ΑΝΩΤΑΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΚΥΠΡΟΥ
ΠΡΩΤΟΒΑΘΜΙΑ ΔΙΚΑΙΟΔΟΣΙΑ
Πολιτική Αίτηση Αρ.173/2026
10 Αυγούστου, 2026
[Α. ΔΑΥΙΔ, Δ/ΣΤΗΣ]
ΑΝΑΦΟΡΙΚΑ ΜΕ ΤΟ ΑΡΘΡΟ 155.4 ΤΟΥ ΣΥΝΤΑΓΜΑΤΟΣ ΚΑΙ ΤΑ AΡΘΡΑ 3 ΚΑΙ 9 ΤΟΥ ΠΕΡΙ ΑΠΟΝΟΜΗΣ ΤΗΣ ΔΙΚΑΙΟΣΥΝΗΣ (ΠΟΙΚΙΛΑΙ ΔΙΑΤΑΞΕΙΣ) ΝΟΜΟΥ ΤΟΥ 1964 ΩΣ ΤΡΟΠΟΠΟΙΗΘΗΚΕ
ΚΑΙ
ΑΝΑΦΟΡΙΚΑ ΜΕ ΤΟΝ ΠΕΡΙ ΑΝΩΤΑΤΟΥ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟΥ (ΔΙΚΑΙΟΔΟΣΙΑ ΕΚΔΟΣΗΣ ΕΝΤΑΛΜΑΤΩΝ ΠΡΟΝΟΜΙΑΚΗΣ ΦΥΣΕΩΣ) ΔΙΑΔΙΚΑΣΤΙΚΟΣ ΚΑΝΟΝΙΣΜΟΣ ΤΟΥ 2018, ΩΣ ΕΧΕΙ ΤΡΟΠΟΠΟΙΗΘΕΙ
ΚΑΙ
ΑΝΑΦΟΡΙΚΑ ΜΕ ΤΗΝ ΑΙΤΗΣΗ ΤΟΥ Λ. Ζ. (ΑΔΤ ) ΕΚ ΛΑΡΝΑΚΑΣ ΓΙΑ ΤΗΝ ΑΔΕΙΑ ΚΑΤΑΧΩΡΗΣΗΣ ΑΙΤΗΣΗΣ ΜΕ ΚΛΗΣΗ, ΔΙΑ ΤΗΝ ΕΚΔΟΣΗ ΠΡΟΝΟΜΙΑΚΟΥ ΕΝΤΑΛΜΑΤΟΣ CERTIORARI
ΚΑΙ
ΑΝΑΦΟΡΙΚΑ ΜΕ ΤΟ ΕΝΤΑΛΜΑ ΣΥΛΛΗΨΗΣ ΠΟΥ ΕΞΕΔΟΘΗ ΑΠΟ ΤΟ ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΑΡΝΑΚΑΣ ΤΗΝ 1.8.2026, ΣΤΗ ΒΑΣΗ ΤΗΣ ΕΝΟΡΚΗΣ ΔΗΛΩΣΗΣ ΤΗΣ ΑΣΤ. 2158 ΑΝΤΖΕΛΑΣ ΚΑΣΙΗΝΑ
-----------------------
N. Ζένιος με Κ. Φένεκ για Α. Χρίστου & Συνεργάτες Δ.Ε.Π.Ε, για τον Αιτητή.
Α Π Ο Φ Α Σ Η
(Δοθείσα Αυθημερόν)
ΔΑΥΙΔ, Δ.: Με την υπό συζήτηση αίτηση, ο αιτητής επιζητεί την άδεια του Δικαστηρίου για καταχώρηση αίτησης δια κλήσεως για την έκδοση προνομιακού εντάλματος τύπου certiorari, προς ακύρωση Εντάλματος Σύλληψης που εκδόθηκε σε βάρος του από το Επαρχιακό Δικαστήριο Λάρνακας (κατώτερο Δικαστήριο), την 1.8.2026.
Το εν λόγω Ένταλμα Σύλληψης εκδόθηκε στη βάση ένορκης δήλωσης της Αστυφ. Άντζελας Κάσιηνα (Αρ. Μητρώου 2158) του Τμήματος Μικροπαραβάσεων Λάρνακας, στο πλαίσιο διερεύνησης των αδικημάτων:
1. Εγκατάλειψη τόπου ατυχήματος χωρίς παροχή βοήθειας, ΚΕΦ. 154, άρθρο 235Α.
2. Αμελείς και απερίσκεπτες πράξεις, ΚΕΦ. 154, άρθρο 236(α).
3. Επίθεση εναντίον αστυνομικού και εσκεμμένη παρεμπόδιση του, κατά την εκτέλεση των καθηκόντων του, ΚΕΦ. 154, άρθρο 244(β).
4. Επίθεση με πρόκληση πραγματικής σωματικής βλάβης, ΚΕΦ. 154, άρθρο 25(3).
5. Παράλειψη να σταματήσει σε σήμα Αστυνομικού εν στολή, Ν.73(Ι)/2004, άρθρο 25(3).
6. Οδήγηση χωρίς άδεια, κατά παράβαση Ν.94(Ι)/2001, άρθρο 2,8,(Ι).
7. Οδήγηση χωρίς προστατευτικό κράνος, Ν.97(Ι)/2001, άρθρο 16.
8. Οδήγηση χωρίς πινακίδα εγγραφής, κατά παράβαση ΚΔΠ 538/1984, Κανονισμός 6.
Τα ως άνω αδικήματα φέρονται να διαπράχθηκαν στις 31.7.2026, στην οδό Άγκυρας στη Λάρνακα. Τα γεγονότα που τέθηκαν υπόψη του κατώτερου Δικαστηρίου προς υποστύλωση του αιτήματος, μέσω της ως άνω ένορκης δήλωσης της Αστυφ. Κάσιηνα, αποκαλύπτουν ότι στις 31.7.2026 και περί ώρα 19:35 οι Αστυφύλακες με αρ. Μητρώου 3303 και 3733 της Ομάδας Ζ της Τροχαίας Λάρνακας, βρίσκονταν στην οδό Άγκυρας στη Λάρνακα για τροχονομικό έλεγχο. Κατά το έλεγχο αντιλήφθηκαν δύο μοτοσυκλέτες τύπου σκούτερ, σκούρου χρώματος μεγάλου κυβισμού, ερχόμενες από τη Λεωφ. Αθηνών, οι οδηγοί των οποίων δεν έφεραν προστατευτικό κράνος. Κατά την είσοδο των μοτοσυκλέτων στην οδό Άγκυρας ο Αστ. 3303 έκανε σήμα στους δύο οδηγούς όπως σταματήσουν, χωρίς ωστόσο αυτοί να το πράξουν. Ο ένας εκ των δύο οδηγών, αγνώστων στοιχείων, αφού αντιλήφθηκε την Αστυνομία εισήλθε εντός του πεζοδρομίου και αποχώρησε από το μέρος. Ο οδηγός της άλλης μοτοσυκλέτας, ο οποίος αναγνωρίστηκε ως ο αιτητής, έκανε απότομη επιτάχυνση και ελιγμό, περνώντας από τα αριστερά τα προπορευόμενα του αυτοκίνητα. Οι Αστ. 3733 και 3303 εισήλθαν εντός του δρόμου και έκαναν σήμα στον οδηγό, όπως σταματήσει. Ο τελευταίος, αρνήθηκε να το πράξει και επιχείρησε να προχωρήσει σύμφωνα με την πορεία του, κάνοντας απότομα επιτάχυνση, με αποτέλεσμα να κτυπήσει μετωπικά τον Αστ. 3733, ο οποίος δεν πρόλαβε να βγει εκτός του δρόμου, με αποτέλεσμα να πέσει στο έδαφος. Ο ύποπτος οδηγός της μοτοσυκλέτας, η οποία δεν έφερε αριθμούς εγγραφής, συνέχισε την πορεία του με τη μοτοσυκλέτα προς την οδό Πιαλέ Πασά, χωρίς να σταματήσει. Το όλο περιστατικό εκτυλίχθηκε στη θέα πλήθους κόσμου. Στη συνέχεια ο Αστ. 3733 μεταφέρθηκε με ασθενοφόρο στο Τμήμα Ατυχημάτων και Επειγόντων Περιστατικών (Τ.Α.Ε.Π.) Λάρνακας, όπου εξεταζόμενος από την επί καθήκοντι ιατρό διαπιστώθηκε ότι έφερε κάκωση πιχεοκαρπικής άρθρωσης και ΑΡ ποδοκνημικής άρθρωσης, ενώ δόθηκαν οδηγίες για διενέργεια αξονικού και MRI. Ο οδηγός της μοτοσυκλέτας που κτύπησε μετωπικά τον πιο πάνω αστυφύλακα, αναζητήθηκε στη δηλωμένη διεύθυνση του, χωρίς να γίνεται κατορθωτός ο εντοπισμός του. Ενόψει των πιο πάνω, καταλήγει η ομνύουσα αστυφύλακας, «λόγω της φύσεως και της σοβαρότητας των πιο πάνω αδικημάτων, για σκοπούς αποφυγής επηρεασμού μαρτυρίας, αφού αναμένεται να ληφθούν καταθέσεις από προσωπικό παρακείμενων υποστατικών εν όψει του ότι το χρονικό διάστημα διάπραξης των επίδικων αδικημάτων ενέπιπτε στις ώρες λειτουργίας τους, εντοπισμό του δεύτερου προσώπου, το οποίο αναζητείται από τις αρχές, ως επίσης και της εξαφάνισης ή/και καταστροφής τεκμηρίων, αφού αναζητούνται Κ.Κ.Β.Π. των πιο πάνω παρακείμενων υποστατικών, αιτείται από το Σεβαστό σας Δικαστήριο η έκδοση εντάλματος σύλληψης του υπόπτου, παρακαλώ.»
Το κατώτερο Δικαστήριο στη βάση της ενώπιον του τεθείσας μαρτυρίας και στοιχείων, έκρινε δικαιολογημένο το αίτημα, ικανοποιούμενο τόσο για την ύπαρξη εύλογης υπόνοιας να πιστεύεται ότι ο αιτητής εναντίον του οποίου στρεφόταν το αίτημα για έκδοση εντάλματος σύλληψης, ενέχεται στη διάπραξη των αδικημάτων που αυτό αφορούσε, ως επίσης, ότι τα περιστατικά της υπόθεσης ως τέθηκαν υπόψη του, καθιστούσαν την έκδοση του εντάλματος αναγκαία, ανάλογη και επιθυμητή.
Ο λόγος επί του οποίου εδράζεται η υπό συζήτηση αίτηση προκρίνεται στην Έκθεση που τη συνοδεύει και εξειδικεύεται στην ένορκη δήλωση του Αιτητή που την υποστηρίζει. Αποτελεί θέση του τελευταίου ότι το κατώτερο Δικαστήριο εξέδωσε το εκκαλούμενο ένταλμα καθ’ υπέρβαση της δικαιοδοσίας του, αφού η μαρτυρία που τέθηκε ενώπιον του δεν ήταν τέτοιας δυναμικής που να μπορούσε να στοιχειοθετήσει την εύλογη υπόνοια να πιστεύεται ότι ο ίδιος διέπραξε τα υπό διερεύνηση αδικήματα και, ως εκ τούτου, να δικαιολογήσει το σχετικό δικαστικό συμπέρασμα. Ειδικότερα, προβάλλεται πως ο ισχυρισμός ότι ο οδηγός της επίδικης μοτοσυκλέτας «αναγνωρίστηκε ως ο ύποπτος», αποτελεί γενική, αόριστη και συμπερασματική αναφορά της ομνύουσας, χωρίς να βασίζεται σε οποιοδήποτε μαρτυρικό υπόβαθρο που να την υποστηρίζει και τεκμηριώνει, υποστηρίζοντας παράλληλα πως ούτε από το σύνολο των όσων παρατίθενται στην ένορκη δήλωση που τέθηκε υπόψη του κατώτερου Δικαστηρίου, μπορούν να στοιχειοθετηθούν ενδείξεις εμπλοκής του Αιτητή στα όσα του καταλογίζονται, αφού βάση όλων αποτελεί η συμπερασματική αναφορά της ομνύουσας περί αναγνώρισης του Αιτητή.
Οι ευπαίδευτοι συνήγοροι του Αιτητή, κατά το στάδιο της παρουσίασης της υπό συζήτηση αίτησης, επανέλαβαν, ουσιαστικά, τις εισηγήσεις και τις θέσεις του τελευταίου, ως προβάλλονται στην αίτηση του.
Οι αρχές με βάση τις οποίες παρέχεται άδεια για καταχώριση αίτησης προς έκδοση προνομιακού εντάλματος αυτής της μορφής, είναι καλά εδραιωμένες και από μακρού χρόνου αποκρυσταλλωμένες από τη νομολογία του Ανώτατου Δικαστηρίου. Άδεια για καταχώρηση αίτησης για έκδοση προνομιακού εντάλματος, παρέχεται όπου από το πρακτικό του κατώτερου Δικαστηρίου διαφαίνεται έλλειψη ή υπέρβαση δικαιοδοσίας, έκδηλη νομική πλάνη, δόλος, προκατάληψη και μη τήρηση των κανόνων της φυσικής δικαιοσύνης (βλ. σύγγραμμα Πέτρου Αρτέμη, «Προνομιακά Εντάλματα Αρχές και Υποθέσεις», σελ. 109 κ.επ., Ανθίμου (1991) 1 Α.Α.Δ. 41, Perrella (Αρ.2) (1995) 1 Α.Α.Δ. 692, Αίτηση του Κωνσταντινίδη (2003) 1 Α.Α.Δ. 1298 και Ευδόκας (2016) 1(Γ) Α.Α.Δ. 3018). Μέσω της συγκεκριμένης, προνομιακής του δικαιοδοσίας, η οποία ασκείται με ιδιαίτερη φειδώ, το Ανώτατο Δικαστήριο δεν υποκαθιστά τους χειρισμούς ούτε τη διαδικασία που ακολουθήθηκε από το κατώτερο Δικαστήριο. Για τη χορήγηση άδειας ως η αιτούμενη, ο αιτητής πρέπει να ικανοποιήσει το Δικαστήριο ότι έχει συζητήσιμη υπόθεση σε σχέση με το ζήτημα που εγείρει (Ευδόκα (ανωτέρω) και Ανθίμου (1991) 1 Α.Α.Δ. 41).
H εξουσία για την έκδοση εντάλματος σύλληψης παρέχεται από το Άρθρο 11.2(γ) του Συντάγματος. Σύμφωνα με αυτό, όποτε και όπως ο νόμος ορίζει, εφόσον υπάρχει εύλογη υπόνοια ότι κάποιο άτομο ενέχεται στη διάπραξη αδικήματος, επιτρέπεται η σύλληψη του. Σύμφωνα δε με το άρθρο 18(1) του περί Ποινικής Δικονομίας Νόμου, Κεφ.155, ως έχει τροποποιηθεί:
«18.-(1) Όταν δικαστής ικανοποιείται με γραπτή ένορκη δήλωση ότι υπάρχει εύλογη υπόνοια να πιστεύεται ότι ένα πρόσωπο διέπραξε αδίκημα ή όταν η σύλληψη ή η κράτηση θεωρηθεί ευλόγως αναγκαία για παρεμπόδιση διαπράξεως αδικήματος ή αποδράσεως μετά τη διάπραξη αυτού, ο δικαστής δύναται να εκδώσει ένταλμα (που θα αναφέρεται στον παρόντα Νόμο ως ένταλμα συλλήψεως) το οποίο να εξουσιοδοτεί τη σύλληψη του ατόμου εναντίον του οποίου στρέφεται το ένταλμα.»
Το ως άνω άρθρο του περί Ποινικής Δικονομίας Νόμου, Κεφ.155, προδιαγράφει τον τρόπο με τον οποίο θα πρέπει να καταδεικνύεται η ύπαρξη της εύλογης υπόνοιας. Στην περίπτωση που η απάντηση στο πιο πάνω, πρωτεύον ερώτημα, είναι καταφατική, το Δικαστήριο θα προχωρήσει να εξετάσει κατά πόσον τα ιδιαίτερα γεγονότα της υπόθεσης καθιστούν ή όχι την έκδοση του εντάλματος σύλληψης αναγκαία ή επιθυμητή. Μόνο στην περίπτωση που ικανοποιηθεί ότι συντρέχει και αυτή η προϋπόθεση, θα προχωρήσει στην έκδοση του εντάλματος σύλληψης (βλ. Πολυκάρπου (1991) 1 Α.Α.Δ. 207, Παναγιώτου (2004) 1(β) Α.Α.Δ. 1094, Αναφορικά με την Αίτηση του Ν.Κ., Πολ. Εφ. Αρ. 19/2022, ημερ. 13.1.2023, ECLI:CY:AD:2023:B79 και Αναφορικά με την Αίτηση του Mark Jone Davis, Πολ. Εφ. 144/22, ημερ. 3.10.2023). Έχει, ασφαλώς, τη δική της σημασία, η υπόμνηση του γεγονότος ότι στις περιπτώσεις του είδους, η αποδεικτική αξία του μαρτυρικού υλικού που τίθεται υπόψιν του Δικαστηρίου, δεν αποτιμάται σε αυτό το στάδιο. Περί υπονοιών ο λόγος (CPS Freight Services Ltd v. Γενικού Εισαγγελέα της Δημοκρατίας (2016) 1(Α) Α.Α.Δ. 652, και Σιμιλλίδης v. Αστυνομίας (Αρ.1) (1997) 2 Α.Α.Δ. 160).
Επανερχόμενος στην υπό συζήτηση περίπτωση, σημειώνεται πως η πλευρά του Αιτητή περιορίζεται στην προβολή ζητημάτων που άπτονται της κατάδειξης εύλογης υπόνοιας για τη διάπραξη των αδικημάτων εκ μέρους του, χωρίς να προβάλλει ή να την απασχολούν ζητήματα αναγκαιότητας της έκδοσης του εκκαλούμενου Εντάλματος Σύλληψης.
Υπό το φως των αρχών που διέπουν το ζήτημα της έκδοσης ή μη Εντάλματος Σύλληψης, κατ’ επίκληση του άρθρου 18 του ΚΕΦ. 155, έχοντας υπόψη το σύνολο των στοιχείων που τέθηκαν μέσω του όρκου ενώπιον του Δικαστηρίου, αισθάνομαι ότι δεν χρειάζεται να λεχθούν πολλά. Με δεδομένο ότι για τη στοιχειοθέτηση της εύλογης υπόνοιας/υποψίας, το επίπεδο που χρειάζεται να ικανοποιηθεί από απόψεως στοιχείων και μαρτυρίας είναι περιορισμένο, διαπιστώνεται ότι στην υπό συζήτηση περίπτωση τέθηκαν υπόψη του Δικαστηρίου στοιχεία και λεπτομέρειες ικανά να υπερβούν το ούτως ή άλλως χαμηλό ύψος του πήχη που απαιτείται σε περιπτώσεις του είδους. Ως άλλωστε κατ’ επανάληψη έχει σημειωθεί, δεν τίθεται θέμα αξιολόγησης της όποιας μαρτυρίας και στοιχείων τίθενται υπόψη του αρμόδιου Δικαστηρίου, κατά τον τρόπο που απασχολεί τούτο στο στάδιο που το Δικαστήριο καλείται να προβεί σε τελικά συμπεράσματα και ευρήματα και κατά πόσο στοιχειοθετείται η όποια κατηγορία. Είναι αρκετό οι όποιες πληροφορίες να θέτουν το αναγκαίο μαρτυρικό υπόβαθρο και να έχουν τη δυναμική θεμελίωσης της ύπαρξης εύλογης υπόνοιας.
Στην υπό συζήτηση περίπτωση, στη βάση όλων όσων τέθηκαν υπόψη του κατώτερου Δικαστηρίου, καθόλα εύλογα το τελευταίο κατέληξε στη διασύνδεση του αιτητή με την διάπραξη των υπό διερεύνηση αδικημάτων κατά τον τρόπο που απαιτείται τούτο σε περιπτώσεις του είδους. Τα γεγονότα τα οποία τέθηκαν υπόψη του, συνολικά θεωρούμενα, δεν επιτρέπουν την υιοθέτηση της θέσης περί «συμπερασματικής αναφοράς» της ομνύουσας σε σχέση με την «αναγνώριση» του Αιτητή. Ως τέθηκε υπόψη του κατώτερου Δικαστηρίου, ο οδηγός της επίδικης μοτοσυκλέτας δεν έφερε κράνος, επιτρέποντας σε κάποιον να παρατηρήσει και να διακρίνει τα χαρακτηριστικά του, όπως παρουσιάστηκε να έγινε στην συγκριμένη περίπτωση. Ως δε περαιτέρω σημειώθηκε, όταν του υπεδείχθη να σταματήσει, οδήγησε τη μοτοσυκλέτα του σε μετωπική σύγκρουση με ένα εκ των πεζών αστυνομικών, καταφέρνοντας τελικά να ξεφύγει. Η εξέλιξη των πιο πάνω γεγονότων και η στενότατη επαφή που φαίνεται να υπήρξε μεταξύ των πρωταγωνιστών του επεισοδίου, δεν επιτρέπει την «υποβάθμιση» της αναφοράς της ομνύουσας όσον αφορά την αναγνώριση του ύποπτου οδηγού. Αντίθετα, ήταν καθ’ όλα ικανοποιητικά για να δικαιολογήσουν την εύλογη υπόνοια του κατώτερου Δικαστηρίου όσον αφορά την εμπλοκή του Αιτητή, κατά τρόπο που δικαιολογείτο η έκδοση του αιτούμενου Εντάλματος Σύλληψης. Άλλωστε, ως τέθηκε επίσης υπόψη του κατώτερου Δικαστηρίου, παρά το γεγονός ότι η μοτοσυκλέτα που ο οδηγός – Αιτητής οδηγούσε δεν έφερε αριθμούς εγγραφής, η αστυνομία, έχοντας ήδη αναγνωρίσει τον τελευταίο, τον αναζήτησε στο δηλωμένο χώρο διαμονής του πριν να απευθυνθεί στο Δικαστήριο για την έκδοση σχετικού Εντάλματος Σύλληψης.
Υπό το φως των όσων πιο πάνω έχουν εκτεθεί, η υπό κρίση αίτηση δεν έχει περιθώρια επιτυχίας. Δεν έχει καταδειχθεί συζητήσιμη υπόθεση προς τεκμηρίωση της αξίωσης για παροχή της αιτούμενης θεραπείας.
Η αίτηση δεν μπορεί να έχει επιτυχή κατάληξη και ως εκ τούτου απορρίπτεται.
Καμία διαταγή όσον αφορά τα έξοδα.
Α. ΔΑΥΙΔ, Δ.
/γκ
cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο