ΑΝΩΤΑΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΚΥΠΡΟΥ
ΠΡΩΤΟΒΑΘΜΙΑ ΔΙΚΑΙΟΔΟΣΙΑ
(Ποινική Αίτηση αρ. 1/2026)
19 Αυγούστου 2026
[ΠΑΝΑΓΙΩΤΟΥ, Δικαστής]
Αίτηση για την έκδοση διατάγματος έγκρισης και καταχώρισης κατηγορητηρίου
και
Αναφορικά με τον περί Ποινικής Δικονομίας Νόμο (Κεφ. 155) Άρθρο 43(2)
και
Αναφορικά με την μονομερή αίτηση του Γεώργιου Μαλτέζου – Αιτητή
Μονομερής αίτηση υπό Γεώργιου Μαλτέζου – Αιτητή
Ολύμπιος Χριστοφή και Γιάννης Μερακλής για Χριστοφή, Μερακλή και Συνεργάτες ΔΕΠΕ, για τον αιτητή.
Α Π Ο Φ Α Σ Η
ΠΑΝΑΓΙΩΤΟΥ, Δ.: Με την υπό κρίση αίτηση ο αιτητής επιζητεί την έκδοση διατάγματος από το Ανώτατο Δικαστήριο δυνάμει του άρθρου 43 του περί Ποινικής Δικονομίας Νόμου, Κεφ. 155, για την καταχώριση κατηγορητηρίου ιδιωτικής ποινικής υπόθεσης ενώπιον του αρμόδιου Επαρχιακού Δικαστηρίου. Η καταχώριση της παρούσας αίτησης ακολούθησε την έκδοση απόφασης, με την οποία Δικαστής του Επαρχιακού Δικαστηρίου Λευκωσίας, αρνήθηκε την καταχώριση του εν λόγω κατηγορητηρίου από τον αιτητή.
Το προτεινόμενο κατηγορητήριο αφορούσε τρεις κατηγορίες. Κατόπιν υπόδειξης όμως του Επαρχιακού Δικαστηρίου Λευκωσίας ότι για προώθηση της δεύτερης κατηγορίας απαιτείτο η συναίνεση του Γενικού Εισαγγελέα, δυνάμει του , ο συνήγορος του αιτητή δήλωσε ότι δεν θα επιμένει στην καταχώριση της δεύτερης κατηγορίας.
Οι εναπομείνασες κατηγορίες 1 και 3 που προωθήθηκαν στο Επαρχιακό Δικαστήριο έχουν ως εξής:
1. Μη παροχή αποτελεσματικής προστασίας στους εκπροσώπους των εργαζομένων έναντι οποιασδήποτε ενέργειας επιζήμιας για αυτούς, περιλαμβανομένης και της απόλυσης, και η οποία οφείλεται στην ιδιότητα και τις δραστηριότητες τους ως αντιπρόσωποι των εργαζομένων κατά παράβαση διατάξεων του περί της Σύμβασης περί των Αντιπροσώπων των Εργαζομένων (Κυρωτικού) Νόμου του 1995, (Ν. 30(III)/1995) ως έχει τροποποιηθεί με τον Νόμο 46 (ΙΙΙ)/2005.
2. Παρεμπόδιση αποτελεσματικής προστασίας και/ή παρεμπόδιση συνδικαλιστικής ελευθερίας, η οποία δυνατόν να είναι επιζήμια για τον παραπονούμενο, περιλαμβανομένης και της απόλυσης, η οποία οφείλεται στην ιδιότητα ή στις δραστηριότητες του ως αντιπροσώπου των εργαζομένων, κατά παράβαση του Νόμου 46 (ΙΙΙ)/2005 του Νόμου 1/90 και του Άρθρου 21.2 του Συντάγματος.
Στις λεπτομέρειες των αδικημάτων αναφέρεται ότι οι προτεινόμενοι κατηγορούμενοι καταχώρισαν πειθαρχική υπόθεση εναντίον του αιτητή, που είναι εκλεγμένος αντιπρόεδρος του κλάδου δεσμοφυλάκων και εκπρόσωπος τύπου της «Παγκύπριας Συντεχνίας Ισότητας», επειδή απουσίαζε από την εργασία του για συμμετοχή σε συνδικαλιστικές δραστηριότητες. Με τον τρόπο αυτό παρέλειψαν να του παράσχουν αποτελεσματική προστασία, έναντι οιασδήποτε επιζήμιας ενέργειας, που πιθανόν να οδηγούσε ακόμα και στην απόλυση του.
Οι προτεινόμενοι έξη κατηγορούμενοι είναι:
1. Ο Υπουργός Δικαιοσύνης και Δημοσίας Τάξεως.
2. Η αναπληρώτρια διευθύντρια των Κεντρικών Φυλακών.
3. Η ανώτερη λειτουργός νομικών θεμάτων του Υπουργείου Δικαιοσύνης και Δημοσίας Τάξεως.
4. Ο Γενικός Διευθυντής του Υπουργείου Δικαιοσύνης και Δημοσίας Τάξεως.
5. Ένας Λειτουργός του Τμήματος Φυλακών.
Αρμόδια Δικαστής του Επαρχιακού Δικαστηρίου Λευκωσίας επιλήφθηκε του κατηγορητηρίου και μετά από εξέταση του, εξέδωσε αιτιολογημένη απόφαση με την οποία αρνήθηκε την καταχώρισή του. Ως αποτέλεσμα, εξεδόθη «Πιστοποιητικό Άρνησης Οδηγιών για Καταχώριση Κατηγορητηρίου» δυνάμει του άρθρου 43.2 του περί Ποινικής Δικονομίας Νόμου (Κεφ. 155).
Σύμφωνα με την πάνω απόφαση του Επαρχιακού Δικαστηρίου, η αορίστου χρόνου εργοδότηση του αιτητή ως δεσμοφύλακα στο Τμήμα Φυλακών, εμπίπτει στο πλαίσιο της ευρύτερης δημόσιας υπηρεσίας της Δημοκρατίας. Ως εκ τούτου, οι προτεινόμενοι κατηγορούμενοι δεν θα μπορούσαν να θεωρηθούν ως εργοδότες ή αντιπρόσωποι του εργοδότη του, με την έννοια που καθορίζεται στον Νόμο 30(III)/1995 επί του οποίου στηρίζονται οι κατηγορίες. Αναφέρθηκε επίσης ότι η Κυπριακή Δημοκρατία δεν είναι οργανισμός ούτε και νομικό πρόσωπο, ώστε να εφαρμόζονται οι διατάξεις του άρθρου 6(2) του πιο πάνω Νόμου.
Ακολούθησε η καταχώριση της παρούσας αίτησης από τον αιτητή με την οποία ζητά την καταχώριση του υπό κρίση κατηγορητηρίου από το Ανώτατο Δικαστήριο δυνάμει του άρθρου 43 του περί Ποινικής Δικονομίας Νόμου (Κεφ. 155), το οποίο έχει ως εξής:
Παρουσίαση κατηγορητηρίου σε Δικαστή και καταχώριση
43.-(1) Κάθε κατηγορητήριο παρουσιάζεται σε Δικαστή του Δικαστηρίου στο οποίο το κατηγορητήριο απαγγέλλεται.
(2) Κατόπιν μελέτης του κατηγορητηρίου ο Δικαστής δύναται να διατάξει όπως αυτό καταχωριστεί ή, αν αρνείται να δώσει τέτοια διαταγή, αυτός πρέπει, αν παρακληθεί με αυτό τον τρόπο από το πρόσωπο που απαγγέλλει την κατηγορία εντός δέκα ημερών από την ημερομηνία της άρνησης, να δώσει σε αυτό βεβαίωση της άρνησης, και το πρόσωπο αυτό δύναται, εντός δέκα ημερών από την ημερομηνία της εξασφάλισης της βεβαίωσης να ζητήσει από το Ανώτατο Δικαστήριο ή Δικαστή του Ανωτάτου Δικαστηρίου την έκδοση διατάγματος που να διατάσσει την καταχώριση του κατηγορητηρίου και, αν το διάταγμα εκδοθεί, το κατηγορητήριο καταχωρίζεται ανάλογα.
Προκύπτει από την ανάγνωση του πιο πάνω άρθρου ότι η διαδικασία ενώπιον του Ανωτάτου Δικαστηρίου είναι πρωτογενούς φύσης και δεν συνιστά άσκηση έφεσης ή ελέγχου της απόφασης του Δικαστή του Επαρχιακού Δικαστηρίου, με την οποία αρνήθηκε την καταχώριση του κατηγορητηρίου. Σχετική είναι η απόφαση , στην οποία τονίστηκε η πρωτογενής φύση της αίτησης δυνάμει του άρθρου 43 του περί Ποινικής Δικονομίας Νόμου (Κεφ. 155). Υποδείχθηκε ότι η εν λόγω αίτηση δεν συνιστά έφεση και ότι το Ανώτατο Δικαστήριο κρίνει πρωτογενώς και εξ ιδίων την υπόθεση και τα περιβάλλοντα γεγονότα και δύναται ανάλογα, να ασκήσει τη δική του ευχέρεια, διατάσσοντας την καταχώριση του κατηγορητηρίου.
Λέχθηκε επίσης στην ίδια υπόθεση ότι ένα κατηγορητήριο δεν πρέπει να είναι μόνο διατυπωμένο ορθά και νομότυπα ώστε να αποφεύγεται σύγχυση ή κατάχρηση ή πίεση σε ένα κατηγορούμενο πρόσωπο, αλλά πρέπει και να συνάδει με τους σκοπούς της ποινικής δίωξης ευρύτερα. Μεταξύ των παραγόντων που το Δικαστήριο μπορεί να λάβει υπόψη είναι και η πάροδος του χρόνου, η φύση των αδικημάτων, η δυνατότητα εναλλακτικής ή πρόσθετης θεραπείας και βεβαίως, η ενόχληση που μπορεί να προκύψει στο όλο σύστημα απονομής της δικαιοσύνης, λόγω μακράς καθυστέρησης, αλλά και κατάχρησης της δικαστικής διαδικασίας.
Στην υπόθεση λέχθηκε ότι δεν υπάρχει εξαντλητικός κατάλογος των θεμάτων στα οποία πρέπει να στρέψει την προσοχή του το Δικαστήριο κατά την άσκηση της διακριτικής του ευχέρειας να εγκρίνει ή να αρνηθεί την καταχώριση κατηγορητηρίου. Κοντολογίς, το Δικαστήριο πρέπει να ικανοποιηθεί με βάση το υλικό που βρίσκεται ενώπιον του ότι είναι κατάλληλη περίπτωση να εγκρίνει ή όχι την καταχώριση του κατηγορητηρίου. Γίνεται επίσης παραπομπή στην αγγλική απόφαση , στην οποία λέχθηκαν τα πιο κάτω:
«In addition to these specific matters it is clear that [the magistrate] may and indeed should consider whether the allegation is vexatious: see Rex v. Bros (1901) 85 L.T. 581. Since the matter is properly within the magistrate's discretion it would be inappropriate to attempt to lay down an exhaustive catalogue of matters to which consideration should be given. Plainly he should consider the whole of the relevant circumstances.»
Σε ελεύθερη μετάφραση
«Πέραν των συγκεκριμένων αυτών ζητημάτων, είναι σαφές ότι [ο δικαστής] δύναται, και πράγματι οφείλει, να εξετάσει κατά πόσον ο ισχυρισμός είναι ενοχλητικός: βλ. Rex v. Bros (1901) 85 L.T. 581. Εφόσον το ζήτημα εμπίπτει ορθώς στη διακριτική ευχέρεια του δικαστή, δεν θα ήταν πρόσφορο να επιχειρηθεί η κατάρτιση εξαντλητικού καταλόγου των θεμάτων που πρέπει να ληφθούν υπόψη. Προδήλως, ο δικαστής οφείλει να εξετάσει το σύνολο των σχετικών περιστάσεων».
Στην υπό κρίση περίπτωση, ο αιτητής επιδιώκει την πρόσαψη κατηγοριών εναντίον συγκεκριμένων κρατικών αξιωματούχων, δυνάμει του κυρωτικού ως έχει τροποποιηθεί με τον . Ο εν λόγω Νόμος επικύρωσε την , (η σύμβαση), η οποία υιοθετήθηκε στη Γενεύη από τη Γενική Συνδιάσκεψη της Διεθνούς Οργάνωσης Εργασίας στις 23 Ιουνίου 1971.
Και οι δύο προτεινόμενες κατηγορίες στηρίζονται στα του Νόμου. Το έχει ως εξής:
5.-(1) Κάθε εργοδότης-
(α) Παρέχει αποτελεσματική προστασία στους εκπροσώπους των εργαζομένων έναντι οποιασδήποτε ενέργειας η οποία δυνατό να είναι επιζήμια γι' αυτούς, περιλαμβανομένης της απόλυσης, και η οποία οφείλεται στην ιδιότητα ή τις δραστηριότητές τους ως αντιπροσώπων των εργαζομένων, στη συνδικαλιστική τους προσχώρηση, ή στη συμμετοχή τους σε συνδικαλιστικές δραστηριότητες, εφόσον αυτοί ενεργούν σύμφωνα με τους νόμους, τις συλλογικές συμβάσεις ή άλλες ρυθμίσεις που έχουν συμφωνηθεί από κοινού· και
(β) παρέχει στους αντιπροσώπους των εργαζομένων τέτοιες διευκολύνσεις μέσα στην επιχείρηση, ώστε να επιτυγχάνεται η αποτελεσματική εκπλήρωση των καθηκόντων τους ως αντιπροσώπων των εργαζομένων.
Το του ιδίου Νόμου καθορίζει ότι κάθε εργοδότης που παραβαίνει τις διατάξεις , είναι ένοχος αδικήματος και υπόκειται σε συγκεκριμένες ποινές που προβλέπονται στο εν λόγω άρθρο. Τέλος, στο , καθορίζεται ότι σε περίπτωση που το προβλεπόμενο στο εδάφιο 1 αδίκημα διαπράττεται από νομικό πρόσωπο ή οργανισμό, ένοχοι είναι ο διευθύνων σύμβουλος, πρόεδρος, διευθυντής, γραμματέας ή άλλος παρόμοιος αξιωματούχος του νομικού προσώπου ή οργανισμού.
Ερμηνεύοντας τις πιο πάνω νομοθετικές διατάξεις, κρίνω σε συμφωνία με την Επαρχιακό Δικαστή, ότι απαραίτητο συστατικό στοιχείο των αδικημάτων που επιχειρείται να προσαχθούν με το προτεινόμενο κατηγορητήριο, είναι η εξαρτημένη σχέση εργασίας μεταξύ των μερών.
Ο αιτητής όμως δεν έχει εξαρτημένη σχέση εργασίας με την Κυπριακή Δημοκρατία και συνεπακόλουθα, ούτε με τους προτεινόμενους κατηγορούμενους. Αντιθέτως η αορίστου χρόνου εργοδότηση του ως δεσμοφύλακα στο Τμήμα Φυλακών, εμπίπτει στο πλαίσιο του ευρύτερου τομέα της δημόσιας υπηρεσίας της Δημοκρατίας και διέπεται από τους κανόνες του Διοικητικού δικαίου.
Επιπλέον όπως πολύ σωστά επισημαίνεται στην απόφαση του Επαρχιακού Δικαστηρίου, η Κυπριακή Δημοκρατία δεν είναι ούτε οργανισμός ούτε νομικό πρόσωπο με την έννοια που καθορίζει το ,ώστε οι προτεινόμενοι κατηγορούμενοι να θεωρηθούν ως εκπρόσωποι του εργοδότη. Η ιδιότητα του διαδίκου που έχει η Δημοκρατία σε άλλες υποθέσεις, την οποία επικαλέστηκαν οι συνήγοροι του αιτητή στην αγόρευση τους, δεν μπορεί να καλύψει το κενό της παρούσας υπόθεσης, στην οποία ελλείπει η σχέση εξαρτημένης εργασίας αλλά και η ιδιότητα του εκπροσώπου της Δημοκρατίας από τους προεκτεινόμενους κατηγορουμένους, δυνάμει του
Ούτε καταδεικνύεται εδώ ζήτημα ευρύτερης ασυλίας των κρατικών αξιωματούχων από ποινικά αδικήματα, όπως το έθεσαν οι συνήγοροι του αιτητή, λόγω του ότι η σύμβαση καθορίζει την ποινικοποίηση συγκεκριμένων συμπεριφορών εργοδοτών μόνο στο πλαίσιο του ιδιωτικού δικαίου. Οι δε παραπομπές των συνηγόρων του αιτητή σε αρχές του κοινοδικαίου σε σχέση με την ποινική μεταχείριση κρατικών αξιωματούχων κατά την άσκηση των καθηκόντων τους, δεν σχετίζονται με τις πρόνοιες της σύμβασης και του κυρωτικού ,ούτε βέβαια και με την εργοδότηση του αιτητή, που όπως προαναφέρθηκε, διέπεται από τους κανόνες του Δημοσίου δικαίου.
Υπό τας περιστάσεις, είναι σαφές, ότι, οι διοικητικές και πειθαρχικές διαδικασίες που ασκήθηκαν εναντίον του αιτητή λόγω απουσίας από την εργασία του, δεν θα μπορούσαν κάτω από οιεσδήποτε περιστάσεις να ενταχθούν στα ποινικά αδικήματα που καθορίζουν τα .
Ανεξαρτήτως της πιο πάνω διαπίστωσης, η καταχώριση του προτεινόμενου κατηγορητηρίου θα συνιστούσε κατά την κρίση μου, κατάχρηση των δικαστικών διαδικασιών αφού μέσω της ποινικής διαδικασίας επιδιώκεται αλλότριος σκοπός, άσχετος με τους σκοπούς της ποινικής δίκης.
Η νομολογία αναγνωρίζει το δικαίωμα σε ιδιώτη να προχωρήσει σε ποινική υπόθεση εναντίον άλλου, όταν οι ίδιες οι διωκτικές αρχές της Δημοκρατίας δεν επιθυμούν να αναλάβουν τέτοια διαδικασία, (βλ. ). Το δικαίωμα αυτό αποτελεί, σύμφωνα με την υπόθεση (ανωτέρω), συνταγματικό εχέγγυο κατά της αυθαίρετης παράλειψης ή άρνησης των διωκτικών αρχών να προβούν σε δίωξη παραβατών του ποινικού δικαίου.
Στην ίδια όμως υπόθεση (ανωτέρω), υποδεικνύεται ότι η κατάχρηση αυτού του δικαιώματος, με την επιδίωξη σκοπού άλλου από αυτό για τον οποίο προορίζεται η ποινική διαδικασία, δεν είναι επιθυμητή ούτε πρέπει να εγκρίνεται από τα Δικαστήρια, ιδιαίτερα όταν μέσω της ποινικής δίωξης επιδιώκεται η προώθηση άλλων σκοπών πχ αστικού δικαιώματος το οποίο, λόγω ακριβώς της φύσης του, δεν είναι ορθό να γίνεται αντικείμενο ποινικής δίωξης (βλ. επίσης και).
Η χρήση δικαστικών διαδικασιών και ιδιαίτερα ποινικής διαδικασίας προς επιδίωξη αλλότριου σκοπού, ξένου προς την ποινική δίκη, συνιστά σύμφωνα με την νομολογία κατάχρηση της δικαστικής διαδικασίας (βλ.. Σε τέτοια περίπτωση το Δικαστήριο οφείλει να αναστείλει την δικαστική διαδικασία σε οιοδήποτε στάδιο, ακόμα και στο αρχικό στάδιο έγκρισης του κατηγορητηρίου, εφόσον κρίνει ότι η έναρξη της διαδικασίας θα συνιστούσε κατάχρηση (βλ. ανωτέρω).
Οι πιο πάνω νομολογιακές αρχές ισχύουν και στην παρούσα περίπτωση. Είναι σαφές ότι με την προώθηση του προτεινόμενου κατηγορητηρίου επιδιώκεται στην ουσία ο επηρεασμός και η ακύρωση των διοικητικών και πειθαρχικών διαδικασιών που ασκήθηκαν εναντίον του αιτητή για αδικαιολόγητη απουσία από την εργασία του. Την ίδια στιγμή που ο αιτητής διατηρεί το δικαίωμα να προβάλει ενώπιον των διοικητικών και πειθαρχικών οργάνων την θέση του για το δικαιολογημένο της απουσίας του, λόγω των συνδικαλιστικών του δραστηριοτήτων.
Σημειώνεται ότι σύμφωνα με τους συνηγόρους τους αιτητή, οι εν λόγω πειθαρχικές διαδικασίες εξακολουθούν να εκκρεμούν, παρά την στο μεταξύ απόλυση του αιτητή από την εργασία του με απόφαση του Υπουργείου Δικαιοσύνης.
Υπό τας περιστάσεις, η προώθηση του προτεινόμενου κατηγορητηρίου δεν μπορεί παρά να συνιστά κατάχρηση της δικαστικής διαδικασίας.
Συνοψίζοντας όλα τα πιο πάνω κρίνω ότι το προτεινόμενο κατηγορητήριο όχι μόνο στερείται του απαραίτητου νομικού υποβάθρου, δεδομένου ότι ουδείς των προτεινόμενων κατηγορουμένων θα μπορούσε να θεωρηθεί ως εργοδότης ή εκπρόσωπος του εργοδότη του αιτητή δυνάμει του, αλλά, και γιατί επιπλέον, επειδή η προώθηση του υπό κρίση κατηγορητηρίου συνιστά κατάχρηση της δικαστικής διαδικασίας.
Η αίτηση απορρίπτεται.
Αλ. Παναγιώτου, Δ.
cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο