναψυχής και το ότι τόσο ο ίδιος όσο και τα άτομα που ενεργούν για τον ίδιο εντοπίζονται να ενεργούν ως φρουροί ασφαλείας σε νυκτερινά κέντρα, προέβη σε διάφορες έρευνες και εξετάσεις από τις οποίες προέκυψε η μαρτυρία που τέθηκε στο Δικαστήριο μέσω του Όρκου που υποστήριζε το αίτημα. Είναι δε φανερό ότι η σύνδεση του Αιτητή δεν προέκυψε μόνο από τις αναφορές του Ύποπτου 2 στο όνομα «Γ.» Δ. στο σχετικό βίντεο.
Υπενθυμίζεται πως στις περιπτώσεις του είδους αρκεί η στοιχειοθέτηση εύλογης υποψίας, έννοιας συνώνυμης με την εύλογη υπόνοια ή την εύλογη αιτία. Το ζητούμενο είναι η ύπαρξη εύλογης αιτίας, υπό το φως της μαρτυρίας που τίθεται ενώπιον του Δικαστηρίου και όχι μια εκ πρώτης όψεως στοιχειοθέτηση, στη βάση της μαρτυρίας αυτής, κάθε συστατικού στοιχείου του διερευνώμενου αδικήματος. Περί υπονοιών ο λόγος. Επιπλέον η αποδεικτική αξία του μαρτυρικού υλικού που τίθεται υπόψη του Δικαστηρίου δεν αποτιμάται σε αυτό το στάδιο. Η ανάγκη παρουσίασης κάποιου είδους μαρτυρίας για στοιχειοθέτηση της εύλογης υπόνοιας δεν σημαίνει καταγραφή στοιχείων με αποδεικτική αξία σε υψηλό επίπεδο (CPS Freight Services Ltd v. Γενικού Εισαγγελέα (2016) 1 Α.Α.Δ. 652.)
Το περιεχόμενο του Όρκου που συνόδευε και υποστήριζε το αίτημα για έκδοση του Εντάλματος Σύλληψης, συνολικά θεωρούμενο και αποτιμώμενο, σε αντίθεση με τα όσα η πλευρά του Αιτητή προβάλλει περί ενός «κράματος από ασύνδετες πληροφορίες με αόριστο περιεχόμενο οι οποίες προέρχονται από αόριστες πηγές», κρίνεται ότι παραθέτει γεγονότα τέτοιας έντασης και μορφής από κάθε άποψη επαρκή για να υπερβούν τον πήχη που απαιτείται σε τέτοιες περιπτώσεις προς απόδειξη του στοιχείου της εύλογης υπόνοιας για ανάμιξη του Αιτητή στη διάπραξη των σοβαρών αδικημάτων που η Αστυνομία διερευνούσε.
Σε ό,τι αφορά το ζήτημα που πραγματεύεται ο Λόγος (Β), ήτοι κατά πόσο είχε παρουσιαστεί ενώπιον του κατώτερου Δικαστηρίου η πλήρης εικόνα των γεγονότων ή αν υπήρξε απόκρυψη ουσιωδών γεγονότων, αισθάνομαι ότι δεν χρειάζεται να λεχθούν πολλά. Αποτελεί βασική αρχή της νομολογίας και του δικαίου ότι η μη αποκάλυψη ουσιωδών πληροφοριών ή πληροφοριών ή ενεργειών που έπρεπε να προηγηθούν της αίτησης για ένταλμα, θεωρείται ότι αφαιρεί το νόμιμο της έκδοσης του εντάλματος. Ο αιτών το ένταλμα αστυφύλακας έχει καθήκον να προβεί σε πλήρη αποκάλυψη των ουσιωδών στοιχείων και γεγονότων. Η επαρκής αποκάλυψη είναι, αναμφίβολα, βασική προϋπόθεση νομιμότητας σε σχέση με την έκδοση κάθε εντάλματος (Αναφορικά με την Αίτηση των (1) Αντώνης Ανδρέου & Σία Δ.Ε.Π.Ε. κ.ά., Πολιτική Αίτηση Αρ. 126/2015, ημερ. 30/11/2015). Το χρονικό διάστημα που μεσολαβεί από τις αρχικές έρευνες μέχρι και την αίτηση για έκδοση εντός εντάλματος σύλληψης, αναμφίβολα αποτελεί παράγοντα που λαμβάνεται υπόψη από το Δικαστήριο, με το ενδεχόμενο να μη θεωρείται τούτο αναγκαίο στις περιπτώσεις που παρατηρείται μεγάλη και αδικαιολόγητη καθυστέρηση εκ μέρους της Αστυνομίας να μην μπορεί, εκ των προτέρων να αποκλειστεί.
Ο Αιτητής στο πλαίσιο προώθησης της θέσης του επικαλέστηκε απλώς αναφορά που έγινε σε απόφαση Δικαστηρίου που εκδόθηκε για σκοπούς προφυλάκισης των πέντε Υπόπτων για τα υπό διερεύνηση αδικήματα, ότι, δηλαδή, η διερεύνηση τους ξεκίνησε εδώ και έξι περίπου μήνες. Παραλείπει, ωστόσο, να επισημάνει και να αποτυπώσει την πλήρη αναφορά που γίνεται από το Δικαστήριο για το ζήτημα αυτό στην εν λόγω απόφαση και, ειδικότερα, ότι το «έναυσμα για να γίνει αρκετό ανακριτικό έργο όπως οικονομική έρευνα για όλους τους υπόπτους, εξετάσεις ως προς τις συνεργασίες, προσπάθειες να ληφθούν καταθέσεις από ιδιοκτήτες νυχτερινών κέντρων, παρακολούθηση όσον αφορά τον 10 ύποπτο κατά τις πρωινές ώρες» έδωσε το βίντεο στο κινητό τηλέφωνο του Ύποπτου 2 όταν αυτό τέθηκε, όπως χαρακτηριστικά αναφέρθηκε, στο «μικροσκόπιο των Αστυνομικών Αρχών». Ο χρόνος ο οποίος έχει παρέλθει από τη διάπραξη των υπό διερεύνηση αδικημάτων μέχρι την καταχώριση της αίτησης για έκδοση του εκκαλούμενου Εντάλματος, δεν μπορεί ασφαλώς να αντιμετωπίζεται απομονωμένα. Στην υπό συζήτηση περίπτωση είναι σαφές, με βάση το περιεχόμενο του Όρκου, ότι είναι μετά τη σύλληψη του Ύποπτου 2 στις 17/11/2025 και την κατάσχεση των κινητών του τηλεφώνων που εξασφαλίστηκε σχετική με τα υπό διερεύνηση αδικήματα μαρτυρία, καθώς και η πληροφορία, ημερ. 12/12/2025, η οποία οδήγησε στη συνέχεια στη διενέργεια διαφόρων ερευνών και εξετάσεων από την Αστυνομία ως αυτές περιγράφονται στον Όρκο.
Σε ό,τι αφορά το Λόγο (Γ) αποτέλεσε εισήγηση εκ μέρους του Αιτητή ότι από την ένορκη δήλωση της ομνύουσας Αστυφύλακα δεν προέκυπτε το υπόβαθρο για την αναγκαιότητα σύλληψης του.
Η αναγκαιότητα για την έκδοση εντάλματος σύλληψης μπορεί να εδράζεται στο δημόσιο συμφέρον της διαφύλαξης της πορείας του ανακριτικού έργου από παρεμβάσεις του υπόπτου στην περίπτωση που παραμείνει ελεύθερος, σε σχέση με μάρτυρες ή και τεκμήρια της υπό διερεύνηση υπόθεσης και όχι μόνο. Η υποστηρικτική ένορκη δήλωση, που συνοδεύει αίτημα προς έκδοση εντάλματος σύλληψης, θα πρέπει να προσεγγίζεται και να εξετάζεται στην ολότητά της και, σε καμία περίπτωση, αποσπασματικά και μικροσκοπικά. Ό,τι, σε τέτοια περίπτωση, πρέπει να τίθεται ενώπιον του Δικαστή από τον οποίο ζητείται η έκδοση εντάλματος σύλληψης, είναι τα πρωτογενή γεγονότα που δίδουν βάση για τέτοιο ενδεχόμενο και στοιχειοθετούν λογικά την αναγκαιότητα κράτησης. Περί ενδεχομένου λοιπόν ο λόγος και ο κίνδυνος πρέπει να καταφαίνεται υπαρκτός, σύμφωνα με την ανθρώπινη λογική και εμπειρία (βλ. Αναφορικά με την Αίτηση του Κουδουνιά, Αίτηση Αρ. 47/2022, ημερ. 3/5/2022, ECLI:CY:AD:2022:D172).
Στην υπόθεση Παναγιώτου (2004) 1 Α.Α.Δ. 1094, εξετάσθηκαν οι απαιτήσεις του Άρθρου 11.2(γ) του Συντάγματος και του Άρθρου 18(1) του περί Ποινικής Δικονομίας Νόμου, Κεφ. 155. Πέραν της εκτενούς ανάλυσης της βασικής προϋπόθεσης απόδειξης του στοιχείου της «εύλογης υπόνοιας», εξετάσθηκαν και απαντήθηκαν τα ζητήματα της αναγκαιότητας έκδοσης του εντάλματος και αιτιολογίας του. Κατέληξε ως ακολούθως ο Δικαστής Καλλής, εκδίδοντας την ομόφωνη απόφαση της Ολομέλειας του Ανωτάτου Δικαστηρίου, (σελ. 1103-1104):
«Τα επόμενα ερωτήματα που πρέπει να απαντηθούν είναι κατά πόσο,
(α) τα ιδιαίτερα περιστατικά της υπόθεσης καθιστούσαν ή όχι την έκδοση του εντάλματος αναγκαία (βλ. Πολυκάρπου, πιο πάνω), και
(β) κατά πόσο το ένταλμα είναι αιτιολογημένο όπως απαιτείται από το αρ. 11.3 του Συντάγματος.
Ως προς το πρώτο ερώτημα έχουμε την άποψη πως οδηγός για τον προσδιορισμό της αναγκαιότητας είναι η φύση και σοβαρότητα των αδικημάτων. Θεωρούμε ότι η σοβαρότητα και η φύση των αδικημάτων καθιστούσαν αναγκαία την έκδοση του επίδικου εντάλματος.»
Τα όσα αποφασίστηκαν στην υπόθεση Παναγιώτου (ανωτέρω) θεωρώ ότι ισχύουν και στην υπό κρίση περίπτωση.
Είναι αρκετό, εν προκειμένω, να σημειωθεί ότι η φύση και η σοβαρότητα των αδικημάτων, η ανάγκη συμπλήρωσης των αστυνομικών εξετάσεων για πλήρη εξιχνίαση δεδομένων των πληροφοριών που είχε στα χέρια της η Αστυνομία, χωρίς παράλληλα να υποτιμάται ο κίνδυνος ο Αιτητής να καταστρέψει ή να αλλοιώσει μαρτυρικό υλικό ή ακόμα να επηρεάσει μάρτυρες ή τυχόν άλλους εμπλεκόμενους, αποτελούν παράγοντες που ουσιαστικά επισφράγιζαν την αναγκαιότητα έκδοσης του επίδικου Εντάλματος Σύλληψης.
Υπό το φως των όσων πιο πάνω έχουν εκτεθεί, η υπό κρίση Αίτηση δεν έχει περιθώρια επιτυχίας.
Ως εκ τούτου, απορρίπτεται.
Λ. ΔΗΜΗΤΡΙΑΔΟΥ-ΑΝΔΡΕΟΥ,
Δ.
cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο