ΑΝΩΤΑΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΚΥΠΡΟΥ
ΔΕΥΤΕΡΟΒΑΘΜΙΑ ΔΙΚΑΙΟΔΟΣΙΑ
Πολιτική Έφεση Αρ.256/2016
13 Ιουλίου, 2026
[Χ. ΜΑΛΑΧΤΟΣ, Ι. ΙΩΑΝΝΙΔΗΣ, Α. ΔΑΥΙΔ, Δ/στές]
1. ΑΝΑΣΤΑΣΙΟΣ ΑΓΓΛΟΓΑΛΛΟΣ
2. ΜΑΡΙΝΟΣ ΗΛΙΑ
3. ΚΥΡΙΑΚΟΣ ΚΑΤΖΙΗΣ
4. ΑΝΤΡΕΑΣ ΜΙΧΑΗΛΙΔΗΣ
Εφεσείοντες/Εναγόμενοι
ν.
ΑΝΔΡΕΑΣ ΚΟΥΝΝΗΣ
Εφεσίβλητος/Ενάγοντας
………………………………………..
Γ. Λουκαΐδης, για Δρ. Ανδρέας Π. Ποιητής & Σία Δ.Ε.Π.Ε., για τους εφεσείοντες.
Χρ. Αργυρού (κα), για Αργυρού & Κωνσταντίνου Δ.Ε.Π.Ε., για τον εφεσίβλητο.
Χ. ΜΑΛΑΧΤΟΣ: Η Απόφαση είναι ομόφωνη, θα δοθεί από το
Δικαστή Δαυίδ.
Α Π Ο Φ Α Σ Η
ΔΑΥΙΔ, Δ.: Οι εφεσείοντες, πρόεδρος ο 1ος και μέλη οι υπόλοιποι του Κοινοτικού Συμβουλίου Ξυλοφάγου κατά τον ουσιώδη για την περίπτωση χρόνο, στις 11/06/2012, απέστειλαν επιστολή στον τότε Έπαρχο Λάρνακας, στην οποία, μεταξύ άλλων, έκαναν αναφορά και στο πρόσωπο του εφεσίβλητου, επίσης μέλους του Κοινοτικού Συμβουλίου Ξυλοφάγου. Ο τελευταίος, ισχυριζόμενος ότι το περιεχόμενο της ως άνω επιστολής, ήταν δυσφημιστικό για τον ίδιο, καταχώρησε αγωγή (Αρ.2249/12, Επαρχιακού Δικαστηρίου Λάρνακας), αξιώνοντας γενικές και τιμωρητικές αποζημιώσεις, καθώς και σχετικό διάταγμα με το οποίο να εμποδίζονται οι εφεσείοντες να προβαίνουν σε δυσφημιστικά σχόλια εναντίον του. Στον αντίποδα, με την Υπεράσπισή τους οι εφεσείοντες υποστήριξαν, αφενός ότι το περιεχόμενο της επιστολής δεν συνιστούσε δυσφήμιση και εν πάση περιπτώσει, τα όσα αναφέρονται σε αυτήν είναι η αλήθεια, αποτελώντας δίκαιη και καλόπιστη κριτική.
Προς κατανόηση των εκατέρωθεν θέσεων των διαδίκων, κρίνεται σκόπιμη η παράθεση του πραγματικού υπόβαθρου της υπόθεσης, με αφετηρία συνεδρίαση του Κοινοτικού Συμβουλίου Ξυλοφάγου, ημερομηνίας 29/02/2012, η οποία είχε ως αντικείμενο την υποβολή εισήγησης/πρότασης προς την αρμόδια αρχή, δηλαδή τις Βρετανικές Βάσεις, για επέκταση της λατομικής ζώνης Ξυλοφάγου. Στην εν λόγω συνεδρία, τέσσερα μέλη του Κοινοτικού Συμβουλίου (οι εφεσείοντες), καταψήφισαν την πρόταση, ενώ άλλα μέλη του, ήτοι ο εφεσίβλητος και ακόμα τέσσερα μέλη, ένας εκ των οποίων ο Λ.Μ., ο οποίος είχε στενή συγγενική σχέση (αδελφός) με το διευθυντή εταιρείας που είχε συμφέρον στην επέκταση, τάχθηκαν υπέρ. Από τον τελευταίο, είχε προηγουμένως ζητηθεί για τον πιο πάνω λόγο να αποχωρήσει από τη ψηφοφορία, πλην όμως ο ίδιος αρνήθηκε. Κατόπιν τούτου, η ψήφος του αγνοήθηκε. Με βάση τη νικώσα ψήφο του προέδρου (εφεσείοντα 1), επικράτησε απόφαση κατά της επέκτασης. Παρεμβάλλεται ότι και ο εφεσίβλητος είχε συγγενική σχέση (αδελφότεκνος), με λατόμο που θα επωφελείτο από την εισηγούμενη επέκταση, πλην όμως, ούτε του ζητήθηκε ούτε εξ ιδίων του αποχώρησε από τη συνεδρία ή την ψηφοφορία. Η εξήγηση που μεταγενέστερα δόθηκε ως προς τη διαφορετική αντιμετώπιση των δύο περιπτώσεων, παρέπεμπε στον στενότερο βαθμό συγγένειας που είχε ο Λ.Μ. με τους επηρεαζόμενους.
Την επομένη της ψηφοφορίας, ο εφεσίβλητος και τα υπόλοιπα τέσσερα μέλη, απέστειλαν επιστολή προς τον τότε Έπαρχο Λάρνακας, καταγγέλλοντας τη διαδικασία που ακολουθήθηκε. Ακολούθως, συγκεκριμένα στις 05/06/2012, πραγματοποιήθηκε νέα συνεδρία των 5 μελών που υποστήριζαν την επέκταση, κατά την οποία κρίθηκε ότι η προηγούμενη απόφαση, ημερομηνίας 29/02/2012, δεν ήταν νομότυπη, λαμβάνοντας οι ίδιοι εκ νέου απόφαση, υπέρ της συζητούμενης επέκτασης.
Οι εφεσείοντες, οι οποίοι δεν ενημερώθηκαν και δεν παρευρέθηκαν στη συνεδρία της 05/06/2012, αντιδρώντας στην ως άνω εξέλιξη, απέστειλαν προς τον Έπαρχο Λάρνακας την επιστολή ημερομηνίας 11/06/2012, την οποία και κοινοποίησαν ανάλογα σε συγκεκριμένα πρόσωπα, Αρχές και θεσμούς. Το κείμενο της εν λόγω επιστολής, αυτούσιο, παρατίθεται στη συνέχεια.
«Προς Έπαρχο Λάρνακας
Παράνομη Συνεδρία Μελών Κοινοτικού Συμβουλίου Ξυλοφάγου
Έντιμε κύριε Έπαρχε,
Αναφέρομαι στην επιστολή της δήθεν λεγόμενης συνεδρίας Μελών του Κοινοτικού Συμβουλίου Ξυλοφάγου, με ημερομηνία 05 Ιουνίου 2012, με θέμα την επέκταση της λατομικής περιοχής Ξυλοφάγου, η οποία κοινοποιήθηκε στο γραφείο σας.
Προσωπικά την θεωρώ παράτυπη και παράνομη, ως μη γενόμενη αλλά και πραξικοπηματική συγκέντρωση. Η απόφαση της πιο πάνω παρασυναγωγής (θέμα το οποίο συμφωνούν και προσυπογραφούν τα μέλη του Κοινοτικού Συμβουλίου, που δεν παρευρέθηκαν), στερείται κάθε νομιμότητας και ως εκ τούτου, η οποιαδήποτε απόφαση τους δεν δεσμεύει το Κοινοτικό Συμβούλιο Ξυλοφάγου.
Το θέμα των λατομείων απασχόλησε το Κοινοτικό Συμβούλιο σε συνεδρία του στις 29 Φεβρουαρίου 2012, κατά την οποία πάρθηκαν αποφάσεις, ακολουθώντας της νενομισμένη διαδικασία, με βάση των περί Κοινοτήτων Νόμων και του Δημοσίου Συμφέροντος (κοινοποιήθηκαν σε όλα τα αρμόδια τμήματα).
Ως εκλελεγμένος Κοινοτάρχης τρίτης θητείας, με στήριξη των κατοίκων της κοινότητας μου και εν γνώσει των καθηκόντων μου που πηγάζουν μέσα από το Νόμο, συγκαλώ τακτικές συνεδριάσεις, στις οποίες, κάθε μέλος, έχει το δικαίωμα να καταθέσει οποιοδήποτε θέμα θεωρεί σκόπιμο προς συζήτηση, πριν ή και κατά την διάρκεια της κάθε συνεδρίας, στην οποία παρακάθονται ο Γραμματέας και ο Βοηθός Γραμματέας του Κοινοτικού Συμβουλίου, για τήρηση πρακτικών. όλες οι αποφάσεις του Κοινοτικού Συμβουλίου, παίρνονται στις επίσης συνεδριάσεις που συγκαλεί ο Κοινοτάρχης, ή όταν το ζητήσουν μέλη, υπό την προεδρία μου. οποιαδήποτε άλλη ενέργεια ή απόφαση μελών του Κοινοτικού Συμβουλίου, που παίρνεται παρά των νόμιμων διαδικασιών, είναι παράνομη, πολύ περισσότερο όταν αυτή παίρνεται από άτομα του Συμβουλίου που έχουν προσωπικό συμφέρον (Λ.Μ., Ανδρέας Κουννής). Τέτοιες αποφάσεις είναι εκ του πονηρού και εξυπηρετούν και καλύπτουν προσωπικά συμφέροντα.
Ως Κοινοτάρχης, δεν πρόκειται να αποδεκτώ τέτοιου είδους συναθροίσεις, μη νόμιμες συμπεριφορές, αλλά ούτε την παράνομη απόφαση, που πάρθηκε στην συγκεκριμένη συγκέντρωση, την οποία θεωρώ αυθαίρετη, προκλητική, απαράδεκτη και καταδικαστέα.
Κύριε Έπαρχε, ενόψει των πιο πάνω και γνωρίζοντας ότι τα προνόμια λατομείων στην Ξυλοφάγου, έχουν λήξη το Δεκέμβριο του 2011 (έχει ενημερωθεί η εισαγγελία των Βρετανικών Βάσεων), πιστεύω ότι δεν θα γίνεται συνεργός στην παρανομία, μαζί με άλλα αρμόδια τμήματα και θα τερματίσετε άμεσα την καταστροφή και λεηλασία του φυσικού περιβάλλοντος, που συνεχίζεται, χωρίς την συγκατάθεση της κοινότητάς μου.
Σας ευχαριστώ.
Με τιμή
Αναστάσης Αγγλογάλος
Κοινοτάρχης/Πρόεδρος
Κοινοτικού Συμβουλίου Ξυλοφάγου
Μέλη:
Μαρίνος Ηλία
Ανδρέας Μιχαηλίδης
Κυριάκος Κάτζιης
Κοιν.: -Υπουργείο Γεωργίας, Φ.Π &Περιβάλλοντος
-Γενικό Εισαγγελέα
-Γενική Ελέγκτρια της Δημοκρατίας
-Πολιτικό Διοικτή Βρετ. Βάσεων Δ/λειας (Προσοχή Κυρ. Wright chief officer)
-Διευθυντή Γεωλογικής Επισκόπησης»
Παρεμβάλλεται ότι οι εφεσείοντες αποτάθηκαν στο Ανώτατο Δικαστήριο, στο πλαίσιο της τότε Αναθεωρητικής του δικαιοδοσίας (Προσφυγή Αρ.1169/2012), ζητώντας όπως η απόφαση ημερομηνίας 05/06/2012 κηρυχθεί άκυρη, ως ληφθείσα ενάντια στο νόμο ή/και τη διαδικασία και δη λόγω προσωπικών συμφερόντων κάποιων από τα μέλη του Συμβουλίου. Η προσφυγή τους απορρίφθηκε στις 06/06/2014, αφού το δικαστήριο έκρινε ότι η προσβαλλόμενη πράξη δεν ήταν εκτελεστού χαρακτήρα και, συνεπώς, δεν ενέπιπτε στη σφαίρα ελέγχου της αναθεωρητικής δικαιοδοσίας, βάσει του Άρθρου 146 του Συντάγματος.
Το παράπονο του εφεσίβλητου, συναρτώμενο από τον ίδιο με το κατ’ ισχυρισμό δυσφημιστικό περιεχόμενο της εν λόγω επιστολής, εστιαζόταν ουσιαστικά σε δύο σημεία· πρώτον ότι του καταλόγιζε συμμετοχή σε μια παράνομη και παράτυπη συνεδρία (ημερ. 05/06/2012), η οποία χαρακτηρίστηκε ως «παρασυναγωγή» και «πραξικοπηματική συγκέντρωση», στο πλαίσιο της οποίας λήφθηκαν παράνομες αποφάσεις, και δεύτερον, ότι του απέδιδε πως ενήργησε με αλλότρια κίνητρα, εκ του πονηρού και εξυπηρετώντας «προσωπικά συμφέροντα». Κατά τον εφεσίβλητο, οι αναφορές αυτές ενόψει και της κοινοποίησης της επιστολής σε κρατικά όργανα αλλά και την ευρύτερη κοινότητα της Ξυλοφάγου, προκάλεσαν ζημιά στη φήμη και την υπόληψη του.
Το πρωτόδικο Δικαστήριο, με την απόφαση του, αφού αξιολόγησε την ενώπιον του μαρτυρία, κατέληξε ότι πέτυχε η υπεράσπιση της αλήθειας όσον αφορά το μέρος της επιστολής που αναφέρεται ότι ο εφεσίβλητος έλαβε μέρος σε παράνομη συνεδρία. Αντίθετα, σε σχέση με την αναφορά σε αυτή πως ενήργησε με αθέμιτο τρόπο, εξαιτίας προσωπικού συμφέροντος, σημείωσε πως «Παρόλο που δεν με έπεισε ότι καθοδηγήθηκε από μόνο θεμιτά κριτήρια για να προωθήσει το επιθυμητό αποτέλεσμα για τον ίδιο, αυτό δεν σημαίνει ότι στην συνείδησή του καθοδηγήθηκε από προσωπικό συμφέρον». Έκρινε ότι υπολείπεται μαρτυρικό υλικό που να αποδεικνύει ότι ο εφεσίβλητος καθοδηγήθηκε πράγματι από προσωπικό συμφέρον, και συνεπώς, δεν επρόκειτο περί αληθούς αναφοράς. Όσον αφορά την υπεράσπιση του έντιμου σχολίου, παρά την κατάληξη του ότι αυτή δεν δικογραφήθηκε σωστά, υπέδειξε πως εν πάση περιπτώσει, αυτή δεν θα μπορούσε επί της ουσίας να επιτύχει, αφού επρόκειτο περί έκφρασης γεγονότος και όχι γνώμης. Υπο το φως των ευρημάτων του, προχώρησε στην εξέταση του ζητήματος των αποζημιώσεων και στη βάση του σκεπτικού που ανέπτυξε, κατέληξε ότι θα έπρεπε να αποδοθεί στον εφεσίβλητο ένα «μικρό ακόμη και ονομαστικό» ποσό ως αποζημιώσεις, σημειώνοντας ότι ο τελευταίος «δεν μπορεί να αναμένει ότι η υπόληψη του ήταν αψεγάδιαστη ώστε να δικαιούται αποζημιώσεις δυσανάλογες με τη ζημιά που υπέστει». Ως εκ τούτου προχώρησε στην έκδοση απόφασης προς όφελος του εφεσίβλητου για το ποσό των €1.000 πλέον έξοδα.
Η ως άνω απόφαση, δεν άφησε ικανοποιημένη καμία από τις δύο πλευρές. Οι εφεσείοντες, αμφισβητούν την ορθότητα της προωθώντας πέντε Λόγους Έφεσης. Ο εφεσίβλητος, προσβάλλει επιμέρους πτυχές της πρωτόδικης απόφασης, προωθώντας δια της Ειδοποίησης Αντέφεσης που καταχώρησε, έντεκα λόγους Αντέφεσης.
Οι εφεσείοντες, αρχικά διατείνονται ότι εσφαλμένα κρίθηκε ότι στην επίδικη επιστολή υπήρξε δυσφήμιση του εφεσίβλητου και ότι δεν κατόρθωσαν να καταδείξουν την υπεράσπιση της αλήθειας σε σχέση με τον ισχυρισμό σε αυτήν, ότι ο τελευταίος είχε προσωπικό συμφέρον (1ος Λόγος Έφεσης). Οι υπόλοιποι λόγοι έφεσης, πραγματεύονται το ζήτημα των επιδικασθεισών αποζημιώσεων και των εξόδων. Συγκεκριμένα, προβάλλεται ότι το πρωτόδικο Δικαστήριο λανθασμένα επιδίκασε οποιοδήποτε ποσό αποζημιώσεων στον εφεσίβλητο (2ος Λόγος Έφεσης), ότι δεν καθόρισε κατά πόσον επιδίκαζε πραγματικές ή ονομαστικές αποζημιώσεις (3ος Λόγος Έφεσης) και ότι εσφαλμένα αποδόθηκε στον εφεσίβλητο το ποσό των €1.000 το οποίο, εν πάση περιπτώσει, δεν μπορεί να θεωρηθεί ονομαστικό (4ος Λόγος Έφεσης). Τέλος, με τον 5ο Λόγο Έφεσης, προβάλλεται ότι εσφαλμένα επιδικάσθηκαν έξοδα προς όφελος του εφεσίβλητου με δεδομένο το είδος των αποζημιώσεων που επιδίκασε.
Η πλευρά του εφεσίβλητου, δια του 1ου Λόγου Αντέφεσης προκρίνει ότι η αξιολόγηση της μαρτυρίας από το πρωτόδικο Δικαστήριο ήταν εσφαλμένη και ακροσφαλής, με αποτέλεσμα να καταλήξει σε λανθασμένα συμπεράσματα και ευρήματα, τα οποία και προσβάλλονται μέσω των υπόλοιπων λόγων αντέφεσης. Ειδικότερα, προκρίνεται ότι το πρωτόδικο Δικαστήριο, ενεργώντας αναρμοδίως, καταχρηστικά και καθ’ υπέρβαση εξουσίας, προέβη σε ευρήματα ως προς τη νομιμότητα των αποφάσεων του Έπαρχου Λάρνακας επί των συνεδριάσεων του Κοινοτικού Συμβουλίου Ξυλοφάγου, ημερ. 29/02/2012 και 05/06/2012 (2ος Λόγος Αντέφεσης). Εν πάση περιπτώσει, προστίθεται, το συμπέρασμα του ότι η αρχική συνεδρίαση ήταν νόμιμη και η μεταγενέστερη παράνομη, είναι λανθασμένο, παράλογο και αντίθετο με την προσαχθείσα μαρτυρία (3ος Λόγος Αντέφεσης). Προσβάλλεται επίσης, ως εσφαλμένη, η κατάληξη ότι υπήρξαν παρατυπίες στη σύγκληση της συνεδρίασης ημερομηνίας 05/06/2012 και ότι τα διαδραματισθέντα στην εν λόγω συνεδρίαση, δεν ήταν αποτέλεσμα νομιμότητας και χρηστής διοίκησης (4ος και 7ος Λόγοι Αντέφεσης). Περαιτέρω, προκρίνεται ότι λανθασμένα αποφάσισε πως αρμόδιος για να αποφασίσει επί της νομιμότητας των δύο συνεδριάσεων, ήταν ο επόμενος Έπαρχος και όχι ο Έπαρχος Λάρνακας που υπηρετούσε κατά το χρόνο έκδοσης των σχετικών αποφάσεων (5ος Λόγος Αντέφεσης), ενώ με τον 6ο Λόγο Αντέφεσης, προβάλλεται ως λανθασμένη κατάληξη του πρωτόδικου Δικαστηρίου, ως υποστηρίζει, «ότι η συνεδρίαση του Κοινοτικού Συμβουλίου στις 05/06/2012 ήτο προπαρασκευαστική μιας άλλης απόφασης με άμεση επίπτωση στην κοινότητα και ότι η περίπτωση των Βρετανικών Βάσεων είναι ειδική και γι’ αυτό εφαρμόζονται οι Γενικές Αρχές του Διοικητικού Δικαίου και ότι το Κοινοτικό Συμβούλιο συμμετείχε στην παραγωγή διοικητικής πράξης». Λανθασμένα, υποδεικνύει περαιτέρω, το πρωτόδικο Δικαστήριο αποφάσισε ότι η υπεράσπιση της αλήθειας καλύπτεται από το δικόγραφο της Υπεράσπισης (8ος Λόγος Αντέφεσης). Μέσω του 9ου Λόγου Αντέφεσης, προβάλλεται ότι το πρωτόδικο Δικαστήριο, εσφαλμένα αποφάσισε πως αποδείχθηκε ότι το μέρος της επιστολής που αποδίδει στον εφεσίβλητο ότι έλαβε μέρος σε παράνομη συνεδρία (ημερομηνίας 05/06/2012) είναι αληθές, ενώ με τον 10ο Λόγο Αντέφεσης, προβάλλεται ότι λανθασμένα το Δικαστήριο κατέληξε πως ο εφεσίβλητος δεν συμμετείχε στην ψηφοφορία κατά την ως άνω ημερομηνία για να υπηρετήσει τα συμφέροντα της κοινότητας. Τέλος, με τον 11ο Λόγο Αντέφεσης, προσβάλλεται ως υπερβολικά χαμηλό το ύψος του ποσού της αποδοθείσας αποζημίωσης.
Το αστικό αδίκημα της δυσφήμησης, έχει κωδικοποιηθεί στην κυπριακή έννομη τάξη, μέσω του άρθρου 17 του περί Αστικών Αδικημάτων Νόμου, Κεφ. 148. Σύμφωνα με αυτό, δυσφημιστικό είναι το δημοσίευμα που μεταξύ άλλων τείνει να βλάψει την υπόληψη κάποιου άλλου προσώπου ή να τον επηρεάσει δυσμενώς ή να τον μειώσει στα μάτια τρίτων ή που ενδέχεται να τον εκθέσει σε γενικό μίσος, περιφρόνηση, χλευασμό ή που δύναται να προκαλέσει την αποστροφή ή την αποφυγή του από τους άλλους.
Το κατά πόσο ένα δημοσίευμα είναι δυσφημιστικό ή όχι, δεν εξαρτάται από το πώς το εκλαμβάνει ο ενάγοντας ή τις προθέσεις του εναγόμενου, αλλά πώς οι λέξεις ή το κείμενο ή το σχετικό υλικό, μερικώς ή στην ολότητα του, μπορεί να εκληφθεί από τον μέσο και λογικό άνθρωπο προς τον οποίο απευθύνεται. Κατά την εξέταση του κειμένου, το δικαστήριο λαμβάνει υπόψη όχι μόνο την ετυμολογία συγκεκριμένων λέξεων, αλλά το κείμενο στην ολότητα του με αναφορά στον χρόνο και τον τόπο που τούτο έγινε, αλλά και την κρατούσα κοινή γνώμη για το θέμα (βλ. Φιλελεύθερος Δημόσια Εταιρεία Λτδ κ.α. v. Μακάριου Δρουσιώτη, Πολ. Εφ. Αρ. 355/2015, ημερ. 17.11.2025, Eκδόσεις Aρκτίνος ν. Γεωργιάδη (2011) 1 ΑΑΔ 407 και Kωνσταντίνου κ.α. ν. Kαραμεσίνη (2011) 1 ΑΑΔ 715)
Κεντρικό αντικείμενο του αστικού αδικήματος της δυσφήμισης είναι η προστασία της υπόληψης και της φήμης ενός προσώπου. Η φήμη και η υπόληψη κάποιου προσώπου, σχετίζονται άρρηκτα με την κοινωνική αξιολόγηση του από άλλα πρόσωπα, την εντύπωση δηλαδή που έχει για κάποιο άτομο, το κοινωνικό σύνολο ή μερίδα του, ειδικότερα ο μέσος συνετός άνθρωπος. Παράλληλα, δεδομένη είναι η σπουδαιότητα του δικαιώματος της ελευθερίας του λόγου και γενικότερα της λήψης και μετάδοσης πληροφοριών και ιδεών. Όπως υποδεικνύεται, η ελευθερία της έκφρασης συνιστά ένα από τα ουσιαστικά θεμέλια της δημοκρατικής κοινωνίας και μια από τις βασικές προϋποθέσεις για την πρόοδο της. Αυτό απαιτεί ο πλουραλισμός, η ανεκτικότητα και η ευρύτητα πνεύματος, χωρίς τις οποίες δεν υπάρχει δημοκρατική κοινωνία. (Lingens v. Austria [1986] 8 E.H.R.R. 407, παράγραφος 41). Η εξισορρόπηση των ως δικαιωμάτων σε υποθέσεις του είδους, αποτελεί αναγκαιότητα για τα Δικαστήρια.
Των ως άνω λεχθέντων, θα πρέπει παράλληλα να σημειωθεί ότι πρόσωπα ασχολούμενα με τα κοινά, όπως είναι τα δημόσια πρόσωπα, εισερχόμενοι στο δημόσιο στίβο και εκθέτοντας τους εαυτούς τους στη δημόσια σφαίρα, θέτουν άμεσα τον εαυτό τους σε μια ιδιάζουσα κατηγορία πολιτών. Κρίνονται τόσο από τις πράξεις και τα λεγόμενα τους, όσο και από τις τοποθετήσεις τους επί σοβαρών θεμάτων που ενδιαφέρουν το ευρύ κοινό και γενικώς τη συμπεριφορά τους. Ως εκ τούτου, είναι υποκείμενοι σε ευρύτερα πεδία αποδεκτής κριτικής από ότι τα συνηθισμένα πρόσωπα και αναμένεται, συναφώς, όπως επιδεικνύουν ψηλότερο βαθμό ανεκτικότητας (βλ. Gra Stiffung Gegen Rassismus und Antisemitismus v. Switzerlan, Αίτηση Αρ.18597/13, ημερ. 9/1/2018 και Haguenauer v. Γαλλίας, Αίτηση Αρ.34050/05, ημερ. 22.4.2010). Άλλωστε, η αμφισβήτηση των θέσεων τους και η άσκηση κριτικής επί των έργων ή των λεχθέντων τους, αποτελεί αναγκαία δημοκρατική εκδήλωση (βλ. Θεμιστοκλέους ν. Κουλία (2012) 1 ΑΑΔ 76 και Χατζηλαμπρή ν. Πετεινού (2010) 1 ΑΑΔ 1022). Στο πλαίσιο αυτό, ένα έντονα επικριτικό και επιθετικό κείμενο, δεν είναι κατ’ ανάγκη και δυσφημιστικό (Εκδόσεις Αρκτίνος Λτδ κ.α. ν. Κουλία, Πολ. ΄Εφ. Αρ.125/2013, ημερ. 4.6.2019, ECLI:CY:AD:2019:A216).
Στρέφοντας την προσοχή στο 1ο Λόγο Έφεσης, δεν παραβλέπουμε την εισήγηση εκ μέρους του εφεσίβλητου, ως προβλήθηκε τουλάχιστον στο περίγραμμα αγόρευσης του τελευταίου, ότι με τον εν λόγο έφεσης, οι εφεσείοντες δεν προώθησαν τη θέση ότι η επίδικη επιστολή δεν ήταν δυσφημιστική, παρά μόνο ότι το περιεχόμενο της ήταν αληθές. Δεν υιοθετούμε την ως άνω θέση. Παρά το γεγονός ότι ο συγκεκριμένος λόγος Έφεσης θα μπορούσε να διατυπωθεί με πληρέστερο τρόπο, το ζήτημα καλύπτεται επαρκώς. Άλλωστε, κατά την παρουσίαση της υπόθεσης, καθ’ ον χρόνο η ευπαίδευτη δικηγόρος του εφεσίβλητου επιχειρούσε να αντικρούσει τους αντίστοιχους ισχυρισμούς των εφεσειόντων, δεν προώθησε καν την ως άνω θέση. Αντ’ αυτού, περιορίστηκε στην εισήγηση ότι οι τελευταίοι προσπάθησαν να εισάξουν τη θέση ότι οι επίδικοι χαρακτηρισμοί συνιστούσαν έντιμο σχόλιο, ζήτημα το οποίο καταφανώς δεν καλύπτεται από κάποιο λόγο έφεσης, εξ ου και δεν δύναται, ούτος ή άλλως, να εξετασθεί από το Δικαστήριο.
Παραμένοντας στα ζητήματα που εγείρονται μέσω του 1ου Λόγου Έφεσης, ότι πρωτίστως πρέπει να εξεταστεί, είναι εάν η αναφορά σε «προσωπικό συμφέρον» κατά τον τρόπο που αυτή εντοπίζεται στην επίδικη επιστολή, ημερομηνίας 11/06/2012, είναι δυσφημιστική για τον εφεσείοντα, ως η έννοια του όρου έχει ερμηνευτεί σε υποθέσεις του είδους.
Το πρωτόδικο Δικαστήριο, δεν πείστηκε ότι ο εφεσίβλητος «καθοδηγήθηκε από μόνο θεμιτά κριτήρια» για την προώθηση των θέσεων του αναφορικά με την επέκταση της λατομικής ζώνης Ξυλοφάγου. Επί τούτου, επισήμανε ότι επέλεξε να συμμετάσχει σε συνεδρία και ψηφοφορία που δεν ήταν απότοκες νόμιμων διεργασιών, έχοντας παράλληλα συγγενική σχέση με πρόσωπο (λατόμο) που θα επωφελείτο από την εισηγούμενη επέκταση. Εντούτοις, ως αναφέρει στη συνέχεια του σκεπτικού του, το γεγονός ότι ενήργησε ετσιθελικά, με αθέμιτο κίνητρο και αγνοώντας τα θέσμια και το ρόλο του ως Κοινοτικού Συμβούλου, δεν αποδεικνύει ότι πράγματι «στην συνείδηση του καθοδηγήθηκε από προσωπικό συμφέρον». Περαιτέρω, ενώ αποδέχεται ότι ο εφεσίβλητος δεν συμμετείχε στη σχετική ψηφοφορία για να εξυπηρετήσει τα συμφέροντα όλης της κοινότητας, ως ήταν το καθήκον του, εντούτοις, διέκρινε ότι υπήρχε έλλειψη μαρτυρικού υλικού που να καταδεικνύει ότι ο ίδιος ενήργησε καθαρά από προσωπικό συμφέρον. Εν’ ολίγοις, κατέληξε ότι ενήργησε μεν με αθέμιτο τρόπο, ως χαρακτηριστικά και έντονα τον σκιαγράφησε, πλην όμως δεν απεδείχθη, με βάση τους κανόνες απόδειξης, ότι το έπραξε εξαιτίας συγκεκριμένου προσωπικού συμφέροντος.
Το επίμαχο απόσπασμα της επιστολής ημερομηνίας 11.06.2012, αναφέρει ότι: «οποιαδήποτε άλλη ενέργεια ή απόφαση μελών του Κοινοτικού Συμβουλίου, που παίρνεται παρά των νόμιμων διαδικασιών, είναι παράνομη, πολύ περισσότερο όταν αυτή παίρνεται από άτομα του Συμβουλίου που έχουν προσωπικό συμφέρον (Λ.Μ., Ανδρέας Κουννής). Τέτοιες αποφάσεις είναι εκ του πονηρού και εξυπηρετούν και καλύπτουν προσωπικά συμφέροντα».
Σύμφωνα με τις πιο πάνω, καθιερωμένες αρχές, η προσέγγιση και η πρόσληψη του όρου «προσωπικό συμφέρον», θα πρέπει να γίνεται όχι απομονωμένα, αλλά εντάσσοντας τον στο ευρύτερο πλαίσιο εντός του οποίου διατυπώθηκε. Εν προκειμένω, όπως άλλωστε αποδέχτηκε και ο εφεσίβλητος, τα αναφερόμενα στην επιστολή μέλη του Κοινοτικού Συμβουλίου (περιλαμβανομένου του ιδίου), διατηρούσαν συγγενική σχέση με πρόσωπα που είχαν άμεσο και συγκεκριμένο συμφέρον στην έκβαση της σχετικής απόφασης, πλην όμως δεν εξαιρέθηκαν από τη διαδικασία λήψης της. Το δεδομένο αυτό είναι πραγματικό, διαπιστώσιμο και μη αμφισβητήσιμο.
Στο δημόσιο και θεσμικό πλαίσιο εντός του οποίου λειτουργούν πρόσωπα που κατέχουν δημόσια αξιώματα, όπως ο εφεσίβλητος, τα οποία, εκ των πραγμάτων υπόκεινται σε αυξημένο έλεγχο αλλά και αυστηρότερη κριτική ως προς τη συμμόρφωσή τους με τις αρχές της αντικειμενικότητας και αμεροληψίας, το «προσωπικό συμφέρον» δεν νοείται αυστηρά, υπό τη στενή έννοια του άμεσου υλικού, οικονομικού ή περιουσιακού οφέλους του ιδίου του προσώπου, αλλά ενίοτε με την ευρύτερη έννοια της ιδιαίτερης προσωπικής σύνδεσης, ιδιαίτερα ως συγγενικής ή οικογενειακής σχέσης, με πρόσωπα που επηρεάζονται άμεσα από την απόφαση που έχει εξουσία να λάβει. Η έννοια αυτή είναι αντικειμενική και δεν προϋποθέτει απόδειξη πρόθεσης, δόλου ή ιδιοτελούς κινήτρου. Στηρίζεται στη λογική ότι η ύπαρξη στενού προσωπικού δεσμού είναι αρκετή για να δημιουργήσει στον τρίτο, καλόπιστο και ενημερωμένο παρατηρητή, την εύλογη εντύπωση ότι επηρεάζει την αμερόληπτη κρίση τους και την αναγκαία αποστασιοποίηση στην άσκηση των καθηκόντων τους. Δεν απαιτείται, ως εσφαλμένα υπέδειξε το πρωτόδικο Δικαστήριο, η προσκόμιση μαρτυρικού υλικού, προς απόδειξη συγκεκριμένου και μετρήσιμου για τους ίδιους, προσωπικού οφέλους, του εφεσίβλητου εν προκειμένω.
Αυτός είναι ο λόγος, προφανώς, που στον τομέα του Διοικητικού Δικαίου, καλά θεσμοθετημένες αρχές διακηρύσσουν ότι τα διοικητικά όργανα που μετέχουν σε μια διοικητική διαδικασία, πρέπει να εμφανίζονται ότι ενεργούν αμερόληπτα, πράγμα το οποίο δεν μπορεί να λεχθεί, για την περίπτωση όπου υπάρχει ειδικός δεσμός ή συγγένεια με πρόσωπα που αφορά η εξεταζόμενη υπόθεση ή που έχουν συμφέρον για την έκβαση της (βλ. άρθρο 42(2) του περί Γενικών Αρχών του Διοικητικού Δικαίου Νόμου του 1999, Ν.158(1)/99 και Δημοκρατία ν. Π. Σολωμού (1998) 3 ΑΑΔ 769). Το κριτήριο δε της αμεροληψίας, δεν είναι υποκειμενικό, ώστε να απαιτείται απόδειξη πραγματικής μεροληψίας, αλλά είναι αντικειμενικό (βλ. Δημοκρατία ν. Χατζηχάννα (2003) 3 ΑΑΔ 554).
Παρεμβάλλεται ότι στην υπό συζήτηση περίπτωση, αποτέλεσε εύρημα του πρωτόδικου Δικαστηρίου πως, «επειδή η απόφαση λήφθηκε από μέλη του συμβουλίου που έχουν σχέση συγγένειας με τους λατόμους, η ψηφοφορία δεν έγινε από πρόσωπα που κατά φαινόμενο είναι αμερόληπτα», για να καταλήξει, συνδυαστικά με άλλους παράγοντες, ότι η συνεδρία της 05/06/2012 κατά την οποία λήφθηκε η σχετική απόφαση, ήταν παράνομη. Επί τούτου, δεν παρέλειψε, επιδοκιμαστικά να παραπέμψει σε γνωμάτευση του Γενικού Εισαγγελέα, ως μέρος του μαρτυρικού υλικού που τέθηκε υπόψη του, στο πλαίσιο της οποίας επισημαίνεται πως παρόλο που οι επίδικες αποφάσεις του Συμβουλίου δεν είναι Εκτελεστές Διοικητικές Πράξεις, εντούτοις επηρεάζουν και δεσμεύουν την κοινότητα που αντιπροσωπεύει το Συμβούλιο ως δημόσιο συλλογικό όργανο, και ότι οι κανόνες της χρηστής διοίκησης έχουν εφαρμογή. Ήταν στο πλαίσιο της ίδιας γνωμάτευσης που σημειώθηκε ότι, εν αντιθέσει με το ζήτημα της εξαίρεσης εξαιτίας οξείας έχθρας, που πρέπει να αποδειχθεί με γεγονότα, η περίπτωση συγγενικής σχέσης μελών του Κοινοτικού Συμβουλίου με τους λατόμους που ζητούν την επέκταση της ζώνης, ως αντικειμενικό και αυταπόδεικτο στοιχείο, συνιστά αυτόματο λόγο εξαίρεσής τους.
Υπό το φως όλων των πιο πάνω, το κείμενο της επίδικης επιστολής, ημερομηνίας 11/06/2012, συνολικά θεωρούμενο, δεν κρίνεται δυσφημιστικό. Υπό το πρίσμα ότι οι επίδικες αναφορές, σχετίζονται γενικότερα με τον τρόπο άσκησης από τον ίδιο του δημόσιου ρόλου του, ο οποίος εξ’ ορισμού καθορίζει ότι οφείλει να τηρεί αυξημένα πρότυπα αμεροληψίας και διαφάνειας, δεν στοιχειοθετούν προσβολή της τιμής και υπόληψης του, υπό την έννοια της δυσφήμισης.
Η κατάληξη ότι οι αναφορές σε «προσωπικό συμφέρον» του εφεσίβλητου, ενταγμένες στο σύνολο της επίδικης επιστολής, εσφαλμένα θεωρήθηκαν δυσφημιστικές, καθιστά οποιαδήποτε συζήτηση ως προς το κατά πόσον θα έπρεπε να επιτύχει ή όχι η υπεράσπιση της αλήθειας, αχρείαστη. Κατά συνοπτικό έστω τρόπο, είναι αρκετό να σημειωθεί ότι το όλο πλέγμα γεγονότων που περιβάλλουν την περίπτωση, δεν φαίνονται ικανά να αποκλείσουν την στοιχειοθέτηση της συγκεκριμένης υπεράσπιση (βλ. κατ’ αναλογία, Ρ.Ι.Κ. v. Καψού (2009) 1Β Α.Α.Δ 1175).
Ως εκ των ανωτέρω, ο 1ος Λόγος Έφεσης επιτυγχάνει.
Ενόψει της επιτυχίας του 1ου Λόγου Έφεσης, η ενασχόληση με τα ζητήματα που εγείρονται δια των Λόγων Έφεσης 2-4, παρέλκει. Θα απέληγε τούτο σε ακαδημαϊκή συζήτηση, χωρίς να εξυπηρετεί οποιοδήποτε ουσιαστικό σκοπό.
Συνακόλουθα, οι Λόγοι Έφεσης 2-4 απορρίπτονται.
Η Αντέφεση, προβάλλει ο ευπαίδευτος δικηγόρος των εφεσειόντων, πλην του μέρους που σχετίζεται με την επάρκεια των αποζημιώσεων που επιδικάστηκαν (11ος Λόγος Αντέφεσης), είναι αντινομική και ως κατά νόμο ανύπαρκτη, θα πρέπει να απορριφθεί. Παραπέμποντας στο λόγο της Φιλίππου ν. Γιαννήταη κ.ά. (Αρ. 1) (1996) 1(Β) Α.Α.Δ. 1229, όπου μεταξύ άλλων σημειώθηκε ότι η Ειδοποίηση Εφεσίβλητου αντιδιαστέλλεται με την Αντέφεση, εφόσον η πρώτη «απευθύνεται μόνο σε ό,τι διαλαμβάνει η απόφαση η οποία έχει εφεσιβληθεί και στην οποία ο εφεσείων ως εκ της έφεσής του έχει συμφέρον. Αλλιώς ο εφεσίβλητος οφείλει να προχωρήσει με αντέφεση», υποστηρίζει ότι εσφαλμένα η Αντέφεση καταχωρίστηκε με βάση τη Δ.35 θ.10 (δηλαδή ως «Ειδοποίηση Εφεσίβλητου» ή «Ειδοποίηση Αντέφεσης») και όχι τη Δ.35 θ.3, αφ’ ης στιγμής περιλαμβάνει λόγους δια των οποίων προσβάλλεται η αξιολόγηση της μαρτυρίας και ζητήματα υπέρβασης εξουσίας του πρωτόδικου Δικαστηρίου, θέματα που δεν καλύπτονται από την Ειδοποίηση Έφεσης.
Η πιο πάνω εισήγηση από πλευράς των εφεσειόντων δεν μπορεί να υιοθετηθεί. Αρχικά, με βάση τον Κανονισμό 2 του περί Εφέσεων (Προδικασία, Περιγράμματα Αγορεύσεων, Περιορισμός του Χρόνου των Προφορικών Αγορεύσεων και Συνοπτική Διαδικασία για την Απόρριψη Προδήλως Αβάσιμων Εφέσεων) Διαδικαστικό Κανονισμό του 1996, η «Αντέφεση - περιλαμβάνει και ειδοποίηση βάσει της Δ.35 Θ.10 των Θεσμών». Περαιτέρω, καταλυτικός για το ζήτημα είναι ο λόγος της Antenna Prod. Ltd v. Paris Aristides Cine - TV Product. Ltd κ.ά. (2011) 1(Γ) Α.Α.Δ. 1769, όπου, σε σχέση με την διάκριση των δύο περιπτώσεων, αναφέρονται τα εξής:
«Αρχίζοντας από τον ισχυρισμό του ευπαιδεύτου δικηγόρου των εφεσειόντων ότι τα όσα επικαλείται η πλευρά των εφεσιβλήτων με την ΕΙΔΟΠΟΙΗΣΗ ΕΦΕΣΙΒΛΗΤΩΝ δεν πρέπει να εξεταστούν, καταλήγουμε, για τους λόγους που εξηγούμε στη συνέχεια, ότι αυτός δεν ευσταθεί. Εξετάζοντας το λεκτικό της Δ.35, Κ.10 όπως ερμηνεύθηκε από τη νομολογία (βλ. μεταξύ άλλων Φιλίππου v. Γιαννήταη κ.ά. (Αρ. 1) (1996) 1(Β) Α.Α.Δ. 1229, Minerva Finance & Investment Limited v. Γεωργιάδη (1998) 1(Δ) Α.Α.Δ. 2173, Stroj-invest Ltd v. N. L. Nova Trade (Offshore) Ltd κ.ά. (2007) 1(Α) A.A.Δ.524 και Δημητρίου κ.ά. v. Sidorenko (2011) 1 A.A.Δ. 1095 και παρόλο που φαίνεται να υπάρχει διάκριση μεταξύ των δυο περιπτώσεων, κρίνουμε ότι δεν είναι απαραίτητο να καταχωρηθεί αντέφεση αλλά είναι αρκετό αν ο εφεσίβλητος με έγκυρη ειδοποίηση, όπως προβλέπει ο Κ.10, πληροφορήσει το Δικαστήριο ότι κατά την ακρόαση της έφεσης προτίθεται να ζητήσει τη διαφοροποίηση της απόφασης, καθορίζοντας στην ειδοποίηση με ακρίβεια επί ποίων θεμάτων ζητά να διαφοροποιηθεί η απόφαση και τους λόγους που υποστηρίζουν αυτή τη διαφοροποίηση. Επομένως εφόσον εδώ η δοθείσα ειδοποίηση ικανοποιεί τις πιο πάνω απαιτήσεις, ενόψει και των προνοιών του Κ.8 της Δ.35, καταλήγουμε ότι κατά την ακρόαση της έφεσης μπορούν, αν χρειαστεί, να εξεταστούν και τα όσα επιζητούν οι εφεσίβλητοι».
Στρέφοντας την προσοχή στον 1ο έως και 10ο Λόγους Αντέφεσης, διαπιστώνεται ότι αυτοί, όπως και τα επιχειρήματα που προβάλλονται για την προώθηση τους, ουσιαστικά επικεντρώνονται και πραγματεύονται ζητήματα αξιολόγησης της μαρτυρίας εκ μέρους του πρωτόδικου Δικαστηρίου και της κατάληξης του σε σχετικά ευρήματα και συμπεράσματα.
Πάγια και καλά εδραιωμένη είναι η νομολογία και οι αρχές ως προς την εξουσία επέμβασης του Εφετείου στην πρωτόδικη κρίση σε σχέση με αυτά. Το δευτεροβάθμιο Δικαστήριο, δεν επεμβαίνει σε ευρήματα αξιοπιστίας του πρωτόδικου Δικαστηρίου, εκτός εάν αυτά, εξ αντικειμένου κρινόμενα, φαίνονται ανυπόστατα ή αντιστρατεύονται την κοινή λογική ή δεν βρίσκουν έρεισμα ή βρίσκονται σε αντίθεση με την προσαχθείσα μαρτυρία ή μέρη αυτής ή είναι καταφανώς εσφαλμένα. Εκεί όπου με βάση το σύνολο της μαρτυρίας, ήταν εύλογα επιτρεπτό στο πρωτόδικο Δικαστήριο, το οποίο άλλωστε είχε και την ευκαιρία να ακούσει και να παρακολουθήσει τη συμπεριφορά των μαρτύρων μέσα στη ζωντανή ατμόσφαιρα της δίκης, να καταλήξει στις υπό αμφισβήτηση σχετικά με την αξιοπιστία διαπιστώσεις, το Εφετείο δεν επεμβαίνει (Φραντζής κ.ά. ν. Φιλική Ασφαλιστική Εταιρεία Λτδ (2010) 1(Α) Α.Α.Δ. 254, Χατζήγαβριηλ ν. Ellinas Finance Public Company Limited (2013) 1 Α.Α.Δ. 668 και Μιχαηλίδης ν. Οικονομίδη, Πολ. Έφ. Αρ. 94/2013, ημερ. 30.6.2022, ECLI:CY:AD:2022:D288).
Εν προκειμένω, εις απάντηση της μακροσκελούς Αγόρευσης του εφεσίβλητου, δεν χρειάζεται να λεχθούν πολλά. Οι προβαλλόμενοι λόγοι και θέσεις σχετίζονται, και σε κάποιο βαθμό αλληλεπικαλύπτονται, επικεντρωνόμενοι πρωτίστως στη νομιμότητα της σύγκλησης των συνεδριών του Κοινοτικού Συμβουλίου, ημερ. 29/2/2012 και 5/6/2012 και της συμμετοχής του εφεσίβλητου σε αυτές. Παράλληλα, προβάλλεται η αντίθεση του εφεσίβλητου στην κατάληξη του πρωτόδικου Δικαστηρίου ότι στην υπο συζήτηση περίπτωση, ειδικά όσο αφορά τη συμμετοχή του εφεσίβλητου σε παράνομη συνεδρία, ισχύει η Υπεράσπιση της Αλήθειας.
Εξαρχής θα πρέπει να σημειωθεί ότι το πρωτόδικο Δικαστήριο, ως καθηκόντως όφειλε, προέβη σε σχολιασμό και αξιολόγηση της μαρτυρίας του πρώην Έπαρχου Λάρνακας, ο οποίος κλήθηκε και κατέθεσε ως μάρτυρας στη διαδικασία επί του πιο πάνω θέματος, κυρίως επί των διαπιστώσεων του αναφορικά με τη νομιμότητα των επίδικων, δύο συνεδριάσεων του Συμβουλίου. Για τους λόγους που διακρίνονται στο σκεπτικό της απόφασης του, δεν απεδέχθη τη μαρτυρία του, κρίνοντας την ως αντιφατική και μη πειστική. Εξήγησε, μεταξύ άλλων, ότι ο ως άνω μάρτυρας έκρινε πως η συνεδρία της 05/06/2012 ήταν νομότυπη, παρά το γεγονός ότι δεν είχε υπόψη του εάν τα διαφωνούντα μέλη - εφεσείοντες στην παρούσα - ενημερώθηκαν δεόντως, ως ο νόμος προνοεί, προκειμένου να παραστούν σε αυτήν. Στην απουσία δε οποιασδήποτε θετικής επί τούτου μαρτυρίας, το πρωτόδικο Δικαστήριο υιοθέτησε τη θέση του εφεσείοντα 1, καθιστώντας την εύρημα του, ότι δηλαδή τα εν λόγω πρόσωπα δεν ενημερώθηκαν, τόσο ως προς το αίτημα για σύγκληση έκτακτης συνεδρίας, όσο και ως προς το γεγονός ότι θα λάμβανε χώρα, εν τέλει, νέα συνεδρία, με θέμα τη λήψη απόφασης για την επέκταση της λατομικής ζώνης. Ήταν στη βάση της ως άνω αξιολόγησης και υπό το φως του συνόλου της προσκομισθείσας και αποδεκτής μαρτυρίας, που ορθά κατέληξε ότι η συνεδρία για την οποία γίνεται λόγος ήταν παράνομη με τον τρόπο που συγκλήθηκε και διεξήχθη, κατά τρόπο που στοιχειοθετείτο η υπεράσπιση της αλήθειας, την οποία προέβαλαν οι εφεσείοντες στο δικόγραφο της Υπεράσπισής τους. Άλλωστε, ως ορθά σημειώνει το πρωτόδικο Δικαστήριο, με δεδομένο ότι ο εφεσίβλητος, δια της μαρτυρίας που προσκόμισε, επιχείρησε να καταδείξει ότι η «παράνομη» και «πραξικοπηματική» συνεδρία στην οποία του καταλογίζεται ότι μετείχε, ήταν νόμιμη, η προβολή της θέσης περί προβληματικής δικογράφησης του ζητήματος εκ μέρους των εφεσειόντων, κατά τρόπο που τον έθετε σε μειονεκτική θέση κατά τη δίκη (βλ. Νικολαΐδης ν. Δημητριάδη (1997) 1(Γ) Α.Α.Δ. 1683), κρίνεται άτοπη και προσχηματική.
Ομοίως, η θέση ότι το πρωτόδικο Δικαστήριο, σχολιάζοντας τις αποφάσεις και τοποθετήσεις του πρώην Έπαρχου Λάρνακας για τη νομιμότητα των δύο συνεδριάσεων, ημερ. 29/2/2012 και 5/6/2012, ενήργησε αναρμοδίως και καθ’ υπέρβαση εξουσίας, δεν βρίσκει έρεισμα. Αβάσιμη κρίνεται και η εισήγηση ότι δια της αξιολόγησης της μαρτυρίας του ως άνω προσώπου και της διατύπωσης ευρημάτων, ως ανωτέρω, το πρωτόδικο Δικαστήριο επενέβη ή επιχείρησε να ανατρέψει το αποτέλεσμα σχετικών αποφάσεων του Ανώτατου Δικαστηρίου κατά την άσκηση της αναθεωρητικής του δικαιοδοσίας. Ό,τι επί του προκειμένου έπραξε το πρωτόδικο Δικαστήριο, εμπίπτει στο πλαίσιο του έργου και του καθήκοντος του για αξιολόγηση της τεθείσας υπόψη του μαρτυρίας και της κατάληξης σε συγκεκριμένα ευρήματα, προς διαμόρφωση της τελικής του κρίσης.
Υπό το φως των πιο πάνω, δεν εντοπίζουμε οτιδήποτε μεμπτό που να ανατρέπει την ορθότητα της προσέγγισης του πρωτόδικου Δικαστηρίου και της κατάληξης του επί των συζητούμενων.
Ως εκ τούτου, οι Λόγοι Αντέφεσης 1 έως και 10, αποτυγχάνουν και απορρίπτονται.
Η επιτυχία του 1ου Λόγου Έφεσης και η συνακόλουθη ανατροπή της πρωτόδικης κρίσης όσον αφορά τη διαπίστωση της δυσφήμησης, καθιστά εκ τω πραγμάτων αχρείαστη την ενασχόληση με τον 5ο Λόγο Έφεσης, ο οποίος άπτεται της ορθότητας του επιδικασμού των εξόδων στη παρούσα περίπτωση. Κατά τον ίδιο τρόπο, η περαιτέρω ενασχόληση με τον 11ο Λόγο Αντέφεσης, ο οποίος αφορά το ύψος του ποσού της επιδικασθείσας πρωτόδικα αποζημίωσης, δεν εξυπηρετεί οποιοδήποτε ουσιαστικό σκοπό.
Τόσο ο 5ος Λόγος Έφεσης, όσο και ο 11ος Λόγος Αντέφεσης, αποτυγχάνουν και απορρίπτονται.
Υπο το φως όλων των πιο πάνω, η Έφεση επιτυγχάνει και η πρωτόδικη απόφαση παραμερίζεται, συμπεριλαμβανομένης της διαταγής για τα έξοδα.
Η Αντέφεση αποτυγχάνει και απορρίπτεται.
Τα έξοδα της πρωτόδικης Διαδικασίας, ως θα υπολογιστούν από τον Πρωτοκολλητή του πρωτόδικου Δικαστηρίου και θα εγκριθούν από το αρμόδιο Δικαστήριο, επιδικάζονται υπέρ των εφεσειόντων και εναντίον του εφεσίβλητου.
Τα έξοδα της παρούσας διαδικασίας, τα οποία καθορίζονται στο ποσό των €2000 πλέον ΦΠΑ, εάν υπάρχει, επιδικάζονται υπέρ των εφεσειόντων και εναντίον του εφεσίβλητου.
Χ. ΜΑΛΑΧΤΟΣ, Δ.
Ι. ΙΩΑΝΝΙΔΗΣ, Δ.
Α. ΔΑΥΙΔ, Δ.
cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο