ΑΝΔΡΕΑΣ ΚΟΥΤΣΟΥ v. THEMIS PORTFOLIO MANAGEMENT HOLDINGS LIMITED, Πολιτική Έφεση Αρ. 383/2016, 16/6/2026
print
Τίτλος:
ΑΝΔΡΕΑΣ ΚΟΥΤΣΟΥ v. THEMIS PORTFOLIO MANAGEMENT HOLDINGS LIMITED, Πολιτική Έφεση Αρ. 383/2016, 16/6/2026

ΑΝΩΤΑΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΚΥΠΡΟΥ

ΔΕΥΤΕΡΟΒΑΘΜΙΑ ΔΙΚΑΙΟΔΟΣΙΑ

 

(Πολιτική Έφεση Αρ. 383/2016)

  

16 Ιουνίου, 2026

                                                     

[ΣΤΑΜΑΤΙΟΥ, Π., ΔΗΜΗΤΡΙΑΔΟΥ-ΑΝΔΡΕΟΥ, ΔΑΥΙΔ, Δ/στές]

 

ΑΝΔΡΕΑΣ ΚΟΥΤΣΟΥ,

 

Εφεσείων/Εναγόμενος 1,

 

ΚΑΙ

 

THEMIS PORTFOLIO MANAGEMENT HOLDINGS LIMITED,

 

Εφεσίβλητη/Ενάγουσα.

 

____________________

 

Ν. Γ. Νικολάου, για τον Εφεσείοντα.

Ρ. Παπαδοπούλου (κα) για Σπ. Χ»Αυξέντη (κα), για την

 Εφεσίβλητη.

 

____________________

 

 

 

Η ομόφωνη απόφαση του Δικαστηρίου

 θα δοθεί από τη Σταματίου, Π.

 

­­­____________________

 

Α Π Ο Φ Α Σ Η

 

ΣΤΑΜΑΤΙΟΥ, Π.: Ο Εφεσείων – Εναγόμενος 1 στην επίδικη αγωγή, προσβάλλει την απόφαση του πρωτόδικου Δικαστηρίου, με την οποία εκδόθηκε εναντίον του και υπέρ της Τράπεζας Κύπρου Δημόσια Εταιρεία Λτδ (στο εξής «η Τράπεζα») απόφαση για το ποσό των €70,630.15, πλέον τόκους, καθώς και αναγνωριστικές αποφάσεις, ως οι παράγραφοι Γ και Δ της Έκθεσης Απαίτησης[1].

 

Η αξίωση στηριζόταν σε συμφωνία στεγαστικού δανείου τακτής προθεσμίας για το ποσό των €95.680,00, για την αγορά υπό ανέγερση μεζονέτας αρ. Μ5, στο έργο «FAMAGUSTA GARDENS NO.28», επί συγκεκριμένου ακινήτου στη Δερύνεια. Προς εξασφάλιση του δανείου, ο Εφεσείων, με συμφωνία ημερ. 28.5.2008, εκχώρησε προς την Τράπεζα όλα τα δικαιώματα του επί του πωλητηρίου εγγράφου. Το εν λόγω δάνειο εξασφαλίζετο και με υποθήκη επί του ακινήτου, όπου θα ανεγείρετο το έργο από την Εναγόμενη 2, πωλήτρια εταιρεία του ακινήτου.

 

Καθυστέρηση στην καταβολή των δόσεων οδήγησε στον τερματισμό της λειτουργίας του λογαριασμού του Εφεσείοντα, μετά την αποστολή σχετικών επιστολών, στις οποίες δεν υπήρξε συμμόρφωση και τελικώς στην καταχώρηση της επίδικης αγωγής.

 

Σημειώνεται ότι η αγωγή στρεφόταν και εναντίον της εταιρείας που πώλησε το ακίνητο, Εναγόμενης 2 και συνεκδικάστηκε με ακόμα μία αγωγή εναντίον της ίδιας εταιρείας, οι οποίες δεν θα απασχολήσουν περαιτέρω, λόγω του ότι δεν αποτελούν επίδικα θέματα στην παρούσα έφεση.

 

Με την υπεράσπιση του ο Εφεσείων αρνήθηκε ότι υπήρξε πελάτης της Τράπεζας, ότι αιτήθηκε και υπέγραψε συμφωνία δανείου και/ή την επικαλούμενη συμφωνία δανείου, καθώς και ότι η Τράπεζα ουδέποτε παραχώρησε και ο Εφεσείων ουδέποτε έλαβε οποιοδήποτε χρηματικό ποσό από αυτή. Τα δε ποσά που αναφέρονταν στην απαίτηση, αποδεσμεύονταν τμηματικά προς όφελος της Εναγόμενης 2 για να αναγείρει και ολοκληρώσει την κατοικία που του πώλησε, δυνάμει πωλητηρίου εγγράφου, την οποία ουδέποτε ολοκλήρωσε και ουδέποτε παρέδωσε στον Εφεσείοντα, χωρίς η Τράπεζα να επιβλέπει την πρόοδο του έργου, εν αγνοία και χωρίς την συγκατάθεση του ιδίου. Αποτέλεσε, περαιτέρω, δικογραφημένη θέση του Εφεσείοντα ότι οποιαδήποτε δικαιώματα της Τράπεζας επί του πωλητηρίου εγγράφου δόθηκαν για να διασφαλίσει η Τράπεζα την ολοκλήρωση και παράδοση σ΄ αυτόν της κατοικίας. Ο Εφεσείων δεν είχε οποιαδήποτε υποχρέωση και/ή δέσμευση και/ή συμβατική ευθύνη έναντι της Τράπεζας, εφόσον ουδέποτε του παραδόθηκε η πιο πάνω κατοικία.

 

Σύμφωνα με τα ευρήματα του πρωτόδικου Δικαστηρίου, ο Εφεσείων απέστειλε στην Τράπεζα επιστολή, ημερ. 26.5.2008, με την οποία εξουσιοδοτούσε την τελευταία με την παρουσίαση πιστοποιητικών από τον αρχιτέκτονα/επιβλέποντα πολιτικό μηχανικό του έργου για κάθε στάδιο των εργασιών, να προβαίνει σε αναλήψεις από τον λογαριασμό δανείου, βάσει του αγοραπωλητηρίου, προς αποπληρωμή του εργολάβου για την αγορά της κατοικίας. Περαιτέρω, στην εν λόγω επιστολή, αναφέρεται ότι η Τράπεζα δεν είχε καμία ευθύνη να επιβεβαιώσει το περιεχόμενο του πιστοποιητικού του αρχιτέκτονα/επιβλέποντα μηχανικού και ότι αυτή η πρακτική θα συνεχιζόταν μέχρι την πλήρη ανάληψη του δανείου.

 

Το Δικαστήριο διαπίστωσε ότι η Τράπεζα κατέβαλε τμηματικά στην Εναγόμενη 2 συνολικά το ποσό των €87.600. Όπως διαπίστωσε περαιτέρω, ο Εφεσείων αρχικά κατέβαλλε τις δόσεις του δανείου, σύμφωνα με τις υποχρεώσεις του, αλλά μετά από κάποιο σημείο σταμάτησε.

 

Στη βάση της μαρτυρίας που τέθηκε ενώπιον του πρωτόδικου Δικαστηρίου, το τελευταίο κατέληξε ότι υπήρχε συμβατική σχέση (privity of contract) μεταξύ της Τράπεζας και του Εφεσείοντα, ως προκύπτει από την υπογραφή της συμφωνίας δανείου, συμφωνίας εκχώρησης, πωλητηρίου εγγράφου, καθώς και την αποστολή της επιστολής από τον Εφεσείοντα προς την Τράπεζα, ημερ. 26.5.2008.

 

Σε σχέση με τον όρο που χαρακτηρίστηκε ως «απαλλακτικός όρος» και αναφερόταν στην επιστολή εξουσιοδότησης, ημερ. 26.5.2008, το πρωτόδικο Δικαστήριο δέχθηκε ότι, βάσει των συμφωνηθέντων, δεν υπήρχε υποχρέωση της Τράπεζας να ελέγξει κατά πόσο τα πιστοποιητικά ήταν ορθά, διευκρινίζοντας συγχρόνως ότι δεν επρόκειτο για γενική απαλλαγή της ευθύνης της Τράπεζας, καθώς κάτι τέτοιο θα ήταν παράλογο και θα καταστρατηγούσε τον σκοπό της Συμφωνίας Δανείου. Επί τούτου, έκρινε ότι, ακόμα και στην περίπτωση που ήθελε θεωρηθεί ότι ο «απαλλακτικός όρος» δεν είχε ισχύ ως όρος απαράδεκτος και καταχρηστικός, η υπόλοιπη συμφωνία υφίστατο και είχε εφαρμογή, εφόσον είχε αποδειχθεί με θετική μαρτυρία ότι οι πληρωμές έγιναν σύμφωνα με την πρόοδο της εργασίας και, κατ’ επέκταση, ο Εφεσείων ήταν υπόλογος για την αποπληρωμή του δανείου, μέχρι του ποσού της εκτελεσθείσας εργασίας.

 

Ο Εφεσείων, με πέντε λόγους έφεσης, προσβάλλει την πρωτόδικη απόφαση.

 

Με τον πρώτο λόγο έφεσης, προβάλλεται ότι το πρωτόδικο Δικαστήριο εσφαλμένα δεν αξιολόγησε τη νομιμότητα της συμφωνίας δανείου.  Με τον δεύτερο λόγο προβάλλεται ότι το Δικαστήριο εσφαλμένα κατέληξε ότι συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις του νόμου για μερική εκτέλεση της συμφωνίας δανείου. Με τον τρίτο λόγο προβάλλεται ότι η αξιολόγηση και ερμηνεία της επιστολής εξουσιοδότησης, ημερ. 26.5.2008, είναι εσφαλμένη και, κατ΄ επέκταση, ότι το εύρημα, σε σχέση με τον απαλλακτικό όρο, δεν βασίζετο σε οποιανδήποτε μαρτυρία. Με τον τέταρτο λόγο προσβάλλεται ως λανθασμένη η θεώρηση του πρωτόδικου Δικαστηρίου ότι η αρχική πληρωμή των δόσεων εκ μέρους του Εφεσείοντα δημιουργούσε αντικειμενική πρόθεση, καθώς και αναγνώριση της ύπαρξης συμβατικής σχέσης για την οφειλή του δανείου. Με τον πέμπτο λόγο ο Εφεσείων ισχυρίζεται ότι το πρωτόδικο Δικαστήριο λανθασμένα κατέληξε ότι υπήρχε συμβατική σχέση με την Τράπεζα, η οποία θα έπρεπε να παράξει υποχρέωση προς αυτόν, μέχρι του σημείου που λειτουργούσε. Περαιτέρω, προβάλλει ότι λανθασμένα το πρωτόδικο Δικαστήριο δεν σχολιάζει ποιες ευθύνες θα έπρεπε να δημιουργήσει προς την Τράπεζα η από μέρους της ημιτελής τήρηση της συμφωνίας.

 

Αναφορικά με τον πρώτο λόγο, είναι η θέση του Εφεσείοντα ότι το εύρημα του πρωτόδικου Δικαστηρίου ότι η επίδικη συμφωνία δανείου υπογράφτηκε στις 26.5.2008 είναι αυθαίρετο και δεν δικαιολογείται, λαμβάνοντας υπόψη ότι η εν λόγω Συμφωνία φέρει ημερομηνία 31.3.2008. Περαιτέρω, ο Εφεσείων ισχυρίζεται ότι δεν λήφθηκε υπόψη το γεγονός ότι ο μάρτυρας της Εφεσίβλητης δεν ήταν σε θέση να δώσει πειστική εξήγηση για τις δύο αυτές ημερομηνίες, καθώς επίσης, ούτε για το γεγονός ότι στο παράρτημα της Συμφωνίας Δανείου, υπήρχαν οι όροι του αγοραπωλητηρίου, που συντάχθηκαν στις 29.4.2008, δηλαδή ένα μήνα μετά.

 

Αποτελεί βασικό κανόνα του κοινοδικαίου ότι ένα συμβαλλόμενο μέρος δεσμεύεται από έγγραφο που έχει υπογράψει. Είναι δε δυνατόν η ημερομηνία κατάρτισης της σύμβασης να είναι διαφορετική από την ημερομηνία υπογραφής των εγγράφων, εκτός εάν το ίδιο το έγγραφο ορίζει ότι τίθεται σε ισχύ σε συγκεκριμένη ημερομηνία ή τα μέρη ρητά συμφώνησαν διαφορετικά, που δεν είναι η παρούσα περίπτωση. Στην υπόθεση Πίττας ν. Τράπεζα Κύπρου Λτδ κ.ά. (2007) 1 Α.Α.Δ.110, το Δικαστήριο τόνισε ότι: «Αφ’ ης στιγμής ο εφεσείων δέχεται την υπογραφή του, τότε δεσμεύεται από το έγγραφο, εκτός αν επιτύγχανε σε μία από τις υπερασπίσεις που ισχύουν σε τέτοιες περιπτώσεις, όπως τη γνωστή αρχή του non est factum ή ότι η υπογραφή του λήφθηκε με απάτη (...)». 

 

Εν προκειμένω, ο Εφεσείων, σύμφωνα με τη δική του μαρτυρία, «κατά το Φεβρουάριο – Μάρτιο του 2008» συμφώνησε με την Εναγόμενη 2 εταιρεία την αγορά μίας μεζονέτας δύο υπνοδωματίων που θα ανήγειρε γι΄ αυτόν και, προς τούτο, υπέγραψαν σχετικό πωλητήριο έγγραφο, ημερ. 29.4.2008. Δέχθηκε, επίσης, ότι υπέγραψε τόσο τη συμφωνία δανείου, όσο και τα υπόλοιπα έγγραφα που την αφορούσαν. Το γεγονός ότι η ημερομηνία που αναγράφεται στην αρχή της συμφωνίας δανείου ήταν η 31.3.2008, ενώ, μετά τις υπογραφές, αναγράφεται η 26.5.2008, δεν καθιστά τη συμφωνία άκυρη. Προφανώς, η έγκριση του δανείου έγινε προγενέστερα της υπογραφής του πωλητηρίου εγγράφου, με δεδομένο ότι η πώληση είχε ήδη συμφωνηθεί, σύμφωνα με τη δική του  μαρτυρία.

 

Ο Εφεσείων υπέγραψε όλα τα έγγραφα και, όπως συνάγεται από το σύνολο της μαρτυρίας που τέθηκε, πρόθεση του ήταν να αγοράσει τη μεζονέτα, καταβάλλοντας την προκαταβολή και για το υπόλοιπο ποσό να λάμβανε δανειοδότηση από την Τράπεζα. Τα όσα επικαλείται ο Εφεσείων, ήτοι ότι το δάνειο διευθετήθηκε από την Εναγόμενη 2 χωρίς ο ίδιος να ήταν πελάτης της Τράπεζας, ουδόλως επηρεάζει τη νομιμότητα της συναλλαγής, εφόσον ο ίδιος υπέγραψε τη συμφωνία δανείου.

 

Ως εκ των ανωτέρω, ο πρώτος λόγος έφεσης απορρίπτεται.

 

Με τον δεύτερο λόγο Έφεσης, προβάλλεται ότι εσφαλμένα το πρωτόδικο Δικαστήριο κατέληξε ότι συντρέχουν οι προϋποθέσεις για μερική εκτέλεση της Συμφωνίας Δανείου.

 

Ο Εφεσείων ισχυρίζεται ότι η Τράπεζα, επί της ουσίας, υποκατέστησε τον Εφεσείοντα ως αγοραστή στο αγοραπωλητήριο και δεν τήρησε καμία εκ των προνοιών της Συμφωνίας Δανείου, της επιστολής, ημερ. 26.5.2008 και της συμφωνίας εκχώρησης, με αποτέλεσμα η κατοικία να μην ολοκληρωθεί και να μην παραδοθεί στον Εφεσείοντα. Ως εκ τούτου, το πρωτόδικο Δικαστήριο θα έπρεπε να καταλήξει σε εξ υπαρχής ακυρότητα της Συμφωνίας Δανείου, λόγω ματαίωσης της και αυτός να απαλλαγεί από οποιαδήποτε υποχρέωση τυχόν προέκυπτε.

 

Περαιτέρω, επικαλείται ότι είναι παραδεκτό από τους μάρτυρες της Τράπεζας ότι η τελευταία δεν τήρησε τους όρους του αγοραπωλητηρίου και εξέδωσε διατακτικά για μη εκτελεσθείσα εργασία. Ενώ, αποτελεί εύρημα του πρωτόδικου Δικαστηρίου ότι η Τράπεζα απέτυχε να προσκομίσει μαρτυρία σε σχέση με τον πολιτικό μηχανικό και τα διατακτικά που εξέδωσε.

 

Αποτελεί εισήγηση του Εφεσείοντα ότι δεν θα μπορούσε να επωφεληθεί από την συμφωνία δανείου πριν από την πλήρη εκτέλεσή της και την παράδοση σ’ αυτόν της κατοικίας και γι’ αυτό, το πρωτόδικο Δικαστήριο θα έπρεπε να καταλήξει σε εύρημα περί ματαίωσης της επίδικης συμφωνίας, ακόμη κι αν θεωρούσε ότι η Τράπεζα δεν είχε ευθύνη για την μη εκτέλεση της σύμβασης.

 

Ο Εφεσείων υπέγραψε τη συμφωνία δανείου και τα παραρτήματα αυτής. Αποτελούσε όρο της συμφωνίας ότι η Τράπεζα δεν θα προέβαινε σε οποιαδήποτε απόσυρση μέχρις ότου παραχωρηθούν οι εξασφαλίσεις και εγγυήσεις που είχε ορίσει η Τράπεζα. Μεταξύ άλλων, προνοείτο στους όρους, ότι οι αναλήψεις από το δάνειο θα επιτρέπονταν βάσει του αγοραπωλητηρίου εγγράφου και με την παρουσίαση πιστοποιητικών από τον επιβλέποντα πολιτικό μηχανικό του έργου, για το κάθε στάδιο των εργασιών. Περαιτέρω, με επιστολή του ο Εφεσείων προς την Τράπεζα, ημερ. 26.5.2008, την εξουσιοδότησε να προβαίνει σε αναλήψεις από το δάνειο ποσών ίσων με την αξία της συμπληρωμένης εργασίας της οικίας, ως πιστοποιείται από τον επιβλέποντα αρχιτέκτονα/πολιτικό μηχανικό. Με την ίδια επιστολή, ο Εφεσείων αναγνώρισε ότι η Τράπεζα δεν έχει καμιά ευθύνη να επιβεβαιώσει το περιεχόμενο του αρχιτέκτονα/επιβλέποντα μηχανικού.

 

Ο Εφεσείων υπέγραψε, επίσης, συμφωνία, ημερ. 28.5.2008, με την οποία εκχώρησε προς την Τράπεζα όλα τα δικαιώματα του επί του επίδικου πωλητηρίου εγγράφου προς περαιτέρω εξασφάλιση όλων των υποχρεώσεων του προς την Τράπεζα. Ο όρος 9 της εν λόγω συμφωνίας προνοούσε ότι η συμφωνία δεν επηρεάζει με οποιοδήποτε τρόπο τις υπόλοιπες υποχρεώσεις του Εφεσείοντα και του πωλητή, βάσει του πωλητηρίου εγγράφου, ούτε και δημιουργούσε για την Τράπεζα οποιεσδήποτε υποχρεώσεις, πλην αυτών που ρητώς αναφέρονταν στη συμφωνία.

 

Αποτελεί βασική αρχή του δικαίου των συμβάσεων ότι τα μέρη έχουν δικαίωμα να καθορίσουν τις υποχρεώσεις και τα δικαιώματα εκάστου μέρους, με την κατάλληλη διατύπωση των όρων της σύμβασης. Στις περιπτώσεις όπου η ερμηνεία της σύμβασης είναι σαφής, τότε το Δικαστήριο δεν έχει εξουσία να την παραγνωρίσει ή ακόμα να κρίνει ότι ο αποκλεισμός ευθύνης που έχουν συμφωνήσει τα μέρη είναι νομικά άκυρος.

 

Στην υπόθεση Ανόρθωσης ν. Απόλλων (2002) 1(Α) Α.Α.Δ.518 έχει επισημανθεί ότι:

 

«Βασικό κριτήριο για την ερμηνεία του περιεχομένου των συμβάσεων, αποτελεί η συνήθης σημασία των λέξεων και όρων της συμφωνίας. Για να διακριβωθεί η σημασία και το πραγματικό νόημα των όρων μιας γραπτής συμφωνίας πρέπει το κείμενό της να ερμηνεύεται συνολικά και όχι μεμονωμένα ή αποσπασματικά έτσι ώστε να αποφεύγεται ο κίνδυνος δυσαρμονίας στην εξήγησή τους που στο τέλος δεν θα αντικατοπτρίζει αντικειμενικά την πρόθεση των μερών.»

 

 

Όπως δε τονίστηκε στην Polycarpou v. Polycarpou (1982) 1 C.L.R. 182, όταν οι όροι μιας συμφωνίας τέθηκαν γραπτώς, δεν επιτρέπεται η εξωγενής μαρτυρία για να αντικρούσει ή να διαφοροποιήσει το περιεχόμενο της, ως προς θέματα που περιλαμβάνονται στο έγγραφο.

 

Στην υπόθεση Στέφανος Μιχαήλ v. Alpha Bank Ltd (2009) 1 A.A.Δ. 941 τονίστηκε ότι το Δικαστήριο θα πρέπει να αναζητά την πραγματική πρόθεση των συμβαλλόμενων μερών.

 

Εν προκειμένω, είναι σαφές από τους όρους, τόσο της συμφωνίας δανείου, όσο και την συμφωνίας εκχώρησης, καθώς και της επιστολής που ο ίδιος ο Εφεσείων απέστειλε στην Τράπεζα, ότι η υποχρέωση της Τράπεζας ήταν να προβαίνει σε αναλήψεις στη βάση των πιστοποιητικών που θα εξέδιδε ο πολιτικός μηχανικός του έργου. Ουδεμίαν υποχρέωση είχε να επιβεβαιώσει τα πιστοποιητικά του μηχανικού. Δεδομένο ήταν, εν πάση περιπτώσει, ότι ο Εφεσείων και ο πωλητής διατηρούσαν τα δικαιώματα και τις υποχρεώσεις τους, δυνάμει του πωλητηρίου εγγράφου.

 

Σύμφωνα με τη συμφωνία δανείου οι αναλήψεις από το δάνειο ήταν επιτρεπτές, βάσει του πωλητηρίου εγγράφου και «με την παρουσίαση πιστοποιητικών από τον επιβλέποντα μηχανικό του έργου για το κάθε στάδιο των εργασιών.» Συνεπώς, η υποχρέωση της Τράπεζας περιορίζετο στο να αποδεσμεύει τα ποσά για τα οποία υπήρχε πιστοποίηση από τον μηχανικό του έργου. Προς την ίδια κατεύθυνση ήταν και η επιστολή που έδωσε ο Εφεσείων στην Τράπεζα ότι η τελευταία δεν είχε «καμία ευθύνη να επιβεβαιώσει το περιεχόμενο του αρχιτέκτονα/επιβλέποντα μηχανικού». Το γεγονός ότι ο υπάλληλος της Τράπεζας στη μαρτυρία του ανέφερε ότι δεν γνώριζε ποιος ήταν ο επιβλέπων μηχανικός του έργου, ουδεμία επίδραση μπορούσε να έχει επί του συζητούμενου και τελικά στην υπόθεση. Υπήρχαν τα πιστοποιητικά υπογραμμένα από επιβλέποντα μηχανικό και ουδεμία μαρτυρία δόθηκε ότι αυτός που τα εξέδωσε δεν ήταν ο επιβλέπων μηχανικός του έργου. Στη συμφωνία που υπεγράφη δεν περιλαμβάνεται οποιοσδήποτε όρος με βάση τον οποίο η Τράπεζα υποχρεούτο να διασφαλίσει την πλήρη εκτέλεση και παράδοση της μεζονέτας, ως ισχυρίζεται ο Εφεσείων. Οι υποχρεώσεις της περιορίζοντο, ως έχουν αναφερθεί  πιο πάνω. Από την άλλη ο Εφεσείων, με βάση τους όρους της συμφωνίας δανείου, υποχρεούτο να καταβάλλει τις δόσεις του και ο τερματισμός της σύμβασης επήλθε, όταν υπήρξε καθυστέρηση στην πληρωμή των δόσεων.

 

Ο δεύτερος λόγος έφεσης απορρίπτεται.

 

Με τον τρίτο λόγο έφεσης, προβάλλεται ότι η αξιολόγηση και ερμηνεία της επιστολής εξουσιοδότησης, ημερ. 26.5.2008, είναι εσφαλμένη και κατ’  επέκταση, το εύρημα, αναφορικά με τον απαλλακτικό όρο, δεν βασίζετο σε καμία μαρτυρία.

 

Είναι η θέση του Εφεσείοντα ότι ο απαλλακτικός όρος ενέχει επαχθή περιεχόμενο για τον ίδιο και θα έπρεπε να ερμηνευθεί κατά του μέρους που τον επικαλείται. Επιπλέον, είναι η θέση του ότι ο όρος δεν θα έπρεπε να απομονωθεί από το υπόλοιπο κείμενο, καθώς στην ίδια επιστολή εξουσιοδότησης καθορίζεται ρητά η υποχρέωση της Τράπεζας να αποδεσμεύει ποσά από το δάνειο, ίσα με την αξία της συμπληρωμένης εργασίας της κατοικίας. Επί τούτου, ο Εφεσείων θεωρεί ότι είναι προφανής και ρητή η υποχρέωση της Τράπεζας να επιβλέπει και να ελέγχει την πρόοδο των εργασιών της κατοικίας.

 

Ο Εφεσείων θεωρεί ότι η πρόθεση των μερών ήταν η Τράπεζα, η οποία θα παραχωρούσε το δάνειο, να έχει και την ευθύνη και τον έλεγχο, έτσι ώστε το ποσό του δανείου να χρησιμοποιηθεί για την ολοκλήρωση της κατοικίας, η οποία υποθηκεύτηκε προς όφελός της. Δεν υπήρχε νόημα, σύμφωνα με τον Εφεσείοντα, η Τράπεζα να προχωρήσει στην υπογραφή της συμφωνίας εκχώρησης, αν αυτό το οποίο σκόπευε δεν ήταν να υποκατασταθεί στην θέση του Εφεσείοντα που ήταν ο αγοραστής και να ελέγχει ότι το ποσό του δανείου που θα παραχωρούσε θα αξιοποιείτο για την ολοκλήρωση της κατοικίας που θα της ανήκε μέχρι την πλήρη εξόφληση του δανείου.

 

Ως προς τις υποχρεώσεις της Τράπεζας, δυνάμει της συμφωνίας δανείου και της συμφωνίας εκχώρησης, έχουμε ήδη αναφερθεί κατά την εξέταση του δεύτερου λόγου έφεσης και δεν απαιτείται να λεχθεί ο,τιδήποτε περαιτέρω. Αναφορικά με την επιστολή που δόθηκε από τον Εφεσείοντα στην Τράπεζα, ημερ. 26.5.2008, το περιεχόμενο της είναι σαφές. Έχουμε αναφερθεί και σ΄ αυτό κατά την εξέταση του δεύτερου λόγου έφεσης. Επαναλαμβάνεται ότι η υποχρέωση της Τράπεζας περιορίζετο στο να προβεί σε ανάληψη των ποσών, για τα οποία υπήρχε πιστοποίηση από τον επιβλέποντα μηχανικό του έργου χωρίς να απαιτείτο από την Τράπεζα να προβαίνει η ίδια σε εξέταση κατά πόσο οι εργασίες που είχαν πιστοποιηθεί, είχαν όντως εκτελεστεί.

 

Αναφορικά με την κατάληξη του πρωτόδικου Δικαστηρίου  ότι επρόκειτο για επαχθή όρο, με όλο τον σεβασμό προς το πρωτόδικο Δικαστήριο, δεν συμμεριζόμαστε την κατάληξη του. Επρόκειτο για έναν όρο που περιλαμβάνετο τόσο στη συμφωνία δανείου που υπεγράφη από τον Εφεσείοντα, όσο και στην επιστολή που ο τελευταίος απέστειλε προς την Τράπεζα που δεσμεύει τον Εφεσείοντα. Όπως δε σημειώθηκε κατά την εξέταση του δεύτερου λόγου έφεσης, στη συμφωνία εκχώρησης περιλαμβάνετο όρος ότι η συμφωνία αυτή δεν επηρέαζε τις υποχρεώσεις του Εφεσείοντα και του πωλητή, βάσει του πωλητηρίου εγγράφου. Συνακόλουθα, κρίνουμε πως, το γεγονός ότι η Τράπεζα είχε υποχρέωση να προβαίνει σε αναλήψεις ανάλογα με τα πιστοποιητικά που εξέδιδε ο επιβλέπων μηχανικός, δεν μπορεί να χαρακτηρισθεί ως επαχθής όρος.

 

Παρά τη διαφωνία μας με την προσέγγιση του πρωτόδικου Δικαστηρίου επί του ζητήματος αυτού, η τελική κατάληξη του Δικαστηρίου δεν επηρεάζεται, εφόσον το ποσό της απόφασης περιορίστηκε στο ποσό που αντιπροσώπευε την εκτελεσθείσα εργασία, με βάση τη μαρτυρία του εκτιμητή – σύμβουλου ακινήτων, ΜΕ2, η οποία δεν αμφισβητήθηκε από τον Εφεσείοντα. Ούτε η Τράπεζα ήγειρε αντέφεση, αμφισβητώντας το ποσό στο οποίο περιορίστηκε η απόφαση.

 

Εν κατακλείδι, κρίνουμε ότι ο Εφεσείων, στη βάση των συμφωνιών που υπέγραψε με την Τράπεζα, ήταν υπόλογος προς αυτή να καταβάλλει τις δόσεις του δανείου και η παράλειψη συμμόρφωσης με τα προβλεπόμενα στην εν λόγω συμφωνία, ορθά οδήγησε στον τερματισμό της και στην απαίτηση καταβολής του οφειλόμενου ποσού, πλέον τόκους.

 

Ως εκ των ανωτέρω, δεν απαιτείται η εξέταση των λόγων έφεσης 4 και 5, καθότι κάτι τέτοιο μόνο θεωρητική σημασία θα είχε.

 

Η έφεση απορρίπτεται, με €3.000 έξοδα, πλέον ΦΠΑ, εάν υπάρχει, εναντίον του Εφεσείοντα.

 

ΣΤΑΜΑΤΙΟΥ, Π.,

 

ΔΗΜΗΤΡΙΑΔΟΥ-ΑΝΔΡΕΟΥ, Δ.

 

/ΧΤΘ                                                                                 ΔΑΥΙΔ, Δ.



[1] «Γ. Αναγνωριστική απόφαση ότι οι ενάγοντες δυνάμει συμφωνίας εκχώρησης ημερ. 29/04/2008 είναι οι ιδιοκτήτες και/ή δικαιούχοι του όλου μεριδίου της οικίας με αρ. Μ5 στο έργο “FAMAGUSTA GARDENS NO.28” επί του ακινήτου με αρ. Εγγρ. 0/10372, τεμάχιο αρ. 352, Φ/Σχ. 2-287-380, στην τοποθεσία Μαμιάες στην Δερύνεια.

 

   Δ. Δηλωτική απόφαση του Δικαστηρίου ότι οι ενάγοντες δικαιούνται δυνάμει της συμφωνίας εκχώρησης ημερ. 29/04/2008 όπως πωλήσουν την ως άνω αναφερόμενη οικία με οποιοδήποτε τρόπο σε οποιοδήποτε τρίτο πρόσωπο, νομικό ή φυσικό, για οποιοδήποτε ποσό έναντι και/ή προς ικανοποίηση του ως άνω χρέους μετά τόκων και εξόδων και επιστροφήν οποιουδήποτε τυχόν περισσεύματος προς τον Εναγόμενο 1.»


cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο