ΚΥΠΡΟΣ ΧΡΙΣΤΟΔΟΥΛΙΔΗΣ v. G.E. SHOWROOMS LTD, Πολιτική Έφεση Αρ. 279/2016, 4/5/2026
print
Τίτλος:
ΚΥΠΡΟΣ ΧΡΙΣΤΟΔΟΥΛΙΔΗΣ v. G.E. SHOWROOMS LTD, Πολιτική Έφεση Αρ. 279/2016, 4/5/2026

ΑΝΩΤΑΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΚΥΠΡΟΥ

ΔΕΥΤΕΡΟΒΑΘΜΙΑ ΔΙΚΑΙΟΔΟΣΙΑ

(Πολιτική Έφεση Αρ. 279/2016)

  

4 Μαΐου, 2026

                                                     

[ΣΤΑΜΑΤΙΟΥ, Π., ΜΑΛΑΧΤΟΣ, ΕΦΡΑΙΜ, Δ/στές]

 

ΚΥΠΡΟΣ ΧΡΙΣΤΟΔΟΥΛΙΔΗΣ,

Εφεσείων,

                                            

ΚΑΙ

 

G.E. SHOWROOMS LTD,

Εφεσίβλητη.

____________________

 

κ. Θ. Ιωαννίδης για Θεόδωρος Μ. Ιωαννίδης & Σία ΔΕΠΕ, για τον

 Εφεσείοντα.

κ. Α. Μερακλής, για Ανδρέας Μερακλής ΔΕΠΕ, για την

 Εφεσίβλητη.

Εφεσείων παρών.

____________________

 

Η ομόφωνη απόφαση του Δικαστηρίου

 θα δοθεί από τη Σταματίου, Π.

 

­­­____________________

 

 

Α Π Ο Φ Α Σ Η

 

ΣΤΑΜΑΤΙΟΥ, Π.: Με την παρούσα έφεση προσβάλλεται η απόφαση του Δικαστηρίου Ελέγχου Ενοικιάσεων, με την οποία απέρριψε αίτηση του Εφεσείοντα για ακύρωση ή/και παραμερισμό ή/και αναθεώρηση του Διατάγματος ημερ. 24.10.2011, το οποίο εκδόθηκε στο πλαίσιο της Αίτησης Έξωσης υπ΄ αρ. Ε120/2011.

 

Ο Εφεσείων ήταν εγγυητής του ενοικιαστή σε δύο ενοικιαστήρια έγγραφα ημερομηνίας 1.1.1997 και 31.12.1998, που αφορούσαν την ενοικίαση δύο καταστημάτων το καθένα, στα Λατσιά, ιδιοκτησίας της Εφεσίβλητης. Στις 24.10.2011, εκδόθηκε εναντίον του απόφαση, ερήμην, στην υπόθεση Ε120/2011, όπου διατάχθηκε και η έξωση του ενοικιαστή, και επιδικάστηκαν εναντίον του διάφορα ποσά που αφορούσαν καθυστερημένα ενοίκια, ενδιάμεσα οφέλη και κοινόχρηστα μέχρι παράδοσης των καταστημάτων.

 

Στις 31.8.2012 η Εφεσίβλητη καταχώρησε εναντίον του Εφεσείοντα ένταλμα κατάσχεσης κινητής περιουσίας, το οποίο εκτελέστηκε μερικώς και εισπράχθηκε ένα μικρό χρηματικό ποσό μετά από δημόσιο πλειστηριασμό. Επίσης, καταχωρήθηκε εναντίον του Ειδοποίηση Πτώχευσης και, ακολούθως, Αίτηση Πτώχευσης, η οποία κατά την έκδοση της πρωτόδικης απόφασης εκκρεμούσε.

 

Στις 17.4.2013 καταχωρίστηκε Αίτηση, με την οποία ο Εφεσείων αξίωσε ακύρωση, παραμερισμό και αναθεώρηση της εναντίον του απόφασης, θεωρώντας ότι αυτή ήταν λανθασμένη νομικώς και ουσιαστικώς άδικη και ότι λήφθηκε συνεπεία απάτης, ψευδών παραστάσεων ή ουσιώδους λάθους. Αποτέλεσε περαιτέρω ισχυρισμό του Εφεσείοντα ότι η απουσία του δεν οφειλόταν σε οποιαδήποτε παράλειψη, αδιαφορία ή αμέλεια του. Ο ίδιος, μετά την επίδοση της Αίτησης, επισκέφθηκε τον ενοικιαστή, ο οποίος τον διαβεβαίωσε ότι θα διευθετούσε αμέσως το χρέος του και δεν υπήρχε λόγος ανησυχίας και διορισμού δικηγόρου και, ένεκα της μακροχρόνιας φιλίας του με τον ενοικιαστή, πείσθηκε για όσα του είχε αναφέρει. Διόρισε δικηγόρο μόνο όταν του επιδόθηκε η Ειδοποίηση Πτώχευσης και αντιλήφθηκε ότι κάτι σοβαρό συμβαίνει.

 

Αναφέρονται στην αίτηση ως λεπτομέρειες των ψευδών παραστάσεων που δόθηκαν από τον ενοικιαστή και την Εφεσίβλητη, ότι το εξ αποφάσεως χρέος και οι υποχρεώσεις του ενοικιαστή είχαν διευθετηθεί και ότι μέχρι την εγκατάλειψη των τεσσάρων καταστημάτων έγιναν εν αγνοία του αλλεπάλληλες τροποποιήσεις των «ενοικιάσεων των καταστημάτων».

 

Η Εφεσίβλητη καταχώρησε Απάντηση με την οποία προέβαλε, μεταξύ άλλων, ότι η αίτηση ήταν παράτυπη και παράνομη και στόχο είχε την καθυστέρηση της υπόθεσης, λόγω της εκκρεμότητας της αίτησης πτώχευσης και πως οι λόγοι που προβλήθηκαν για την μη καταχώρηση εμφάνισης δεν ήταν πειστικοί, ούτε ανταποκρίνονταν στην πραγματικότητα.

 

Κατά την ακρόαση της αίτησης, δόθηκε μαρτυρία από τον Εφεσείοντα και τον διευθυντή της Εφεσίβλητης. Το πρωτόδικο Δικαστήριο δεν αποδέχθηκε τη μαρτυρία του Εφεσείοντα και παρατήρησε ότι η υπόθεση αποτελούσε «μία απέλπιδα προσπάθεια να γλυτώσει από τα διάφορα μέτρα εκτέλεσης και όχι προσπάθεια να παραμερίσει την εναντίον του απόφαση», επειδή πληρούντο οι προϋποθέσεις του Νόμου. Από την άλλη, αποδέχτηκε τη μαρτυρία του διευθυντή της Εφεσίβλητης και δεν ικανοποιήθηκε ότι η Εφεσίβλητη εξαπάτησε ή παραπλάνησε τον Εφεσείοντα ή ότι προέβη σε ψευδείς παραστάσεις προς τον Εφεσείοντα.

 

Στην Αίτηση δεν γινόταν αναφορά σε οποιαδήποτε νομική βάση. Το πρωτόδικο Δικαστήριο την εξέτασε στη βάση των προνοιών του άρθρου 6 του περί Ενοικιοστασίου Νόμου του 1983, Ν.23/83 (στο εξής «ο Νόμος»), το οποίο του παρέχει εξουσία, σε συγκεκριμένες περιπτώσεις, να αναθεωρήσει, τροποποιήσει ή ακυρώσει απόφαση του. Σημείωσε, περαιτέρω, ότι σε τέτοιες περιπτώσεις, δεν ελέγχεται το κατά πόσο το Δικαστήριο ορθά εφάρμοσε το Νόμο, ορθά αξιολόγησε τη μαρτυρία ή έλαβε υπόψη όλα όσα έπρεπε να ληφθούν υπόψη, θέματα που εμπίπτουν στη δικαιοδοσία του Εφετείου, σε περίπτωση καταχώρισης έφεσης. Εξέτασε στη συνέχεια τα εδάφια (β), (γ) και (δ) του άρθρου 6, επί των οποίων εδράζονταν οι ισχυρισμοί του Εφεσείοντα και, αφού κατέληξε ότι κανένα από αυτά δεν εφαρμοζόταν στην παρούσα περίπτωση, απέρριψε την αίτηση.

 

Με επτά λόγους έφεσης αμφισβητείται η ορθότητα της πρωτόδικης απόφασης.

 

Oι λόγοι έφεσης 1, 2 και 6 άπτονται της αξιολόγησης της μαρτυρίας και αναπτύχθηκαν από κοινού στο περίγραμμα αγόρευσης του Εφεσείοντα. Ο Εφεσείων προβάλλει ότι το Δικαστήριο παρέλειψε να εξετάσει εάν υπήρξε ουσιώδες λάθος στην έκδοση της απόφασης καθώς και ότι παρέλειψε να εξετάσει τη θέση που προέβαλε ότι πίστευε ότι το χρέος θα εξοφλείτο από τον ενοικιαστή, δεδομένου μάλιστα ότι ο μοναδικός μάρτυρας της Εφεσίβλητης, στη δική του μαρτυρία, παραδέχθηκε ότι ο Εφεσείων ενδιαφερόταν για την πληρωμή των ενοικίων. Προβάλλεται ακόμη η εισήγηση ότι το Δικαστήριο είχε υποχρέωση να αξιολογήσει την εμπλοκή του μάρτυρα της Εφεσίβλητης στην όλη διαδικασία.

 

Με τον 3ο λόγο έφεσης αμφισβητείται η κρίση του Δικαστηρίου ότι ο Εφεσείων επέδειξε ολιγωρία στην καταχώρηση της αίτησης του. Προβάλλει, συναφώς, ο Εφεσείων ότι η μη εμφάνιση του στην υπόθεση θα έπρεπε να αξιολογηθεί σε συνάρτηση με τις ψευδείς παραστάσεις και τα άλλα γεγονότα που σχετίζονταν με την παράλειψη του να εμφανιστεί στο Δικαστήριο, όταν του επιδόθηκε η αρχική αίτηση. Προς τούτο, παραπέμπει στην επικοινωνία που είχε μετά την επίδοση με τον ενοικιαστή, ο οποίος τον καθησύχαζε ότι δεν συντρέχει λόγος ανησυχίας και ότι δεν χρειαζόταν να διορίσει δικηγόρο, καθότι θα διευθετούσε άμεσα το χρέος του και ότι, λόγω της μακροχρόνιας φιλίας τους, πείσθηκε περί τούτου. Αντιλήφθηκε, περί της σοβαρότητας της κατάστασης όταν του επιδόθηκε η ειδοποίηση πτώχευσης.

 

Με τους λόγους έφεσης 4, 5 και 7 προβάλλεται ότι η εγγύηση τερματίστηκε όταν έληξε η συμβατική ενοικίαση. Περαιτέρω, το ενοικιαστήριο έγγραφο ήταν άκυρο και παράνομο, λόγω του ότι ο Εφεσείων υπέγραψε ως εγγυητής και μάρτυρας των υπογραφών, καθώς και λόγω του ότι ο ενοικιαστής είχε εγκαταλείψει το ένα κατάστημα.

 

Ο ευπαίδευτος συνήγορος του Εφεσείοντα, κατά τη συζήτηση της έφεσης, επικέντρωσε την επιχειρηματολογία του στο εδάφιο (β) του άρθρου 6 και, συγκεκριμένα, στο ότι υπήρξε ουσιώδες λάθος από το Δικαστήριο που εξέδωσε την απόφαση εναντίον του Εφεσείοντα στην Αίτηση υπ΄ αρ. 120/2011, προβάλλοντας ότι, σε περίπτωση που γίνει αποδεκτή η θέση του Εφεσείοντα επί τούτου, δεν απαιτείται η εξέταση οποιουδήποτε άλλου λόγου έφεσης. Συγκεκριμένα, προέβαλε ότι αποτελούσε κοινώς αποδεκτό γεγονός ότι το ένα κατάστημα εγκαταλείφθηκε από τον ενοικιαστή, ενώ, για τα υπόλοιπα καταστήματα, υπήρξε αύξηση του ενοικίου και των κοινοχρήστων, η οποία είχε καθοριστεί με διάταγμα του Δικαστηρίου ημερ. 7.12.2009, στην Υπόθεση Κ1/2009, ως αναφέρεται στην εκκαλούμενη απόφαση. Ως εκ τούτου, κατά την εισήγηση, ο ενοικιαστής κατέστη θέσμιος ενοικιαστής και, στη βάση της απόφασης στην Μάντζαλος ν. Μιχαηλίδη κ.ά., Πολ. Έφ. Αρ. 74/2013, ημερ. 14.2.2019, η εγγύηση καταβολής ενοικίου, σε σχέση με συμβατική ενοικίαση, δεν καλύπτει μετέπειτα θέσμια ενοικίαση, εκτός εάν, με ξεκάθαρο τρόπο, προκύπτει τέτοια υποχρέωση από το λεκτικό της συμφωνίας εγγύησης, υποχρέωση που, κατά την εισήγηση, δεν υπάρχει στην παρούσα περίπτωση.

 

Το Δικαστήριο Ελέγχου Ενοικιάσεων έχει εξουσία ακύρωσης, αναθεώρησης ή τροποποίησης διατάγματος ή απόφασης που εξέδωσε, δυνάμει του άρθρου 6 του Νόμου, το οποίο προνοεί τα εξής:

 

«6. Διάταγμα ή απόφαση του Δικαστηρίου δυνάμει του παρόντος Νόμου δύναται κατόπιν αιτήσεως να αναθεωρηθή, να τροποποιηθή ή να ακυρωθή υπό του Δικαστηρίου εις τας ακολούθους περιπτώσεις:

(α) Εις περίπτωσιν καθ’ ην τα γεγονότα της υποθέσεως τα επηρεάζοντα το ζήτημα του ενοικίου μετεβλήθησαν ουσιαστικώς ή εσημειώθη ουσιαστική μεταβολή περιστάσεων από της εκδόσεως του διατάγματος ή αποφάσεως

(β) εις περίπτωσιν καθ’ ην το διάταγμα ή απόφαση επετεύχθη συνεπεία οιασδήποτε απάτης, ψευδών παραστάσεων ή ουσιώδους λάθους

(γ) εις περίπτωσιν καθ’ ην υπάρχει διαθέσιμος νέα μαρτυρία ουσιαστικής φύσεως ήτις δεν ηδύνατο να προσαχθή διά της ασκήσεως ευλόγου επιμελείας όταν το διάταγμα ή απόφαση εξεδόθη

(δ) εις περίπτωσιν καθ’ ην το διάταγμα ή απόφαση εξεδόθη εν τη απουσία του διαδίκου, η απουσία του οποίου δεν ωφείλετο εις οιανδήποτε παράλειψιν ή αμέλειαν εκ μέρους του

(ε) σε περίπτωση κατά την οποία εκδόθηκε διάταγμα έξωσης βάσει του άρθρου 11(1), (στ), (ζ), (η) και ο ιδιοκτήτης μέσα σε εύλογο χρόνο από την παράδοση της κατοχής δεν υλοποίησε τους λόγους της έξωσης.»

 

Αυτό που ουσιαστικά εισηγήθηκε ο ευπαίδευτος συνήγορος του Εφεσείοντα ήταν ότι η απόφαση του Δικαστηρίου να θεωρήσει την εγγύηση δεσμευτική μετά που η ενοικίαση κατέστη θέσμια, συνιστά ουσιώδες λάθος εν τη εννοία του άρθρου 6(β), πιο πάνω.

 

Με βάση τον Καν. 7(β) του περί Ενοικιοστασίου Διαδικαστικού Κανονισμού του 1983 (2/1983) (ο Κανονισμός), σε περιπτώσεις που αφορούν, μεταξύ άλλων, αναθεώρηση διαταγμάτων, χρησιμοποιείται ο Τύπος 2 που προβλέπεται στον Κανονισμό. Πρόκειται για τον τύπο που χρησιμοποιήθηκε στην παρούσα περίπτωση. Συνεπώς, αυτό που εν προκειμένω εξετάζεται, είναι κατά πόσο τα γεγονότα που επικαλείται ο Εφεσείων εμπίπτουν σε κάποια από τις περιπτώσεις που αναφέρονται στο άρθρο 6. Σε αυτό άλλωστε επικεντρώθηκε και ο συνήγορος του Εφεσείοντα κατά την ακρόαση της έφεσης. Δεν πρόκειται για περίπτωση όπου ζητείται παραμερισμός απόφασης δυνάμει της Δ.17 Θ.10 των Θεσμών Πολιτικής Δικονομίας και, συνεπώς, η νομολογία που εφαρμόζεται σε εκείνες τις υποθέσεις δεν τυγχάνει εφαρμογής στην παρούσα.

 

Αιτήσεις που αποσκοπούν στην αναθεώρηση διατάγματος ή απόφασης που εκδόθηκε από το Δικαστήριο Ελέγχου Ενοικιάσεων, σύμφωνα με τον Καν. 7(ζ)(ι) του Κανονισμού, πρέπει να περιλαμβάνουν «λεπτομέρειες του διατάγματος που εκδόθηκε και των γεγονότων που δικαιολογούν την αναθεώρηση του». 

 

Η υπό κρίση αίτηση αφορούσε σε ερήμην απόφαση ημερ. 24.10.2011 που εκδόθηκε εναντίον του Εφεσείοντα, στην Αίτηση αρ. Ε120/11, υπό την ιδιότητα του ως εγγυητή του ενοικιαστή.

 

Στο πλαίσιο της ακρόασης της υπό κρίση αίτησης, καταχωρίστηκε η συντεταγμένη απόφαση (drawn up judgment), χωρίς να δοθεί οποιαδήποτε μαρτυρία από τον Εφεσείοντα ως προς τα γεγονότα που τέθηκαν ενώπιον του Δικαστηρίου όταν θα εκδίδετο η εν λόγω απόφαση. Αναφέρθηκε μόνο από τον διευθυντή της Εφεσίβλητης στη μαρτυρία του, ότι η εν λόγω απόφαση εκδόθηκε μετά την καταχώρηση εκ μέρους του ένορκης δήλωσης, η οποία βασιζόταν στην ένορκη δήλωση που καταχώρησε στις 20.9.2011, όπου είχε καταθέσει ως τεκμήρια τα δύο ενοικιαστήρια έγγραφα που αφορούσαν τα επίδικα καταστήματα.

 

Το «ουσιώδες λάθος», που αναφέρεται στο εδάφιο (β), αφορά σε ουσιώδες λάθος ως προς γεγονός ή γεγονότα που οδήγησαν στην έκδοση της απόφασης κατά την παρουσίαση της υπόθεσης, όπως και οι δύο προηγηθείσες περιπτώσεις της απάτης και των ψευδών παραστάσεων. Δεν αφορά ουσιώδες λάθος του Δικαστηρίου, δηλαδή εσφαλμένη δικαστική κρίση που οδήγησε σε εσφαλμένη απόφαση. Δεν θα μπορούσε άλλωστε το ίδιο Δικαστήριο να αναθεωρήσει την ορθότητα προηγούμενης του απόφασης, δηλαδή να ενεργήσει ως Εφετείο του εαυτού του. Σχετικές είναι οι αποφάσεις στις οποίες παρέπεμψε το πρωτόδικο Δικαστήριο Kennedy Hotels Ltd v. Georghiou (1982) 2 J.S.C. 173 και Savvides v. Boscovits (1965) 1 C.L.R. 116.

 

Το εγειρόμενο ζήτημα τερματισμού της εγγύησης, όταν ο ενοικιαστής καταστεί θέσμιος, αποτελεί ζήτημα νομικό που άπτεται της ορθότητας της ερμηνείας του σχετικού όρου του ενοικιαστηρίου εγγράφου από το Δικαστήριο  και για να αναθεωρηθεί απαιτείται αναθεώρηση της νομικής διάστασης του ζητήματος.  Δεν είναι αυτό όμως που προνοείται στο εδάφιο (β). Τέτοιο ζήτημα θα μπορούσε να εγερθεί με έφεση κατά της απόφασης, όπου τα εγειρόμενα θέματα θα μπορούσαν να αποτελέσουν λόγους έφεσης, όπως έγινε και στην υπόθεση Μάντζαλου, που μας παρέπεμψε ο συνήγορος, όπου το θέμα εξετάστηκε σε έφεση κατά απόφασης του Δικαστηρίου Ελέγχου Ενοικιάσεων. 

 

Περαιτέρω, το ζήτημα επί του οποίου επικεντρώθηκε ο ευπαίδευτος συνήγορος του Εφεσείοντα, κατά την ενώπιον μας ακροαματική διαδικασία, δεν είχε εγερθεί με την αίτηση, δεν είχε αναφερθεί στη μαρτυρία που δόθηκε από τον Εφεσείοντα, ούτε στην αγόρευση του τότε συνηγόρου του και δεν υπάρχει κρίση του πρωτόδικου Δικαστηρίου επί τούτου.

 

Τα πιο πάνω τέθηκαν στον ευπαίδευτο συνήγορο του Εφεσείοντα, κατά την ακρόαση της έφεσης και η θέση του ήταν πως το Δικαστήριο εξέτασε το ζήτημα της ύπαρξης ουσιώδους λάθους στην απόφαση του. Παραθέτουμε το απόσπασμα της απόφασης, όπου το Δικαστήριο ασχολείται με το εδάφιο (β) του άρθρου 6 του Νόμου:

 

«Ψευδείς παραστάσεις ή ουσιώδες λάθος - εδάφιο (β):

 

Το Δικαστήριο καλείται να εξετάσει κατά πόσον η απόφαση στην Ε120/11 εκδόθηκε συνεπεία ψευδών παραστάσεων ή ουσιώδους λάθους από μέρους των Καθ' ων η Αίτηση στην παρούσα. Δεν έχουμε πεισθεί περί τούτου και ο Αιτητής έχει αποτύχει να αποσείσει το βάρος απόδειξης το οποίο φέρει. Σημειώνω ότι σημασία έχει κατά πόσον υπήρξαν ψευδείς παραστάσεις από μέρους των Καθ' ων η Αίτηση, οι οποίοι εξασφάλισαν την απόφαση και όχι από μέρους οποιουδήποτε άλλου προσώπου που δεν είναι διάδικος ενώπιον μας.»

 

 

Δεν διαπιστώνεται να υπάρχει εξέταση του εγειρόμενου ζητήματος, ούτε απόφανση επί τούτου. Ως εκ τούτου, τούτο δεν μπορεί να αποτελέσει αντικείμενο έφεσης.

 

Ως εκ των ανωτέρω, η επιχειρηματολογία που αφορά την ύπαρξη ουσιώδους λάθους στην απόφαση που εκδόθηκε εναντίον του Εφεσείοντα δεν μπορεί να έχει επιτυχή κατάληξη και απορρίπτεται. Παραμένουν οι υπόλοιποι λόγοι έφεσης τους οποίου και θα  εξετάσουμε.

 

Ο Εφεσείων προέβαλε ότι τα γεγονότα της υπόθεσης εμπίπτουν στις πρόνοιες του εδαφίου (β), λόγω του ότι υπήρξαν ψευδείς παραστάσεις εκ μέρους του ενοικιαστή και του ιδιοκτήτη. Ο όρος «ψευδείς παραστάσεις» δεν ερμηνεύεται στο Νόμο και, συνεπώς, θα πρέπει να ερμηνευθεί με βάση τη συνήθη έννοια. Καθοδήγηση μπορεί να αντληθεί από το άρθρο 18 του περί Συμβάσεων Νόμου, Κεφ. 149 (βλ. Sizinos v. Massouris (1982) 1 C.L.R. 752). Στο πλαίσιο του εδαφίου (β) θα πρέπει να καταδειχθεί ότι πρόκειται για απόφαση που λήφθηκε στη βάση κάποιου γεγονότος ή γεγονότων που δεν ανταποκρίνονταν στην πραγματικότητα, χωρίς το πρόσωπο που προέβη στην παράσταση να το γνώριζε. Εν προκειμένω, απαιτείτο μαρτυρία ότι η έκδοση της απόφασης στην Ε120/2011 έγινε στη βάση γεγονότων που δεν ανταποκρίνονταν στην πραγματικότητα.

 

Τα όσα αναφέρονται στην αίτηση ως ψευδείς παραστάσεις αφορούν διαβεβαιώσεις που έδωσε ο ενοικιαστής στον Εφεσείοντα ότι θα διευθετούσε τα οφειλόμενα ενοίκια, καθώς επίσης και ότι έγιναν αλλεπάλληλες τροποποιήσεις των «ενοικιάσεων των καταστημάτων» εν αγνοία του. Από τη μαρτυρία προκύπτει ότι η αναφορά του μάρτυρα της Εφεσίβλητης στη μαρτυρία του ήταν ότι ο Εφεσείων ενδιαφερόταν για τη διευθέτηση της υπόθεσης. Αυτά τα γεγονότα δεν εμπίπτουν στα όσα διαλαμβάνονται στο εδάφιο (β). Για να επιτύχει στην αίτηση του ο Εφεσείων θα έπρεπε να καταδείξει ότι η απόφαση επιτεύχθηκε εναντίον του, συνεπεία των ισχυριζόμενων ψευδών παραστάσεων. Κάτι τέτοιο δεν προβλήθηκε, ούτε με την αίτηση, ούτε με τη μαρτυρία.

 

Ο Εφεσείων, περαιτέρω, εισηγήθηκε ότι η εγγύηση που έδωσε ήταν άκυρη λόγω του ότι ο Εφεσείων υπέγραψε ως εγγυητής και ως μάρτυρας στο ενοικιαστήριο έγγραφο. Ούτε αυτό εγέρθηκε με την αίτηση. Έγινε προσπάθεια τροποποίησης της αίτησης ώστε να συμπεριληφθεί και αυτός ο λόγος, η οποία απορρίφθηκε από το πρωτόδικο Δικαστήριο και η απόφαση του αυτή δεν προσβάλλεται με την παρούσα έφεση.

 

Η απουσία του Εφεσείοντα στη διαδικασία ενώπιον του Δικαστηρίου στην Ε120/2011 πριν την έκδοση της απόφασης, σύμφωνα με τον Εφεσείοντα, ήταν αποτέλεσμα των διαβεβαιώσεων που του έδωσε ο ενοικιαστής. Η μαρτυρία του ότι παραπλανήθηκε και από την Εφεσίβλητη δεν έγινε αποδεκτή από το Δικαστήριο. Το γεγονός ότι ο μάρτυρας της Εφεσίβλητης ανέφερε ότι ο Εφεσείων πίστευε ότι θα του έδινε τα χρήματα που χρωστούσε ο ενοικιαστής ή ότι θα πλήρωνε τα οφειλόμενα ποσά ο ενοικιαστής, δεν μπορεί να εντάξει την υπόθεση στο εδάφιο (δ), ούτε να δικαιολογήσει την απουσία του Εφεσείοντα στη διαδικασία ενώπιον του Δικαστηρίου. Ο Εφεσείων είχε υποχρέωση να βεβαιωθεί ότι ο ενοικιαστής θα τηρούσε την υπόσχεση του, ειδικότερα σε μία διαδικασία που είναι συνοπτική και πρέπει να καταχωριστεί Απάντηση εντός 14 ημερών (Καν. 3(στ)). Εν πάση περιπτώσει, ακόμα και μετά που καταχωρίστηκε το ένταλμα κινητών, δεν προώθησε οποιαδήποτε διαδικασία, παρά μόνο όταν προωθήθηκε εναντίον του η διαδικασία πτώχευσης. Στη βάση των γεγονότων της υπόθεσης, κρίνουμε ορθή την κατάληξη του πρωτόδικου Δικαστηρίου κατά την εξέταση του εδαφίου (δ), την οποία παραθέτουμε:

 

«Είναι πάντα υποχρέωση του ιδίου του διαδίκου να βεβαιώνεται ότι οι προθεσμίες που τάσσονται είτε από το Νόμο και τους Κανονισμούς είτε από το Δικαστήριο, τηρούνται, αφού ο διάδικος είναι υπόλογος για τις προθεσμίες αυτές και είναι υποχρέωση του να δείχνει ενδιαφέρον για το στάδιο στο οποίο ευρίσκεται η υπόθεση του ανά πάσα στιγμή. Είμαστε της άποψης ότι ο σκοπός του νομοθέτη όταν θεσπιζόταν το εδάφιο (δ) ήταν η παροχή ευκαιρίας σε διάδικο να ακυρώσει απόφαση του Δικαστηρίου που εκδόθηκε εναντίον του, όταν αυτός έπραξε ότι ήταν δυνατόν υπό το φως των προσωπικών του περιστάσεων να εμφανιστεί ή εκπροσωπηθεί σε υπόθεση ενώπιον του Δικαστηρίου ή να εξοφλήσει την οφειλή του και αυτό δεν κατέστη δυνατόν, ή όπου ήταν παντελώς αδύνατον ή εξαιρετικά δύσκολο για το διάδικο έστω να λάβει μέτρα ή να προνοήσει για την εμφάνιση ή εκπροσώπηση του ενώπιον του Δικαστηρίου ή την εξόφληση οφειλόμενου ποσού.

 

Πιστεύουμε ότι η κατάληξη μας σε οποιοδήποτε άλλο συμπέρασμα, κυρίως σε υπόθεση ενώπιον τούτου του Δικαστηρίου, θα εγκυμονούσε κινδύνους για την ορθή απονομή της δικαιοσύνης, την έγκαιρη διάγνωση των δικαιωμάτων των διαδίκων και την επίλυση των διαφορών που ανάγονται ενώπιον του Δικαστηρίου, μεθ' όλης της λογικής ταχύτητος, σύμφωνα και με το άρθρο 4 του περί Ενοικιοστασίου Νόμου με το οποίο καθιδρύθηκε το Δικαστήριο τούτο. ……»

 

Το γεγονός ότι, ενώ η εγγύηση του Εφεσείοντα αφορούσε τέσσερα καταστήματα, το ένα από αυτά εν αγνοία του είχε επιστραφεί από τον ενοικιαστή, εξετάστηκε από το Δικαστήριο στο πλαίσιο του εδαφίου (γ). Παραθέτουμε το σχετικό απόσπασμα από την απόφαση:

 

«Δεν έχει καταδειχθεί ενώπιον μας νέα οποιαδήποτε μαρτυρία ουσιαστικής φύσεως, η οποία δεν μπορούσε με εύλογη επιμέλεια να παρουσιαστεί όταν εκδόθηκε η απόφαση εναντίον του Αιτητή στην παρούσα. Αναφορικά με τη διαφοροποίηση των ενοικιάσεων με την αφαίρεση υποστατικών από τα ενοικιασθέντα, δεν έχουμε πεισθεί αφενός ότι δεν μπορούσε να παρουσιαστεί ενώπιον μας πριν την έκδοση της απόφασης με την άσκηση εύλογης επιμέλειας από μέρους του Αιτητή στην παρούσα και αφετέρου, δεν έχουμε πεισθεί ότι το θέμα αυτό δεν είχε τεθεί ενώπιον του Δικαστηρίου ούτως ή άλλως, από τους Καθ' ων η Αίτηση στην παρούσα πριν την έκδοση της απόφασης. Αντίθετα, από τα Τεκμήριο 4, 5 και 6, φαίνεται ότι οι Καθ' ων η Αίτηση στην παρούσα, είχαν απαίτηση μόνο για τα τρία καταστήματα από τα αρχικώς τέσσερα που είχαν ενοικιαστεί.…»

 

Δεν διαπιστώνουμε λάθος στην πιο πάνω προσέγγιση έτσι ώστε να απαιτείται η παρέμβαση μας.

 

Εν κατακλείδι, τα γεγονότα που τέθηκαν με την αίτηση και τη μαρτυρία ενώπιον του πρωτόδικου Δικαστηρίου δεν ήταν ικανά να εντάξουν την υπόθεση του Εφεσείοντα σε οποιοδήποτε από τα εδάφια του άρθρου 6 και ορθά η αίτηση απορρίφθηκε από το Δικαστήριο. Τα όσα ο Εφεσείων ισχυρίζεται περί τερματισμού της εγγύησης του αποτελούν ζητήματα που θα μπορούσαν να εξεταστούν σε περίπτωση καταχώρησης έφεσης.

 

Υπό το φως των πιο πάνω, η έφεση απορρίπτεται, με €2.000 έξοδα, πλέον ΦΠΑ, εάν υπάρχει υπέρ της Εφεσίβλητης.

 

 

ΣΤΑΜΑΤΙΟΥ, Π.

 

 

ΜΑΛΑΧΤΟΣ, Δ.

 

 

ΕΦΡΑΙΜ, Δ.

 

 

/ΧΤΘ


cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο