ΑΝΑΦΟΡΙΚΑ ΜΕ ΤΗΝ ΑΙΤΗΣΗ ΤΟΥ Γ.Δ., Πολιτική Αίτηση Αρ. 40/2026, 20/3/2026
print
Τίτλος:
ΑΝΑΦΟΡΙΚΑ ΜΕ ΤΗΝ ΑΙΤΗΣΗ ΤΟΥ Γ.Δ., Πολιτική Αίτηση Αρ. 40/2026, 20/3/2026
ΑΝΑΦΟΡΙΚΑ ΜΕ ΤΗΝ ΑΙΤΗΣΗ ΤΟΥ Γ.Δ., Πολιτική Αίτηση Αρ. 40/2026, 20/3/2026

ΑΝΩΤΑΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΚΥΠΡΟΥ

ΠΡΩΤΟΒΑΘΜΙΑ ΔΙΚΑΙΟΔΟΣΙΑ

 

 

(Πολιτική Αίτηση Αρ. 40/2026)

                                                                                                       (i-justice)

 

20 Μαρτίου, 2026

 

 

[Λ. ΔΗΜΗΤΡΙΑΔΟΥ-ΑΝΔΡΕΟΥ, Δ.]

 

ΑΝΑΦΟΡΙΚΑ ΜΕ ΤΟ ΑΡΘΡΟ 155.4 ΤΟΥ ΣΥΝΤΑΓΜΑΤΟΣ ΚΑΙ ΤΑ ΑΡΘΡΑ 3 ΚΑΙ 9 ΤΟΥ ΠΕΡΙ ΑΠΟΝΟΜΗΣ ΤΗΣ ΔΙΚΑΙΟΣΥΝΗΣ (ΠΟΙΚΙΛΑΙ ΔΙΑΤΑΞΕΙΣ) ΝΟΜΟΥ ΤΟΥ 1964 (Ν. 33/64) ΩΣ ΤΡΟΠΟΠΟΙΗΘΗΚΕ

ΚΑΙ

ΑΝΑΦΟΡΙΚΑ ΜΕ ΤΟΝ ΠΕΡΙ ΑΝΩΤΑΤΟΥ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟΥ (ΔΙΚΑΙΟΔΟΣΙΑ ΕΚΔΟΣΗΣ ΕΝΤΑΛΜΑΤΩΝ ΠΡΟΝΟΜΙΑΚΗΣ ΦΥΣΕΩΣ) ΔΙΑΔΙΚΑΣΤΙΚΟ ΚΑΝΟΝΙΣΜΟ ΤΟΥ 2018 ΩΣ ΕΧΕΙ ΤΡΟΠΟΠΟΙΗΘΕΙ

ΚΑΙ

ΑΝΑΦΟΡΙΚΑ ΜΕ ΤΗΝ ΑΙΤΗΣΗ ΤΟΥ Γ.Δ. Α.Δ.Τ. [   ] ΓΙΑ ΤΗΝ ΠΑΡΑΧΩΡΗΣΗ ΑΔΕΙΑΣ ΓΙΑ ΚΑΤΑΧΩΡΗΣΗ ΑΙΤΗΣΗΣ ΜΕ ΚΛΗΣΗ ΓΙΑ ΤΗΝ ΕΚΔΟΣΗ ΕΝΤΑΛΜΑΤΟΣ CERTIORARI

ΚΑΙ

ΑΝΑΦΟΡΙΚΑ ΜΕ ΤΑ ΑΡΘΡΑ 16 ΚΑΙ 23 ΤΟΥ ΣΥΝΤΑΓΜΑΤΟΣ ΚΑΙ ΤΑ ΑΡΘΡΑ 27,28,29,32,33 ΚΑΙ 34 ΤΟΥ ΠΕΡΙ ΠΟΙΝΙΚΗΣ ΔΙΚΟΝΟΜΙΑΣ ΝΟΜΟΥ ΚΕΦ.155 ΚΑΙ ΤΟ ΑΡΘΡΟ 8 ΤΗΣ ΣΥΜΒΑΣΗΣ ΓΙΑ ΤΗΝ ΠΡΟΑΣΠΙΣΗ ΤΩΝ ΑΝΘΡΩΠΙΝΩΝ ΔΙΚΑΙΩΜΑΤΩΝ

ΚΑΙ

ΑΝΑΦΟΡΙΚΑ ΜΕ ΤΟ ΕΝΤΑΛΜΑ ΕΡΕΥΝΑΣ ΗΜΕΡΟΜΗΝΙΑΣ 22/01/2026, ΤΟ ΟΠΟΙΟ ΕΚΔΟΘΗΚΕ ΑΠΟ ΤΟ ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΑΡΝΑΚΑΣ, ΣΤΗ ΒΑΣΗ ΤΗΣ ΕΝΟΡΚΗΣ ΔΗΛΩΣΗΣ ΤΗΣ Α/ΑΣΤ.3624 Α. ΔΑΓΚΛΗ, ΓΙΑ ΕΡΕΥΝΑ ΣΤΗΝ ΟΙΚΙΑ ΚΑΙ ΥΠΟΣΤΑΤΙΚΑ ΤΟΥ ΑΙΤΗΤΗ, ΣΤΟΝ [   ] ΔΥΝΑΜΕΙ ΤΟΥ ΠΕΡΙ ΠΟΙΝΙΚΗΣ ΔΙΚΟΝΟΜΙΑΣ ΝΟΜΟΥ ΚΕΦ.155, ΑΡΘΡΑ 27,28 ΚΑΙ 33.

 

____________________________________________________________

 

     Κ.Π. Χριστοδουλίδης, για τον Αιτητή.

 

____________________________________________________________

 

Α Π Ο Φ Α Σ Η

 

 

Λ. ΔΗΜΗΤΡΙΑΔΟΥ-ΑΝΔΡΕΟΥ, Δ.: Κατόπιν αιτήματος της Αστυνομίας υποστηριζόμενου από Ένορκη Δήλωση της Α/Αστ. 3624, Α. Δαγκλή, του ΤΑΕ Λάρνακας, Δικαστής του Επαρχιακού Δικαστηρίου Λάρνακας (εφεξής «κατώτερο Δικαστήριο») εξέδωσε στις 22/1/2026 εναντίον του Αιτητή και άλλων τεσσάρων προσώπων Ένταλμα Έρευνας επί τη βάσει εύλογης υποψίας να πιστεύεται ότι στην οικία και υποστατικά του Αιτητή, καθώς και των υπολοίπων προσώπων, αποκρύπτονται τεκμήρια όπως χρηματικά ποσά σε μετρητά και αντικείμενα αξίας και έγγραφα όπως αποδείξεις πληρωμών και καταστάσεις εισπράξεων τα οποία σχετίζονται ή συνδέονται με τη διάπραξη των ακολούθων αδικημάτων τα οποία διαπράχθηκαν στη Λάρνακα κατά τα έτη 2023 με 2025:

 

(1)   Συμμετοχή σε εγκληματική οργάνωση, Άρθρα 63Α, 20 και 21 του Ποινικού Κώδικα, Κεφ. 154.

(2)   Συμμετοχή και αποδοχή διάπραξης εγκλημάτων, Άρθρα 63Β, 20 και 21 του Κεφ. 154.

(3)   Συνωμοσία προς διάπραξη κακουργήματος, Άρθρα 371, 20 και 21 του Κεφ. 154.

(4)   Απαίτηση περιουσίας με απειλές με σκοπό κλοπής, Άρθρα 290, 20 και 21 του Κεφ. 154.

(5)   Εκβίαση, Άρθρο 290Α, 20 και 21 του Κεφ. 154 και

(6)   Νομιμοποίηση εσόδων από παράνομες δραστηριότητες, κατά παράβαση των Άρθρων 3, 4 και 5 του Ν. 188(Ι)/2007.

 

 

Με την παρούσα Αίτηση ο Αιτητής ζητά άδεια για την καταχώριση Αίτησης δια Κλήσεως για την έκδοση Προνομιακού Εντάλματος Certiorari, για να τεθεί ενώπιον του Ανωτάτου Δικαστηρίου προς το σκοπό ακύρωσης του το ως άνω Ένταλμα Έρευνας, ημερ. 22/1/2026, το οποίο εξεδόθη από το κατώτερο Δικαστήριο.

 

Η Αίτηση συνοδεύεται από Έκθεση και από Ένορκη Δήλωση της Βασιλικής Θεοδοσίου, δικηγόρου στο γραφείο του δικηγόρου του Αιτητή.

 

Προτού γίνει αναφορά στους Λόγους επί των οποίων βασίζεται το αίτημα και εξειδικεύονται στην Έκθεση, κρίνεται σκόπιμη η αναφορά, εν συντομία, στα γεγονότα επί των οποίων στηρίχθηκε η αίτηση της Αστυνομίας για την έκδοση του υπό κρίση Εντάλματος Έρευνας και με βάση τα οποία κρίθηκε αναγκαία και επιθυμητή η έκδοση του, όπως αυτά αναδύονται από την Ένορκη Δήλωση της Α/Αστ. 3624, Α. Δαγκλή, του ΤΑΕ Λάρνακας.

 

Στις 31/7/2025 έγινε απόπειρα φόνου εναντίον συγκεκριμένου επιχειρηματία από την επαρχία Λάρνακας. Ο επιχειρηματίας δέχθηκε πυροβολισμούς με αυτόματο όπλο, χωρίς, ωστόσο, να τον πλήξει οποιαδήποτε σφαίρα. Το θύμα κατάφερε να διαφύγει ενώ ο δράστης εγκατέλειψε τη σκηνή τρέχοντας, αφήνοντας πίσω τη μοτοσυκλέτα που οδηγούσε, η οποία, όπως διαπιστώθηκε στη συνέχεια, ήταν κλοπιμαία.

 

Για την εν λόγω υπόθεση συνελήφθηκε στις 17/11/2025, δυνάμει δικαστικού εντάλματος σύλληψης, ο Α.Π., ο οποίος στον Όρκο είναι ο Ύποπτος 2. Στις 26/11/2025 ο Ύποπτος 2 παρουσιάστηκε ενώπιον του Επαρχιακού Δικαστηρίου Λάρνακας για την υπόθεση αυτή, η οποία παραπέμφθηκε στο Μόνιμο Κακουργιοδικείο Λάρνακας, με αρ. υπόθεσης 12996/2025. Κατά τη σωματική έρευνα που διενεργήθη μετά τη σύλληψη του Ύποπτου 2 εντοπίστηκαν στην κατοχή του δύο κινητά τηλέφωνα τα οποία κατασχέθηκαν ως τεκμήρια. Αυτά εξετάστηκαν δικανικά και εξάχθηκαν όλα τα επιτρεπόμενα δεδομένα χρήστη, περιλαμβανομένων βίντεο και φωτογραφιών. Σε επιθεώρηση των προαναφερόμενων δεδομένων χρήστη εντοπίστηκαν 19 βίντεο που αφορούν τα έτη 2023 έως 2025 και στα οποία ο Ύποπτος 2 παρουσιάζεται να έχει στην κατοχή του μεγάλα χρηματικά ποσά, τα οποία επιδεικνύει επιδεικτικά. Σε ένα από τα βίντεο, απεικονίζεται ο Ύποπτος 2 να κρατά στα χέρια του δέσμη με μεγάλο χρηματικό ποσό και να αναφέρει αυτολεξεί «σκληρή δουλειά (γελώντας ειρωνικά) τούτο γίνεται άμαν είσαι το δεξί σιέριν του Φ. του Κ. τσαι το αριστερό χέρι του Γ. του Δ.. Έτα δαμαί», αναφερόμενος, όπως καταγράφεται στον Όρκο, στον Αιτητή (που στον Όρκο είναι ο Ύποπτος 3) και σε άλλο πρόσωπο που στον Όρκο είναι ο Ύποπτος 1, με τρόπο που, ως καταγράφεται στον Όρκο, υποδηλώνει είδος συνεργασίας μεταξύ τους.

 

Στις 12/12/2025 πληροφορία που λήφθηκε στο ΤΑΕ Λάρνακας ανέφερε ότι ο Κ.Φ., ο οποίος στον Όρκο είναι ο Ύποπτος 1, είναι επικεφαλής εγκληματικής οργάνωσης, η οποία δραστηριοποιείται στην πόλη επαρχίας Λάρνακας για παροχή προστασίας σε νυκτερινά κέντρα αναψυχής, με τα έσοδα των εισπράξεων να καταλήγουν στον ίδιο. Τόσο ο ίδιος, όσο και άτομα τα οποία ενεργούν για τον ίδιο εντοπίζονται σε νυκτερινά κέντρα στη Λάρνακα να ενεργούν ως φρουροί ασφαλείας.

 

Σε άλλο βίντεο που εντοπίστηκε στο κινητό τηλέφωνο του Ύποπτου 2, αυτός φέρεται να αναφέρει ότι τα χρήματα τα οποία παρουσιάζει το συγκεκριμένο βίντεο προέρχονται από την είσπραξη συγκεκριμένου νυκτερινού κέντρου στην περιοχή Μακένζυ στη Λάρνακα.

 

Μετά από εξετάσεις που έγιναν μέσω του μηχανογραφημένου συστήματος της Αστυνομίας τα στοιχεία του Αιτητή, καθώς και άλλου προσώπου, εντοπίζονται σε μεγάλο αριθμό καταχωρήσεων κατά τα έτη 2018 μέχρι και το 2025 και αφορούν περιπτώσεις στις οποίες αυτοί εντοπίστηκαν να κυκλοφορούν με τον Ύποπτο 1 κατά τους ελέγχους της Αστυνομίας στην πόλη της Λάρνακας, καθώς και σε ελέγχους σε νυκτερινά κέντρα της Λάρνακας, όπου εντοπίστηκαν και ελέγχτηκαν ως φρουροί ασφαλείας.

 

Από οικονομική έρευνα που διενεργήθη εναντίον των Υπόπτων, συμπεριλαμβανομένου και του Αιτητή, καθόσον αφορά τον Αιτητή, δεν εντοπίστηκαν τραπεζικοί λογαριασμοί με ύποπτες συναλλαγές και διαθέσιμα κεφάλαια, καθώς και νομιμοποίηση εσόδων μέσω απόκτησης άλλων περιουσιακών στοιχείων.

 

Ως περαιτέρω καταγράφεται στον Όρκο, από τα πιο πάνω και σε συνάρτηση με τη μαρτυρία που προέρχεται από τα προαναφερόμενα βίντεο, δημιουργείται εύλογα η υποψία ότι οι εισπράξεις από την εγκληματική δραστηριότητα των Υπόπτων γινόταν σε μετρητά, τα οποία, ως αναφέρεται στον Όρκο, πιστεύεται ότι φυλάσσονται στις οικίες τους.

 

Έχοντας αναφερθεί εν συντομία στα γεγονότα, όπως αυτά καταγράφονται στον Όρκο της Αστυνομίας, επανέρχομαι στους Λόγους επί των οποίων βασίζεται το αίτημα του Αιτητή για άδεια στην υπό συζήτηση περίπτωση, ως αυτοί εξειδικεύονται στην Έκθεση. Αυτοί, εν συνόψει, έχουν ως ακολούθως:

 

(Α) Το κατώτερο Δικαστήριο ενήργησε ελλείψει και καθ’ υπέρβαση εξουσίας αφού εξέδωσε το προσβαλλόμενο Ένταλμα Έρευνας, χωρίς να προκύπτει από τον Όρκο το αναγκαίο δικαιοδοτικό υπόβαθρο. Συγκεκριμένα:

(α) Χωρίς να προκύπτει από την ένορκη δήλωση της ομνύουσας Αστυνομικού υπόνοια διάπραξης των υπό διερεύνηση αδικημάτων γενικά, ούτε και εύλογη υπόνοια διασύνδεσης του Αιτητή με διάπραξη των υπό διερεύνηση ποινικών αδικημάτων.

(β) Χωρίς να προκύπτει διασύνδεση και/ή εύλογη υπόνοια διασύνδεσης της οικίας και των υποστατικών του Αιτητή με τα υπό αναζήτηση Τεκμήρια και τα υπό διερεύνηση αδικήματα με τέτοιο τρόπο ως προνοείται στο Άρθρο 27 του Κεφ. 155.

 

(Β) Το προσβαλλόμενο Ένταλμα Έρευνας εκδόθηκε κατόπιν απόκρυψης ουσιωδών γεγονότων από το κατώτερο Δικαστήριο, τα οποία ήταν αναγκαία για την ενάσκηση της δικαιοδοσίας του προς έκδοση Εντάλματος Έρευνας.

 

Τούτο γιατί:

(i)           Δεν αποκαλύφθηκε το γεγονός ότι οι ανακριτικές αρχές διερευνούσαν την υπόθεση για έξι μήνες τουλάχιστον πριν την ημερομηνία κατά την οποία αποτάθηκαν στο Δικαστήριο για έκδοση του προσβαλλόμενου Εντάλματος, ενώ είχαν δει το βίντεο το οποίο επικαλούνται στο κινητό του Ύποπτου 2 στις 5/12/2025 και έκτοτε δεν είχαν εξασφαλίσει οποιαδήποτε απτή μαρτυρία σχετική με την υπό διερεύνηση υπόθεση.

(ii)         Η πιο πάνω παράλειψη και/ή απόκρυψη είχε ως αποτέλεσμα να στερείται το κατώτερο Δικαστήριο γνώσεις ως προς την πορεία της διερεύνησης της υπόθεσης, σε συσχετισμό με τις ενέργειες των ανακριτικών αρχών στο διαρρεύσαν χρόνο, στοιχείο το οποίο θα επηρέαζε την κρίση του και ως προς το δικαιοδοτικό στοιχείο της αναγκαιότητας της έκδοσης του προσβαλλόμενου Εντάλματος Έρευνας.

 

(Γ) Το προσβαλλόμενο Ένταλμα πάσχει και/ή εξεδόθη καθ’ υπέρβαση εξουσίας και/ή το Επαρχιακό Δικαστήριο Λάρνακας στερείτο δικαιοδοσίας και/ή εξουσίας να εκδώσει το επίδικο Ένταλμα Έρευνας, αφού εξέδωσε τούτο αντίθετα στις επιταγές των Άρθρων 27, 28, 29, 32, 33 και 34 του περί Ποινικής Δικονομίας Νόμου, Κεφ. 155, και των Άρθρων 16 και 23 του Συντάγματος, καθότι εξέλιπε το στοιχείο της αναγκαιότητας και της αναλογικότητας.

  

   Τούτο γιατί:

Η έκδοση του προσβαλλόμενου Εντάλματος Έρευνας υπό τις περιστάσεις της παρούσας ή/και τα γεγονότα της παρούσας ή/και τα όσα τέθηκαν ενώπιον του Δικαστηρίου δεν ήταν αναγκαία, ούτε και εύλογη αφού παρήλθε τεράστιο χρονικό διάστημα από την έναρξη των ερευνών στην υπόθεση που διερευνούσαν οι ανακριτικές αρχές και δεν δικαιολογήθηκε από τα όσα τέθηκαν στον Όρκο της ομνύουσας Αστυφύλακα η καθυστέρηση, ούτε και τεκμηριώθηκε η αναγκαιότητα για έρευνα της οικίας και των υποστατικών του Αιτητή και γιατί τα τεκμήρια μετά από αυτό το τεράστιο χρονικό διάστημα ερευνών θα εντοπίζονταν στην οικία και υποστατικά του Αιτητή.

 

Έχω διεξέλθει με προσοχή το προσβαλλόμενο Ένταλμα Έρευνας, την Έκθεση και Ένορκη Δήλωση που συνοδεύουν την υπό κρίση Αίτηση, καθώς επίσης και ό,τι ο Αιτητής μέσω του ευπαίδευτου συνηγόρου του έχει θέσει ενώπιον μου, συμπεριλαμβανομένων των επιχειρημάτων που αναπτύχθηκαν στη γραπτή αγόρευση.

 

Οι αρχές στη βάση των οποίων παρέχεται άδεια για καταχώριση αίτησης προς έκδοση Προνομιακού Εντάλματος αυτής της μορφής είναι καλά εδραιωμένες και έχουν από μακρού χρόνου αποκρυσταλλωθεί στη νομολογία του Ανωτάτου Δικαστηρίου, έτσι ώστε να μην χρειάζεται να λεχθούν πολλά. Τέτοια άδεια παρέχεται όταν καταδεικνύεται από τον αιτητή συζητήσιμη υπόθεση σε σχέση με το ζήτημα που εγείρει. Άδεια για καταχώριση αίτησης παρέχεται όπου από το πρακτικό του κατώτερου Δικαστηρίου διαφαίνεται έλλειψη ή υπέρβαση δικαιοδοσίας, έκδηλη νομική πλάνη, δόλος, προκατάληψη και μη τήρηση των κανόνων της φυσικής δικαιοσύνης (βλ. Ανθίμου (1991) 1 Α.Α.Δ. 41 και Ευδόκας (2016) 1 Α.Α.Δ. 3018).

 

Είναι, επίσης, νομολογημένο ότι ο έλεγχος σε ζητήματα ενταλμάτων έρευνας λαμβάνει χώρα μέσω προνομιακών ενταλμάτων με στόχευση, βεβαίως, τη νομιμότητα της διαδικασίας έκδοσης τους (Σιακαλλή (Αρ. 1) (2001) 1 Α.Α.Δ. 282 και Αναφορικά με την Αίτηση του Κληρίδη, Πολιτική Αίτηση Αρ. 172/2021, ημερ. 13/9/2021, ECLI:CY:AD:2021:D394).

 

Ο πυρήνας του Άρθρου 27 του περί Ποινικής Δικονομίας Νόμου,  Κεφ. 155 είναι η δεόντως εξουσιοδοτημένη αναζήτηση πράγματος ή πραγμάτων που παρέχουν μαρτυρία ή απόδειξη για αξιόποινες πράξεις. Τα δε βασικά σημεία αναφοράς της εν λόγω πρόνοιας είναι, αφενός τα υπό αναζήτηση αντικείμενα, και αφετέρου ο τόπος ή ο χώρος στον οποίο υπάρχει εύλογη υποψία ή αιτία να πιστεύεται ότι βρίσκονται τα εν λόγω αντικείμενα ή πράγματα. Όπως έχει τονισθεί στην υπόθεση «Σύνδεσμος για Πρόληψη της Βίας στα Γήπεδα» (1997)                  1(Β) Α.Α.Δ. 1014, ένα ένταλμα έρευνας στοχεύει στην ανεύρεση και κατάσχεση πραγμάτων. Προκειμένου δε να εκδοθεί ένταλμα έρευνας με βάση το Άρθρο 27 του Κεφ. 155, θα πρέπει να στοιχειοθετηθεί η ύπαρξη εύλογης αιτίας συναρτημένης προς τα αντικείμενα για τα οποία επιδιώκεται η ανεύρεση, ώστε να τεκμηριώνεται η απαραίτητη προϋπόθεση δικαιοδοτικής φύσεως. Για την έκδοση εντάλματος έρευνας, το Δικαστήριο θα πρέπει να ικανοποιηθεί ότι από τα στοιχεία που τέθηκαν υπόψη του, μέσω της ένορκης δήλωσης που υποστηρίζει ένα τέτοιο αίτημα, υπάρχει εύλογη αιτία να πιστεύεται ότι σε ένα συγκεκριμένο τόπο υπάρχει οτιδήποτε το οποίο περιγράφεται στα εδάφια (α), (β) και (γ) του Άρθρου 27 του περί Ποινικής Δικονομίας Νόμου, Κεφ. 155.

 

Ειδικότερα σε περιπτώσεις που το αίτημα για έκδοση εντάλματος έρευνας αφορά κατοικία, θα πρέπει να είναι κατά νουν οι πρόνοιες του                 Άρθρου 16.1 του Συντάγματος, μέσω των οποίων διασφαλίζεται το απαραβίαστο της κατοικίας και το οποίο διαλαμβάνει ότι η είσοδος ή έρευνα εντός της κατοικίας δεν επιτρέπεται. Επιτρέπεται μόνο για τους συγκεκριμένους λόγους που παρατίθενται στο εδάφιο (2) του Άρθρου 16 του Συντάγματος «ειμή ότε και όπως ο νόμος ορίζη και κατόπιν δικαστικού εντάλματος δεόντως ητιολογημένου». Όπως υποδείχθηκε στην υπόθεση Αναφορικά με την Αίτηση του Χαράλαμπου Σιακαλλή (2001)                    1 Α.Α.Δ. 282:

 

«... στην περίπτωση δε κατοικίας είναι μάλιστα αναγκαία η σύνδεση του αντικειμένου με την οικία ώστε να αιτιολογείται δεόντως η έκδοση του εντάλματος όπως απαιτείται από το Άρθρο 16.2. Μόνο όπου η μαρτυρία είναι τέτοια ώστε να δικαιολογεί συγκεκριμένη και εύλογη υποψία ότι το αντικείμενο βρίσκεται στην οικία ή άλλο τόπο, και όχι απλώς γενική και αόριστη υπόθεση ότι θα μπορούσε να βρίσκεται στην οικία ή άλλο τόπο, προκύπτει επαρκής σύνδεση με την οικία ή άλλο τόπο του οποίου ζητείται η έρευνα. Άλλως, η παρεχόμενη από το Σύνταγμα και το νόμο προστασία, ιδιαίτερα της κατοικίας, θα απέληγε ευάλωτη και άνευ ουσίας.»

 

 

Η αναγκαιότητα προσδιορισμού και διασύνδεσης της έρευνας με συγκεκριμένο τόπο ή χώρο, όπως και με τη διερεύνηση συγκεκριμένου αδικήματος, είναι, επομένως, δεδομένη (βλ., μεταξύ άλλων, Αναφορικά με την Αίτηση της Εταιρείας Ο.Π.Α.Π. Κύπρου Λτδ, Πολιτική Έφεση Αρ. 133/2018, ημερ. 17/12/2018), χωρίς ωστόσο, τούτο, να εξυπακούει καταγραφή στοιχείων με αποδεικτική αξία σε υψηλό επίπεδο. Περί εύλογων υπονοιών και υποψίας ο λόγος, ζήτημα που εξαρτάται από τα περιστατικά και τη φύση της κάθε υπόθεσης (Παναγιώτου (2004)               1 Α.Α.Δ. 1094 και Αντωνίου (2009) 1 Α.Α.Δ. 656). Το Άρθρο 27 του Κεφ. 155 επιτακτικά συνδέει τα αντικείμενα τα οποία εύλογα πιστεύεται ότι συνδέονται με ποινικό αδίκημα με τον τόπο για τον οποίο ζητείται το ένταλμα και όχι γενικά με το πρόσωπο του υπόπτου (βλ. Αναφορικά με την Αίτηση του Σιακαλλή (Αρ. 1) (2001) 1 Α.Α.Δ. 282).

 

Στο πλαίσιο προώθησης του Λόγου (Α) μεταξύ άλλων υποστηρίχθηκε από πλευράς Αιτητή ότι η πληροφορία πως στην επαρχία Λάρνακας δρα εγκληματική ομάδα με επικεφαλής τον Ύποπτο 1, με τον τρόπο που περιγράφεται, δεν υποστηρίζεται από οποιαδήποτε λεπτομέρεια ως προς την προέλευση της και ότι δεν παρατίθεται οποιαδήποτε λεπτομέρεια σχετικά με την πληροφορία αυτή και τον τρόπο που οδήγησε στο συγκεκριμένο συμπέρασμα περί της ύπαρξης αυτής της εγκληματικής ομάδας.

 

Η ύπαρξη εύλογης υποψίας είναι το κρίσιμο ζητούμενο και εναπόκειτο στο κατώτερο Δικαστήριο στο πλαίσιο εξέτασης του αιτήματος αυτής της μορφής να ικανοποιηθεί, στη βάση της ενώπιον του μαρτυρίας και εξάγοντας το δικό του συμπέρασμα περί της αποκάλυψης εύλογης υπόνοιας. Τότε και μόνο νομιμοποιείται στην έκδοση του Εντάλματος. Το βάσιμο της εύλογης αιτίας συναρτάται απόλυτα με το περιεχόμενο του Όρκου που τίθεται ενώπιον του Δικαστηρίου.  

 

Πρέπει ευθύς εξαρχής να επισημανθεί ότι η Αστυνομία δεν απευθύνθηκε στο Δικαστήριο εδράζοντας το αίτημα της στην πληροφορία που λήφθηκε στις 12/12/2025. Η πιο πάνω πληροφορία, γενική και αόριστη ως μεταφέρθηκε στο Δικαστήριο, απογυμνωμένη από οποιοδήποτε άλλο στοιχείο ή μαρτυρία ενδεχομένως να δικαιολογούσε τις προβαλλόμενες θέσεις του Αιτητή περί γενικής και αόριστης αναφοράς μαρτυρίας και στοιχείων. Στην υπό εξέταση περίπτωση και στο πλαίσιο διερεύνησης της υπόθεσης, η Αστυνομία απευθύνθηκε στο Δικαστήριο για έκδοση Εντάλματος Έρευνας έχοντας προηγουμένως εξασφαλίσει άλλα στοιχεία και μαρτυρία. Ως τέθηκε υπόψη του Δικαστηρίου, αξιοποιώντας τα αποτελέσματα του δικανικού ελέγχου των δεδομένων χρήστη που εξασφαλίστηκαν από τα τηλέφωνα του Ύποπτου 2 και τα σχετικά βίντεο στα οποία αναφορά έγινε ανωτέρω, έγινε κατορθωτό να εξαχθεί μαρτυρία αναφορικά με τη διάπραξη των αδικημάτων που διερευνούνται, ενώ, μέσω περαιτέρω εξετάσεων από το μηχανογραφημένο σύστημα της Αστυνομίας, διεφάνη η διασύνδεση του Αιτητή με τα υπό διερεύνηση αδικήματα. Εν ολίγοις, έχοντας η Αστυνομία την πληροφορία για τον τρόπο δράσης του Ύποπτου 1 στο πλαίσιο παροχής προστασίας σε νυκτερινά κέντρα αναψυχής και το ότι τόσο ο ίδιος όσο και τα άτομα που ενεργούν για τον ίδιο εντοπίζονται να ενεργούν ως φρουροί ασφαλείας σε νυκτερινά κέντρα, προέβη σε διάφορες έρευνες και εξετάσεις από τις οποίες προέκυψε η μαρτυρία που τέθηκε στο Δικαστήριο μέσω του Όρκου που υποστήριζε το αίτημα. Είναι δε φανερό ότι η σύνδεση του Αιτητή δεν προέκυψε μόνο από τις αναφορές του Ύποπτου 2 στο σχετικό βίντεο στο όνομα «Γ.» Δ..

 

Ήταν, επίσης, η θέση του Αιτητή, ότι από το περιεχόμενο του Όρκου δεν προέκυπτε η εύλογη υπόνοια διασύνδεσης της οικίας και των υποστατικών του με τα υπό αναζήτηση Τεκμήρια. Όπως υποστηρίχθηκε από μέρους του Αιτητή, πουθενά στον Όρκο δεν παρατίθετο οτιδήποτε που να δεικνύει ότι ο Αιτητής φύλαττε οποιοδήποτε από τα υπό αναζήτηση Τεκμήρια στην οικία και τα υποστατικά του, επισημαίνοντας ότι στον Όρκο για τον μόνο που γινόταν σχετική αναφορά ότι λάμβανε ποσά ήταν για τον Ύποπτο 1 στον οποίο, ως καταγράφετο, κατέληγαν οι εισπράξεις από την παροχή προστασίας. Επιπλέον, πρόσθεσε, ουδεμία αναφορά υπήρξε στον Όρκο σχετικά με τα υπόλοιπα τεκμήρια, ήτοι έγγραφα, όπως αποδείξεις πληρωμών και καταστάσεις εισπράξεων και αντικείμενα αξίας, τα οποία σχετίζονται ή συνδέονται με τη διάπραξη των υπό διερεύνηση αδικημάτων.

 

Το ζητούμενο, εν προκειμένω, είναι κατά πόσο με βάση τον Όρκο που τέθηκε ενώπιον του κατώτερου Δικαστηρίου αποκαλύπτετο μαρτυρία που να θεμελίωνε την αναγκαία διασύνδεση με την οικία και υποστατικά του Αιτητή.

 

Η ύπαρξη μαρτυρίας ότι συγκεκριμένο πρόσωπο εμπλέκεται στη διάπραξη υπό διερεύνηση αδικήματος, δεν δικαιολογεί αφ’ εαυτής και χωρίς άλλο την έκδοση εντάλματος έρευνας χώρων που του ανήκουν, κατέχει ή ελέγχει, για την ανεύρεση τεκμηρίων που σχετίζονται με την υπόθεση. Η κάθε υπόθεση κρίνεται στη βάση των δικών της περιστάσεων (βλ. Αναφορικά με την Αίτηση του Χ. Π., Πολιτική Έφεση Αρ. 17/2024, ημερ. 13/3/2025).

 

Δεν χρειάζεται τώρα να ενδιατρίψω στο τεθέν ενώπιον του Δικαστηρίου μαρτυρικό υλικό. Στο στάδιο αυτό το Ανώτατο Δικαστήριο δεν υπεισέρχεται στην ουσία της αίτησης, ούτε εξετάζει την υπόθεση σε βάθος. Εξετάζει μόνο αν από το μαρτυρικό υλικό που τίθεται ενώπιον του υπάρχει συζητήσιμο θέμα που να δικαιολογεί τη χορήγηση της αιτούμενης άδειας (Ex parte Costas Papadopoulos (1968) 1 C.L.R. 496, In Re Kakos (1985) 1 C.L.R. 250 και Ανθίμου (1991) 1 Α.Α.Δ. 41).

 

Σε ό,τι αφορά τα αντικείμενα αξίας και τα έγγραφα, όπως αποδείξεις πληρωμών και καταστάσεις εισπράξεων και τη διασύνδεση τους με τα υπό διερεύνηση αδικήματα, στον Όρκο δεν αναφέρεται κάτι σε σχέση με αυτά.

 

Υπό το φως των πιο πάνω βρίσκω ότι υπάρχει συζητήσιμο θέμα σε σχέση με το κατά πόσο, στη βάση του μαρτυρικού υλικού που είχε τεθεί ενώπιον του κατώτερου Δικαστηρίου, υφίστατο σε σχέση με αυτά τα πράγματα και αντικείμενα η αναγκαία διασύνδεση με τα υπό διερεύνηση αδικήματα, καθώς και της σκοπούμενης έρευνας με την οικία και υποστατικά του Αιτητή.

 

Όσον αφορά τα χρηματικά ποσά που αφορούν σε εισπράξεις, τα πράγματα διαφέρουν. Η εμπλοκή του Αιτητή στο κύκλωμα, όπως περιγράφηκε στον Όρκο, υπό την ιδιότητα του φρουρού ασφαλείας, ενεργώντας εκ μέρους του Ύποπτου 1 για σκοπούς παροχής προστασίας σε νυκτερινά κέντρα αναψυχής έναντι καταβολής χρηματικών ποσών με εισπράξεις οι οποίες, όπως αναφέρεται στον Όρκο, κατέληγαν στον Ύποπτο 1, δικαιολογούσε την έκδοση Εντάλματος Έρευνας της οικίας του για τον εντοπισμό χρηματικών ποσών που αναφέρονταν στον Όρκο. Το ενδεχόμενο φύλαξης ποσού χρημάτων προερχόμενο από εισπράξεις παράνομων δραστηριοτήτων θα μπορούσε να δικαιολογήσει στο μυαλό του Δικαστηρίου ενώπιον του οποίου τέθηκε το αίτημα, εύλογη υπόνοια ότι  τέτοιες εισπράξεις θα μπορούσαν να φυλάττονται στην οικία του Αιτητή (βλ. Αναφορικά με την Αίτηση του Α. Α., Αίτηση Αρ. 176/2023, ημερ. 20/2/2024 και Αναφορικά με την Αίτηση του Π. Τ., Αίτηση Αρ. 95/2025, ημερ. 21/5/2025).

 

Σε ό,τι αφορά το ζήτημα που πραγματεύεται ο Λόγος (Β), ήτοι κατά πόσο είχε παρουσιαστεί ενώπιον του κατώτερου Δικαστηρίου η πλήρης εικόνα των γεγονότων ή αν υπήρξε απόκρυψη ουσιωδών γεγονότων, αισθάνομαι ότι δεν χρειάζεται να λεχθούν πολλά. Αποτελεί βασική αρχή της νομολογίας και του δικαίου ότι η μη αποκάλυψη ουσιωδών πληροφοριών ή πληροφοριών ή ενεργειών που έπρεπε να προηγηθούν της αίτησης για ένταλμα, θεωρείται ότι αφαιρεί το νόμιμο της έκδοσης του εντάλματος. Ο αιτών το ένταλμα αστυφύλακας έχει καθήκον να προβεί σε πλήρη αποκάλυψη των ουσιωδών στοιχείων και γεγονότων. Η επαρκής αποκάλυψη είναι, αναμφίβολα, βασική προϋπόθεση νομιμότητας σε σχέση με την έκδοση κάθε εντάλματος (Αναφορικά με την Αίτηση των (1) Αντώνης Ανδρέου & Σία Δ.Ε.Π.Ε. κ.ά., Πολιτική Αίτηση Αρ. 126/2015, ημερ. 30/11/2015). Το χρονικό διάστημα που μεσολαβεί από τις αρχικές έρευνες μέχρι και την αίτηση για έκδοση ενός εντάλματος έρευνας, αναμφίβολα αποτελεί παράγοντα που λαμβάνεται υπόψη από το Δικαστήριο, με το ενδεχόμενο να μη θεωρείται τούτο αναγκαίο στις περιπτώσεις που παρατηρείται μεγάλη και αδικαιολόγητη καθυστέρηση εκ μέρους της Αστυνομίας να μην μπορεί, εκ των προτέρων, να αποκλειστεί.

 

Ο Αιτητής στο πλαίσιο προώθησης της θέσης του επικαλέστηκε απλώς αναφορά που έγινε σε απόφαση Δικαστηρίου που εκδόθηκε για σκοπούς προφυλάκισης των πέντε Υπόπτων για τα υπό διερεύνηση αδικήματα, ότι, δηλαδή, η διερεύνηση τους ξεκίνησε εδώ και έξι περίπου μήνες. Παραλείπει, ωστόσο, να επισημάνει και να αποτυπώσει την πλήρη αναφορά που γίνεται από το Δικαστήριο για το ζήτημα αυτό στην εν λόγω απόφαση και, ειδικότερα, ότι το «έναυσμα για να γίνει αρκετό ανακριτικό έργο όπως οικονομική έρευνα για όλους τους υπόπτους, εξετάσεις ως προς τις συνεργασίες, προσπάθειες να ληφθούν καταθέσεις από ιδιοκτήτες νυχτερινών κέντρων, παρακολούθηση όσον αφορά τον 10 ύποπτο κατά τις πρωινές ώρες» έδωσε το βίντεο στο κινητό τηλέφωνο του Ύποπτου 2 όταν αυτό τέθηκε, όπως χαρακτηριστικά αναφέρθηκε, στο «μικροσκόπιο των Αστυνομικών Αρχών». Ο χρόνος ο οποίος έχει παρέλθει από τη διάπραξη των υπό διερεύνηση αδικημάτων μέχρι την καταχώριση της αίτησης για έκδοση του εκκαλούμενου Εντάλματος, δεν μπορεί ασφαλώς να αντιμετωπίζεται απομονωμένα. Στην υπό συζήτηση περίπτωση είναι σαφές, με βάση το περιεχόμενο του Όρκου, ότι είναι μετά τη σύλληψη του Ύποπτου 2 στις 17/11/2025 και την κατάσχεση των κινητών του τηλεφώνων που εξασφαλίστηκε σχετική με τα υπό διερεύνηση αδικήματα μαρτυρία, καθώς και η πληροφορία, ημερ. 12/12/2025, η οποία οδήγησε στη συνέχεια στη διενέργεια διαφόρων ερευνών και εξετάσεων από την Αστυνομία ως αυτές περιγράφονται στον Όρκο.

 

Η εν λόγω επισήμανση καλύπτει και τα όσα πραγματεύεται και ο               Λόγος (Γ) που αφορά στην ικανοποίηση του στοιχείου της αναγκαιότητας έκδοσης του υπό κρίση Εντάλματος Έρευνας.

 

Συνεπώς, δίδεται άδεια για την καταχώριση Αίτησης δια Κλήσεως προς το σκοπό έκδοσης Εντάλματος Certiorari σε σχέση με το εκδοθέν Ένταλμα Έρευνας, ημερ. 21/1/2026, μόνο σε σχέση με το Λόγο που ήδη πιο πάνω έχει εκτεθεί και συγκεκριμένα προσδιοριστεί. Η Αίτηση στην έκταση που αφορά το Ένταλμα Έρευνας σε σχέση με τα υπόλοιπα αντικείμενα, ήτοι χρηματικά ποσά σε μετρητά, απορρίπτεται.

 

Περαιτέρω, η Αίτηση στην έκταση που αφορά τους υπόλοιπους Λόγους, ήτοι τους Λόγους (Β) και (Γ), απορρίπτεται.

 

Η Αίτηση δια Κλήσεως να καταχωρηθεί εντός τεσσάρων ημερών από σήμερα. Εφόσον καταχωριστεί ως ανωτέρω, ο Πρωτοκολλητής να την ορίσει για οδηγίες στις 2/4/2026, η ώρα 8.45 π.μ. Να επιδοθεί δε στο Γενικό Εισαγγελέα τουλάχιστον τέσσερις ημέρες πριν από τη δικάσιμο. 

 

Τα έξοδα της παρούσας Αίτησης θα είναι έξοδα στην πορεία της Αίτησης με Κλήση.

 

                                                Λ. ΔΗΜΗΤΡΙΑΔΟΥ-ΑΝΔΡΕΟΥ, Δ.


cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο