ΑΝΩΤΑΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΚΥΠΡΟΥ
ΔΕΥΤΕΡΟΒΑΘΜΙΑ ΔΙΚΑΙΟΔΟΣΙΑ
(i-Justice)
(Πολιτική Έφεση Αρ.10/2026
29 Σεπτεμβρίου 2026
[Χ. ΜΑΛΑΧΤΟΣ, Ι. ΙΩΑΝΝΙΔΗΣ, E. ΕΦΡΑΙΜ, ΔΔ]
ΕΦΕΣΗ ΚΑΤΑ ΤΗΣ ΑΠΟΦΑΣΗΣ ΤΟΥ ΑΝΩΤΑΤΟΥ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟΥ ΣΤΗΝ ΠΡΩΤΟΔΙΚΗ ΠΡΟΝΟΜΙΑΚΗ ΤΟΥ ΔΙΚΑΙΟΔΟΣΙΑ ΣΤΗΝ ΠΟΛΙΤΙΚΗ ΑΙΤΗΣΗ ΑΡ. 273/2025
Υπό τον τίτλο:
ΑΝΑΦΟΡΙΚΑ ΜΕ ΤΟ ΑΡΘΡΟ 155.4 ΤΟΥ ΣΥΝΤΑΓΜΑΤΟΣ ΚΑΙ ΤΑ ΑΡΘΡΑ 3 ΚΑΙ 9 ΤΟΥ ΠΕΡΙ ΑΠΟΝΟΜΗΣ ΤΗΣ ΔΙΚΑΙΟΣΥΝΗΣ (ΠΟΙΚΙΛΑΙ ΔΙΑΤΑΞΕΙΣ) ΝΟΜΟΥ ΤΟΥ 1964
ΚΑΙ
ΑΝΑΦΟΡΙΚΑ ΜΕ ΤΟΝ ΠΕΡΙ ΑΝΩΤΑΤΟΥ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟΥ (ΔΙΚΑΙΟΔΟΣΙΑ ΕΚΔΟΣΗΣ ΕΝΤΑΛΜΑΤΩΝ ΠΡΟΝΟΜΙΑΚΗΣ ΦΥΣΕΩΣ) ΔΙΑΔΙΚΑΣΤΙΚΟ ΚΑΝΟΝΙΣΜΟ ΤΟΥ 2021
ΚΑΙ
ΑΝΑΦΟΡΙΚΑ ΜΕ ΤΗΝ ΑΙΤΗΣΗ ΤΟΥ R.S., ΚΑΤΟΙΚΟΥ ΛΕΜΕΣΟΥ, ΓΙΑ ΑΔΕΙΑ ΚΑΤΑΧΩΡΗΣΗΣ ΑΙΤΗΣΗΣ ΓΙΑ ΕΚΔΟΣΗ ΕΝΤΑΛΜΑΤΟΣ CERTIORARI
KAI
ΑΝΑΦΟΡΙΚΑ ΜΕ ΤΟ ΔΙΑΤΑΓΜΑ ΤΟΥ ΕΠΑΡΧΙΑΚΟΥ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟΥ ΛΕΜΕΣΟΥ ΗΜΕΡΟΜΗΝΙΑΣ 25 ΙΟΥΝΙΟΥ 2025, ΠΟΥ ΕΚΔΟΘΗΚΕ ΚΑΤΟΠΙΝ ΜΟΝΟΜΕΡΟΥΣ ΑΙΤΗΣΕΩΣ ΤΗΣ ΑΣΤΥΝΟΜΙΑΣ ΤΗΣ ΚΥΠΡΙΑΚΗΣ ΔΗΜΟΚΡΑΤΙΑΣ ΔΥΝΑΜΕΙ ΤΟΥ Ν.92(Ι)/1996, ΜΕ ΤΟ ΟΠΟΙΟ ΕΠΕΤΡΑΠΗ Η ΠΡΟΣΒΑΣΗ ΣΕ ΠΕΡΙΕΧΟΜΕΝΟ ΙΔΙΩΤΙΚΗΣ ΕΠΙΚΟΙΝΩΝΙΑΣ ΤΟΥ ΑΙΤΗΤΗ
E. Ευσταθίου με Γ. Καλογερίδη, για Ευστάθιος Κ. Ευσταθίου Δ.Ε.Π.Ε., για τον Εφεσείοντα.
____________________
Η απόφαση του Δικαστηρίου είναι ομόφωνη και θα δοθεί από τον Μαλαχτό, Δ.
_____________________
Α Π Ο Φ Α Σ Η
ΜΑΛΑΧΤΟΣ, Δ.: Με τέσσερις λόγους έφεσης προσβάλλεται ως εσφαλμένη η απόφαση Δικαστή του Ανωτάτου Δικαστηρίου, στην πρωτόδικη του δικαιοδοσία, με την οποία αρνήθηκε να χορηγήσει άδεια στον Εφεσείοντα για να καταχωρίσει αίτηση με κλήση για την έκδοση προνομιακού εντάλματος certiorari για την ακύρωση του εντάλματος ημερ.25.6.2025, με το οποίο επιτράπηκε η πρόσβαση, επιθεώρηση και λήψη περιεχομένου ιδιωτικής επικοινωνίας που ήταν καταγεγραμμένη ή αποθηκευμένη σε συγκεκριμένα τεκμήρια που είχαν παραληφθεί δυνάμει εντάλματος έρευνας διαμερίσματος στο οποίο διέμενε ο Εφεσείων, που εκδόθηκε από το Επαρχιακό Δικαστήριο Λεμεσού, το κατώτερο Δικαστήριο.
Ενώπιον του πρωτόδικου Δικαστηρίου, ο Εφεσείων είχε προβάλει ότι προτού η Αστυνομία αποταθεί στο κατώτερο Δικαστήριο και εξασφαλίσει το επίδικο ένταλμα, είχε ήδη αποκτήσει πρόσβαση στο περιεχόμενο των κατασχεθέντων τεκμηρίων και είχε προβεί σε εξέταση δεδομένων. Εισηγήθηκε ότι η έκδοση του εντάλματος πρόσβασης, συνιστούσε προσπάθεια εκ των υστέρων νομιμοποίησης, της προηγηθείσας παράνομης πρόσβασης και επεξεργασίας δεδομένων από τις συσκευές του. Το πρωτόδικο Δικαστήριο απέρριψε την εισήγηση, εξηγώντας ότι:
«Ως τέθηκε ενώπιον του Επαρχιακού Δικαστηρίου Λεμεσού, οποιαδήποτε από τις ως άνω ενέργειες στις οποίες προέβησαν οι ανακριτικές αρχές σε σχέση με τα πιο πάνω τεκμήρια, δεν αφορούσε πρόσβαση σε «ιδιωτική επικοινωνία» η οποία, ως πιο πάνω έχει επισημανθεί, συνταγματικά διασφαλίζεται και ανάλογα προστατεύεται. Αντίθετα, αφού προηγήθηκε η δικανική εξέταση των τεκμηρίων, κατά τον τρόπο που εξηγήθηκε στο δικαστήριο και ως αποτέλεσμα αυτής, δημιουργήθηκε η υποψία ότι «στις πιο πάνω αναφερόμενες συσκευές κινητής τηλεφωνίας, στις κάρτες κινητής τηλεφωνίας sim και στον φορητό Ηλεκτρονικό Υπολογιστή που παραλήφθηκαν από την Αστυνομία, ως αναφέρεται ανωτέρω, ενδέχεται να υπάρχει καταγεγραμμένο περιεχόμενο ιδιωτικής επικοινωνίας που να συνδέεται ή να είναι συναφής με τις ενέργειες του S. και/ή με ενέργειες που τελέστηκαν ή σχεδιάστηκαν να τελεστούν και οι οποίες θέτουν σε κίνδυνο την ασφάλεια της Δημοκρατίας». Είναι γι' αυτό το λόγο που η αρμόδια αρχή, σε δεύτερο χρόνο, απευθύνθηκε στο δικαστήριο ζητώντας την εκ του νόμου αναγκαία δικαστική έγκριση για πρόσβαση, επιθεώρηση και λήψη όσων δεδομένων βρίσκονται αποθηκευμένα στα τεκμήρια, αντικείμενα και/ή ηλεκτρονικές συσκευές που προσδιορίζονται στο συγκεκριμένο μέρος της αίτησης και αποτελούν «καταγεγραμμένο περιεχόμενο ιδιωτικής επικοινωνίας», υποστηρίζοντας ότι σε αυτά δύναται να βρίσκεται καταγεγραμμένο ή αποθηκευμένο περιεχόμενο ιδιωτικής επικοινωνίας που να συνδέεται ή να είναι συναφές με κίνδυνο για την ασφάλεια της Δημοκρατίας».
Προσβάλλεται ως εσφαλμένη η προσέγγιση του πρωτόδικου Δικαστηρίου ότι οι ενέργειες στις οποίες προέβησαν οι ανακριτικές αρχές πριν την έκδοση του επίδικου εντάλματος, δεν αφορούσαν πρόσβαση σε «ιδιωτική επικοινωνία» (λόγος έφεσης 1). Η αντίθετη, κατά τον Εφεσείοντα ορθή κατάληξη, θα έπρεπε να συμπαρασύρει σε ακυρότητα και να καταστήσει ελαττωματικό το επίδικο ένταλμα πρόσβασης (λόγος έφεσης 2).
Το πραγματικό υπόβαθρο βρισκόταν στον αστυνομικό όρκο, ημερ.25.6.2025, που υποστήριζε την αίτηση της Αστυνομίας. Είναι το περιεχόμενο του όρκου αυτού που επικαλέστηκε και ο Εφεσείων ενώπιον του πρωτόδικου Δικαστηρίου.
Πολύ συνοπτικά, μαρτυρία παρουσίαζε τον Εφεσείοντα, σε διάφορες περιπτώσεις, να κινείται πλησίον των Βρετανικών Βάσεων Επισκοπής – Ακρωτηρίου και πλησίον του Αερολιμένα Πάφου και της Αεροπορικής Βάσης «Ανδρέας Παπανδρέου» και με μεγάλη φωτογραφική μηχανή και τρία κινητά τηλέφωνα «smart phones», να φωτογραφίζει, να συνομιλεί τηλεφωνικά και να παίρνει σημειώσεις σε έντυπη μορφή. Συνελήφθη δυνάμει δικαστικού εντάλματος σύλληψης του για διάφορα αδικήματα, μεταξύ των οποίων αδικήματα κατά παράβαση του περί Καταπολέμησης της Τρομοκρατίας και Προστασίας των Θυμάτων Νόμου του 2019, Ν.75(Ι)/2019 και για κατασκοπεία. Κατά την εκτέλεση εντάλματος έρευνας στο διαμέρισμα όπου διέμενε, ανευρέθηκαν και κατασχέθηκαν δύο κινητά τηλέφωνα, τρείς κάρτες κινητής τηλεφωνίας, ένας φορητός ηλεκτρονικός υπολογιστής, μια φωτογραφική μηχανή και μια κάρτα μνήμης φωτογραφικής μηχανής.
Οι ενέργειες που περιγράφονται στον αστυνομικό όρκο να είχαν διενεργηθεί σε σχέση με τα κατασχεθέντα, αφορούσαν αποκλειστικά σε φωτογραφικό υλικό στη μορφή videos και φωτογραφιών. Αναφέρεται ότι στα κινητά τηλέφωνα, στη φωτογραφική μηχανή και στην κάρτα μνήμης φωτογραφικής μηχανής εντοπίστηκε μεγάλος αριθμός videos και φωτογραφιών στρατιωτικών και άλλων εγκαταστάσεων, αεροσκαφών και ελικοπτέρων.
Όταν πλέον καταχωρίστηκε ποινική υπόθεση εναντίον του Εφεσείοντα, οι δικηγόροι του ζήτησαν το μαρτυρικό υλικό και στην ένορκη δήλωση που συνόδευε την αίτηση του ενώπιον του πρωτόδικου Δικαστηρίου, επισυναπτόταν μέρος Έκθεσης που αφορούσε τον ηλεκτρονικό υπολογιστή, τα δύο κινητά τηλέφωνα και τις τρείς κάρτες κινητής τηλεφωνίας που είχαν κατασχεθεί από το διαμέρισμα του. Στην Έκθεση γίνονταν αναφορές σε ενέργειες σε σχέση με τα τεκμήρια αυτά που είχαν γίνει την περίοδο 21.6.2025 – 25.6.2025, δηλαδή πριν την έκδοση του εκκαλούμενου εντάλματος που επέτρεπε την πρόσβαση.
Σε σχέση με τον ηλεκτρονικό υπολογιστή, αναφερόταν ότι αφαιρέθηκε ο σκληρός δίσκος και δημιουργήθηκε δικανικό αντίγραφο το οποίο αποθηκεύτηκε σε ηλεκτρονικό φάκελο σε σκληρό δίσκο. Σε μεταγενέστερο στάδιο έγινε αυτοματοποιημένη ανάλυση του περιεχομένου του δικανικού αυτού αντιγράφου και αποθηκεύτηκε σε ηλεκτρονικό φάκελο στον ίδιο σκληρό δίσκο. Σε σχέση με τα κινητά τηλέφωνα, έγινε δικανική εξαγωγή του περιεχόμενου τους, και τα αντίγραφα αποθηκεύτηκαν σε ηλεκτρονικούς φακέλους στον ίδιο σκληρό δίσκο. Σε σχέση με τις κάρτες κινητής τηλεφωνίας, αφού αφαιρέθηκαν από τα κινητά τηλέφωνα στα οποία βρίσκονταν, έγινε δικανική εξαγωγή του περιεχόμενου τους και τα αντίγραφα αποθηκεύτηκαν σε ηλεκτρονικούς φακέλους πάλι στον ίδιο σκληρό δίσκο. Σε σχέση με τα κινητά τηλέφωνα και τις κάρτες, η ανάλυση του περιεχομένου τους, είχε διενεργηθεί ταυτόχρονα με τη διαδικασία της δικανικής εξαγωγής.
Το επίδικο ένταλμα εκδόθηκε δυνάμει του άρθρου 23 των περί Προστασίας του Απόρρητου της Ιδιωτικής Επικοινωνίας (Παρακολούθηση Συνδιαλέξεων και Πρόσβαση σε Καταγεγραμμένο Περιεχόμενο Ιδιωτικής Επικοινωνίας) Νόμων του 1996 έως 2020, Ν.92(I)/1996, όπως τροποποιήθηκε. Εξουσιοδοτούσε την πρόσβαση, επιθεώρηση και λήψη καταγεγραμμένου περιεχομένου ιδιωτικής επικοινωνίας.
Είναι το απόρρητο της ιδιωτικής επικοινωνίας που είναι συνταγματικά κατοχυρωμένο και προστατευόμενο δικαίωμα, με κατ’ εξαίρεση δυνατότητα παρέμβασης εφόσον πληρούνται οι προϋποθέσεις του Άρθρου 17.2 του Συντάγματος. Μόνο τότε μπορεί να εξεταστεί η έκδοση εντάλματος πρόσβασης στο περιεχόμενο ιδιωτικής επικοινωνίας υπό τις προϋποθέσεις των Νόμων.
Το πρωτόδικο Δικαστήριο παρέπεμψε στο ερμηνευτικό άρθρο 2 των Νόμων, όπου προβλέπεται ότι:
««ιδιωτική επικοινωνία» σημαίνει οποιαδήποτε προφορική ή γραπτή ή άλλης μορφής επικοινωνία ή οποιαδήποτε τηλεπικοινωνία ή ηλεκτρονική επικοινωνία γίνεται από πρόσωπο κάτω από περιστάσεις κατά τις οποίες είναι λογικό το πρόσωπο αυτό να αναμένει ότι δεν θα υποκλαπεί ή θα παρακολουθηθεί από οποιοδήποτε άλλο πρόσωπο, εκτός από εκείνο το οποίο σκοπείτε να λάβει την επικοινωνία αυτή και περιλαμβάνει τη ραδιοεπικοινωνία και την ενσύρματη επικοινωνία·»
Και:
««καταγεγραμμένο περιεχόμενο ιδιωτικής επικοινωνίας» σημαίνει περιεχόμενο ιδιωτικής επικοινωνίας οποιασδήποτε μορφής, το οποίο βρίσκεται καταγεγραμμένο ή αποθηκευμένο σε οποιοδήποτε έγγραφο, συσκευή ή αντικείμενο και περιλαμβάνει επικοινωνία καταγεγραμμένη σε επιστολές, ηλεκτρονικά μηνύματα και μηνύματα μέσω υπηρεσίας σύντομων μηνυμάτων (sms) ή μέσω υπηρεσίας μηνυμάτων πολυμέσων (mms) ή ηλεκτρονικού ταχυδρομείου (e-mails) ή άλλων μηνυμάτων διαδικτύου·»
Οι ενέργειες που είχαν γίνει για τη δημιουργία δικανικών αντιγράφων και την αποθήκευση τους σε ηλεκτρονικούς φακέλους σε σκληρό δίσκο, δεν συνιστούν πρόσβαση σε καταγεγραμμένο περιεχόμενο ιδιωτικής επικοινωνίας. Ούτε οι αναλύσεις περιεχομένου στις οποίες έγινε αναφορά, διαφάνηκε να εμπλέκουν πρόσβαση σε «καταγεγραμμένο περιεχόμενο ιδιωτικής επικοινωνίας».
Περαιτέρω, ότι φωτογραφικό υλικό στη μορφή videos και φωτογραφιών εντοπίστηκε με αναφορά και στα κινητά τηλέφωνα, όπως αναφερόταν στον αστυνομικό όρκο, δεν θα πρέπει να οδηγεί σε σύγχυση. Τα κινητά τηλέφωνα είναι πολυμηχανήματα. Είναι και φωτογραφικές μηχανές. Στην έκταση που ένα κινητό τηλέφωνο εξετάζεται ως φωτογραφική μηχανή, δεν υπεισέρχεται ζήτημα επικοινωνίας. Εκτός και αν αναφερόμαστε σε φωτογραφικό υλικό στη μορφή video ή φωτογραφίας το οποίο έχει αποσταλεί με κάποιο τρόπο σε άλλον, που δεν είναι η περίπτωση.
Καταλήγουμε ότι ορθά το πρωτόδικο Δικαστήριο αποφάνθηκε ότι η αναφερόμενη στην ένορκη δήλωση «δικανική ανάλυση της εξέτασης των τεκμηρίων», δεν αφορούσε «καταγεγραμμένο περιεχόμενο ιδιωτική επικοινωνία» σε αυτά. Ο λόγος έφεσης 1 απορρίπτεται, συμπαρασύροντας σε απόρριψη και το λόγο έφεσης 2. Ορθά το πρωτόδικο Δικαστήριο αποφάνθηκε ότι δεν υπήρχε συζητήσιμο ζήτημα ώστε να χορηγήσει την αιτούμενη άδεια. Ο σχετικός λόγος έφεσης 3 επίσης απορρίπτεται.
Με τον τελευταίο λόγο έφεσης 4, καταλογίζεται στο πρωτόδικο Δικαστήριο ότι παρέλειψε να εξετάσει κατά πόσο το εκδοθέν ένταλμα πρόσβασης τηρούσε την αρχή της αναλογικότητας. Δεν διαπιστώνουμε τέτοια παράλειψη. Το πρωτόδικο Δικαστήριο εξέτασε κατά πόσο πληττόταν η αρχή της αναλογικότητας και αποφάνθηκε αρνητικά. Δοθείσης της περιορισμένης εμβέλειας του λόγου, δεν έχουμε να εξετάσουμε οτιδήποτε άλλο. Ο λόγος έφεσης 4 επίσης απορρίπτεται.
Η έφεση απορρίπτεται.
Χ. Μαλαχτός, Δ.
Ι. Ιωαννίδης, Δ.
Ε. Εφραίμ, Δ.
cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο