ΑΝΑΦΟΡΙΚΑ ΜΕ ΤΗΝ ΑΙΤΗΣΗ ΤΗΣ ΕΤΑΙΡΕΙΑΣ PAG MOTORS LTD, HE375547, ΓΙΑ ΤΗΝ ΕΚΔΟΣΗ ΠΡΟΝΟΜΙΑΚΟΥ ΕΝΤΑΛΜΑΤΟΣ CERTIORARI, Αρ. Αίτησης 101/2026, 4/6/2026
print
Τίτλος:
ΑΝΑΦΟΡΙΚΑ ΜΕ ΤΗΝ ΑΙΤΗΣΗ ΤΗΣ ΕΤΑΙΡΕΙΑΣ PAG MOTORS LTD, HE375547, ΓΙΑ ΤΗΝ ΕΚΔΟΣΗ ΠΡΟΝΟΜΙΑΚΟΥ ΕΝΤΑΛΜΑΤΟΣ CERTIORARI, Αρ. Αίτησης 101/2026, 4/6/2026

ΑΝΩΤΑΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΚΥΠΡΟΥ

ΠΡΩΤΟΒΑΘΜΙΑ ΔΙΚΑΙΟΔΟΣΙΑ

i-justice

Αρ. Αίτησης 101/2026

 

4 Ιουνίου 2026

 

[Χ. ΜΑΛΑΧΤΟΣ, Δ.]

 

ΑΝΑΦΟΡΙΚΑ ΜΕ ΤΟ ΑΡΘΡΟ 155.4 ΤΟΥ ΣΥΝΤΑΓΜΑΤΟΣ ΚΑΙ ΤΑ ΑΡΘΡΑ 3 ΚΑΙ 9 ΤΟΥ ΠΕΡΙ ΑΠΟΝΟΜΗΣ ΤΗΣ ΔΙΚΑΙΟΣΥΝΗΣ (ΠΟΙΚΙΛΑΙ ΔΙΑΤΑΞΕΙΣ) ΝΟΜΟΥ ΤΟΥ 1964, ΩΣ ΤΡΟΠΟΠΟΙΗΘΗΚΕ

 

ΚΑΙ

 

ΑΝΑΦΟΡΙΚΑ ΜΕ ΤΟΝ ΠΕΡΙ ΑΝΩΤΑΤΟΥ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟΥ (ΔΙΚΑΙΟΔΟΣΙΑ ΕΚΔΟΣΗΣ ΕΝΤΑΛΜΑΤΩΝ ΠΡΟΝΟΜΙΑΚΗΣ ΦΥΣΕΩΣ) ΔΙΑΔΙΚΑΣΤΙΚΟ ΚΑΝΟΝΙΣΜΟ ΤΟΥ 2018

 

ΚΑΙ

 

ΑΝΑΦΟΡΙΚΑ ΜΕ ΤΗΝ ΑΙΤΗΣΗ ΤΗΣ ΕΤΑΙΡΕΙΑΣ PAG MOTORS LTD, HE375547, ΓΙΑ ΤΗΝ ΕΚΔΟΣΗ ΠΡΟΝΟΜΙΑΚΟΥ ΕΝΤΑΛΜΑΤΟΣ CERTIORARI

 

ΚΑΙ

 

ΑΝΑΦΟΡΙΚΑ ΜΕ ΤO ΕΝΤΑΛΜΑ ΕΡΕΥΝΑΣ ΗΜΕΡΟΜΗΝΙΑΣ 26/02/2026, ΤΟ ΟΠΟΙΟ ΕΚΔΟΘΗΚΕ ΑΠΟ ΤΟ ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΟ ΛΕΥΚΩΣΙΑΣ, ΓΙΑ ΤΟ ΓΡΑΦΕΙΟ ΚΑΙ ΥΠΟΣΤΑΤΙΚΟ ΤΗΣ ΕΤΑΙΡΕΙΑΣ PAG MOTORS LTD, HE375547, ΣΤΟΝ ΚΥΡΙΟ ΔΡΟΜΟ ΑΣΤΡΟΜΕΡΙΤΗ-ΤΡΟΟΔΟΥΣ ΣΤΗΝ ΕΥΡΥΧΟΥ (ΛΕΩΦΟΡΟΣ ΜΑΡΚΟΥ ΔΡΑΚΟΥ, 2WV4+M6F, 2831, ΕΥΡΥΧΟΥ), ΣΤΗ ΒΑΣΗ ΤΗΣ ΕΝΟΡΚΗΣ ΔΗΛΩΣΗΣ ΤΗΣ ΑΣΤ.3841 ΑΝΤΡΗΣ ΑΝΑΞΑΓΟΡΑ ΤΟΥ ΤΑΕ (Ε) ΑΡΧΗΓΕΙΟΥ ΑΣΤΥΝΟΜΙΑΣ, ΔΥΝΑΜΕΙ ΤΟΥ ΠΕΡΙ ΠΟΙΝΙΚΗΣ ΔΙΚΟΝΟΜΙΑΣ ΝΟΜΟΥ, ΚΕΦ.155, ΑΡΘΡΑ 27, 28 ΚΑΙ 29

 

____________________

 

Β. Ακάμας για Βίκτωρ Φ. Ακάμας Δ.Ε.Π.Ε. για την Αιτήτρια εταιρεία.

 

Θ. Παπακυριακού (κα) με Μ. Κωνσταντίνου (κα), εκ μέρους του Γενικού Εισαγγελέα της Δημοκρατίας, για την Καθ΄ης η αίτηση.

 

___________________

 

Α Π Ο Φ Α Σ Η

  

    ΜΑΛΑΧΤΟΣ, Δ.:  Η Αιτήτρια εταιρεία ζητά την έκδοση προνομιακού εντάλματος Certiorari για ακύρωση του εντάλματος έρευνας του γραφείου/υποστατικού της στην Ευρύχου, το οποίο εκδόθηκε στις 26.2.2026 από Δικαστή του Επαρχιακού Δικαστηρίου Λευκωσίας, το κατώτερο Δικαστήριο, στην έκταση που εξουσιοδοτούσε να ανευρεθεί, κατασχεθεί και μεταφερθεί ενώπιον Δικαστηρίου «οτιδήποτε άλλο σχετίζεται με τα υπό διερεύνηση αδικήματα». 

    Στο ένταλμα, γινόταν περιγραφή αριθμού εγγράφων των οποίων η παραλαβή εξουσιοδοτείτο και στη συνέχεια ακολουθούσε η επίμαχη φράση «καθώς και οτιδήποτε άλλο σχετίζεται με τα υπό διερεύνηση αδικήματα».  Αναφορικά με τα έγγραφα που περιγράφονταν στο ένταλμα δεν χορηγήθηκε άδεια (PAG MOTORS LTD, Πολ. Αίτ. Αρ.74/2026, ημερ.15.4.2026) και σε αυτή του την έκταση το ένταλμα δεν είναι υπό έλεγχο.

 

    Το αδίκημα το οποίο διερευνούσε η Αστυνομία ήταν αυτό της νομιμοποίησης εσόδων από παράνομες δραστηριότητες, κατά παράβαση του περί της Παρεμπόδισης και Καταπολέμησης της Νομιμοποίησης Εσόδων από Παράνομες Δραστηριότητες Νόμου του 2007, Ν.188(I)/2007, με την εμπλοκή της Αιτήτριας και του Π.Μ. διευθυντή και «ιδιοκτήτη» της. 

 

    Οι περιστάσεις, όπως περιγράφονταν στον αστυνομικό όρκο, είναι οι ακόλουθες:

 

    Η πρώτη πληροφορία λήφθηκε από την Αστυνομία στις 10.12.2024.  Συνίστατο σε μαρτυρία ότι ο Π.Μ. είχε στην κατοχή του αρκετά χρήματα σε μετρητά, τόσο στην κατοικία, όσο και στο υποστατικό της Αιτήτριας και, κατ’ ομολογία του Π.Μ. στον πληροφοριοδότη, μπορούσε να δανείσει μέχρι δύο εκατομμύρια ευρώ.  Ο πληροφοριοδότης είχε αναφέρει ότι τα χρήματα προέρχονταν από παράνομες δραστηριότητες, όπως τοκογλυφία και αγοραπωλησία κλοπιμαίων οχημάτων από την Αγγλία, χωρίς ωστόσο να αποκαλύπτεται στον αστυνομικό όρκο σχετική προς τούτο μαρτυρία.

 

    Στις 14.1.2025 λήφθηκε νέα πληροφορία, ότι στους τραπεζικούς λογαριασμούς της Αιτήτριας, του Π.Μ. και της συζύγου του είχαν, κατά καιρούς, κατατεθεί αρκετές επιταγές, προερχόμενες από ασφαλιστικές εταιρείες, για σημαντικά χρηματικά ποσά.  Η ίδια πληροφορία ανέφερε ότι ο Π.Μ. ήταν αναμεμειγμένος σε υποθέσεις εξαπάτησης ασφαλιστικών εταιρειών και απόσπασης χρημάτων με εικονικά δυστυχήματα, και πάλι, χωρίς να αποκαλύπτεται στον αστυνομικό όρκο σχετική προς τούτο μαρτυρία.

 

    Στη βάση των πιο πάνω, εκδόθηκαν στις 20.1.2025 εντάλματα έρευνας του επίδικου γραφείου/υποστατικού της Αιτήτριας και δύο κατοικιών του Π.Μ..  Τα εντάλματα εκτελέστηκαν την επομένη.  Εντοπίστηκε και παραλήφθηκε από την κατοικία του Π.Μ. ποσό €243.950 σε μετρητά.  Είχαν τότε παρουσιαστεί από τον Π.Μ., τη σύζυγο και το υιό του γραπτές δηλώσεις αναφορικά με την προέλευση των μετρητών.  Το ποσό κατακρατείται δυνάμει διατάγματος δήμευσης που, όπως αναφέρεται, εκδόθηκε στις 5.3.2025.  Τα εντάλματα έρευνας ημερ.20.1.2025 ακυρώθηκαν από το Ανώτατο Δικαστήριο, για λόγο που δεν αφορούσε στην ουσία τους.

 

    Το επόμενο βήμα στην υπόθεση ήταν η έκδοση στις 12.3.2025 διατάγματος αποκάλυψης τραπεζικών και άλλων δεδομένων.  Όλα τα δεδομένα που είχαν ζητηθεί παραλήφθηκαν και διενεργήθηκε οικονομική έρευνα από εξειδικευμένο, όπως αναφέρεται, λογιστή της Αστυνομίας.  Διαπιστώθηκε ότι στις οικονομικές καταστάσεις της Αιτήτριας, παρουσιάζεται ο Π.Μ. να έχει κατά την 31.12.2018 «πιστωτικό υπόλοιπο τρεχούμενου λογαριασμού μετόχου» ύψους €130.293.  Κατά τον λογιστή της Αστυνομίας, αυτό σημαίνει ότι από 31.10.2017 που ιδρύθηκε η εταιρεία ο Π.Μ. την χρηματοδότησε με το ποσό αυτό.  Κατά την 31.12.2019, το πιστωτικό υπόλοιπο είχε ανεβεί στις €550.024, από περαιτέρω χρηματοδότηση ύψους €419.731.  Όπως διαπιστώθηκε, δεν φαινόταν να δικαιολογείται η προέλευση των χρημάτων αυτών.  Σύμφωνα δε με πρόχειρες οικονομικές καταστάσεις από τον Έφορο Εταιρειών, η χρηματοδότηση της Αιτήτριας από 31.10.2017 μέχρι 31.12.2020 ανέρχεται σε €744.616 χωρίς να δικαιολογείται η προέλευση των χρημάτων αυτών.

 

    Από 31.10.2017 μέχρι 31.12.2018 τις οικονομικές καταστάσεις της Αιτήτριας έλεγχε το ελεγκτικό γραφείο Fidescorp Ltd και από 1.1.2019 μέχρι 31.12.2020 το ελεγκτικό γραφείο Intelaudit Ltd.  Λογιστής της Αιτήτριας είναι το λογιστικό γραφείο Fidescorp Ltd.  Σύμφωνα με τον λογιστή της Αστυνομίας, τα ελεγκτικά αρχεία κρατούνται από τα ελεγκτικά γραφεία, ενώ τα λογιστικά αρχεία από το λογιστικό γραφείο Fidescorp Ltd και την ίδια την Αιτήτρια.  Σύμφωνα με τον όρκο, τα αρχεία αναζητούνται ώστε να διαφανεί η φύση της χρηματοδότησης της Αιτήτριας εταιρείας από τον Π.Μ..

 

    Το εγειρόμενο ζήτημα είναι κατά πόσο, στις περιστάσεις της υπόθεσης, εξουσιοδότηση για ανεύρεση και κατάσχεση οποιουδήποτε πράγματος που σχετίζεται με το υπό διερεύνηση αδίκημα, χωρίς αυτό να συγκεκριμενοποιείται, περιγράφεται ή διαφορετικά προσδιορίζεται ήταν νόμιμη.

 

    Το άρθρο 27 του Κεφ.155, δυνάμει του οποίου εκδόθηκε το επίδικο ένταλμα, διαλαμβάνει ότι:

 

«Όταν δικαστής ικανοποιείται με ένορκη έγγραφη δήλωση ότι υπάρχει εύλογη αιτία να πιστεύεται ότι σε οποιοδήποτε τόπο υπάρχει-

 

(α) οτιδήποτε στο οποίο ή σε σχέση με το οποίο διαπράχτηκε ποινικό αδίκημα ή υπάρχει υποψία ότι διαπράχτηκε ή

 

(β) οτιδήποτε για το οποίο υπάρχει εύλογη αιτία να πιστεύεται ότι θα παρέχει απόδειξη ως προς τη διάπραξη ποινικού αδικήματος ή

 

(γ) οτιδήποτε για το οποίο υπάρχει εύλογη αιτία να πιστεύεται ότι προορίζεται να χρησιμοποιηθεί για το σκοπό διάπραξης ποινικού αδικήματος, ο δικαστής δύναται σε οποιοδήποτε χρόνο να εκδώσει ένταλμα (το οποίο αναφέρεται στο νόμο αυτό ως “ένταλμα έρευνας”), που εξουσιοδοτεί το πρόσωπο που κατονομάζεται σε αυτό-

 

(ι) να ερευνήσει τον τόπο αυτό προς ανεύρεση οποιουδήποτε τέτοιου πράγματος και να κατάσχει και μεταφέρει αυτό ενώπιον του Δικαστηρίου από το οποίο εκδόθηκε το ένταλμα έρευνας ή ενώπιον άλλου Δικαστηρίου για να τύχει αυτό μεταχείρισης σύμφωνα με το νόμο και

 

(ιι) ….…………………………………………………………………....»

 

 

    Όπως έχει τονισθεί στη Σύνδεσμος για Πρόληψη της Βίας στα Γήπεδα (1997) 1(Β) Α.Α.Δ. 1014, 1021-3, ένα ένταλμα έρευνας στοχεύει στην ανεύρεση και κατάσχεση πραγμάτων. Προκειμένου δε να εκδοθεί ένταλμα έρευνας δυνάμει του άρθρου 27 του Κεφ. 155, θα πρέπει να στοιχειοθετηθεί η ύπαρξη εύλογης αιτίας συναρτημένης προς τα αντικείμενα για τα οποία επιδιώκεται η ανεύρεση ώστε να τεκμηριώνεται η απαραίτητη δικαιοδοτικής φύσεως προϋπόθεση.

 

    Στη Χρυσάνθου κ.ά. (Αρ.2) (2008) 1(Β) Α.Α.Δ. 1175, στην οποία παρέπεμψε η εκπρόσωπος του Γενικού Εισαγγελέα, το ένταλμα έρευνας αφορούσε διαμέρισμα στο οποίο, σύμφωνα με τη μαρτυρία, γυναίκα επιδιδόταν σε πορνεία.  Ο Δικαστής που εξέδωσε το ένταλμα είχε ικανοποιηθεί ότι υπήρχε εύλογη αιτία να πιστεύεται ότι στο διαμέρισμα αποκρύπτονται τεκμήρια που σχετίζονται με την πορνεία και το ένταλμα εκδόθηκε για την κατάσχεση τέτοιων πραγμάτων.  Το Ανώτατο Δικαστήριο, στην πρωτόδικη του δικαιοδοσία, αποφάνθηκε ότι ο προσδιορισμός στο ένταλμα των αιτουμένων πραγμάτων, ότι δηλαδή είναι αυτά που σχετίζονται με το συγκεκριμένο αδίκημα της πορνείας, ήταν αρκετός και δεν χρειαζόταν να κατονομάζονται τα πράγματα που αναζητούσε η αστυνομία για να κατάσχει.

 

    Επρόκειτο για περίπτωση που κρίθηκε στη βάση των ιδιαίτερων περιστατικών της, με δεσπόζοντα στοιχεία ότι το αδίκημα το οποίο διερευνούσε η Αστυνομία, διαπραττόταν στο υποστατικό το οποίο επρόκειτο να ερευνηθεί και επομένως η διασύνδεση του χώρου ήταν δεδομένη, ενώ το αδίκημα ήταν τέτοιας φύσης που η διάπραξη του στο χώρο καθιστούσε εύλογο να πιστεύεται ότι συναφή με αυτό πράγματα θα υπήρχαν εκεί.

 

    Στη CBD OIL SHOP LTD, Πολ. Αίτ. Αρ.81/2023, ημερ.11.7.2023, στην οποία επίσης παρέπεμψε η εκπρόσωπος του Γενικού Εισαγγελέα, το ένταλμα έρευνας αφορούσε κατάστημα στο οποίο, σύμφωνα με τη μαρτυρία πωλούνταν φαρμακευτικά σκευάσματα τα οποία περιείχαν κανναβιδιόλη.  Τόσο στην αίτηση της Αστυνομίας, όσο και στο ένταλμα, δεν αναφέρονται συγκεκριμένα αντικείμενα τα οποία αναζητούνται, αλλά η αναφορά ήταν σε «προϊόντα που περιέχουν κανναβιδιόλη».  Κρίθηκε ότι στις περιστάσεις της υπόθεσης, η περιγραφή ήταν επαρκής για να προσδιορίσει τα υπό αναζήτηση πράγματα.

 

    Στην CBD OIL SHOP LTD υπήρχε προσδιορισμός των πραγμάτων που θα κατάσχονταν με αναφορά στο περιεχόμενο τους.  Δεν φαίνεται να ήταν δυνατό να προσδιοριστούν διαφορετικά οι συσκευασίες που θα μπορούσαν να κατασχεθούν και τα μέλη της Αστυνομίας δεν είχαν ευχέρεια να κατάσχουν οτιδήποτε θα μπορούσε να θεωρήσουν σχετικό με τα υπό διερεύνηση αδικήματα, παρά μόνο να διαπιστώσουν ότι οι συσκευασίες περιείχαν κανναβιδιόλη προτού τις κατάσχουν.

 

    Άλλωστε, στην CBD OIL SHOP LTD είχε σημειωθεί από το Ανώτατο Δικαστήριο ότι:

 

«Είναι, βεβαίως, επιβεβλημένο να υπάρχει στο ένταλμα συγκεκριμένη περιγραφή των πραγμάτων και αντικειμένων τα οποία η Αστυνομία μπορεί να εντοπίσει και να παραλάβει στον υπό έρευνα χώρο, ούτως ώστε να μην παρέχεται «ανεπίτρεπτα ευρεία διακριτική εξουσία» ως προς το τι είναι δυνατό να αναζητηθεί και να παραληφθεί (βλ. ERA CYPRUS LTD και Αντρέα Αντωνίου (2008) 1 Α.Α.Δ. 1051).»

 

 

    Στην ERA CYPRUS LTD το ένταλμα έρευνας εκδόθηκε αφού ο Δικαστής που το εξέδωσε είχε ικανοποιηθεί ότι στο γραφείο της εταιρείας δυνατόν να αποκρύπτονταν διάφορα τεκμήρια τα οποία σχετίζονταν με υπόθεση, παράνομης κατοχής και μεταφοράς πυροβόλων όπλων καθώς και εκρηκτικών υλών.  Δόθηκε άδεια στη βάση ότι φαινόταν ότι το ένταλμα ήταν γενικό και αόριστο εφόσον με τον τρόπο που ήταν διατυπωμένο, παρείχε στο πρόσωπο που εξουσιοδοτείτο να διεξαγάγει την έρευνα ανεπίτρεπτα ευρεία διακριτική εξουσία ως προς το τι αυτός θα μπορούσε να αναζητήσει και να παραλάβει. Το ένταλμα, αναφέρθηκε,  δεν περιείχε εκείνα τα βασικά αντικειμενικά κριτήρια τα οποία θα διευκόλυναν τον εντοπισμό και κατάσχεση συγκεκριμένων αντικειμένων.

 

    Γενικά, είναι δύσκολο και ενίοτε αντικειμενικά αδύνατο ο Δικαστής που εκδίδει το ένταλμα έρευνας να έχει ικανοποιηθεί ότι υπάρχει εύλογη αιτία να πιστεύεται ότι στον τόπο που εξουσιοδοτεί να ερευνηθεί υπάρχει οτιδήποτε, που ο ίδιος δεν μπορούσε να προσδιορίσει τί είναι και που η Αστυνομία δεν έχει αναφέρει ότι αναζητεί.  Κατά κανόνα, πρώτα προσδιορίζεται το πράγμα που αναζητείται και μετά διαπιστώνεται κατά πόσο αυτό το πράγμα υπάρχει εύλογη αιτία να πιστεύεται ότι υπάρχει, δηλαδή βρίσκεται, στον τόπο που η εξουσιοδότηση έρευνας αφορά.

 

    Στις περιστάσεις της παρούσας υπόθεσης, τα όσα είχαν από πλευράς ανακριτικού έργου προηγηθεί, καθιστούσαν αχρείαστη και μη αναγκαία την έρευνα για οτιδήποτε άλλο, πέραν των όσων συγκεκριμενοποιήθηκαν στον όρκο.

 

    Εν προκειμένω η φράση «καθώς και οτιδήποτε άλλο σχετίζεται με τα υπό διερεύνηση αδικήματα», θα καθιστούσε περιττή την ίδια την περιγραφή των εγγράφων των οποίων η παραλαβή εξουσιοδοτείτο.  Εφόσον εξουσιοδοτείται η κατάσχεση οποιουδήποτε πράγματος σχετίζεται με το υπό διερεύνηση αδίκημα, σε τι θα αποσκοπούσε ο προηγηθείς προσδιορισμός των πραγμάτων.

 

    Στην απουσία προσδιορισμού του πράγματος η εξουσιοδότηση κατάσχεσης οποιουδήποτε πράγματος που σχετίζεται με το υπό διερεύνηση αδίκημα, ισοδυναμούσε, εν προκειμένω, με εξουσιοδότηση προς τα μέλη της Αστυνομίας που θα εκτελέσουν το ένταλμα να κατάσχουν οτιδήποτε, κατά την δική τους κρίση και όχι του Δικαστή που το εξέδωσε, θεωρούσαν σχετικό με το υπό διερεύνηση αδίκημα.  Η κρίση του οργάνου που εκτελεί ένα ένταλμα έρευνας είναι στοιχείο αναπόσπαστο της έρευνας.  Όμως, την κρίση του ασκεί για να αναγνωρίσει κατά πόσο κάποιο πράγμα που ανευρίσκει ανταποκρίνεται σε αυτό που το ένταλμα εξουσιοδοτεί να κατασχεθεί.  Ό,τι η εκτέλεση εντάλματος έρευνας, ως προς την κατάσχεση που γίνεται, υπόκειται σε δικαστικό έλεγχο, όπως διαλαμβάνεται στο άρθρο 32 του Κεφ.155,[1] δεν επιτρέπει παρέκκλιση από τις προϋποθέσεις που τίθενται στο άρθρο 27 του Κεφ.155.

    Σχετική με ένα υπό διερεύνηση αδίκημα είναι, στην κατάλληλη περίπτωση, και η συναφής αλληλογραφία.  Η κατάσχεση της που δεν θα ήταν νόμιμο να εξουσιοδοτηθεί, εφόσον η περίπτωση δεν θα ενέπιπτε στις αναφερόμενες στο Άρθρο 17.2 του Συντάγματος περιπτώσεις, θα μπορούσε να επιτευχθεί κατά την εκτέλεση ενός εντάλματος έρευνας με περιεχόμενο όπως το επίδικο και να καταστρατηγηθεί έτσι η συνταγματική προστασία.

 

    Στην Iliya Stefanov v. Bulgaria, Appl. No.65755/01, 22.5.2008, Final 22.8.2008, όπου ένταλμα έρευνας δικηγορικού γραφείου εκδόθηκε στη βάση ότι υπήρχε εύλογη αιτία να πιστεύεται ότι αντικείμενα και έγγραφα τα οποία θα ήταν σχετικά με τη διερεύνηση θα ανευρίσκονταν εκεί, το Ευρωπαϊκό Δικαστήριο Δικαιωμάτων του Ανθρώπου αποφάνθηκε ότι (παρ.41):

 

«However, the Court notes that neither the application for its issue nor the warrant itself specified what items and documents were expected to be found in the applicant’s office, or how they would be relevant to the investigation. Moreover, in issuing the warrant the judge did not touch at all upon the issue of whether privileged material was to be removed. According to the Court’s case‑law, search warrants have to be drafted, as far as practicable, in a manner calculated to keep their impact within reasonable bounds (see Van Rossem v. Belgium, no. 41872/98, § 45, 9 December 2004). …  The Court therefore finds that, in the circumstances, the warrant was drawn in overly broad terms and was thus not capable of minimising the interference with the applicant’s Article 8 rights and his professional secrecy».

    Στην περίπτωση, λοιπόν, που η Αστυνομία αναζητούσε κάτι άλλο, εκτός από όσα περιγράφονταν στον όρκο και επαναλήφθηκαν στο εκδοθέν ένταλμα, όφειλε να το αναφέρει στον όρκο που τέθηκε ενώπιον του κατώτερου Δικαστηρίου, ώστε, εφόσον ο Δικαστής ικανοποιείτο ότι και αυτό μπορούσε να ανευρεθεί στο υποστατικό/γραφείο της Αιτήτριας, να εξουσιοδοτήσει την έρευνα για την κατάσχεση και αυτού του πράγματος.

 

    Δεν απαιτείται, για σκοπούς της παρούσης, να καθοριστεί πώς μπορεί να προσδιοριστεί επαρκώς το πράγμα που αναζητείται (βλ. E.G., Πολ. Έφ. Αρ.36/2025, ημερ.26.3.2026).  Είναι, εν προκειμένω, αρκετό να αναφερθεί ότι συσχετισμός του με το υπό διερεύνηση αδίκημα δεν συνιστά στοιχείο προσδιοριστικό του πράγματος.  Ο συσχετισμός, όπως καθορίζεται στο νόμο: «στο οποίο ή σε σχέση με το οποίο διαπράχτηκε ποινικό αδίκημα», «παρέχει απόδειξη ως προς τη διάπραξη ποινικού αδικήματος» και «προορίζεται να χρησιμοποιηθεί για το σκοπό διάπραξης ποινικού αδικήματος», είναι απαραίτητη προϋπόθεση για να εξουσιοδοτηθεί η κατάσχεση και μεταφορά τέτοιου πράγματος ενώπιον Δικαστηρίου.  Θα πρέπει, ωστόσο, να έχει προηγηθεί ο προσδιορισμός του πράγματος.

 

      Για την κατάσχεση πραγμάτων κατά την έρευνα, που δεν αναφέρονται στο ένταλμα έρευνας, υπάρχει εξουσία δυνάμει του άρθρου 33 του Κεφ.155, το οποίο διαλαμβάνει ότι:

 

«Αν κατά την έρευνα κάποιου τόπου δυνάμει εντάλματος, ο εξουσιοδοτημένος να διεξάγει την έρευνα βρει περιουσία που δεν αναφέρεται στο ένταλμα αλλά σε σχέση με την οποία υπάρχει εύλογη αιτία να πιστεύεται ότι διαπράχτηκε ή σκοπεύεται να διαπραχτεί ποινικό αδίκημα, αυτός δύναται να κατάσχει την περιουσία αυτή και να τη μεταφέρει ενώπιον του Δικαστή που έκδωσε το ένταλμα, ο οποίος δύναται να εκδώσει τέτοιο διάταγμα αναφορικά με την κατακράτηση ή διάθεση της περιουσίας ως ήθελε φανεί σε αυτόν σκόπιμο».

 

 

    Η αναφορά στο άρθρο 33 σε «ποινικό αδίκημα», δεν φαίνεται να αποκλείει το ποινικό αδίκημα σε σχέση με τη διερεύνηση του οποίου εκδόθηκε το ένταλμα έρευνας.

 

    Είναι η κατάληξη του Δικαστηρίου ότι το επίδικο ένταλμα έρευνας στην έκταση που εξουσιοδοτούσε να ανευρεθεί, κατασχεθεί και μεταφερθεί ενώπιον Δικαστηρίου «οτιδήποτε άλλο σχετίζεται με τα υπό διερεύνηση αδικήματα» δεν ήταν νόμιμο.   

 

    Εκδίδεται ένταλμα Certiorari με το οποίο ακυρώνεται το ένταλμα έρευνας του γραφείου/υποστατικού της Αιτήτριας εταιρείας στην Ευρύχου, το οποίο εκδόθηκε στις 26.2.2026 από Δικαστή του Επαρχιακού Δικαστηρίου Λευκωσίας, στην έκταση που εξουσιοδοτούσε να ανευρεθεί, κατασχεθεί και μεταφερθεί ενώπιον Δικαστηρίου «οτιδήποτε άλλο σχετίζεται με τα υπό διερεύνηση αδικήματα». 

 

    Τα έξοδα της Αίτησης, όπως και τα έξοδα της Αίτησης για άδεια, όπως θα υπολογιστούν από τον Πρωτοκολλητή και θα εγκριθούν από το Δικαστήριο, πλέον Φ.Π.Α. εάν υπάρχει, επιδικάζονται υπέρ της Αιτήτριας και εναντίον του Καθ΄ου η Αίτηση.

 

 

 

                            

 

 

 

                            

                                                                   Χ. Μαλαχτός, Δ.



[1]    (1) Όταν, κατά την εκτέλεση εντάλματος έρευνας, κατασχεθεί οτιδήποτε και προσκομιστεί ενώπιον Δικαστή, όπως προβλέπεται στο άρθρο 27, το πράγμα αυτό, τηρουμένων των διατάξεων του εδαφίου (2) του άρθρου αυτού, δύναται να κατακρατηθεί από τέτοιο πρόσωπο ως ο Δικαστής ήθελε ορίσει, λαμβανόμενης πάντοτε εύλογης φροντίδας για τη διατήρηση του μέχρι την αποπεράτωση οποιασδήποτε ποινικής διαδικασίας η οποία είναι δυνατό να διεξαχθεί σε σχέση με αυτό.


cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο