ΑΝΑΦΟΡΙΚΑ ΜΕ ΤΗΝ ΑΙΤΗΣΗ ΤΟΥ ΜΗΤΡΟΠΟΛΙΤΗ (πρ.) ΠΑΦΟΥ ΤΥΧΙΚΟΥ ΓΙΑ ΑΔΕΙΑ ΓΙΑ ΤΗΝ ΚΑΤΑΧΩΡΙΣΗ ΑΙΤΗΣΗΣ ΓΙΑ ΤΗΝ ΕΚΔΟΣΗ ΠΡΟΝΟΜΙΑΚΩΝ ΕΝΤΑΛΜΑΤΩΝ CERTIORARI, Πολιτική Αίτηση Αρ. 138/26, 9/7/2026
print
Τίτλος:
ΑΝΑΦΟΡΙΚΑ ΜΕ ΤΗΝ ΑΙΤΗΣΗ ΤΟΥ ΜΗΤΡΟΠΟΛΙΤΗ (πρ.) ΠΑΦΟΥ ΤΥΧΙΚΟΥ ΓΙΑ ΑΔΕΙΑ ΓΙΑ ΤΗΝ ΚΑΤΑΧΩΡΙΣΗ ΑΙΤΗΣΗΣ ΓΙΑ ΤΗΝ ΕΚΔΟΣΗ ΠΡΟΝΟΜΙΑΚΩΝ ΕΝΤΑΛΜΑΤΩΝ CERTIORARI, Πολιτική Αίτηση Αρ. 138/26, 9/7/2026

ΑΝΩΤΑΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΚΥΠΡΟΥ

ΠΡΩΤΟΒΑΘΜΙΑ ΔΙΚΑΙΟΔΟΣΙΑ

                                                                   (Πολιτική Αίτηση Αρ. 138/26)

 

 9  Ιουλίου, 2026

 

[Ε. ΕΦΡΑΙΜ, Δ/στής]

ΑΝΑΦΟΡΙΚΑ ΜΕ ΤΟ AΡΘΡΟ 155.4 ΤΟΥ ΣΥΝΤΑΓΜΑΤΟΣ ΚΑΙ ΤΑ ΑΡΘΡΑ 3 ΚΑΙ 9 ΤΟΥ ΠΕΡΙ ΑΠΟΝΟΜΗΣ ΤΗΣ ΔΙΚΑΙΟΣΥΝΗΣ (ΠΟΙΚΙΛΑΙ ΔΙΑΤΑΞΕΙΣ) ΝΟΜΟΥ ΤΟΥ 1964

ΚΑΙ

 

ΑΝΑΦΟΡΙΚΑ ΜΕ ΤΟΝ ΠΕΡΙ ΑΝΩΤΑΤΟΥ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟΥ (ΔΙΚΑΙΟΔΟΣΙΑ ΕΚΔΟΣΗΣ ΕΝΤΑΛΜΑΤΩΝ ΠΡΟΝΟΜΙΑΚΗΣ ΦΥΣΕΩΣ) ΔΙΑΔΙΚΑΣΤΙΚΟ ΚΑΝΟΝΙΣΜΟ ΤΟΥ 2018 (5/2018) ΩΣ ΕΧΕΙ ΤΡΟΠΟΠΟΙΗΘΕΙ

ΚΑΙ

 

ΑΝΑΦΟΡΙΚΑ ΜΕ ΤΗΝ ΑΙΤΗΣΗ ΤΟΥ ΜΗΤΡΟΠΟΛΙΤΗ (πρ.) ΠΑΦΟΥ ΤΥΧΙΚΟΥ ΓΙΑ ΑΔΕΙΑ ΓΙΑ ΤΗΝ ΚΑΤΑΧΩΡΙΣΗ ΑΙΤΗΣΗΣ ΓΙΑ ΤΗΝ ΕΚΔΟΣΗ ΠΡΟΝΟΜΙΑΚΩΝ ΕΝΤΑΛΜΑΤΩΝ CERTIORARI

ΚΑΙ

ΑΝΑΦΟΡΙΚΑ ΜΕ ΤΗΝ ΑΠΟΦΑΣΗ ΗΜΕΡΟΜΗΝΙΑΣ 17.10.2025 ΤΟΥ ΟΙΚΟΥΜΕΝΙΚΟΥ ΠΑΤΡΙΑΡΧΕΙΟΥ ΛΗΦΘΕΙΣΑ ΜΕΣΩ ΤΗΣ ΙΕΡΑΣ ΣΥΝΟΔΟΥ ΤΟΥ ΟΙΚΟΥΜΕΝΙΚΟΥ ΠΑΤΡΙΑΡΧΕΙΟΥ, ΔΙΚΑΣΑΣΑΣ ΩΣ ΔΕΥΤΕΡΟΒΑΘΜΙΟ ΕΚΚΛΗΣΙΑΣΤΙΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΗΝ ΕΚΚΛΗΤΟ ΠΡΟΣΦΥΓΗ ΤΟΥ ΑΙΤΗΤΗ ΗΜΕΡ. 5.6.2025, Η ΟΠΟΙΑ ΕΠΙΚΥΡΩΣΕ ΤΗΝ ΑΠΟΦΑΣΗ ΤΗΣ 22.5.2025 ΤΗΣ Ι. ΣΥΝΟΔΟΥ ΤΗΣ ΕΚΚΛΗΣΙΑΣ ΤΗΣ ΚΥΠΡΟΥ ΣΧΕΤΙΚΑ ΜΕ ΤΗΝ ΕΚΠΤΩΣΗ ΤΟΥ ΑΙΤΗΤΗ ΑΠΟ ΤΟΝ ΜΗΤΡΟΠΟΛΙΤΙΚΟ ΘΡΟΝΟ ΤΗΣ ΠΑΦΟΥ

Σ. Οικονόμου, μαζί με Ε. Μενεγάκη (κα), για Μ.Χ. Μυλωνάς & Συνεργάτες Δ.Ε.Π.Ε., και Ε.Α. Γιακουμάκης, για τον Αιτητή.

 

...................

Α Π Ο Φ Α Σ Η

 

         ΕΦΡΑΙΜ, Δ.: Με την παρούσα Αίτηση ο Αιτητής ζητά άδεια για την καταχώριση αίτησης δια κλήσεως για την έκδοση προνομιακού εντάλματος Certiorari με το οποίο να ακυρώνεται η απόφαση ημερ. 17.10.2025 της Ιεράς Συνόδου του Οικουμενικού Πατριαρχείου με την οποία επικυρώθηκε η απόφαση  ημερ. 22.5.2025 της Ιεράς Συνόδου της Εκκλησίας της Κύπρου για την έκπτωση του Αιτητή από τον Μητροπολιτικό Θρόνο της Πάφου. Ζητά επίσης διαταγή «για επανάληψη της διαδικασίας ενώπιον του Οικουμενικού Πατριαρχείου και/ή της Ι. Συνόδου της Εκκλησίας της Κύπρου συμφώνως προς το άρθρο 38 παρ. (δ) του Κ.Χ.Ε.Κ.», ήτοι του Καταστατικού Χάρτη της Εκκλησίας της Κύπρου.  

         Σύμφωνα με το περιεχόμενο της Αίτησης, καθώς επίσης της Έκθεσης και της ένορκης δήλωσης του Αιτητή που τη συνοδεύουν, προκύπτει ότι, με απόφαση της ημερ. 22.5.2025 η Ιερά Σύνοδος της Εκκλησίας της Κύπρου απεφάσισε την επιβολή στον Αιτητή της ποινής της έκπτωσης από τον Μητροπολιτικό Θρόνο της Εκκλησίας της Πάφου. Ο Αιτητής άσκησε έκκλητο προσφυγή κατά της εν λόγω απόφασης στην Ιερά Σύνοδο του Οικουμενικού Πατριαρχείου η οποία εξέδωσε την προσβαλλόμενη απόφαση ημερ. 17.10.2025. Σε αυτή, αναφέρεται μεταξύ άλλων, πως αναγνωρίζεται ότι, κατά τη διαδικασία της εκδίκασης της περίπτωσης, «κατ’  ακρίβειαν, δεν ετηρήθησαν … άπασαι αι πρόνοιαι του Καταστατικού Χάρτου της Αγιωτάτης Εκκλησίας της Κύπρου», πλην όμως κρίθηκε ότι αυτό «κατ’ ουδένα τρόπον θεραπεύει τα τελεσθέντα … παραπτώματα» και η Ιερά Σύνοδος του Οικουμενικού Πατριαρχείου κατέληξε στην επικύρωση της απόφασης ημερ. 22.5.2025.   

Οι λόγοι στους οποίους στηρίζεται η Αίτηση παρατίθενται αυτούσιοι, ως ακολούθως:

1.   Έλλειψη και ή υπέρβαση δικαιοδοσίας και ή κατάχρηση εξουσίας και ή κατάχρηση διαδικασίας από την Καθ’ ης η Αίτηση.

2.   Έλλειψη δέουσας έρευνας.

3.   Πλάνη περί το Δίκαιο, έκδηλη από το κείμενο της απόφασης (Error of Law on the Face of the Record) – Παράβαση καθήκοντος της Καθ’ ης – Η παραδοχή μη τήρησης των προνοιών του Καταστατικού Χάρτη και ή παρ’ όλα αυτά επικύρωση της έκπτωσης.

4.   Πλάνη περί τα πραγματικά γεγονότα.

5.   Αντιφατική αιτιολογία και ή ανεπάρκεια και ή ανυπαρξία αιτιολογίας.

6.   Παράνομη επικύρωση ελαττωματικής πρωτοβάθμιας απόφασης – Η ενσωμάτωση και επικύρωση της παράνομης απόφασης ημερ. 22.5.2025 και της διαδικασίας της, η οποία διεξήχθη χωρίς τα υποχρεωτικά στάδια του Καταστατικού Χάρτη, μολύνει την προσβαλλόμενη απόφαση ημερ. 17.10.2025.

7.   Έλλειψη και ή καταστρατήγηση της νόμιμης, θεσμοθετημένης διαδικασίας – Παράλειψη εξέτασης των συγκεκριμένων ουσιωδών δικονομικών λόγων της εκκλήτου προσφυγής ημερ. 5.6.2025.

8.   Παραβίαση των κανόνων φυσικής δικαιοσύνης, του δικαιώματος αποτελεσματικής υπεράσπισης και ακρόασης του Αιτητή.

9.   Παραβίαση της αρχής της αμεροληψίας – Υπήρξε πρόδηλη μεροληπτική στάση και προκατάληψη της Καθ’ ης η Αίτηση και ή του Οικουμενικού Πατριάρχη, ως Προέδρου της σε βάρος του Αιτητή.

10.   Παράλειψη εξέτασης από την Καθ’ ης η Αίτηση του λόγου προσφυγής του Αιτητή ως προς την έλλειψη αμεροληψίας στο πρόσωπο του Αρχιεπισκόπου Κύπρου, ως Προέδρου της Ιεράς Συνόδου της Εκκλησίας της Κύπρου στη συνεδρία ημερ. 22.5.2025.

11.   Η απόφαση ημερ. 17.10.2025 της Καθ’ ης η Αίτηση δεν έλαβε υπόψη και ή δεν εκτίμησε ορθώς και ή δεν έδωσε βαρύτητα στο πραγματικό και ή νομικό υπόβαθρο που τέθηκε ενώπιον της και ή την παραβίαση και την καταστρατήγηση των προνοιών και διατάξεων του Καταστατικού Χάρτη της Εκκλησίας της Κύπρου εκ μέρους της Ι. Συνόδου της Εκκλησίας της Κύπρου.

         Τόσο η Έκθεση όσο και η ένορκη δήλωση περιλαμβάνουν εκτενή ανάλυση όλων των προαναφερόμενων λόγων. Ο Αιτητής καταχώρισε μακροσκελή γραπτή αγόρευση προς υποστήριξη της Αίτησης, την οποία υιοθέτησε κατά την ακρόαση αυτής και προέβη σε κάποιες προφορικές διευκρινίσεις. Αναλυτική αναφορά στους λόγους και στις θέσεις που προωθήθηκαν κατά την ακρόαση της Αίτησης θα γίνεται κατωτέρω όπου κρίνεται αναγκαίο.

  Στην υπόθεση Αναφορικά με την Αίτηση των Janna Bullock κ.ά., Πολ. Έφ. Αρ. 155/2022, ημερ. 5.10.2022, ECLI:CY:AD:2022:A376, επισημάνθηκε πως η δικαιοδοσία του Ανωτάτου Δικαστηρίου για χορήγηση άδειας προς καταχώριση αίτησης για προνομιακό ένταλμα αφορά στο κατάλοιπο της εξουσίας του Δικαστηρίου και γι’ αυτό ασκείται σε εξαιρετικές περιπτώσεις και για καθορισμένους λόγους. Χρήσιμη αναφορά γίνεται στην υπόθεση Αναφορικά με την Αίτηση του Πέτρου Ευδόκα (2016) 1(Γ) Α.Α.Δ. 3018, στην οποία επαναλήφθηκε η καθιερωμένη νομική αρχή ότι σε τέτοιας φύσης αιτήσεις, το Δικαστήριο δεν προβαίνει σε αναθεώρηση της ορθότητας της απόφασης του κατώτερου Δικαστηρίου. Όπως λέχθηκε στην υπόθεση Marewave Shipping & Trading Company Ltd (1992) 1(A) A.A.Δ. 116, ο σκοπός των διαταγμάτων certiorari είναι ο έλεγχος της νομιμότητας της απόφασης. Για να χορηγηθεί άδεια, ο αιτητής θα πρέπει να τεκμηριώσει εκ πρώτης όψεως υπόθεση. Τα προνομιακά εντάλματα χορηγούνται κατ’ εξαίρεση όταν διαπιστώνεται έλλειψη ή υπέρβαση δικαιοδοσίας, είτε πλάνη περί τον Νόμο, είτε παραβίαση των κανόνων φυσικής δικαιοσύνης. Το προνομιακό ένταλμα Certiorari δεν αποτελεί μέσο ούτε για την εποπτεία της διαδικασίας ή της πρακτικής που ακολουθήθηκε, αλλά ούτε και υποκατάστατο μέσο της έφεσης (Αναφορικά με την Αίτηση του Μιτέλα, Πολ. Έφ. Αρ. 43/2019, ημερ. 2.4.2019, ECLI:CY:AD:2019:A121, Αναφορικά με την Αίτηση της Daventree Trustees Ltd (2005) 1(Α) Α.Α.Δ. 712 και Αναφορικά με την Αίτηση Γενικού Εισαγγελέα (Αρ.3) (1993) 1 Α.Α.Δ. 442.

Στο πλαίσιο της παρούσας Αίτησης, το πρώτο ζήτημα που εγείρεται προς εξέταση είναι το κατά πόσον οι διαδικασίες και αποφάσεις των Εκκλησιαστικών Δικαστηρίων ή Συνόδων εμπίπτουν εντός του ελέγχου του Ανωτάτου Δικαστηρίου κατά την άσκηση της προνομιακής του δικαιοδοσίας.

         Ο Αιτητής αναγνωρίζει ότι τα πολιτειακά Δικαστήρια δεν έχουν δικαιοδοσία να εξετάσουν την ορθότητα της ουσίας της απόφασης οποιουδήποτε εκκλησιαστικού οργάνου. Ισχυρίζεται, όμως, ότι το Ανώτατο Δικαστήριο μπορεί «να εξετάσει τη νομιμότητα της προσβαλλόμενης απόφασης και αν τηρήθηκαν οι διαδικαστικές εγγυήσεις που προβλέπονται από τον Κ.Χ.Ε.Κ. και τους αναγνωριζόμενους από το άρθρο 110 του Συντάγματος Ιερούς Κανόνες, αν τηρήθηκαν οι αρχές της φυσικής δικαιοσύνης (δικαίωμα ακρόασης, αρχή αμεροληψίας), αν η διαδικασία που τηρήθηκε συνάδει με το άρθρο 30 του Συντάγματος και τα άρθρα 6 και 13 της ΕΣΔΑ, νοουμένου ότι οι έννομες συνέπειες της προσβαλλόμενης απόφασης παράγονται αποκλειστικά εντός της κυπριακής έννομης τάξης».

Το προνομιακό ένταλμα Certiorari παρέχει τη δυνατότητα άσκησης δικαστικού ελέγχου από ανώτερο προς κατώτερο Δικαστήριο ή σώμα ή πρόσωπα που ασκούν δικαστική ή οιονεί δικαστική εξουσία (βλ. σύγγραμμα Προνομιακά Εντάλματα, Πέτρος Αρτέμης, σελ. 10-19 και σύγγραμμα Σύνταγμα Κυπριακής Δημοκρατίας, Ανδρέα Ν. Λοΐζου, σελ. 383-392). 

         Σύμφωνα με το Άρθρο 110 του Συντάγματος «Η αυτοκέφαλος ελληνική ορθόδοξος Εκκλησία της Κύπρου θα συνεχίση έχουσα το αποκλειστικόν δικαίωμα ρυθμίσεως και διοικήσεως των εσωτερικών αυτής υποθέσεων και της περιουσίας αυτής συμφώνως τοις Ιεροίς Κανόσι και τω εν ισχύι Καταστατικώ Χάρτη αυτής».

         Στην υπόθεση Αυτοκέφαλος Εκκλησία της Κύπρου v. Βουλής (Αρ. 4) (1990) 3(Α) Α.Α.Δ. 338, περιέχεται μια ιδιαίτερα διαφωτιστική ιστορική αναδρομή και ανάλυση ως προς τη νομική φύση και τις αρμοδιότητες της Εκκλησίας της Κύπρου, ως ακολούθως:

«Η Εκκλησία της Κύπρου, τόσο στα χρόνια της Τουρκοκρατίας, όσο και στα χρόνια της Αγγλοκρατίας, γενικά είχε αποκλειστικό δικαίωμα ρύθμισης και διοίκησης των εσωτερικών υποθέσεων και της περιουσίας της. Βλ. υπόθεση Πλήρους Επαρχιακού Δικαστηρίου Λευκωσίας - 343/48 – Μανώλης Γ. Μανώλη και Άλλοι ν. Μακαρίου Β' Αρχιεπισκόπου Κύπρου και Άλλων, στην οποία αποφασίστηκε ότι η εκλογή Επισκόπου Πάφου, συμπεριλαμβανομένης και της εκλογής τοπικών εκλεκτόρων, και ο τρόπος της εκλογής ήταν θρησκευτικό θέμα εκτός της δικαιοδοσίας των Δικαστηρίων της Πολιτείας. Ο συνταγματικός νομοθέτης ενσωμάτωσε την αρχή αυτή στο Άρθρο 110.1 του Συντάγματος. 

Η Ελληνική Ορθόδοξη Εκκλησία, ούτε συνίσταται, ούτε λειτουργεί βάσει του Συντάγματος, παρόλο ότι το Άρθρο 111 υπόκειται στις Συνταγματικές πρόνοιες, γιατί το Άρθρο αρχίζει με τις λέξεις: "Τηρουμένων των διατάξεων του Συντάγματος".

Η αρμοδιότητα που ασκείται, με βάση το Άρθρο 111 του Συντάγματος, από την Ελληνική Ορθόδοξη Εκκλησία και τις εκκλησίες των Αρμενίων, Λατίνων και Μαρωνιτών, αναφορικά με το γάμο και το διαζύγιο και γενικά τις οικογενειακές σχέσεις, δεν μπορεί να θεωρηθεί άσκηση κρατικής εξουσίας. 

Η εκκλησία δεν είναι θεσμοποιημένη με το Σύνταγμα ή το Νόμο αρχή. Δεν είναι αρχή δημοσίου δικαίου, ούτε έχει νομοθετική εξουσία. Οι διοικητικές της αποφάσεις δεν είναι εκτελεστές διοικητικές αποφάσεις δημοσίου δικαίου και δεν υπόκεινται στο δικαστικό έλεγχο, με βάση το Άρθρο 146 του Συντάγματος. 

Τα Εκκλησιαστικά Δικαστήρια δεν υπάγονται στον έλεγχο του Ανωτάτου Δικαστηρίου με προνομιακά διατάγματα, με βάση το Άρθρο 155.4 του Συντάγματος, γιατί δεν είναι δικαστήρια όπως προβλέπεται στο Μέρος Χ του Συντάγματος.

Η εκκλησία δεν είναι "δημόσια αρχή" στην έννοια του Άρθρου 29 του Συντάγματος, που κατοκυρώνει το δικαίωμα του "αναφέρεσθαι εις τα αρχάς". 

………………………………………………………………………………………..

Με βάση τα πιο πάνω, η Ορθόδοξη Εκκλησία της Κύπρου δεν είναι δημιούργημα ή/και δεν έχει υπόσταση θεσμοποιημένη από το Σύνταγμα ή το Νόμο, αλλά είναι ιδιάζων οργανισμός ιδιωτικού δικαίου. Δεν είναι όργανο κυβερνήσεως, ούτε ενεργεί για τη Δημοκρατία. Δεν έχει, ούτε ασκεί κρατική πολιτειακή εξουσία, ούτε υπόκειται στον κρατικό έλεγχο.»

(Η υπογράμμιση είναι του παρόντος Δικαστηρίου)

         Το πιο πάνω απόσπασμα επιβεβαιώνει ότι ιστορικά η Εκκλησία της Κύπρου αποτελούσε θεσμό ο οποίος υπήρχε πολύ πριν από την ίδρυση της Κυπριακής Δημοκρατίας και διαχρονικά είχε το αποκλειστικό δικαίωμα ρύθμισης και διοίκησης των εσωτερικών υποθέσεων και της περιουσίας της. Εξ ου και με την ίδρυση της Κυπριακής Δημοκρατίας, περιλήφθηκε στο Σύνταγμα συγκεκριμένη πρόνοια που αναγνωρίζει το αυτοκέφαλο και το αποκλειστικό δικαίωμα της Εκκλησίας της Κύπρου να ρυθμίζει τις υποθέσεις και την περιουσία αυτής. Αυτή η συνταγματική πρόνοια, σύμφωνα με τη μελέτη του πρώην Γενικού Εισαγγελέα της Δημοκρατίας, Κ. Τορναρίτη Αι σχέσεις Εκκλησίας και Πολιτείας κατά το εν Κύπρω ισχύον Δίκαιο, Επιθεώρηση Δημοσίου και Ιδιωτικού Δικαίου, Τόμος Α, 1967, αναγνωρίζει την Εκκλησία της Κύπρου ως αυτοτελή και αυτοδιοικούμενο οργανισμό που αντλεί τα δικαιώματα του απ’ ευθείας από το Σύνταγμα και, σε αντίθεση με την Εκκλησία της Ελλάδας, παρέχει σε αυτή περισσότερα προνόμια και μεγαλύτερη αυτονομία και ανεξαρτησία, συμπεριλαμβανομένου του συνταγματικώς κατοχυρωμένου αποκλειστικού δικαιώματος ρύθμισης των εσωτερικών της υποθέσεων σύμφωνα με τον Καταστατικό Χάρτη της Εκκλησίας της Κύπρου και τους Ιερούς Κανόνες, χωρίς την εποπτεία του Κράτους.

         Με δεδομένη αυτή την ιδιότητα της Εκκλησίας της Κύπρου, αποφασίστηκε στην προαναφερόμενη υπόθεση, η οποία και είναι δεσμευτική, πως τα Εκκλησιαστικά Δικαστήρια δεν υπάγονται στον έλεγχο του Ανωτάτου Δικαστηρίου με βάση το Άρθρο 155.4 του Συντάγματος.

         Το επιχείρημα του Αιτητή ότι το Άρθρο 111 του Συντάγματος επιτρέπει την άσκηση της προνομιακής δικαιοδοσίας του Ανωτάτου Δικαστηρίου σε σχέση με τις διαδικασίες και αποφάσεις των Εκκλησιαστικών Δικαστηρίων, καθότι περιλαμβάνει τη φράση «Τηρουμένων των διατάξεων του Συντάγματος», καταρρίπτεται από την ίδια την προαναφερόμενη απόφαση, στην οποία και εξετάστηκε το συγκεκριμένο ζήτημα. Η εν λόγω απόφαση απαντά επίσης και στη θέση του Αιτητή πως η Εκκλησία της Κύπρου δεν απαλλάσσεται της υποχρέωσης να τηρεί τις πρόνοιες του Συντάγματος, καθότι, είναι το ίδιο το Σύνταγμα που κατοχύρωσε στην Εκκλησία της Κύπρου το αποκλειστικό δικαίωμα ρύθμισης των υποθέσεων της με βάση τους δικούς της κανόνες. Η όποια αναφορά στην Ευρωπαϊκή Σύμβαση των Δικαιωμάτων του Ανθρώπου δεν διαφοροποιεί τις πιο πάνω διαπιστώσεις του παρόντος Δικαστηρίου, υπό το φως της υπόθεσης Αυτοκέφαλος Εκκλησία της Κύπρου v. Βουλής (Αρ. 4) (ανωτέρω).

         Όπως αναγνωρίζει ο Αιτητής, η Εκκλησία της Κύπρου διέπεται από τον Καταστατικό Χάρτη της Εκκλησίας της Κύπρου. Σύμφωνα με το Άρθρον 1 αυτού, η Εκκλησία της Κύπρου είναι αυτοκέφαλος και κυβερνάται από τις Θείες Γραφές, τους Ιερούς Κανόνες, τις Εκκλησιαστικές Παραδόσεις και τον συνάδοντα με αυτούς Καταστατικό Χάρτη αυτής. Το Κεφάλαιον Ζ τιτλοφορείται «Η Απονομή της Εκκλησιαστικής Δικαιοσύνης». Ο Αιτητής αναγνωρίζει επίσης την εξουσία της Ιεράς Συνόδου της Εκκλησίας της Κύπρου, ως Εκκλησιαστικό Δικαστήριο, να εκδικάζει κληρικούς και να τους επιβάλλει εκκλησιαστικές ποινές (Άρθρον 78 παρ. (1)). Η λειτουργία των Εκκλησιαστικών Δικαστηρίων ρυθμίζεται στις διατάξεις της Εκκλησιαστικής Δικονομίας της Εκκλησίας της Κύπρου (Άρθρον 78 παρ. (6)). Σε περίπτωση επιβολής ποινής έκπτωσης από τον Θρόνο, ο καταδικασθείς δύναται να ασκήσει το δικαίωμα της έκκλητου προσφυγής ενώπιον του Οικουμενικού Πατριαρχείου, κατά τα προβλεπόμενα από τους Ιερούς Κανόνες (Άρθρα 80 και 81).

         Τα Άρθρα 48 και 78 του Καταστατικού Χάρτη δεν παρέχουν δικαιοδοσία στο Ανώτατο Δικαστήριο, ως εισηγείται ο Αιτητής. Το Άρθρον 48 περιλαμβάνει τους λόγους για τους οποίους η όλη διαδικασία εκδικασθείσας υπόθεσης δύναται να επαναληφθεί. Η παρ. (δ) προβλέπει την περίπτωση κατά την οποία προέκυψε ουσιώδης παράβαση καθήκοντος σε σχέση με συγκεκριμένη δίκη, «βεβαιωθείσα, ή ισχυρώς πιθανολογουμένη, κατόπιν δικαστικής εξετάσεως,  ενώπιον εκκλησιαστικής, ή πολιτειακής δικαστικής αρχής». Σύμφωνα με το Άρθρον 47, επανάληψη της διαδικασίας δύναται να διαταχθεί μόνο από την Ιερά Σύνοδο, κατόπιν αίτησης του καταδικασθέντος κατηγορούμενου ή του Εκκλησιαστικού Εισαγγελέως του δικάσαντος Δικαστηρίου. Ο Αιτητής παρερμηνεύει την παρ. (δ) του Άρθρου 48. Το Άρθρον 48 παρ. (δ) δεν παρέχει εξουσία στα Δικαστήρια της Πολιτείας να εκδικάζουν και κρίνουν τις ίδιες τις αποφάσεις της Ιεράς Συνόδου της Εκκλησίας της Κύπρου. Καθιερώνει μόνον ένα από τους λόγους για τους οποίους η Ιερά Σύνοδος δύναται να διατάξει την επανάληψη τελεσίδικης εκκλησιαστικής διαδικασίας. Πρόκειται για την περίπτωση που προέκυψε παράβαση καθήκοντος μέλους (Εκκλησιαστικού) Δικαστηρίου. Το Άρθρον 78 προνοεί ότι η λειτουργία των Εκκλησιαστικών Δικαστηρίων ρυθμίζεται από τις διατάξεις της Εκκλησιαστικής Δικονομίας της Εκκλησίας της Κύπρου, Παράρτημα Β΄, ΙΙ. Σαφώς αυτά τα Άρθρα δεν υποβάλλουν τις αποφάσεις των Εκκλησιαστικών Δικαστηρίων στον έλεγχο της προνομιακής δικαιοδοσίας του Ανωτάτου Δικαστηρίου.

         Ο Αιτητής θεωρεί ότι με την αποδοχή από το Δικαστήριο (κατ’ έφεση) της αίτησης για επέκταση της προθεσμίας καταχώρισης της παρούσας Αίτησης «δημιουργήθηκε ο απαιτούμενος «δικαιοδοτικός δεσμός» μεταξύ του Αιτητή και της Κυπριακής Δημοκρατίας δυνάμει του άρθρου 1 της Ευρωπαϊκής Σύμβασης των Δικαιωμάτων του Ανθρώπου». Το άρθρο 1 της ΕΣΔΑ επιβάλλει υποχρέωση στα συμβαλλόμενα σε αυτή μέρη να διασφαλίσουν σε όλα τα πρόσωπα που υπάγονται στη δικαιοδοσία τους τα δικαιώματα και τις ελευθερίες που καθορίζονται στο Πρώτο Μέρος της ΕΣΔΑ.  Η εξέταση και η έγκριση, κατ’ έφεση, επέκτασης της προθεσμίας για την καταχώριση της παρούσας Αίτησης ουδόλως άπτεται της ουσίας της Αίτησης, ούτε προκαθορίζει ή δεσμεύει με οποιονδήποτε τρόπο την ύπαρξη ή μη, δικαιοδοσίας επί τυχόν καταχωρισθείσας τέτοιας αίτησης, αλλά περιορίζεται αυστηρώς στο κατά πόσο δικαιολογείται η επέκταση της προθεσμίας καταχώρισης της αίτησης.

         Τέλος, θεωρώ χρήσιμη την παραπομπή στην υπόθεση Ιερά Μονή Μαχαιρά v. Κουβατζιά κ.ά. (2007) 1(Α) Α.Α.Δ. 436, στην οποία αναγνωρίστηκε το αποκλειστικό δικαίωμα της Εκκλησίας της Κύπρου να ρυθμίζει και διοικεί τις εσωτερικές της υποθέσεις σύμφωνα με τον Καταστατικό της Χάρτη, όπως αναφέρεται στο Άρθρο 110.1 του Συντάγματος. Σε εκείνη την υπόθεση, όμως, κρίθηκε ότι το δικαίωμα περιορίζεται στην περιουσία της Εκκλησίας, ενώ η εκεί επίδικη περιουσία δεν ήταν δική της και επομένως το Δικαστήριο είχε δικαιοδοσία να εξετάσει την εν λόγω υπόθεση.           

         Κρίνεται σκόπιμο να λεχθεί, επίσης, πως η διαπίστωση ότι οι αποφάσεις των Εκκλησιαστικών Δικαστηρίων εκφεύγουν της προνομιακής δικαιοδοσίας του Ανωτάτου Δικαστηρίου προφανώς καλύπτει και την προσβαλλόμενη απόφαση ημερ. 17.10.2025 της Ιεράς Συνόδου του Οικουμενικού Πατριαρχείου το οποίο ενήργησε ως δευτεροβάθμιο Εκκλησιαστικό Δικαστήριο αναφορικά με την πρωτοβάθμια απόφαση της Ιεράς Συνόδου της Εκκλησίας της Κύπρου ημερ. 22.5.2025.

         Με βάση όσα αναφέρονται ανωτέρω, διαφαίνεται ότι το Ανώτατο Δικαστήριο δεν έχει δικαιοδοσία να ασκήσει προνομιακό έλεγχο στις διαδικασίες ή αποφάσεις των Εκκλησιαστικών Δικαστηρίων. Αυτή η κατάληξη οδηγεί, δίχως άλλο, στην απόρριψη της Αίτησης, χωρίς να καθίσταται αναγκαία η εξέταση των υπόλοιπων λόγων στους οποίους στηρίζεται η Αίτηση.  

Η Αίτηση απορρίπτεται.        

 

 

                                                                                       Ε. ΕΦΡΑΙΜ, Δ.

 

 

/κβπ


cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο