ΜΙΧΑΛΗ ΤΣΙΑΡΛΙΣΤΟΥ v. ΘΕΜΙΣ ΧΑΡΙΛΑΟΥ, Πολιτική Έφεση Αρ.406/2017, 3/3/2026
print
Τίτλος:
ΜΙΧΑΛΗ ΤΣΙΑΡΛΙΣΤΟΥ v. ΘΕΜΙΣ ΧΑΡΙΛΑΟΥ, Πολιτική Έφεση Αρ.406/2017, 3/3/2026

ΑΝΩΤΑΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΚΥΠΡΟΥ

ΔΕΥΤΕΡΟΒΑΘΜΙΑ ΔΙΚΑΙΟΔΟΣΙΑ

 

(Πολιτική Έφεση Αρ.406/2017)

 

 

  3 Μαρτίου 2026

 

 

[ΜΑΛΑΧΤΟΣ, ΙΩΑΝΝΙΔΗΣ, ΕΦΡΑΙΜ, Δ/στές]

 

 

 

ΜΙΧΑΛΗ ΤΣΙΑΡΛΙΣΤΟΥ,

 

Εφεσείοντα,

 

ν.

 

ΘΕΜΙΣ ΧΑΡΙΛΑΟΥ,

Εφεσίβλητου.

____________________

 

Γ. Λουκαΐδης για Δρ Ανδρέας Π. Ποιητής & Σία Δ.Ε.Π.Ε, για τον Εφεσείοντα.

Ν. Νικηφόρου για Νέστορα Αδάμου Νικηφόρου Δ.Ε.Π.Ε., για τον Εφεσίβλητο.

 

____________________

   

Η απόφαση του Δικαστηρίου είναι ομόφωνη και θα δοθεί από τον Μαλαχτό, Δ.

Α Π Ο Φ Α Σ Η

 

    ΜΑΛΑΧΤΟΣ, Δ.:  Το πρωτόδικο Δικαστήριο διαπίστωσε ότι ο Εφεσείων, οδηγός του αυτοκινήτου με το οποίο συγκρούστηκε η μοτοσικλέτα που οδηγούσε ο Εφεσίβλητος, έφερε αποκλειστική την ευθύνη για το ατύχημα και επιδίκασε υπέρ του τελευταίου για τους τραυματισμούς και ζημιές που υπέστη, €3.200 ως γενικές αποζημιώσεις και €205 ως ειδικές αποζημιώσεις.  Με την έφεση, προσβάλλεται η διαπίστωση ως προς την ευθύνη και το ύψος των γενικών αποζημιώσεων. 

 

    Μαρτυρία για το πώς επεσυνέβη το ατύχημα είχε δώσει μόνο ο Εφεσίβλητος.  Ο Εφεσείων δεν είχε δώσει μαρτυρία, ούτε είχε καλέσει μάρτυρα.

 

    Ο Εφεσίβλητος είχε καταθέσει ότι οδηγούσε τη μοτοσικλέτα του κατά μήκος της οδού Πατρών στη Λάρνακα με κατεύθυνση προς το κέντρο της πόλης, όταν το αυτοκίνητο του Εφεσείοντα, που ήταν κοινό έδαφος από τη δικογραφία ότι ήταν σταθμευμένο στην άκρη της αντίθετης λωρίδας κυκλοφορίας,  κινήθηκε στην αντίθετη λωρίδα κυκλοφορίας, με φορά προς το κέντρο της πόλης και έστριψε αριστερά, προφανώς για να εισέλθει στην πάροδο της οδού Βόλου, ανακόπτοντας την πορεία της μοτοσικλέτας του.

 

    Διαζευκτικά προς τη θέση ότι το  πρωτόδικο Δικαστήριο δεν προέβη σε αξιολόγηση της μαρτυρίας, καθόλου, επαρκώς ή αιτιολογημένα, ο Εφεσείων υποστήριξε ότι το πρωτόδικο Δικαστήριο εσφαλμένα επηρεάστηκε ως προς την αξιοπιστία του Εφεσίβλητου από το γεγονός ότι ο ίδιος δεν πρόσφερε μαρτυρία.  Επικαλείται την αναφορά στην πρωτόδικη απόφαση ότι: «πρέπει να σημειωθεί το εξής πολύ σημαντικό στοιχείο, που, αν και όχι αποφασιστικά, επηρεάζει την κρίση του Δικαστηρίου [και] επί του ζητήματος της αξιοπιστίας των θέσεων του Ενάγοντος».  Το πρωτόδικο Δικαστήριο αναφερόταν στο γεγονός ότι ουδεμία μαρτυρία είχε προσφερθεί από την υπεράσπιση για να υποστηριχθούν οι θέσεις που είχαν υποβληθεί στον Εφεσίβλητο και τις οποίες ο τελευταίος είχε απορρίψει.

 

    Σε κάθε περίπτωση, η αναφορά του πρωτόδικου Δικαστηρίου ήταν ατυχής.  Δεν υπάρχει καμιά αναγνωρισμένη αρχή σύμφωνα με την οποία, επειδή σε μια υπόθεση δεν υπάρχει αντίθετη μαρτυρία, το Δικαστήριο οφείλει χωρίς άλλο να αποδεχθεί τη θέση που έχει προσφέρει ο ένας και μοναδικός μάρτυρας (Πελεκάνος κ.ά. ν. Πελεκάνου κ.ά. (2010) 1(Γ) Α.Α.Δ. 1746, 1769).  Η αξιολόγηση της μαρτυρίας ενός μάρτυρα πρέπει να γίνεται με βάση το περιεχόμενό της, την ποιότητα και πειστικότητά της και με βάση τη σύγκριση της με την υπόλοιπη μαρτυρία (Ομήρου v. Δημοκρατίας (2001) 2 Α.Α.Δ. 506, 530).  Εν προκειμένω, σημασία έχει κατά πόσο η κρίση του Δικαστηρίου είχε πράγματι αθέμητα επηρεαστεί.

 

    Το πρωτόδικο Δικαστήριο ορθά σημείωσε ότι οι θέσεις που είχαν υποβληθεί στον Εφεσίβλητο ως προς τις συνθήκες του ατυχήματος δεν υποστηρίχτηκαν με μαρτυρία και ότι ενώπιον του υπήρχε μόνο η δική του εκδοχή.  Δεν ενήργησε όμως στη βάση της ατυχούς αναφοράς του, αλλά για να καταλήξει κατά πόσο θα αποδεχόταν τη μαρτυρία του Εφεσίβλητου, την αντιπαρέβαλε με την πραγματική μαρτυρία.

   

    Αναφέρθηκε στην αξία του σχεδιαγραφήματος της σκηνής του ατυχήματος, που εφόσον γίνει αποδεκτό ότι απεικονίζει στοιχεία πραγματικής μαρτυρίας, αποτελεί οδηγό για την κρίση της αξιοπιστίας και την ακρίβεια της μαρτυρίας αναφορικά με τις συνθήκες κάτω από τις οποίες επεσυνέβη ένα τροχαίο ατύχημα.  Το πρωτόδικο Δικαστήριο διαπίστωσε ότι μπορούσε να αντλήσει βοήθεια από το σχεδιαγράφημα της σκηνής κατά την αξιολόγηση της μαρτυρίας του Εφεσίβλητου.  Αφού είχε αποδεχτεί ως αληθή τη μαρτυρία του αστυνομικού εξεταστή του ατυχήματος, επιμέρους εύρημα που δεν αμφισβητείται με την έφεση, δικαιολογημένα δέχτηκε ότι στο σχεδιαγράφημα που αυτός ετοίμασε αποτυπώνεται η πραγματική κατάσταση της σκηνής του ατυχήματος.  Διαπίστωσε ότι η σύγκρουση της μοτοσικλέτας με το αυτοκίνητο έγινε εντός της λωρίδας κυκλοφορίας της μοτοσικλέτας και 1,80 μ. από το κέντρο του δρόμου.  Η δε κλίση του αυτοκινήτου καταδείκνυε ότι αυτό είχε κινηθεί από το αντίθετο ρεύμα κυκλοφορίας, όπως είχε καταθέσει ο Εφεσίβλητος, έχοντας φορά προς το κέντρο της πόλης.  Η αδιαμφισβήτητη μαρτυρία για τις ζημιές στα ενεχόμενα οχήματα, καταδείκνυε ότι το αυτοκίνητο είχε προσκρούσει με την αριστερή μπροστινή του γωνία, στη δεξιά πλευρά της μοτοσικλέτας, στο κέντρο της.  Επιβεβαιωνόταν έτσι η μαρτυρία του Εφεσίβλητου για το πώς κτυπήθηκε από το αυτοκίνητο, που του είχε ανακόψει την πορεία. 

 

    Αποδέχτηκε ακόμη το πρωτόδικο Δικαστήριο τη θέση του Εφεσίβλητου ότι ο ίδιος δεν εκινείτο με μεγάλη ταχύτητα και πως το αυτοκίνητο «κινήθηκε με τέτοια ταχύτητα ώστε να προέβαλε απότομα», ανακόπτοντας την πορεία του, χωρίς να του αφήσει περιθώριο αντίδρασης για να αποφύγει τη σύγκρουση.

 

    Η θέση ότι το πρωτόδικο Δικαστήριο δεν αξιολόγησε τη μαρτυρία του Εφεσίβλητου είναι αβάσιμη.  Το πρωτόδικο Δικαστήριο αντιπαρέβαλε τη μαρτυρία του Εφεσίβλητου με τα αδιαμφισβήτητα στοιχεία πραγματικής μαρτυρίας που είχε ενώπιον του, προτού καταλήξει ότι μπορούσε να βασιστεί σε αυτή.  Καθόλου δεν φαίνεται ότι αποδέχθηκε τη μαρτυρία του Εφεσίβλητου γιατί ήταν η μόνη. 

    Είναι καλά καθιερωμένη αρχή της νομολογίας μας πως, η ευθύνη για τον προσδιορισμό των γεγονότων βαραίνει το πρωτόδικο Δικαστήριο, το οποίο είχε την ευκαιρία να ακούσει τους μάρτυρες και να εκτιμήσει την αξιοπιστία τους στο πλαίσιο της ζωντανής ατμόσφαιρας της δίκης και πως η επέμβαση του δευτεροβάθμιου Δικαστηρίου δικαιολογείται μόνο όταν αυτά αντιστρατεύονται την κοινή λογική ή έρχονται σε αντίθεση με αδιαμφισβήτητα μέρη της μαρτυρίας.  Ευχέρεια για παραμερισμό ή ανατροπή των ευρημάτων αξιοπιστίας παρέχεται μόνο όταν κρίνονται εξ αντικειμένου ανυπόστατα (Ψάλτης ν. Αστυνομίας (2001) 2 Α.Α.Δ. 113, 118). 

 

    Υποστηρίζει ο Εφεσείων ότι η μαρτυρία του Εφεσίβλητου θα έπρεπε να απορριφθεί στην ολότητα της, γιατί είχε διαπράξει ψευδορκία σε σχέση με την αξίωση του για απώλεια εισοδημάτων για δύο μήνες.  Το πρωτόδικο Δικαστήριο δεν επιδίκασε αποζημίωση για απώλεια εισοδημάτων, αφού δεν είχε αποδεχτεί τη θέση του Εφεσίβλητου ότι είχε τέτοια απώλεια.  Βασίστηκε στην Αναλυτική Κατάσταση Αποδοχών του Εφεσίβλητου, από τις Υπηρεσίες Κοινωνικών Ασφαλίσεων, που ο ίδιος παρουσίασε και όπου φαινόταν ότι ο εργοδότης του δήλωνε ότι του κατέβαλλε μισθό για τη σχετική περίοδο.  Το πρωτόδικο Δικαστήριο δεν αποδέχθηκε τις εξηγήσεις του Εφεσίβλητου, αναφέροντας: «προτιμώ να βασιστώ στη σταθερά που το μητρώο των Υπηρεσιών Κοινωνικών Ασφαλίσεων, Τεκμήριο 7, προσφέρει, που τεκμαίρεται ότι βασίζεται σε αληθή ως προς τούτο δήλωση της εργοδότη του». Το πρωτόδικο Δικαστήριο δεν είχε ικανοποιηθεί για την επιμέρους αξίωση, ωστόσο, δεν ήταν ως εκ τούτου υποχρεωμένο, στις περιστάσεις της υπόθεσης, να απορρίψει τη μαρτυρία του Εφεσίβλητου στο σύνολο της και ειδικά τη μαρτυρία του για τις συνθήκες κάτω από τις οποίες είχε επισυμβεί το επίδικο ατύχημα.

 

    Σε σχέση με τη μοτοσικλέτα του, που αδιαμφισβήτητα υπέστη ζημιές και που σύμφωνα με έκθεση εκτίμησης ζημιών απαιτείτο το ποσό των €700 για να επιδιορθωθεί, το πρωτόδικο Δικαστήριο δεν του επιδίκασε οιονδήποτε ποσό στη βάση της δικής του μαρτυρίας ότι δεν την επιδιόρθωσε.  Δεν συμφωνούμε με την εισήγηση του Εφεσείοντα ότι από την επιμέρους μαρτυρία του Εφεσίβλητου προέκυπτε ζήτημα αναξιοπιστίας του.  Η προώθηση σχετικής αξίωσης, δεν προϋπόθετε επιδιόρθωση των ζημιών και ο Εφεσίβλητος μπορούσε να τις διεκδικήσει ως ζημιά που υπέστη.

                                                                                     

    Καταλήγουμε ότι δεν υπάρχει περιθώριο παρέμβασης στην αξιολόγηση της μαρτυρίας του Εφεσίβλητου από το πρωτόδικο Δικαστήριο.  Οι λόγοι έφεσης 1 και 4 απορρίπτονται.

 

Υποστήριξε περαιτέρω ο Εφεσείων ότι δεν υπήρχε καμιά μαρτυρία ως προς την ταχύτητα του αυτοκινήτου του ή ότι αυτό ανέκοψε την πορεία της μοτοσικλέτας ή ότι δεν αφέθηκε στον Εφεσίβλητο περιθώριο αντίδρασης.  Ο Εφεσίβλητος είχε καταθέσει ότι το αυτοκίνητο κινούμενο από την αντίθετη λωρίδα κυκλοφορίας έκαμε «στρίψιμο» με αποτέλεσμα να τον κτυπήσει.  Χαρακτήρισε την ταχύτητα του αυτοκινήτου «μεγαλύτερη» και «υπερβολική» και εξήγησε πως δεν θα μπορούσε με ελιγμό να το αποφύγει, όπως του έγινε εισήγηση κατά την αντεξέταση του, αφού το αυτοκίνητο κινούμενο ως ανωτέρω εισήλθε μέχρι τη μέση της δικής του λωρίδας κυκλοφορίας, περίπου δύο μέτρα εντός αυτής.  Η θέση του Εφεσείοντα είναι αβάσιμη.  Υπήρχε μαρτυρία ικανή να στηρίξει τα σχετικά ευρήματα, που είχε γίνει αποδεχτή από το πρωτόδικο Δικαστήριο.  Ο σχετικός λόγος έφεσης 2, επίσης απορρίπτεται.

 

    Οι θέσεις του Εφεσείοντα ότι εσφαλμένα κρίθηκε αποκλειστικά υπεύθυνος για το ατύχημα και ότι η όποια αμέλεια του είχε αιτιώδη συνάφεια με το ατύχημα, είναι αβάσιμες.  Γενεσιουργός αιτία του ατυχήματος ήταν η είσοδος του αυτοκινήτου του στη λωρίδα κυκλοφορίας του Εφεσίβλητου, ανακόπτοντας έτσι την πορεία του και προκαλώντας τη σύγκρουση των δύο οχημάτων.

 

    Το βάρος απόδειξης συντρέχουσας αμέλειας του ενάγοντα βαραίνει τον εναγόμενο, εκτός αν η μαρτυρία του ενάγοντα εγείρει ζήτημα συντρέχουσας αμέλειας, οπότε το βάρος απόδειξης μετατίθεται (Ηρακλέους ν. Χήρα κ.ά. (1996) 1(Β) Α.Α.Δ. 1374, 1378).  Το δε καθήκον για επιμελή οδήγηση, δεν επεκτείνεται στη λήψη προληπτικών μέτρων έναντι της πιθανότητας εκδήλωσης αμέλειας εκ μέρους άλλων οδηγών (Νικολαΐδης κ.ά. ν. Κλεοβούλου (1992) 1(Α) Α.Α.Δ. 422, 428) εκτός και αν υπάρχουν ενδείξεις ότι ο άλλος οδηγός θα ενεργήσει έτσι.

 

    Ο Εφεσίβλητος είχε εξηγήσει πως δεν θα μπορούσε με ελιγμό να αποφύγει το αυτοκίνητο του Εφεσείοντα, όπως του έγινε εισήγηση κατά την αντεξέταση του, αφού αυτό κινήθηκε με ταχύτητα και εισήλθε μέχρι τη μέση της δικής του λωρίδας κυκλοφορίας.  Δεν παρουσιάστηκε άλλη μαρτυρία που θα έτεινε να καταδείξει ότι αφότου το αυτοκίνητο κινήθηκε στην πορεία της μοτοσικλέτας του, οι περιστάσεις, χρόνος και χώρος, ήταν τέτοιες που επέτρεπαν τη λήψη αποτρεπτικής ενέργειας εκ μέρους του Εφεσίβλητου, ή άλλες περιστάσεις που επέβαλλαν τη λήψη μέτρων προτού εκδηλωθεί η ενέργεια στροφής και αποκοπής της πορείας της μοτοσικλέτας.  Δικαιολογημένα το πρωτόδικο Δικαστήριο έκρινε τον Εφεσείοντα αποκλειστικά υπεύθυνο για την πρόκληση του ατυχήματος.  Οι λόγοι έφεσης 3 και 5 επίσης απορρίπτονται.

 

    Συνεπεία της σύγκρουσης των δύο οχημάτων, ο Εφεσίβλητος, τότε ηλικίας 21 ετών, υπέστη θλαστικό τραύμα στη ραχιαία επιφάνεια του δεξιού άκρου ποδιού μήκους 7 εκατ. που συρράφτηκε και επουλώθηκε καλά, αφήνοντας ωστόσο υπερτροφική εμφανή ουλή.   Υπέστη ακόμη επιφανειακές εκδορές στη δεξιά κνήμη και αντιβράχιο που επουλώθηκαν καλά, χωρίς να παραμείνουν εμφανείς ουλές.

 

    Για την κατάληξη του να επιδικάσει €3.200 ως γενικές αποζημιώσεις, το πρωτόδικο Δικαστήριο παρέπεμψε σε αριθμό αποφάσεων του Ανωτάτου Δικαστηρίου.  Όχι ιδιαίτερα καθοδηγητικές για την περίπτωση.

 

    Στην Γενικού Εισαγγελέα της Δημοκρατίας ν. Γεμενάρη, Πολ. Έφ. Αρ.152/2015, ημερ.23.5.2024, επαναβεβαιώθηκε η διαχρονικά σταθερή θέση της νομολογίας ότι τα ποσά που έχουν επιδικαστεί σε άλλες υποθέσεις είναι καθοδηγητικά μόνο και πως κάθε υπόθεση κρίνεται με τα δικά της στοιχεία (Σπύρου ν. Χατζηχαραλάμπους (1989) 1(Ε) Α.Α.Δ. 298, 312).  Ότι δεν υπάρχει δικαστικό προηγούμενο αναφορικά με τον υπολογισμό των γενικών αποζημιώσεων και πως η μόνη αρχή δικαίου που είναι σχετική με την επιδίκαση αποζημιώσεων είναι ότι αυτή πρέπει, στο σύνολο της, να είναι δίκαια και λογική (Paraskevaides (Overseas) Ltd v. Christofis (1982) 1 C.L.R. 789, 795). 

 

    Η τάση των Δικαστηρίων είναι να αποβλέπουν στο θέμα των αποζημιώσεων, ειδικώς αναφορικά με τον ανθρώπινο πόνο, με περισσότερη ανθρωπιστική διάθεση, χωρίς όμως να παρεκκλίνουν από τη βασική αρχή ότι οι αποζημιώσεις δεν είναι, ούτε για πλουτισμό του παθόντα, ούτε για τιμωρία του υπαίτιου, αλλά για την επαναφορά, στο μέτρο του δυνατού, με χρήματα, του παθόντα στην προηγούμενη του κατάσταση (Σπύρου, 312).  Στη Μαυροπετρή ν. Λουκά (1995) 1 Α.Α.Δ. 66, 74-5, αναφέρθηκε ότι: «Η νομολογία αποκαλύπτει σταθερή άνοδο του επιπέδου των γενικών αποζημιώσεων, τάση που αντανακλά μεγαλύτερη ευαισθησία για τον ανθρώπινο πόνο, την αγωνία της αναπηρίας και τη ψυχική οδύνη από την περιθωριοποίηση από τις συνήθεις δραστηριότητες του ανθρώπου».  Αναφέρθηκε ακόμα ότι οι αποζημιώσεις πρέπει να είναι κοινωνικά παραδεκτές.

 

    Το δευτεροβάθμιο Δικαστήριο δεν επεμβαίνει στον καθορισμό των αποζημιώσεων από το πρωτόδικο δικαστήριο, εκτός όπου το ποσό κρίνεται έκδηλα υπερβολικό ή έκδηλα ανεπαρκές (Φοινικαρίδης κ.ά. ν. Γεωργίου κ.ά. (1991) 1(Α) Α.Α.Δ. 475, 489).  Όταν δεν συμβαίνει αυτό, δεν αντικαθιστά την εκτίμηση του πρωτόδικου δικαστηρίου με τη δική του (Alfa Concrete Public Company Ltd ν. Γλυκύ, Πολ. Έφ. Αρ.316/2013, ημερ.21.7.2000).

 

    Ο δικηγόρος του Εφεσείοντα παρέπεμψε στην Κελεσίδου ν. Σταυρινού (2017) 1(Γ) Α.Α.Δ. 3162, όπου οι γενικές αποζημιώσεις μειώθηκαν από €3.500 σε €2.500 και προτάσσοντας ότι οι βλάβες του εκεί εφεσίβλητου ήταν πολύ σοβαρότερες, εισηγήθηκε όπως, αφού παραμερίσουμε την πρωτόδικη επιδίκαση, περιοριστούμε σε ονομαστικές αποζημιώσεις. 

 

    Η εισήγηση για ονομαστικές αποζημιώσεις δεν έχει νομικό έρεισμα.  Από την άλλη, η Κελεσίδου, που εκδόθηκε δύο περίπου μήνες μετά την πρωτόδικη απόφαση, είναι πράγματι βοηθητική. Ο εφεσίβλητος είχε υποστεί εκτεταμένες εκδορές και θλάσεις σε αμφότερα τα γόνατα, μώλωπες και εκδορές σε αμφότερους τους αγκώνες, και εκτεταμένη αποσπαστική εκδορά στη ράχη.  Του χορηγήθηκε φαρμακευτική αγωγή και εξήλθε του νοσηλευτηρίου αυθημερόν. Δεκαπέντε μέρες μετά διαπιστώθηκε ότι είχαν σχεδόν υποχωρήσει και επουλωθεί οι περισσότερες εκδορές, θλάσεις και μώλωπες. Πέντε μήνες μετά το ατύχημα, διαπιστώθηκε ότι είχε αποθεραπευθεί πλήρως, παρέμεναν όμως εμφανή σημάδια από τις εκδορές στη ράχη, στα γόνατα και στον αγκώνα. Ο εφεσίβλητος δεν είχε οποιοδήποτε πρόβλημα είκοσι μέρες μετά το ατύχημα, οπόταν και ήταν σε θέση να εργαστεί.

 

    Δεν συμμεριζόμαστε τη θέση του Εφεσείοντα ότι επρόκειτο για πολύ σοβαρότερη περίπτωση, αφού ο Εφεσίβλητος στην παρούσα είχε υποστεί θλαστικό τραύμα που συρράφτηκε και επουλώθηκε αφήνοντας υπερτροφική εμφανή ουλή.  Σημειώνουμε ότι στην Κελεσίδου, το ατύχημα είχε επισυμβεί το 2009 και η πρωτόδικη απόφαση εκδόθηκε το 2012, ενώ το επίδικο ατύχημα επεσυνέβη το 2011 και η πρωτόδικη απόφαση εκδόθηκε το 2017.  Ούτε συμφωνούμε με τη θέση ότι η Κελεσίδου αναδεικνύει ότι το ποσό που επιδικάστηκε στην παρούσα ήταν υπέρμετρο.  Αντίθετα.  Ακόμα όμως και αν το ποσό χαρακτηριστεί γενναιόδωρο, δεν μπορεί να θεωρηθεί ως έκδηλα υπερβολικό, ώστε να δικαιολογείται η επέμβαση του Ανωτάτου Δικαστηρίου για τον επανακαθορισμό των γενικών αποζημιώσεων.  Ο λόγος έφεσης 6 επίσης απορρίπτεται.

 

    Η έφεση απορρίπτεται.

 

    €2.300 έξοδα της έφεσης, πλέον Φ.Π.Α. αν υπάρχει, επιδικάζονται υπέρ του Εφεσίβλητου και εναντίον του Εφεσείοντα.

 

                                                      Χ. Μαλαχτός, Δ.

                                                      Ι. Ιωαννίδης, Δ.           

                                                          Ε. Εφραίμ, Δ.


cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο