ΑΝΑΦΟΡΙΚΑ ΜΕ ΤΗΝ ΑΙΤΗΣΗ ΤΗΣ BANK OF CYPRUS PUBLIC COMPANY LIMITED, H.E. 165 ΓΙΑ ΑΔΕΙΑ ΓΙΑ ΤΗΝ ΚΑΤΑΧΩΡΗΣΗ ΑΙΤΗΣΗΣ ΓΙΑ ΤΗΝ ΕΚΔΟΣΗ ΕΝΤΑΛΜΑΤΟΣ CERTIORARI, Πολιτική Αίτηση Αρ. 100/2026, 30/4/2026
print
Τίτλος:
ΑΝΑΦΟΡΙΚΑ ΜΕ ΤΗΝ ΑΙΤΗΣΗ ΤΗΣ BANK OF CYPRUS PUBLIC COMPANY LIMITED, H.E. 165 ΓΙΑ ΑΔΕΙΑ ΓΙΑ ΤΗΝ ΚΑΤΑΧΩΡΗΣΗ ΑΙΤΗΣΗΣ ΓΙΑ ΤΗΝ ΕΚΔΟΣΗ ΕΝΤΑΛΜΑΤΟΣ CERTIORARI, Πολιτική Αίτηση Αρ. 100/2026, 30/4/2026

ΑΝΩΤΑΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΚΥΠΡΟΥ

ΠΡΩΤΟΒΑΘΜΙΑ ΔΙΚΑΙΟΔΟΣΙΑ

 

 

(Πολιτική Αίτηση Αρ. 100/2026)

                                                                                                            (i-justice)

 

 30 Απριλίου, 2026

 

 

[Λ. ΔΗΜΗΤΡΙΑΔΟΥ-ΑΝΔΡΕΟΥ, Δ.]

 

ΑΝΑΦΟΡΙΚΑ ΜΕ ΤΟ ΑΡΘΡΟ 155.4 ΤΟΥ ΣΥΝΤΑΓΜΑΤΟΣ ΚΑΙ ΤΑ ΑΡΘΡΑ 3 ΚΑΙ 9 ΤΟΥ ΠΕΡΙ ΑΠΟΝΟΜΗΣ ΤΗΣ ΔΙΚΑΙΟΣΥΝΗΣ (ΠΟΙΚΙΛΑΙ ΔΙΑΤΑΞΕΙΣ) ΝΟΜΟΥ ΤΟΥ 1964

ΚΑΙ

AΝΑΦΟΡΙΚΑ ΜΕ ΤΟΝ ΠΕΡΙ ΑΝΩΤΑΤΟΥ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟΥ (ΔΙΚΑΙΟΔΟΣΙΑ ΕΚΔΟΣΗΣ ΕΝΤΑΛΜΑΤΩΝ ΠΡΟΝΟΜΙΑΚΗΣ ΦΥΣΕΩΣ) ΔΙΑΔΙΚΑΣΤΙΚΟ ΚΑΝΟΝΙΣΜΟ ΤΟΥ 2018

ΚΑΙ

ΑΝΑΦΟΡΙΚΑ ΜΕ ΤΗΝ ΑΙΤΗΣΗ ΤΗΣ BANK OF CYPRUS PUBLIC COMPANY LIMITED, H.E. 165 ΓΙΑ ΑΔΕΙΑ ΓΙΑ ΤΗΝ ΚΑΤΑΧΩΡΗΣΗ ΑΙΤΗΣΗΣ ΓΙΑ ΤΗΝ ΕΚΔΟΣΗ ΕΝΤΑΛΜΑΤΟΣ CERTIORARI

ΚΑΙ

ΑΝΑΦΟΡΙΚΑ ΜΕ ΤΗΝ ΑΠΟΦΑΣΗ ΗΜΕΡΟΜΗΝΙΑΣ 9/3/2026 ΠΟΥ ΕΚΔΟΘΗΚΕ ΑΠΟ ΤΟ ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΑΡΝΑΚΑΣ ΠΟΥ ΕΚΔΟΘΗΚΕ ΣΤΑ ΠΛΑΙΣΙΑ ΤΗΣ ΑΓΩΓΗΣ 1451/2023.

 

 

Α. Κουκούνης για ΑΝΔΡΕΑΣ ΚΟΥΚΟΥΝΗΣ & ΣΙΑ ΔΕΠΕ, για τους Αιτητές.

 

______________________________________________________________

 

Α Π Ο Φ Α Σ Η

(Δοθείσα Αυθημερόν)

 

Λ. ΔΗΜΗΤΡΙΑΔΟΥ-ΑΝΔΡΕΟΥ, Δ.: Οι πιο πάνω Αιτητές με την παρούσα Αίτηση αξιώνουν άδεια του Δικαστηρίου για την καταχώριση Αίτησης δια Κλήσεως για την έκδοση Προνομιακού Εντάλματος φύσεως Certiorari, με σκοπό την ακύρωση του μέρους της Απόφασης, ημερ. 9/3/2026, που εκδόθηκε από το Επαρχιακό Δικαστήριο Λάρνακας (εφεξής «κατώτερο Δικαστήριο»), στο πλαίσιο της Αγωγής υπ’ αρ. 1451/2023. Επιπλέον, επιζητείται η έκδοση Διατάγματος για αναστολή οποιουδήποτε διαδικαστικού μέτρου που βασίζεται στην ως άνω Απόφαση μέχρι την αποπεράτωση της διαδικασίας έκδοσης Προνομιακού Εντάλματος Certiorari στο Ανώτατο Δικαστήριο.

 

Η Αίτηση συνοδεύεται από Έκθεση και από Ένορκη Δήλωση του Νίκου Νικολάου, υπαλλήλου των Αιτητών.

 

Προτού γίνει αναφορά στους Λόγους επί των οποίων βασίζεται το αίτημα και εξειδικεύονται στην Έκθεση, κρίνεται σκόπιμη, για σκοπούς καλύτερης αντίληψης των περιστατικών της υπόθεσης, η αναφορά στα ουσιώδη γεγονότα της υπόθεσης, όπως αυτά καταγράφονται στην Ένορκη Δήλωση του Ν. Νικολάου και όπως προκύπτουν από το σύνολο των Τεκμηρίων τα οποία επισυνάπτονται στην εν λόγω Ένορκη Δήλωση.

 

Στις 31/8/2023 καταχωρήθηκε στο κατώτερο Δικαστήριο η Αγωγή υπ’ αρ. 1451/2023 εναντίον Ιρανού υπηκόου πρωτοφειλέτη (εφεξής «Εναγόμενου 1») και εναντίον της εγγυήτριας εταιρείας (εφεξής «Εναγόμενης 2»). Η εν λόγω αγωγή καταχωρήθηκε για ανάκτηση οφειλόμενου ποσού δυνάμει παράβασης σύμβασης δανείου, ημερ. 6/7/2010, που δόθηκε στον Εναγόμενο 1 για τη χρηματοδότηση της αγοράς ακινήτου με εγγυήτρια την πωλήτρια εταιρεία, Εναγόμενη 2. Επιπλέον, με την αγωγή επιζητείτο η εξασφάλιση των απαραίτητων διαταγμάτων για την ενεργοποίηση της εξασφάλισης του επίδικου δανείου σε σχέση με το επίδικο ακίνητο, δυνάμει αγοραπωλητηρίου συμβολαίου ημερ. 6/7/2010 και εκχωρητηρίου εγγράφου, ημερ. 28/7/2010, με το οποίο ο Εναγόμενος 1 αγοραστής εκχώρησε στους Αιτητές όλα τα δικαιώματα του στο ακίνητο που απορρέουν από το εν λόγω αγοραπωλητήριο συμβόλαιο, προς εξασφάλιση του επίδικου δανείου.

 

Η πιο πάνω αγωγή επιδόθηκε στον Εναγόμενο 1 και κατόπιν μη εμφάνισης του στη διαδικασία οι Αιτητές προχώρησαν στις 23/10/2025 στην καταχώριση αίτησης για απόφαση λόγω μη καταχώρισης εμφάνισης. Καθόσον αφορά την Εναγόμενη 2, αυτή αρχικώς καταχώρισε εμφάνιση και υπεράσπιση μέσω δικηγόρου και η υπόθεση έφτασε στο στάδιο της κλήσης για οδηγίες. Λόγω του θανάτου του δικηγόρου που εκπροσωπούσε την Εναγόμενη 2 η υπόθεση ορίστηκε σε τρεις διαφορετικές ημερομηνίες για να ενημερωθεί από το Πρωτοκολλητείο και να εμφανιστεί στη διαδικασία διορίζοντας άλλο δικηγόρο, αν επιθυμούσε, πράγμα που τελικά δεν έπραξε με αποτέλεσμα η αγωγή να οριστεί για απόδειξη και εναντίον της.

 

Στις 26/1/2026, που η αγωγή ήταν ορισμένη για απόδειξη εναντίον της Εναγόμενης 2 και εναντίον του Εναγόμενου 1, δόθηκαν από το κατώτερο Δικαστήριο οδηγίες για καταχώριση συμπληρωματικής ένορκης δήλωσης σε σχέση με το αξιούμενο επιτόκιο. Η εν λόγω συμπληρωματική ένορκη δήλωση καταχωρήθηκε στις 6/3/2026 και η υπόθεση ορίστηκε εκ νέου για απόδειξη στις 9/3/2026.

 

Στις 9/3/2026 το πρωτόδικο Δικαστήριο αφού ενημερώθηκε για την καταχώριση της συμπληρωματικής ένορκης δήλωσης, δεν ζήτησε οποιαδήποτε διευκρίνιση ούτε εξέφρασε οποιαδήποτε νομική ή πραγματική αμφιβολία ή αντίρρηση σε σχέση με τα αιτούμενα διατάγματα στην παράγραφο 20(II) της Έκθεσης Απαίτησης αναφορικά με την εξασφάλιση του επίδικου ακινήτου. Ούτε όρισε την υπόθεση για ακρόαση ή τελική αγόρευση για να ενημερωθούν οι Αιτητές για την οποιαδήποτε τυχόν νομική ή πραγματική αμφιβολία ή αντίρρηση του Δικαστηρίου επί των εν λόγω διαταγμάτων, αλλά προχώρησε στην έκδοση της προσβαλλόμενης Απόφασης, χωρίς να είναι αυτή αιτιολογημένη και αφήνοντας τους Αιτητές εξ απίνης, στερώντας τους του δικαιώματος ακροάσεως ή τελικής αγόρευσης ή προώθησης των θέσεων τους επί των εν λόγω διαταγμάτων.

 

Επανέρχομαι στους Λόγους επί των οποίων βασίζεται το αίτημα, όπως αυτοί εξειδικεύονται στην Έκθεση.

 

(Α) Παράβαση κανόνων/αρχών Φυσικής Δικαιοσύνης

 

Η προσβαλλόμενη Απόφαση σε σχέση με το μέρος που αφορά τα αιτούμενα Διατάγματα στην παράγραφο 20(ΙΙ) της Έκθεσης Απαίτησης ελήφθη κατά παράβαση των αρχών Φυσικής Δικαιοσύνης, αφού οι Αιτητές στερήθηκαν του δικαιώματος ακροάσεως ή και τελικής αγόρευσης ή και προώθησης των θέσεων και ισχυρισμών τους ενώπιον του κατώτερου Δικαστηρίου.

(Β) Παράβαση του Άρθρου 28 και 30 του Συντάγματος και του Άρθρου 6 της ΕΣΔΑ

 

Η προσβαλλόμενη Απόφαση ελήφθη κατά παράβαση του Άρθρου 30.3 του Συντάγματος για την παρουσίαση της υπόθεσης των Αιτητών ενώπιον του Δικαστηρίου και του Άρθρου 30.2 του Συντάγματος και του              Άρθρου 6 της ΕΣΔΑ για δίκαιη δίκη ενώπιον αμερόληπτου Δικαστηρίου, καθώς και του Άρθρου 28 του Συντάγματος για την ισότητα όλων ενώπιον του νόμου και της δικαιοσύνης, αφού οι Αιτητές στερήθηκαν του δικαιώματος ακροάσεως ή και τελικής αγόρευσης ή και προώθησης των θέσεων και ισχυρισμών τους ενώπιον του κατώτερου Δικαστηρίου.

 

(Γ) Υπέρβαση δικαιοδοσίας

 

Η προσβαλλόμενη Απόφαση ελήφθη καθ’ υπέρβαση της δικαιοδοσίας του Δικαστηρίου εφόσον ελήφθη κατά παράβαση των αρχών της Φυσικής Δικαιοσύνης και οι Αιτητές στερήθηκαν του δικαιώματος ακροάσεως.

 

(Δ) Έκδηλη νομική πλάνη

 

Η προσβαλλόμενη Απόφαση ελήφθη κατά έκδηλη νομική πλάνη σε σχέση με την ερμηνεία και εφαρμογή του Άρθρου 92 του περί Πολιτικής Δικονομίας Νόμου, Κεφ. 6 και των υποθέσεων του Ανωτάτου Δικαστηρίου στις οποίες το κατώτερο Δικαστήριο παρέπεμψε.

 

Ο ευπαίδευτος συνήγορος των Αιτητών προώθησε τους πιο πάνω Λόγους με γραπτή αγόρευση.

 

Έχω διεξέλθει με προσοχή την προσβαλλόμενη Απόφαση του κατώτερου Δικαστηρίου καθώς και ό,τι οι Αιτητές έχουν θέσει ενώπιόν μου.

 

Να υπενθυμίσω κατ' αρχάς ότι σύμφωνα με πάγια και διαχρονική νομολογία τα Προνομιακά Διατάγματα χορηγούνται κατ' εξαίρεση, εφόσον αποτελούν προνόμιο και αντλούν την υπόσταση τους από το κατάλοιπο της εξουσίας για έλεγχο των κατώτερων Δικαστηρίων.

 

Άδεια για καταχώριση αίτησης για έκδοση Προνομιακού Εντάλματος παρέχεται όπου αποκαλύπτεται εκ πρώτης όψεως συζητήσιμη υπόθεση και διαφαίνεται από το πρακτικό του κατώτερου Δικαστηρίου έλλειψη ή υπέρβαση δικαιοδοσίας, έκδηλη νομική πλάνη, δόλος, προκατάληψη και μη τήρηση των κανόνων της Φυσικής Δικαιοσύνης (βλ. Αίτηση του Κωνσταντινίδη (2003) 1 Α.Α.Δ. 1298 και Perrella (Αρ. 2) (1995)                   1 Α.Α.Δ. 692).

 

Περαιτέρω, ακόμη και αν υπάρχει εκ πρώτης όψεως συζητήσιμη υπόθεση, άδεια δεν δίδεται όπου προσφέρεται εναλλακτικό ένδικο μέσο ή θεραπεία, που συνήθως είναι αυτό της έφεσης, οι δε εξαιρετικές περιστάσεις για να παρακαμφθεί ο πιο πάνω κανόνας θα πρέπει να καταδεικνύεται με επάρκεια ότι συντρέχουν (βλ. Hellenger Trading Ltd (2000) 1 Α.Α.Δ. 1965, Base Metal Trading Ltd v. Fastact Developments Ltd κ.ά. (2004) 1 Α.Α.Δ. 1535 και Τράπεζα Κύπρου Δημόσια Εταιρεία Λτδ κ.ά. (2012) 1 Α.Α.Δ. 878).

 

Έχει πλειστάκις αναφερθεί στη νομολογία ότι είναι στους ώμους του αιτητή το βάρος να καταδείξει συζητήσιμη υπόθεση. Ενδιαφέρει η νομιμότητα των ελεγχόμενων ενεργειών, αφού δεν μπορεί αντικείμενο της παρούσας διαδικασίας να είναι η ορθότητα, ούτε ο τρόπος άσκησης της διακριτικής ευχέρειας του Δικαστηρίου (βλ. Γενικός Εισαγγελέας (Αρ. 3) (1993)              1 Α.Α.Δ. 42, Global Consolidation Public Ltd (2006) 1 Α.Α.Δ. 464 και Marewave Shipping & Trading Company Ltd (1992) 1 Α.Α.Δ. 116).

 

Στην υπό συζήτηση περίπτωση πλείστοι Λόγοι περιστρέφονται γύρω από τη θέση ότι αποτελεί αποστέρηση των Κανόνων Φυσικής Δικαιοσύνης το ότι το κατώτερο Δικαστήριο δεν ζήτησε, από τους Αιτητές, πριν την έκδοση της Απόφασης του, διευκρινήσεις αναφορικά με το μέρος της Αγωγής τους που αφορούσε στην έκδοση Διαταγμάτων και, ειδικότερα, σε σχέση με τα Διατάγματα που οι Αιτητές αξίωναν στην παράγραφο 20(ΙΙ) της Έκθεσης Απαίτησης.

 

Ενώπιον του κατώτερου Δικαστηρίου είχε τεθεί, στο πλαίσιο αίτησης για απόφαση, το μαρτυρικό υλικό που υποστήριζε την αίτηση, ήτοι ένορκες δηλώσεις στις οποίες επισυνάπτονταν σχετικά τεκμήρια. Το κατώτερο Δικαστήριο, αφού εξέτασε την αίτηση στη βάση του εν λόγω μαρτυρικού υλικού που είχε τεθεί ενώπιον του και έχοντας ενώπιον του τις αξιώσεις και τα αιτητικά που οι Αιτητές διεκδικούσαν μέσω της Έκθεσης Απαίτησης που είχαν καταχωρίσει, εξέδωσε απόφαση χορηγώντας τις θεραπείες που, για τους λόγους που εξήγησε στην απόφαση του, βρήκε δικαιολογημένες.

 

Έχοντας οι Αιτητές θέσει, ενώπιον του κατώτερου Δικαστηρίου, τα πιο πάνω δεν μπορούν να επικαλούνται παράβαση των αρχών της Φυσικής Δικαιοσύνης στη βάση του ότι το Δικαστήριο, πριν να εκδώσει την Απόφαση του, δεν ζήτησε από αυτούς οποιεσδήποτε διευκρινήσεις. Είναι σαφές ότι τέτοια υποχρέωση, από πλευράς Δικαστηρίου, δεν υφίστατο. Εναπόκειτο στο Δικαστήριο, με βάση τα όσα είχαν τεθεί ενώπιον του από μέρους των Αιτητών, να κρίνει και να αποφασίσει ποια Διατάγματα και ποιες θεραπείες θα μπορούσαν να εκδοθούν.

 

Όλες δε οι αυθεντίες τις οποίες οι Αιτητές επικαλούνται ως προς το ζήτημα της παραβίασης των αρχών Φυσικής Δικαιοσύνης, ουδεμία απολύτως σχέση και ουδεμία απολύτως εφαρμογή έχουν στα περιστατικά της υπό κρίση περίπτωσης.

 

Αν οι Αιτητές θεωρούν ότι η Απόφαση του κατώτερου Δικαστηρίου είναι λανθασμένη δεν είναι αυτό ζήτημα που ελέγχεται μέσω του Προνομιακού Εντάλματος Certiorari. Όπως έχει νομολογηθεί, τυχόν λανθασμένη ερμηνεία του Νόμου από πλευράς του Δικαστηρίου ασφαλώς και δεν ενεργοποιεί την εφεδρεία αυτής της δικαιοδοσίας του Ανωτάτου Δικαστηρίου προς έκδοση Προνομιακών Ενταλμάτων. Μια προνομιακή διαδικασία, ως η υπό συζήτηση, δεν συνιστά υποκατάστατο της δευτεροβάθμιας διαδικασίας και μέσο για τον έλεγχο της ορθότητας των αποφάσεων των κατώτερων Δικαστηρίων. Ούτε μπορεί να αφεθεί να χρησιμοποιηθεί ως έφεση υπό μεταμφίεση.

 

Όπως τονίσθηκε στην υπόθεση Αναφορικά με την Αίτηση του Γενικού Εισαγγελέα της Δημοκρατίας (Αρ. 2) (1997) 1Β Α.Α.Δ. 925, 935: 

 

«Αντικείμενο της διαδικασίας δεν είναι ο έλεγχος της ορθότητας μιας απόφασης αλλά της νομιμότητας της. Δεν τίθεται ζήτημα αντικατάστασης της άποψης που διαμόρφωσε το κατώτερο Δικαστήριο, αναφορικά με ζήτημα που αποφάσισε στα πλαίσια της δικαιοδοσίας του, με εκείνη του Ανωτάτου Δικαστηρίου. Δεν εκδίδεται ένταλμα Certiorari ως μανδύας μεταμφιεσμένης έφεσης. Ούτε και μπορεί να χρησιμοποιείται η διαδικασία για την έκδοση τέτοιου διατάγματος προκειμένου να γίνει επανακρόαση του ζητήματος που εγέρθηκε. Και δεν είναι επιτρεπτό να εκδίδεται ένταλμα Certiorari προκειμένου να υπαγορευθεί σε Δικαστήριο ο τρόπος με τον οποίο θα πρέπει να αποφασιστεί ζήτημα που εμπίπτει στη δικαιοδοσία του ή ακόμα ο τρόπος που θα ασκήσει τη διακριτική του εξουσία. (Βλέπε Re Mareware Shipping, Αίτηση 6/92/24.1.92 και Τζεννάρο Περέλλα, Πολιτική 'Εφεση 9169/18.7.95)

 

 

Όσα εκτίθενται, με όλο το σεβασμό, δεν καταδεικνύουν ούτε παράβαση αρχών Φυσικής Δικαιοσύνης, ούτε έκδηλη νομική πλάνη, ούτε υπέρβαση εξουσίας. Εν προκειμένω, στην πραγματικότητα ό,τι επιδιώκεται, υπό το μανδύα της προνομιακής θεραπείας, είναι ο έλεγχος της ορθότητας της απόφασης και αντικατάσταση της κρίσης που είτε ορθά, είτε λανθασμένα διαμόρφωσε το κατώτερο Δικαστήριο. Όπως αναφέρεται στη νομολογία, τυχόν λανθασμένη ερμηνεία νόμου ή λανθασμένη αντίληψη του Δικαστηρίου δεν ελέγχεται με Προνομιακό Ένταλμα Certiorari, αλλά ελέγχεται ως προς την ορθότητα της με το ένδικο μέσο της έφεσης (βλ. Πέτρου Αρτέμη: Προνομιακά Εντάλματα, σελ. 127-128, Αίτηση της Μουστερή κ.ά., Πολιτική Αίτηση Αρ. 150/2017, ημερ. 24/10/2017, ECLI:CY:AD:2017:D367, Αίτηση της Content Union S.A., Πολιτική Αίτηση Αρ. 64/2018, ημερ. 11/6/2018, ECLI:CY:AD:2018:D286 και Αίτηση Γενικού Εισαγγελέα, Πολιτική Αίτηση Αρ. 24/2020, ημερ. 10/3/2020, ECLI:CY:AD:2020:D96). Το κατάλοιπο εξουσίας δεν αποτελεί μέσο για τον έλεγχο της ορθότητας των αποφάσεων πρωτόδικων Δικαστηρίων και ούτε μπορεί να αφεθεί η διαδικασία να χρησιμοποιηθεί ως έφεση υπό μεταμφίεση (βλ. Marewave Shipping & Trading Company Ltd (1992) 1 Α.Α.Δ. 116, Γενικός Εισαγγελέας (Αρ. 3) (1993) 1 Α.Α.Δ. 42 και Daventree Trustees Ltd (2005) 1(A) Α.Α.Δ. 712).

 

Στα περιστατικά της παρούσας υπόθεσης, κανένας λόγος δεν συντρέχει για να δοθεί άδεια για καταχώριση Αίτησης με Κλήση για την έκδοση Προνομιακού Εντάλματος. 

 

Ως εκ τούτου, η Αίτηση για άδεια απορρίπτεται.

 

 

 

 

 

 

                                               Λ. ΔΗΜΗΤΡΙΑΔΟΥ-ΑΝΔΡΕΟΥ, Δ.


cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο