ΔΕΥΤΕΡΟΒΑΘΜΙΑ ΔΙΚΑΙΟΔΟΣΙΑ
(Πολιτική Έφεση Αρ. 11/2026)
(i-Justice)
3 Σεπτεμβρίου, 2026
[ΜΑΛΑΧΤΟΣ, ΙΩΑΝΝΙΔΗΣ, ΕΦΡΑΙΜ, ΔΔ.]
ΕΦΕΣΗ ΚΑΤΑ ΤΗΣ ΑΠΟΦΑΣΗΣ ΗΜΕΡ. 19/03/2026 ΤΟΥ ΑΝΩΤΑΤΟΥ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟΥ ΣΤΗΝ ΠΡΩΤΟΔΙΚΗ ΠΡΟΝΟΜΙΑΚΗ ΤΟΥ ΔΙΚΑΙΟΔΟΣΙΑ ΣΤΗΝ ΠΟΛΙΤΙΚΗ ΑΙΤΗΣΗ ΑΡ. 3/2024
ΑΝΑΦΟΡΙΚΑ ΜΕ ΤΟ ΑΡΘΡΟ 155.4 ΤΟΥ ΣΥΝΤΑΓΜΑΤΟΣ ΚΑΙ ΤΑ ΑΡΘΡΑ 3 ΚΑΙ 9 ΤΩΝ ΠΕΡΙ ΑΠΟΝΟΜΗΣ ΤΗΣ ΔΙΚΑΙΟΣΥΝΗΣ (ΠΟΙΚΙΛΑΙ ΔΙΑΤΑΞΕΙΣ) ΝΟΜΩΝ ΤΟΥ 1964 ΩΣ ΤΡΟΠΟΠΟΙΗΘΗΚΑΝ
ΚΑΙ
ΑΝΑΦΟΡΙΚΑ ΜΕ ΤΟΝ ΠΕΡΙ ΑΝΩΤΑΤΟΥ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟΥ (ΔΙΚΑΙΟΔΟΣΙΑ ΕΚΔΟΣΗΣ ΕΝΤΑΛΜΑΤΩΝ ΠΡΟΝΟΜΙΑΚΗΣ ΦΥΣΕΩΣ) ΔΙΑΔΙΚΑΣΤΙΚΟ ΚΑΝΟΝΙΣΜΟ ΤΟΥ 2018
ΚΑΙ
ΑΝΑΦΟΡΙΚΑ ΜΕ ΤΗΝ ΑΙΤΗΣΗ ΤΗΣ PANICOS THEO HADJIGEORGIOU & CO LIMITED ΓΙΑ ΤΗΝ ΕΚΔΟΣΗ ΠΡΟΝΟΜΙΑΚΟΥ ΕΝΤΑΛΜΑΤΟΣ CERTIORARI
KAI
ΑΝΑΦΟΡΙΚΑ ΜΕ ΤΗΝ ΑΠΟΦΑΣΗ ΣΤΗΝ ΑΙΤΗΣΗ ΜΕ ΑΡΙΘΜΟ 190/2023 ΗΜΕΡΟΜΗΝΙΑΣ 20/12/2023 ΠΟΥ ΕΞΕΔΟΘΗ ΑΠΌ ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΕΡΓΑΤΙΚΩΝ ΔΙΑΦΟΡΩΝ - ΛΕΜΕΣΟΣ ΔΥΝΑΜΕΙ ΤΩΝ ΝΟΜΩΝ 8/67 ΚΑΙ 24/67 ΩΣ ΤΡΟΠΟΠΟΙΗΘΗΚΑΝ
_________________
Ν. Ιακώβου (κα) με Μ. Τσαγγαρίδου (κα), για Λέλλος Π. Δημητριάδης Δικηγορικό Γραφείο Δ.Ε.Π.Ε., για την Εφεσείουσα.
Χρ. Τρύφωνος, για Κληρίδης & Τρύφωνος Δ.Ε.Π.Ε., για τον Εφεσίβλητο.
_________________
ΜΑΛΑΧΤΟΣ, Δ.: Η απόφαση του Δικαστηρίου είναι ομόφωνη και θα δοθεί από τον Ιωαννίδη, Δ.
_________________
Α Π Ο Φ Α Σ Η
ΙΩΑΝΝΙΔΗΣ, Δ.:- Ο εφεσίβλητος, πρώην εργοδοτούμενος της εφεσείουσας δυνάμει γραπτής σύμβασης ημερ. 19.12.2022, είχε καταχωρίσει στις 25.7.2023, στο Δικαστήριο Εργατικών Διαφορών, Αίτηση εναντίον της εφεσείουσας, αξιώνοντας αποζημιώσεις για παράνομο και/ή αδικαιολόγητο τερματισμό της εργοδότησης του. Η εφεσείουσα, στις 24.3.2023, είχε τερματίσει μονομερώς την απασχόληση του εφεσίβλητου χωρίς να του δώσει οιανδήποτε προειδοποίηση.
Στο έγγραφο εμφάνισης της εφεσείουσας, η τελευταία είχε εγείρει προδικαστική ένσταση ότι το Δικαστήριο Εργατικών Διαφορών δεν είχε δικαιοδοσία να εκδικάσει την Αίτηση, και τούτο γιατί η απασχόληση του εφεσίβλητου ήταν για περίοδο μικρότερη των 26 εβδομάδων.
Με δεδομένη τη θέση και των δύο πλευρών, ότι το εγερθέν θέμα ήταν «αμιγώς νομικό σημείο», συμφωνήθηκε όπως η εν λόγω ένσταση εκδικαστεί πριν από την εκδίκαση της ουσίας της υπόθεσης. Πράγματι, το Δικαστήριο Εργατικών Διαφορών εξέτασε προδικαστικά κατά πόσο είχε δικαιοδοσία. Η αιτιολογημένη απόφαση του καταλαμβάνει 13 περίπου δακτυλογραφημένες σελίδες. Ό,τι εδώ ενδιαφέρει είναι η κατάληξη του, η οποία ήταν ότι «δεν είχε αρμοδιότητα να εκδικάσει τις αξιώσεις του Αιτητή», και τούτο γιατί, ως ανέφερε: «Στην παρούσα περίπτωση η εργοδότηση του Αιτητή είναι μικρότερη από 26 εβδομάδες και όπως φαίνεται από την αίτηση οι αξιώσεις του Αιτητή οι οποίες αφορούν τον τερματισμό της απασχόλησής του δεν υπερβαίνουν τους μισθούς δύο ετών.»
Ακολούθως, το Δικαστήριο εξέτασε κατά πόσο είχε εφαρμογή το άρθρο 64Α(2) του περί Δικαστηρίων Νόμου του 1960, Ν.14/1960, το οποίο έχει ως εξής:
«Κάθε δικαστήριο ειδικής δικαιοδοσίας εφόσον διαπιστώσει ότι δεν είναι καθ΄ ύλην αρμόδιο να εκδικάσει αγωγή ή αίτηση ή υπόθεση που καταχωρίστηκε ενώπιόν του, διακόπτει την ενώπιόν του διαδικασία και παραπέμπει την αγωγή ή την αίτηση ή την υπόθεση στο καθ΄ ύλην αρμόδιο Επαρχιακό Δικαστήριο ή άλλο δικαστήριο ειδικής δικαιοδοσίας προς εκδίκαση.»
Στο εδάφιο (4) του πιο πάνω άρθρου, διευκρινίζεται ότι δικαστήριο ειδικής δικαιοδοσίας «περιλαμβάνει το Εμπορικό Δικαστήριο, το Ναυτοδικείο, το Οικογενειακό Δικαστήριο, το Δικαστήριο Εργατικών Διαφορών και το Δικαστήριο Ελέγχου Ενοικιάσεων».
Το Δικαστήριο, για λόγους που παρέθεσε, και αφού έκρινε, μεταξύ άλλων, ότι «θα αποτελούσε αντινομία προς τους σκοπούς του Ν.24/67[1] η αποστέρηση του εργοδοτουμένου πλέον εκτεταμένων δικαιωμάτων που δυνατό να του παρέχει το δίκαιο των συμβάσεων ή οποιοσδήποτε άλλος νόμος», βρήκε ότι το Επαρχιακό Δικαστήριο Λεμεσού έχει αρμοδιότητα να εκδικάσει την παρούσα διαφορά. Κατ΄ επέκταση, διέκοψε την ενώπιον του διαδικασία και παρέπεμψε την υπόθεση στο Επαρχιακό Δικαστήριο Λεμεσού.
Ούτε η μια πλευρά ούτε η άλλη έμεινε ικανοποιημένη από την πιο πάνω προσέγγιση του Δικαστηρίου Εργατικών Διαφορών. Μάλιστα προσέφυγαν και οι δύο στο Ανώτατο Δικαστήριο αξιώνοντας την έκδοση Προνομιακού Εντάλματος Certiorari για διαφορετικούς λόγους. Η μεν εργοδότρια επεδίωξε να ακυρώσει με το πιο πάνω Ένταλμα «το μέρος της απόφασης που εκδόθηκε από το Δικαστήριο Εργατικών Διαφορών με το οποίο παραπέμφθηκε η υπόθεση στο Επαρχιακό Δικαστήριο Λεμεσού», ο δε εργοδοτούμενος, ο οποίος θεωρεί πως το Δικαστήριο Εργατικών Διαφορών έχει δικαιοδοσία, επεδίωξε ακύρωση της απόφασης του Δικαστηρίου Εργατικών Διαφορών στην ολότητα της.
Άδεια δόθηκε και στις δύο πλευρές από αδελφό Δικαστή. Ακολούθησε η καταχώριση Αιτήσεων διά κλήσεως, η καταχώριση ενστάσεων, με τον αδελφό Δικαστή να εκδίδει κοινή απόφαση στις 19.3.2026. Με αυτήν απέρριψε και τις δύο Αιτήσεις διά κλήσεως, αφού βρήκε, σε συμφωνία με το Δικαστήριο Εργατικών Διαφορών, ότι η περίπτωση του εργοδοτουμένου δεν ενέπιπτε στη δικαιοδοσία του εν λόγω Δικαστηρίου, και ότι ορθά αυτό είχε παραπέμψει την υπόθεση στο Επαρχιακό Δικαστήριο Λεμεσού.
Η πλευρά της εργοδότριας καταχώρισε έφεση κατά της πιο πάνω πρωτόδικης απόφασης, προσβάλλοντας ως εσφαλμένη την απόφαση του αδελφού Δικαστή να επικυρώσει το μέρος της απόφασης του Δικαστηρίου Εργατικών Διαφορών, που αφορούσε στην παραπομπή της Αίτησης ενώπιον του Επαρχιακού Δικαστηρίου.
Η πλευρά του εργοδοτουμένου δεν καταχώρισε έφεση, δεχόμενη ουσιαστικά την ορθότητα της πρωτόδικης απόφασης, ότι το Δικαστήριο Εργατικών Διαφορών δεν έχει δικαιοδοσία να εκδικάσει την υπόθεση του. Όμως, στο πλαίσιο της έφεσης της εργοδότριας, η οποία προσβάλλει, ως ελέχθη, μόνο το θέμα της παραπομπής της υπόθεσης στο Επαρχιακό Δικαστήριο Λεμεσού, καταχώρισε αντέφεση προβάλλοντας τη θέση ότι εσφαλμένα το Ανώτατο Δικαστήριο απέρριψε την Αίτηση διά κλήσεως που αυτός είχε καταχωρίσει. Στις 29.4.2026, ημερομηνία κατά την οποία η έφεση ήταν ορισμένη για προδικασία, η εφεσείουσα εργοδότρια ήγειρε θέμα απόρριψης της αντέφεσης ως αβάσιμης, απαράδεκτης και ενοχλητικής.
Ακούσαμε καθηκόντως και τις δύο πλευρές, οι οποίες παρέθεσαν τις θέσεις τους με γραπτές αγορεύσεις, ενώ την 1.7.2026 τους δόθηκε η δυνατότητα να αγορεύσουν και προφορικά. Με τον προσήκοντα σεβασμό προς τους ευπαίδευτους δικηγόρους του εφεσίβλητου, δεν θεωρούμε ότι οι θέσεις της εφεσείουσας στο θέμα αυτό «είναι αβάσιμες τόσο νομικά όσο και δικονομικά και στηρίζονται σε υπέρμετρα περιοριστική ερμηνεία των σχετικών διαδικαστικών κανονισμών, η οποία δεν συνάδει με τις αρχές της φυσικής δικαιοσύνης και του δικαιώματος ακρόασης».
Ο εφεσίβλητος είχε δικαίωμα να προσβάλει την πρωτόδικη απόφαση του Ανώτατου Δικαστηρίου, με την οποία απερρίφθη η Αίτηση διά κλήσεως που καταχώρισε, και δεν το έπραξε. Συνεπώς, ουδέποτε του στερήθηκε το δικαίωμα να ακουστεί, σε δεύτερο βαθμό, στο θέμα της δικαιοδοσίας, θέμα στο οποίο δεν δικαιώθηκε πρωτόδικα. Ως εκ τούτου, δεν νομιμοποιείται να επαναφέρει τέτοιο θέμα στο πλαίσιο της έφεσης της εργοδότριας, η οποία, επαναλαμβάνουμε, το μόνο που αμφισβητεί, είναι την απόφαση με την οποία η καταχωρισθείσα στο Δικαστήριο Εργατικών Διαφορών Αίτηση, παραπέμφθηκε στο Επαρχιακό Δικαστήριο Λεμεσού.
Υπό το φως των πιο πάνω, θα περιοριστούμε να αναφέρουμε ότι η αντέφεση του εφεσίβλητου είναι απαράδεκτη και απορρίπτεται. Nοείται βεβαίως πως τα θέματα της έφεσης παραμένουν ζωντανά και ο εφεσίβλητος θα έχει κάθε δικαίωμα να προβάλει τις θέσεις του σε αυτά.
Τα έξοδα που έχουν προκύψει συνεπεία της απόρριψης της αντέφεσης, επιδικάζονται προς όφελος της εφεσείουσας και εναντίον του εφεσίβλητου, όπως αυτά θα υπολογισθούν από τον Πρωτοκολλητή και εγκριθούν από το Δικαστήριο, και τα οποία θα είναι πληρωτέα με την έκδοση απόφασης στην έφεση.
Χ. ΜΑΛΑΧΤΟΣ, Δ.
Ι. ΙΩΑΝΝΙΔΗΣ, Δ.
Ε. ΕΦΡΑΙΜ, Δ.
/ΣΓεωργίου
[1] Ο περί Τερματισμού Απασχολήσεως Νόμος του 1967.
cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο