ΑΝΩΤΑΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΚΥΠΡΟΥ
ΠΡΩΤΟΒΑΘΜΙΑ ΔΙΚΑΙΟΔΟΣΙΑ
(Πολιτική Αίτηση Αρ. 8/2026)
3 Φεβρουαρίου, 2026
[ΕΦΡΑΙΜ, Δ/στής]
ΑΝΑΦΟΡΙΚΑ ΜΕ ΤΟ ΑΡΘΡΟ 155.4 ΤΟΥ ΣΥΝΤΑΓΜΑΤΟΣ ΚΑΙ ΤΑ ΑΡΘΡΑ 3 ΚΑΙ 9 ΤΩΝ ΠΕΡΙ ΑΠΟΝΟΜΗΣ ΤΗΣ ΔΙΚΑΙΟΣΥΝΗΣ (ΠΟΙΚΙΛΑΙ ΔΙΑΤΑΞΕΙΣ) ΝΟΜΩΝ ΤΟΥ 1964 ΕΩΣ (ΑΡ. 3) ΤΟΥ 2022
ΚΑΙ
ΑΝΑΦΟΡΙΚΑ ΜΕ ΤΟΝ ΠΕΡΙ ΑΝΩΤΑΤΟΥ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟΥ (ΔΙΚΑΙΟΔΟΣΙΑ ΕΚΔΟΣΗΣ ΕΝΤΑΛΜΑΤΩΝ ΠΡΟΝΟΜΙΑΚΗΣ ΦΥΣΕΩΣ) ΔΙΑΔΙΚΑΣΤΙΚΟ ΚΑΝΟΝΙΣΜΟ ΤΟΥ 2018 (5/2018) ΩΣ ΕΧΕΙ ΤΡΟΠΟΠΟΙΗΘΕΙ
ΚΑΙ
ΑΝΑΦΟΡΙΚΑ ΜΕ ΤΗΝ ΑΙΤΗΣΗ ΤΟΥ ΜΗΤΡΟΠΟΛΙΤΗ (ΠΡ.) ΠΑΦΟΥ ΤΥΧΙΚΟΥ ΓΙΑ ΕΠΕΚΤΑΣΗ ΤΗΣ ΠΡΟΘΕΣΜΙΑΣ ΓΙΑ ΤΗΝ ΚΑΤΑΧΩΡΙΣΗ ΑΙΤΗΣΗΣ ΓΙΑ ΑΔΕΙΑ ΓΙΑ ΤΗΝ ΚΑΤΑΧΩΡΙΣΗ ΑΙΤΗΣΗΣ ΓΙΑ ΤΗΝ ΕΚΔΟΣΗ ΠΡΟΝΟΜΙΑΚΩΝ ΕΝΤΑΛΜΑΤΩΝ ΤΥΠΟΥ CERTIORARI, MANDAMUS, PROHIBITION
ΚΑΙ
ΑΝΑΦΟΡΙΚΑ ΜΕ ΤΗΝ ΑΠΟΦΑΣΗ ΗΜΕΡΟΜΗΝΙΑΣ 22.05.2025 ΤΗΣ ΙΕΡΑΣ ΣΥΝΟΔΟΥ ΤΗΣ ΕΚΚΛΗΣΙΑΣ ΤΗΣ ΚΥΠΡΟΥ
ΚΑΙ
ΑΝΑΦΟΡΙΚΑ ΜΕ ΤΗΝ ΑΠΟΦΑΣΗ ΗΜΕΡΟΜΗΝΙΑΣ 17.10.2025 ΤΗΣ ΙΕΡΑΣ ΣΥΝΟΔΟΥ ΤΟΥ ΟΙΚΟΥΜΕΝΙΚΟΥ ΠΑΤΡΙΑΡΧΕΙΟΥ
Σ. Οικονόμου, μαζί με Ε. Μενεγάκη (κα), για Μ.Χ. Μυλωνάς & Συνεργάτες Δ.Ε.Π.Ε., για τον Αιτητή.
Α Π Ο Φ Α Σ Η
ΕΦΡΑΙΜ, Δ.: Με την υπό κρίση Αίτηση o Αιτητής ζητά επέκταση της προθεσμίας για να καταχωρίσει αίτηση για άδεια για καταχώριση αίτησης για την έκδοση προνομιακών ενταλμάτων Certiorari, Mandamus και Prohibition με τα οποία να ακυρώνονται η απόφαση ημερ. 22.5.2025 της Ιεράς Συνόδου της Εκκλησίας της Κύπρου και η απόφαση ημερ. 17.10.2025 της Ιεράς Συνόδου του Οικουμενικού Πατριαρχείου.
Στην ένορκη δήλωση που συνοδεύει την υπό κρίση Αίτηση, εκτίθενται αναλυτικά τα γεγονότα που προηγήθηκαν μέχρι και την καταχώριση αυτής. Αυτά, συνοπτικά, έχουν ως ακολούθως:
(i) Με απόφαση της ημερ. 22.5.2025 η Ιερά Σύνοδος της Εκκλησίας της Κύπρου κήρυξε τον Αιτητή έκπτωτο από τη θέση του Μητροπολίτη της Ιεράς Μητρόπολης Πάφου.
(ii) Την ίδια μέρα ο Αιτητής έλαβε γνώση της εν λόγω απόφασης προφορικά κατά τη συνεδρία της Ιεράς Συνόδου και μέσω του ανακοινωθέντος αυτής ίδιας ημερομηνίας.
(iii) Στις 29.5.2025 ο Αιτητής απέστειλε επιστολή και ηλεκτρονικό μήνυμα προς τη Γραμματεία της Ιεράς Συνόδου, ζητώντας να του δοθούν αντίγραφα της απόφασης και των σχετικών πρακτικών και άλλων εγγράφων. Την ίδια μέρα του παρεδόθη μόνο το ανακοινωθέν ημερ. 22.5.2025.
(iv) Ο Αιτητής επανέλαβε το γραπτό αίτημα του στις 18.6.2025, χωρίς οποιαδήποτε ανταπόκριση.
(v) Εν τω μεταξύ στις 5.6.2025 ο Αιτητής καταχώρισε προσφυγή κατά της απόφασης ημερ 22.5.2025 ενώπιον της Ιεράς Συνόδου του Οικουμενικού Πατριαρχείου, η οποία ορίστηκε στις 17.10.2025.
(vi) Σύμφωνα με νομική συμβουλή, ο Αιτητής όφειλε να εξαντλούσε τα ένδικα μέσα της εκκλησιαστικής έννομης τάξης πριν προσέφευγε στα Πολιτικά Δικαστήρια, οπότε ανέμενε την απόφαση της Ιεράς Συνόδου του Οικουμενικού Πατριαρχείου.
(vii) Στις 17.10.2025 ο Αιτητής ήταν παρών κατά την εν λόγω συνεδρία όταν του απαγγέλθηκαν οι κατηγορίες και του υπεβλήθησαν ερωτήματα. Δεν επετράπη στον δικηγόρο του να εμφανιστεί στη συνεδρία, παρά μόνο ο Αιτητής παρέδωσε υπόμνημα το οποίο είχε ετοιμαστεί από τον δικηγόρο του.
(viii) Η Ιερά Σύνοδος του Οικουμενικού Πατριαρχείου εξέδωσε απόφαση την ίδια μέρα, επικυρώνοντας την απόφαση ημερ. 22.5.2025 κατά πλειοψηφία και κηρύσσοντας τον Αιτητή έκπτωτο. Η απόφαση αναγνώστηκε στον Αιτητή, σύμφωνα με την οποία «διεπιστώθησαν παραλείψεις εκ μέρους της Ιεράς Συνόδου της Αρχιεπισκοπής Κύπρου κατά την διαδικασία κρίσης (μου), η οποία για να ολοκληρωνόταν θα διαρκούσε δύο με τρείς μήνες, ωστόσο όμως θα είχε το ίδιο αποτέλεσμα επί των κατηγοριών, και γι’ αυτό επικυρώνουμε την απόφαση της Ιεράς Συνόδου της Εκκλησίας της Κύπρου». Αυθημερόν εξεδόθη ανακοινωθέν το οποίο αναρτήθηκε στη διαδικτυακή ιστοσελίδα του Οικουμενικού Πατριαρχείου και έτσι «κατέστη γνωστό και παρήγαγε αποτελέσματα παντού». Σε αυτό αναφέρεται, μεταξύ άλλων, πως «Κατά την εξέτασιν του φακέλλου του θέματος, διεπιστώθησαν παραλείψεις κατά την εν τη Ιερά Συνόδω της Εκκλησίας Κύπρου εκδίκασιν της υποθέσεως του Μητροπολίτου Τυχικού ως προς τας προβλέψεις του Καταστατικού Χάρτου αυτής, ουχ ήττον όμως άπαντα τα μέλη της Αγίας και Ιεράς Συνόδου, επί της ουσίας κρίνοντα, επεκύρωσαν ομοφώνως την συνοδικήν απόφασιν της Αγιωτάτης Εκκλησίας Κύπρου.» Στο ανακοινωθέν αναφέρεται ότι συνεστήθη στον πρώην Μητροπολίτη Πάφου να υπακούσει στις αποφάσεις της Ιεράς Συνόδου της Εκκλησίας της Κύπρου για το πνευματικό συμφέρον του ιδίου και για την ειρήνη και ενότητα της Εκκλησίας.
(ix) Λίγες μέρες μετά την έκδοση της απόφασης ημερ. 17.10.2025 ο Αιτητής αντιμετώπισε σοβαρό πρόβλημα υγείας για το οποίο εισήχθη σε κλινική στην Αθήνα για εξετάσεις και θεραπεία μέχρι και τις 27.10.2025 και ακολούθως του συνεστήθη ιατρική παρακολούθηση και ξεκούραση.
(x) Ενόσω βρισκόταν στην Αθήνα για ιατρικούς λόγους, με επιστολή του ημερ. 19.11.2025 ζήτησε από τον Μακαριότατο Αρχιεπίσκοπο Κύπρου να αποστείλει επιστολή του προς τον Αρχιεπίσκοπο Κωνσταντινουπόλεως και Οικουμενικό Πατριάρχη για να του δοθούν αντίγραφα της απόφασης ημερ. 17.10.2025 και των σχετικών πρακτικών. Η επιστολή διαβιβάστηκε στον Αρχιεπίσκοπο Κύπρου με ηλεκτρονικό μήνυμα στις 24.11.2025.
(xi) Κατόπιν των ανωτέρω προσπαθειών του, ο Αιτητής ανέμενε «για εύλογο χρονικό διάστημα την ανταπόκριση εκ μέρους της Εκκλησίας της Κύπρου και του Οικουμενικού Πατριαρχείου».
(xii) Δεδομένου του προβλήματος υγείας του Αιτητή το οποίο δεν έχει αποκατασταθεί πλήρως και απαιτεί ιατρική παρακολούθηση του στο εξωτερικό, και ενόσω βρισκόταν στο εξωτερικό, ο Αιτητής αναζήτησε νομική συμβουλή για να λάβει δικαστικά μέτρα. Έλαβε νομική συμβουλή ότι το κατάλληλο διάβημα ήταν η καταχώριση δύο αιτήσεων, η μια για άδεια για την καταχώριση αίτησης για την έκδοση προνομιακών ενταλμάτων και η άλλη για επέκταση της προθεσμίας καταχώρισης τέτοιας αίτησης.
(xiii) Αφού επέστρεψε στην Κύπρο, στις 23.12.2025 ο Αιτητής ορκίστηκε ενώπιον του Πρωτοκολλητή του Ανωτάτου Δικαστηρίου και στις 30.12.2025 καταχωρίστηκαν οι δύο ανωτέρω αιτήσεις.
(xiv) Στις 5.1.2026 επιδόθηκε επιστολή του Αιτητή προς τον Μακαριότατο Αρχιεπίσκοπο Κύπρου, με την οποία τον ενημέρωνε για την πρόθεση του να προσφύγει στο Δικαστήριο προς ανάκληση της απόφασης ημερ. 22.5.2025 και την επιστροφή του στην Ιερά Μητρόπολη Πάφου.
(xv) Σύμφωνα με τον Αιτητή, το αίτημα του για επανεξέταση της απόφασης ημερ. 22.5.2025 αποτέλεσε έναν εκ των λόγων για τον οποίον η Ιερά Σύνοδος της Εκκλησίας της Κύπρου σε συνεδρία της ημερ. 8.1.2026, του επέβαλε την ποινή της επ’ αόριστον αργίας, εν τη απουσία του και χωρίς να είχε κληθεί να συμμετάσχει στην εν λόγω συνεδρία.
(xvi) Στις 8.1.2026 κοινοποιήθηκε στον Αιτητή η απόφαση ημερ. 17.10.2025 μέσω ηλεκτρονικού ταχυδρομείου, ενώ δεν έχει λάβει μέχρι σήμερα οποιοδήποτε άλλο σχετικό έγγραφο ή τα πρακτικά, όπως ούτε και την απόφαση ημερ. 22.5.2025 ή οποιοδήποτε άλλο σχετικό έγγραφο.
(xvii) Οι δύο αιτήσεις που καταχωρίστηκαν στο Ανώτατο Δικαστήριο ορίστηκαν στις 12.1.2026 ενώπιον άλλου αδελφού Δικαστή. Κατόπιν ακρόασης, στις 14.1.2026 εξεδόθη απόφαση με την οποία η αίτηση για επέκταση της προθεσμίας απερρίφθη στη βάση του ότι δεν μπορούσε να χορηγηθεί επέκταση της προθεσμίας ώστε να θεωρηθεί εμπρόθεσμη η αίτηση για άδεια η οποία είχε ήδη καταχωριστεί. Όπως αναφέρεται στην απόφαση, όταν παρέλθει η σχετική προθεσμία, πρέπει να καταχωρείται αίτηση για επέκταση της προθεσμίας και μόνο εφόσον χορηγηθεί επέκταση της προθεσμίας, τότε εντός του χρόνου επέκτασης να καταχωρείται η αίτηση για άδεια.
(xviii) Μετά την απαγγελία της απόφασης ημερ. 14.1.2026 ο Αιτητής απέσυρε την αίτηση για άδεια, άνευ βλάβης του δικαιώματος καταχώρισης νέας.
(xix) Μετά και τη λήψη της απόφασης ημερ. 17.10.2025 στις 8.1.2026, «χρειάστηκαν λίγες ακόμη εργάσιμες ημέρες ώστε οι δικηγόροι … να ετοιμάσουν τη νέα υπό κρίση Αίτηση για άδεια επέκτασης της προθεσμίας» και την προτεινόμενη αίτηση για άδεια καταχώρισης αίτησης για την έκδοση προνομιακών ενταλμάτων η οποία επισυνάπτεται στην ένορκη δήλωση που συνοδεύει την Αίτηση.
(xx) Η παρούσα Αίτηση καταχωρίστηκε στις 21.1.2026.
Στην ένορκη δήλωση, επίσης, επεξηγείται γιατί ο Αιτητής θεωρεί ότι το παρόν Δικαστήριο έχει δικαιοδοσία να εκδικάσει την Αίτηση και ότι οι προσβαλλόμενες αποφάσεις πάσχουν για διαδικαστικούς λόγους και για παραβιάσεις των συνταγματικών δικαιωμάτων του Αιτητή και των αρχών της φυσικής δικαιοσύνης.
Υιοθετώντας το πιο πάνω ιστορικό, ο δικηγόρος του Αιτητή εισηγήθηκε ότι συντρέχουν εξαιρετικές περιστάσεις, λόγω των ιδιαίτερων συνθηκών της υπό κρίση περίπτωσης, που παρεμπόδισαν τον Αιτητή να καταχωρίσει αίτηση για την έκδοση προνομιακών ενταλμάτων εντός της προβλεπόμενης προθεσμίας, χωρίς οποιαδήποτε υπαιτιότητα και αδικαιολόγητη καθυστέρηση εκ μέρους του. Ήταν η θέση του ότι δικαιολογείται πλήρως η έγκριση της Αίτησης.
Ο Καν. 5 των περί Ανωτάτου Δικαστηρίου (Δικαιοδοσία Έκδοσης Ενταλμάτων Προνομιακής Φύσεως) Κανονισμών του 2018 έως 2024, στον οποίο στηρίζεται μεταξύ άλλων η Αίτηση, προνοεί ως εξής:
«(1) Αίτηση για άδεια καταχωρείται το συντομότερο από την έκδοση της προσβαλλόμενης απόφασης, διατάγματος ή πράξης. Σε κάθε περίπτωση δεν πρέπει να υπερβαίνει τις 45 ημέρες από την ημέρα που ο αιτητής λαμβάνει γνώση της έκδοσης της προσβαλλόμενης απόφασης, διατάγματος ή πράξης.
(2) Το Δικαστήριο δύναται να επεκτείνει την προθεσμία που αναφέρεται στην παράγραφο (1) του παρόντος Κανονισμού εάν καταδειχθούν εξαιρετικές περιστάσεις που παρεμπόδισαν τον αιτητή να καταχωρήσει την αίτηση του εντός της προβλεπόμενης προθεσμίας.»
Όπως αναφέρθηκε στην υπόθεση Αναφορικά με την Αίτηση της Δικηγορικής Εταιρείας Γιάννης Παπαζαχαρία ΔΕΠΕ, Πολ. Έφεση Αρ. 7/2023, ημερ. 10.4.2024, ο χρόνος υποβολής της αίτησης δυνάμει των πιο πάνω Κανονισμών, συνιστά ουσιώδη παράγοντα για την ανάληψη και άσκηση της δικαιοδοσίας του Ανωτάτου Δικαστηρίου. Κάθε καθυστέρηση θα πρέπει να αιτιολογείται και όσο μεγαλύτερη, τόσο μεγαλύτερο είναι και το εμπόδιο που πρέπει να υπερπηδηθεί για την παροχή άδειας.
Σύμφωνα με το λεκτικό του Κανονισμού 5, ο αιτητής θα πρέπει να ενεργήσει αμέσως ή το συντομότερο δυνατό προς επιδίωξη θεραπείας, και σε καμία περίπτωση η καταχώριση δεν πρέπει να υπερβαίνει τις 45 ημέρες από την ημερομηνία που λαμβάνει γνώση της προσβαλλόμενης απόφασης ή διατάγματος. Επομένως, η αίτηση για επέκταση της προθεσμίας των 45 ημερών δύναται να απορριφθεί ακόμα και αν αυτή έχει καταχωριστεί εντός της εν λόγω προθεσμίας.
Οι «εξαιρετικές περιστάσεις» οι οποίες δικαιολογούν την επέκταση της προθεσμίας έχουν ερμηνευθεί στην υπόθεση Αναφορικά με την Αίτηση του χχχ-Manuel Pulher, Πολ. Έφεση Αρ. 404/2019, ημερ. 10.12.2020, ECLI:CY:AD:2020:A421, από την οποία παραθέτω το ακόλουθο διαφωτιστικό απόσπασμα:
«Με δεδομένη τη φύση της διαδικασίας του Certiorari, οι «εξαιρετικές περιστάσεις», που αναφέρονται στον Κ.5, όπως προκύπτει από τη χρήση της λέξης «εξαιρετικές», πρέπει να είναι υφιστάμενες περιστάσεις, οι οποίες παρεμποδίζουν τον αιτητή από του να αποταθεί έγκαιρα στο Δικαστήριο προς διεκδίκηση θεραπείας. Ο λόγος που επιζητείται παράταση, δυνάμει του Κ.5, θα πρέπει, αντικειμενικά κρινόμενος, να αποτελεί έναν ιδιαίτερο, πέραν του συνηθισμένου, λόγο που δεν επέτρεψε στον αιτητή να αποταθεί στο Δικαστήριο για προνομιακή θεραπεία, εντός του χρόνου που προβλέπεται από τον Κανονισμό και το συμφέρον της δικαιοσύνης να απαιτεί την επέκταση του χρόνου.
Ο χρόνος που ο αιτητής έλαβε γνώση ή θα μπορούσε να λάβει γνώση της διαδικασίας που επιθυμεί να ακυρώσει με τη χρήση του προνομιακού εντάλματος, είναι σημαντικό στοιχείο. Όπου, όπως εν προκειμένω, ο αιτητής έλαβε έγκαιρα γνώση της διαδικασίας εναντίον του, η παράλειψή του να ενεργήσει άμεσα προς επιδίωξη θεραπείας, εναποθέτει στον αιτητή επιπρόσθετο βάρος να πείσει ότι ο λόγος που προβάλλει είναι τέτοιος που αποτελεί ένα σοβαρό πρόσκομμα στην επιδίωξη προνομιακής θεραπείας, έτσι ώστε το συμφέρον της δικαιοσύνης να εξυπηρετείται με την επέκταση του χρόνου.»
Στη Δημητριάδης (ανωτέρω) λέχθηκαν τα εξής:
«Περαιτέρω, σύμφωνα με τη νομολογία η οποία έχει διαμορφωθεί από τη θέσπιση του περί Ανωτάτου Δικαστηρίου (Δικαιοδοσία Έκδοσης Ενταλμάτων Προνομιακής Φύσεως) Διαδικαστικού Κανονισμού του 2018, κατά την εξέταση αίτησης για επέκταση, το Δικαστήριο οφείλει να λάβει υπόψη την ημερομηνία λήψης γνώσης της απόφασης ή διατάγματος και να συνεκτιμήσει παράλληλα τις ενέργειες του αιτητή από την εν λόγω ημερομηνία μέχρι και την καταχώριση της αίτησης επέκτασης. Σε περίπτωση που διαφανεί ότι ο αιτητής δεν ενήργησε με την απαραίτητη σπουδή, αφότου έλαβε γνώση της προσβαλλόμενης απόφασης ή διατάγματος, τότε δεν μπορεί να θεωρηθεί ότι το συμφέρον της δικαιοσύνης εξυπηρετείται με την επέκταση του χρόνου.»
Από την ενώπιον του Δικαστηρίου μαρτυρία, προκύπτει ότι ο Αιτητής έλαβε πλήρη γνώση της απόφασης της Ιεράς Συνόδου της Εκκλησίας της Κύπρου την ίδια μέρα έκδοσης της, καθότι ήταν παρών κατά τη συνεδρία κατά την οποία λήφθηκε η εν λόγω απόφαση. Παρόλο που ο ίδιος ισχυρίζεται ότι πληροφορήθηκε μόνο το καταδικαστικό αποτέλεσμα της απόφασης και όχι την αιτιολογία αυτής, και ότι και το σχετικό ανακοινωθέν περιορίζεται στο αποτέλεσμα και όχι στους λόγους που οδήγησαν στην εν λόγω απόφαση, εντούτοις η συμμετοχή του στην όλη διαδικασία υποδηλοί πλήρη γνώση τόσο της διαδικασίας όσο και της απόφασης. Αυτό, άλλωστε, καταδεικνύεται και από το γεγονός ότι ο Αιτητής ήταν σε θέση να καταχωρίσει προσφυγή εναντίον της εν λόγω απόφασης στο αρμόδιο Εκκλησιαστικό Όργανο, ήτοι την Ιερά Σύνοδο του Οικουμενικού Πατριαρχείου και ακόμη σε θέση να καταχωρίσει προγενέστερη αίτηση για άδεια και την προτεινόμενη, συνημμένη στην παρούσα Αίτηση, αίτηση για άδεια, χωρίς ακόμη, όπως ο ίδιος ισχυρίζεται, να του έχει κοινοποιηθεί το πλήρες περιεχόμενο της απόφασης.
Η θέση του Αιτητή ότι ανέμενε το αποτέλεσμα της προσφυγής για να αποταθεί στο Ανώτατο Δικαστήριο δεν αποτελεί βάσιμη δικαιολογία, ειδικότερα εφόσον η προθεσμία για την καταχώριση αίτησης για άδεια έτρεχε και εξαντλείτο. Έχει ήδη λεχθεί ότι κάθε προτιθέμενος αιτητής θα πρέπει να ενεργεί με περισσή σπουδή και το ταχύτερο δυνατόν, ακόμα και εντός της προθεσμίας των 45 ημερών. Επομένως, δεν συνιστά βάσιμη και επαρκή δικαιολογία το ότι ο Αιτητής ανέμενε το αποτέλεσμα της προσφυγής στην Ιερά Σύνοδο του Οικουμενικού Πατριαρχείου πριν καταχωρούσε αίτηση για επέκταση της προθεσμίας πριν τη λήξη των 45 ημερών. Αντιθέτως, ο Αιτητής ανέμενε, αδικαιολόγητα, την έκβαση της προσφυγής ενώπιον της Ιεράς Συνόδου του Οικουμενικού Πατριαρχείου η οποία διήρκεσε κάποιους μήνες, ξεπερνώντας κατά πολύ την προθεσμία των 45 ημερών από τη γνώση της απόφασης ημερ. 22.5.2025.
Αναφορικά με την απόφαση ημερ. 17.10.2025, και αυτή περιήλθε εις πλήρη γνώσιν του Αιτητή αυθημερόν, εφόσον ήταν παρών κατά τη συνεδρία και του απαγγέλθηκε η απόφαση με το πλήρες σκεπτικό και αιτιολογικό της, το οποίο φαίνεται να αναφέρεται, έστω και συνοπτικά, στο σχετικό ανακοινωθέν της ίδιας ημερομηνίας. Εδώ σημειώνεται μια αντίφαση καθότι ήταν η θέση του Αιτητή ότι η απόφαση λήφθηκε κατά πλειοψηφία, ενώ στο ανακοινωθέν αναφέρεται ρητώς ότι αυτή ήταν ομόφωνη.
Ο Αιτητής επικαλείται ιατρικούς και άλλους λόγους για την παράλειψη καταχώρισης αίτησης ενωρίτερα αναφορικά με την εν λόγω απόφαση. Παρά ταύτα, με βάση τα ιατρικά έγγραφα τα οποία παρουσίασε ο Αιτητής, προκύπτει πως στις 27.10.2025 ο Αιτητής εξήλθε της κλινικής και του είχε συστηθεί η επαναξιολόγηση της κατάστασης του, η αποφυγή έντονης σωματικής καταπόνησης και συναισθηματικής και ψυχολογικής φόρτισης. Αυτή η κατάσταση του φαίνεται να του επέτρεπε να συμβουλευθεί δικηγόρο και του παρείχε τη δυνατότητα να ενεργήσει άμεσα για τον σκοπό λήψης δικαστικών μέτρων. Αντί αυτού, αφού ο Αιτητής αιτήθηκε λήψη της απόφασης ημερ. 17.10.2025, «ανέμενε εύλογο χρονικό διάστημα» για να του δοθεί. Αυτή η αναμονή παραμένει παντελώς αδικαιολόγητη, ειδικά από τη στιγμή που ο Αιτητής άφησε την προθεσμία των 45 ημερών να παρέλθει και κινήθηκε μετά από αυτή, για να καταλήξει τελικώς στην καταχώριση των αιτήσεων για επέκταση και για άδεια, αναφορικά με τις δύο αποφάσεις ημερ. 22.5.2025 και 17.10.2025, στις 30.12.2025. Ο χρόνος σε τέτοιας φύσης διαδικασία είναι ιδιαίτερα σημαντικός και οποιαδήποτε καθυστέρηση θα πρέπει να κρίνεται αντικειμενικά δικαιολογημένη, λόγω τέτοιων συνθηκών που να καθιστούσαν αδύνατη την καταχώριση ενωρίτερα. Στην προκειμένη περίπτωση, ενώ ο Αιτητής είχε πλήρη γνώση της απόφασης ημερ. 17.10.2025, και μετά τις 27.10.2025 που η κατάσταση του φαίνεται να του επέτρεπε να ενεργήσει, παρέμεινε άπρακτος μέχρι και τις 30.12.2025 όταν καταχωρίστηκε η πρώτη αίτηση για επέκταση της προθεσμίας. Μάλιστα, ενώ δεν είχε ακόμη λάβει την απόφαση ημερ. 17.10.2025, και πάλι ήταν σε θέση να καταχωρίσει αίτηση για τη χορήγηση άδειας αναφορικά με την εν λόγω απόφαση.
Υπό το φως όλων όσων αναφέρονται ανωτέρω, προκύπτει ότι ενώ ο Αιτητής είχε λάβει γνώση των δύο αποφάσεων από την ημερομηνία έκδοσης αυτών, εντούτοις παρέλειψε παντελώς αδικαιολόγητα να ενεργήσει το συντομότερο δυνατό, με αποτέλεσμα να μην αποταθεί στο Δικαστήριο αφενός πριν τη λήξη της προθεσμίας και αφετέρου όσο το δυνατό πιο γρήγορα μετά τη λήξη αυτής. Η τόσο μεγάλη και παντελώς αδικαιολόγητη παράλειψη του Αιτητή να ενεργήσει όσο το δυνατό πιο σύντομα προς επιδίωξη θεραπείας αποβαίνει καθοριστική για την πορεία της Αίτησης.
Τέλος, επισημαίνεται ότι δεν παραγνωρίζω τις συνέπειες στον Αιτητή των εν λόγω αποφάσεων, πλην όμως αυτές δεν συνιστούν λόγο για τη μη έγκαιρη υποβολή της αίτησης για άδεια. Οι εξαιρετικές περιστάσεις αφορούν στην παράλειψη και καθυστέρηση στην επιδίωξη θεραπείας και όχι στις συνέπειες που συνεπάγεται τυχόν άρνηση επέκτασης της προθεσμίας.
Ούτε και η παράλειψη εξασφάλισης πιστών αντιγράφων των δύο αποφάσεων αποτελεί κώλυμα για την καταχώριση αίτησης για άδεια, νοουμένου ότι ληφθούν τα κατάλληλα μέτρα, όπως άλλωστε δεν προβλήθηκε τέτοιος ισχυρισμός.
Στην υπό κρίση περίπτωση, πρόκειται για μια πρόδηλη και πλήρως αδικαιολόγητη καθυστέρηση και αδράνεια η οποία ουδόλως δικαιολογεί την έγκριση της Αίτησης.
Ενόψει των όσων αναφέρονται ανωτέρω, ο Αιτητής δεν έχει καταδείξει την ύπαρξη εξαιρετικών περιστάσεων που να δικαιολογούν την επέκταση της προθεσμίας.
Η Αίτηση απορρίπτεται.
Ε. ΕΦΡΑΙΜ, Δ.
/κβπ
cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο