ΑΝΩΤΑΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΚΥΠΡΟΥ
ΔΙΚΑΙΟΔΟΣΙΑ ΔΥΝΑΜΕΙ ΤΟΥ ΑΡΘΡΟΥ 9(3)(γ) ΤΟΥ Ν. 33/1964
ΑΙΤΗΣΗ ΓΙΑ ΧΟΡΗΓΗΣΗ ΑΔΕΙΑΣ
(Αίτηση Αρ. 15/2026)
22 Σεπτεμβρίου, 2026
[ΔΗΜΗΤΡΙΑΔΟΥ-ΑΝΔΡΕΟΥ, ΔΑΥΙΔ, ΠΑΝΑΓΙΩΤΟΥ, Δ/στές]
ΑΝΑΦΟΡΙΚΑ ΜΕ ΤΗΝ ΑΙΤΗΣΗ TΩΝ
1. ΝΕΟΦΥΤΟΥ ΝΕΟΦΥΤΟΥ
2. ΑΙΚΑΤΕΡΙΝΗΣ ΚΑΤΣΑΜΠΑ
ΑΝΑΦΟΡΙΚΑ ΜΕ ΝΟΜΙΚΑ ΘΕΜΑΤΑ ΠΟΥ ΠΡΟΚΥΠΤΟΥΝ ΑΠΟ ΤΗΝ ΑΠΟΦΑΣΗ ΤΟΥ ΕΦΕΤΕΙΟΥ
ΠΟΙΝΙΚΗΣ ΔΙΚΑΙΟΔΟΣΙΑΣ
ΑΡ. ΥΠΟΘΕΣΗΣ: ΠΟΙΝΙΚΕΣ ΕΦΕΣΕΙΣ ΑΡ. 195, 196 ΚΑΙ 197/2024
ΗΜΕΡΟΜΗΝΙΑΣ: 31/3/2026
Μεταξύ:
1. ΝΕΟΦΥΤΟΥ ΝΕΟΦΥΤΟΥ
2. ΑΙΚΑΤΕΡΙΝΗΣ ΚΑΤΣΑΜΠΑ
Εφεσειόντων στο Εφετείο/Αιτητών
ΚΑΙ
ΑΣΤΥΝΟΜΙΑΣ
Εφεσίβλητης στο Εφετείο/Καθ’ης η Αίτηση.
Οι Αιτητές εμφανίζονται αυτοπροσώπως.
Χρ. Θεμιστοκλέους (κα), Δημόσιος Κατήγορος Α΄, με Ε. Κωνσταντίνου (κα), Δημόσιος Κατήγορος, εκ μέρους του Γενικού Εισαγγελέα, για τον Καθ’ου η Αίτηση.
______________________________________________________________
Η Απόφαση είναι ομόφωνη, θα απαγγελθεί από τη
Δικαστή Δημητριάδου-Ανδρέου.
______________________________________________________________
Α Π Ο Φ Α Σ Η
ΔΗΜΗΤΡΙΑΔΟΥ-ΑΝΔΡΕΟΥ, Δ.: Οι Αιτητές στις Ποινικές Εφέσεις αρ. 195/2024, 196/2024 και 197/2024, στις οποίες εκδόθηκε Απόφαση από το Εφετείο στις 31/3/2026, καταχώρισαν την υπό κρίση Αίτηση στο Ανώτατο Δικαστήριο, επιζητώντας άδεια για να υποβάλουν αίτηση δυνάμει του Άρθρου 9(3)(γ) των περί Απονομής της Δικαιοσύνης (Ποικίλαι Διατάξεις) Νόμων 1964 έως 2024 (εφεξής «ο Νόμος»).
Η πιο πάνω Απόφαση εκδόθηκε στις 31/3/2026 στις ως άνω Ποινικές Εφέσεις κατά της πρωτόδικης Απόφασης του Επαρχιακού Δικαστηρίου Λευκωσίας, ημερ. 31/5/2024, δια της οποίας οι Αιτητές κρίθηκαν ένοχοι, κατόπιν ακροαματικής διαδικασίας, σε κατηγορίες που αντιμετώπιζαν.
Το Εφετείο με την Απόφαση του ημερ. 31/3/2026, που εκδόθηκε στις πιο πάνω Ποινικές Εφέσεις, επικύρωσε την καταδίκη του Αιτητή 1 και μείωσε τις συντρέχουσες ποινές φυλάκισης που του είχαν επιβληθεί. Επιπλέον, επικυρώθηκε η καταδίκη της Αιτήτριας 2 σε άλλες κατηγορίες, καθώς και η ποινή που της είχε επιβληθεί από το πρωτόδικο Δικαστήριο.
Μετά την έκδοση της Απόφασης του Εφετείου ακολούθησε η καταχώριση από τους Αιτητές της παρούσας Αίτησης, με την οποία επιδιώκουν άδεια για την εκδίκαση ενώπιον του Ανωτάτου Δικαστηρίου, δυνάμει του Άρθρου 9(3)(γ) του Νόμου νομικών θεμάτων που, όπως αναφέρεται, προκύπτουν από την Απόφαση του Εφετείου.
Στην Αίτηση καταχωρίστηκε Ένσταση από μέρους του Καθ’ου η Αίτηση Γενικού Εισαγγελέα, ουσιαστικός πυρήνας της οποίας είναι ότι δεν στοιχειοθετούνται οι προϋποθέσεις παροχής άδειας προς ενεργοποίηση της δικαιοδοσίας του Ανωτάτου Δικαστηρίου, δυνάμει του Άρθρου 9(3)(γ) του Νόμου. Τα προβαλλόμενα ως νομικά ζητήματα, προστίθεται, δεν προσδιορίζονται με σαφήνεια, ούτε αποτελούν διαφοροποίηση της νομολογίας ή εγείρουν μείζον ζήτημα δημοσίου συμφέροντος ή γενικής δημόσιας σημασίας, ούτε αφορούν την ορθή ερμηνεία είτε πρωτογενούς είτε δευτερογενούς ουσιαστικής νομοθετικής διατάξεως.
Το Άρθρο 9(3)(γ) του Νόμου προνοεί ότι, από την 1η Ιουλίου 2023, το Ανώτατο Δικαστήριο:
«αποφασίζει σε τρίτο και τελευταίο βαθμό βάσει αιτήσεως, η οποία υποβάλλεται από τον Γενικό Εισαγγελέα της Δημοκρατίας ή οιονδήποτε των διαδίκων κατόπιν αδείας παραχωρουμένης υπό του ιδίου και κατόπιν προηγηθείσας διαδικασίας πολιτικής ή ποινικής εφέσεως επί νομικών θεμάτων τα οποία προκύπτουν από την απόφαση του Εφετείου και συναρτώνται με τη διαφοροποίηση πάγιας νομολογίας ή με την ανάγκη ορθής ερμηνείας, είτε πρωτογενούς είτε δευτερογενούς ουσιαστικής νομοθετικής διατάξεως, ή με μείζον ζήτημα δημοσίου συμφέροντος ή γενικής δημόσιας σημασίας ή συνοχής του δικαίου επί συγκρουομένων ή αντιφατικών αποφάσεων του Εφετείου, κατά την υπ' αυτού ενασκουμένη πολιτική ή ποινική δικαιοδοσία:
Νοείται ότι, η συμφώνως των πιο πάνω, υποβαλλομένη αίτηση δέον να προσδιορίζει σαφώς τα προκύπτοντα από την οικεία απόφαση νομικά θέματα, ως και τους πλήρεις λόγους και τα αναγκαία στοιχεία τα υποστηρίζοντα το αίτημα, προκειμένου το Ανώτατο Δικαστήριο να αποφανθεί κατά πόσο θα παραχωρήσει την απαιτούμενη άδεια:
Νοείται περαιτέρω ότι, σε τέτοια περίπτωση η απόφαση του Εφετείου αντικαθίσταται από την απόφαση του Ανωτάτου Δικαστηρίου.»
Όπως αναφέρθηκε στην υπόθεση Zutphen κ.ά., Αρ. Αίτησης 2/2023, ημερ. 30/1/2024:
«Προκύπτει από το λεκτικό του άρθρου ότι η δικαιοδοσία αφορά στην επίλυση νομικών θεμάτων. Τα νομικά αυτά θέματα πρέπει να προκύπτουν από την απόφαση του Εφετείου. Περαιτέρω, τα νομικά αυτά θέματα πρέπει να συναρτώνται:
- με τη διαφοροποίηση πάγιας νομολογίας, ή
- με την ανάγκη ορθής ερμηνείας, είτε πρωτογενούς είτε δευτερογενούς ουσιαστικής νομοθετικής διατάξεως, ή
- με μείζον ζήτημα δημοσίου συμφέροντος, ή
- ζήτημα γενικής δημόσιας σημασίας, ή
- ζήτημα συνοχής του δικαίου επί συγκρουομένων ή αντιφατικών αποφάσεων του Εφετείου.
Και η αίτηση για άδεια πρέπει να προσδιορίζει σαφώς τα νομικά αυτά θέματα και επίσης να προσδιορίζει τους πλήρεις λόγους και τα αναγκαία στοιχεία που υποστηρίζουν το αίτημα.»
Στην Έκθεση Νομικών Θεμάτων που επισυνάπτεται στην Αίτηση για άδεια καταγράφονται δέκα «Νομικά Θέματα», τα οποία συνοδεύονται από αιτιολογία. Κρίνεται σκόπιμη η μεταφορά των εν λόγω «Νομικών Θεμάτων» αυτούσια, χωρίς την αιτιολογία που την συνοδεύει, την οποία, βεβαίως, έχουμε μελετήσει.
«ΝΟΜΙΚΟ ΘΕΜΑ 1
Πρόδηλη σύγχυση ταυτότητας και αρίθμησης ουσιωδών μαρτύρων κατηγορίας και έλλειψη ασφαλούς αποδεικτικής βάσης.
…………………………………
Κεντρικό νομικό ερώτημα:
Κατά πόσο το Εφετείο εφάρμοσε εσφαλμένο νομικό κριτήριο ως προς την ασφάλεια της αποδεικτικής βάσης, παραλείποντας να εντοπίσει και να θεραπεύσει πρόδηλη σύγχυση ως προς την ταυτότητα, την αρίθμηση και την αποδιδόμενη μαρτυρία ουσιωδών Μαρτύρων Κατηγορίας.»
«ΝΟΜΙΚΟ ΘΕΜΑ 2
Πρόδηλη πλάνη ως προς την ημερομηνία αναπλήρωσης κρίσιμου ιατρικού υλικού και εσφαλμένη εφαρμογή του Άρθρου 17 του Ποινικού Κώδικα.
…………………………………
Κεντρικό νομικό ερώτημα:
Κατά πόσο το Εφετείο εφάρμοσε εσφαλμένο νομικό κριτήριο ως προς την υπεράσπιση κατάστασης ανάγκης, παραλείποντας να εφαρμόσει ορθά το Άρθρο 17 του Ποινικού Κώδικα επί της πραγματικής κατάστασης έλλειψης αποθέματος ιατρικού υλικού.»
«ΝΟΜΙΚΟ ΘΕΜΑ 3
Αποτυχία ουσιαστικής άσκησης της δικαιοδοσίας του Εφετείου δυνάμει του Άρθρου 144 Κεφ. 155 και μη εξέταση της υπεράσπισης ανάγκης.
…………………………………
Κεντρικό νομικό ερώτημα:
Κατά πόσο το Εφετείο, αφού δήλωσε ότι θα εξετάσει την πρωτόδικη απόφαση στην ολότητά της δυνάμει του Άρθρου 144 Κεφ. 155, υπέπεσε σε νομικό σφάλμα παραλείποντας ουσιαστική κρίση επί κεντρικής υπερασπιστικής θέσης και πρόδηλων πλημμελειών του φακέλου.»
«ΝΟΜΙΚΟ ΘΕΜΑ 4
Εσφαλμένη συναγωγή δόλου / εγκληματικής πρόθεσης επί παραμορφωμένης πραγματικής βάσης.
…………………………………
Κεντρικό νομικό ερώτημα:
Κατά πόσο είναι νομικά επιτρεπτή η συναγωγή ή επικύρωση δόλου όταν το Εφετείο στηρίζεται σε παραμορφωμένη ή εσφαλμένη πραγματική βάση ως προς την ύπαρξη αποθέματος, τη δυνατότητα αναπλήρωσης και το επείγον ιατρικό καθήκον.»
«ΝΟΜΙΚΟ ΘΕΜΑ 5
Ουσιώδης παραμόρφωση αποδεικτικού υλικού, επιλεκτική χρήση μαρτυρίας και έλλειψη νόμιμης αιτιολογίας.
…………………………………
Κεντρικό νομικό ερώτημα:
Κατά πόσο το Εφετείο εφάρμοσε εσφαλμένο νομικό κριτήριο όταν αντιμετώπισε κρίσιμα αποδεικτικά στοιχεία ως ζήτημα απλής στάθμισης μαρτυρίας, ενώ επρόκειτο για ουσιώδη στοιχεία που επηρέαζαν την υπεράσπιση ανάγκης, τη νομική υπαγωγή και την ασφάλεια της καταδίκης.»
«ΝΟΜΙΚΟ ΘΕΜΑ 6
Εφαρμογή εσφαλμένου νομικού κριτηρίου επί του ισχυρισμού αντικειμενικής μεροληψίας.
…………………………………
Κεντρικό νομικό ερώτημα:
Κατά πόσο το Εφετείο εφάρμοσε εσφαλμένο νομικό κριτήριο ως προς τον ισχυρισμό αντικειμενικής μεροληψίας, εξετάζοντας τον ως απλή σχέση φιλίας ή γνωριμίας αντί να εφαρμόσει το κριτήριο του αντικειμενικού και ενημερωμένου παρατηρητή.»
«ΝΟΜΙΚΟ ΘΕΜΑ 7
Απαξιωτική και ενοχοποιητική δικαστική γλώσσα, τεκμήριο αθωότητας και αντικειμενική εντύπωση προκατάληψης.
…………………………………
Κεντρικό νομικό ερώτημα:
Κατά πόσο το Εφετείο εφάρμοσε εσφαλμένο νομικό κριτήριο ή παρέλειψε ουσιώδη έλεγχο όταν δεν εξέτασε αποτελεσματικά αν η απαξιωτική και ενοχοποιητική γλώσσα της πρωτόδικης απόφασης παραβίασε το τεκμήριο αθωότητας και την αντικειμενική αμεροληψία.»
«ΝΟΜΙΚΟ ΘΕΜΑ 8
Εσωτερική αντίφαση και παραμόρφωση της υπερασπιστικής γραμμής περί δεύτερης βαλβίδας.
…………………………………
Κεντρικό νομικό ερώτημα:
Κατά πόσο το Εφετείο εφάρμοσε εσφαλμένο νομικό κριτήριο ως προς την υπερασπιστική γραμμή, αντιμετωπίζοντας ως μεταγενέστερη ή επινοημένη θέση που η ίδια η απόφαση καταγράφει ότι τέθηκε στην Εναρκτήρια Δήλωση.»
«ΝΟΜΙΚΟ ΘΕΜΑ 9
Χρήση μαρτυρίας βασικού μάρτυρα υπό πίεση χωρίς ειδική εξέταση της ισότητας των όπλων και της αποτελεσματικής αντεξέτασης.
…………………………………
Κεντρικό νομικό ερώτημα:
Κατά πόσο συνάδει με το δικαίωμα δίκαιης δίκης ή επικύρωση ποινικής καταδίκης που στηρίζεται, μεταξύ άλλων, σε μαρτυρία βασικού μάρτυρα κατηγορίας ως προς την οποία υπάρχουν καταγεγραμμένα στοιχεία πίεσης ή πιθανής διαφοροποίησης, χωρίς ειδική εφετειακή εξέταση της αποτελεσματικότητας της αντεξέτασης και της ισότητας των όπλων.»
«ΝΟΜΙΚΟ ΘΕΜΑ 10
Σωρευτική διάβρωση της ασφάλειας της καταδίκης και συνολική αποτυχία δίκαιης δίκης.
…………………………………
Κεντρικό νομικό ερώτημα:
Κατά πόσο το Εφετείο όφειλε, σε ποινική υπόθεση, να εξετάσει τη σωρευτική επίδραση πολλαπλών νομικών και δικονομικών πλημμελειών στην ασφάλεια της καταδίκης και στο δικαίωμα δίκαιης δίκης.»
Το κρίσιμο ερώτημα είναι κατά πόσο στοιχειοθετούνται οι προϋποθέσεις παροχής άδειας στη βάση του Άρθρου 9(3)(γ) του Νόμου. Έχουμε προς τούτο με προσοχή εξετάσει τις θέσεις, αναφορές και εισηγήσεις των Αιτητών, καθώς και των ευπαιδεύτων συνηγόρων του Καθ’ου η Αίτηση Γενικού Εισαγγελέα, όπως αυτές προωθήθηκαν μέσω των γραπτών και προφορικών τους Αγορεύσεων.
Ό,τι πρωτίστως απασχολεί τις αιτήσεις του είδους, είναι η διαπίστωση, ως προαπαιτούμενης προϋπόθεσης, της διατύπωσης νομικού θέματος (βλ. Κλεοβούλου και Χατζησωφρονίου, Αρ. Αίτησης 4/2023, ημερ. 25/4/2024). Εάν δεν διατυπώνεται νομικό θέμα, η άδεια δεν μπορεί να δοθεί. Επισημαίνεται ότι σε τέτοιας φύσεως αιτήσεις ό,τι απαιτείται είναι ο σαφής προσδιορισμός αμιγώς νομικού θέματος, για το οποίο επιζητείται απάντηση που αφορά όχι μόνο την υπό κρίση περίπτωση, αλλά και να αποτελεί γενικότερη καθοδήγηση επί του θέματος. Νομικό είναι το ζήτημα που αφορά την εφαρμογή του Νόμου, προϋποθέτει δε αναντίλεκτα ή μη αμφισβητούμενα γεγονότα.
Εν προκειμένω, με τον τρόπο που έχουν διατυπωθεί και τα δέκα «Νομικά Θέματα» δεν καταγράφεται οποιοδήποτε νομικό ερώτημα το οποίο χρήζει επίλυσης. Τόσο ο τρόπος με τον οποίο έχουν συνταχθεί τα πιο πάνω αναφερόμενα «Νομικά Θέματα», όσο και ο σκοπός που τίθενται, εμφανέστατα αναδεικνύουν ότι αυτά ουδόλως αφορούν σε αμιγώς νομικό θέμα, το οποίο συναρτάται με διαφοροποίηση της υφιστάμενης νομολογίας, ορθή ερμηνεία νομοθεσίας και γενικά ζήτημα γενικής δημόσιας σημασίας και συμφέροντος, ως προνοείται στο Άρθρο 9(3)(γ) του Νόμου.
Εξέταση των προβαλλόμενων ως «Νομικών Θεμάτων», χωρίς ιδιαίτερη δυσκολία αναδεικνύει ότι σε αυτά, αφού προσδιορίζεται το κατά τους Αιτητές νομικό σφάλμα του Εφετείου, ακολουθεί η διατύπωση του «Νομικού Θέματος», το οποίο έχει ως βάση και υπόβαθρο το κατ’ ισχυρισμό νομικό σφάλμα του Εφετείου, κατά τρόπο που η υπό κρίση Αίτηση να λαμβάνει τη μορφή μιας περαιτέρω έφεσης σε τρίτο βαθμό σε σχέση πρωτίστως με την κατάληξη επί πραγματικών γεγονότων της υπόθεσης.
Πέραν, λοιπόν, της μη διατύπωσης οποιουδήποτε νομικού θέματος, ως πιο πάνω έχει ήδη τονιστεί, είναι συγχρόνως πρόδηλο πως αυτό που επιδιώκουν οι Αιτητές είναι, κατ’ ουσία, να ασκήσουν έφεση κατά της Απόφασης του Εφετείου. Οι ίδιες οι επικεφαλίδες σε κάθε «Νομικό Θέμα», καθώς και το περιεχόμενο του «Κεντρικού νομικού ερωτήματος» σε συνάρτηση με τον προσδιορισμό του κατ’ ισχυρισμό νομικού σφάλματος στην αιτιολογία που συνοδεύει έκαστο «Νομικό Θέμα», αναδεικνύουν ξεκάθαρα πως μέσω τους διατυπώνεται από μέρους των Αιτητών η διαφωνία τους με την Απόφαση του Εφετείου και το κατ’ ισχυρισμό εσφαλμένο της κρίσης του σε μια σειρά από ζητήματα που περιέχονται στα εν λόγω αναφερόμενα «Νομικά Θέματα».
Εν ολίγοις, ό,τι προκύπτει είναι πως οι Αιτητές διατυπώνουν σειρά ερωτημάτων, προσδίδοντάς τους τον χαρακτηρισμό «κεντρικών νομικών ερωτημάτων», η ουσία των οποίων, ωστόσο, ανάγεται στην ορθότητα συγκεκριμένων εφετειακών κρίσεων. Υπό την έννοια αυτή, τα προβαλλόμενα «Νομικά θέματα», παρά το χαρακτηρισμό τους ως τέτοια, λειτουργούν στην ουσία ως λόγοι έφεσης, καθόσον έκαστο εξ αυτών στρέφεται κατά συγκεκριμένης πτυχής της εφετειακής απόφασης, με το πραγματικό ερώτημα που τίθεται να είναι κατά πόσο το Εφετείο έκρινε ορθά επί του συγκεκριμένου ζητήματος. Το γεγονός ότι οι Αιτητές προσδίδουν στα ζητήματα αυτά τον χαρακτηρισμό «Νομικό θέμα» και τα συνδέουν με τους διάφορους Λόγους που παρατίθενται στο Παράρτημα Α δεν μεταβάλλει την ουσία τους, η οποία παραμένει η προβολή συγκεκριμένου σφάλματος στην απόφαση του Εφετείου και η επιδίωξη, εφόσον υιοθετηθεί η θέση περί σφάλματος, διαφορετικής κατάληξης επί ζητημάτων που το Εφετείο έχει ήδη αποφασίσει.
Ορθή είναι, επομένως, η επισήμανση από μέρους του Καθ’ου η Αίτηση ότι στην υπό συζήτηση περίπτωση ό,τι ουσιαστικά επιζητείται είναι η αναθεώρηση της ορθότητας της Απόφασης του Εφετείου, πράγμα που εκφεύγει της αρμοδιότητας του Ανωτάτου Δικαστηρίου δυνάμει του Άρθρου 9(3)(γ) του Νόμου.
Η δικαιοδοσία του Ανωτάτου Δικαστηρίου δυνάμει του Άρθρου 9(3)(γ) του Νόμου δεν αφορά στον έλεγχο της ορθότητας των αποφάσεων του Εφετείου. Οι αποφάσεις του Εφετείου δεν υπόκεινται σε έφεση. Η δικαιοδοσία που το Άρθρο 9(3)(γ) παρέχει στο Ανώτατο Δικαστήριο είναι να αποφασίζει σε τρίτο και τελευταίο βαθμό επί νομικών θεμάτων τα οποία προκύπτουν από την απόφαση του Εφετείου και νοουμένου ότι τα νομικά αυτά θέματα συναρτώνται με ζητήματα που το Άρθρο 9(3)(γ) του Νόμου εξαντλητικά καταγράφει. Όπως επισημάνθηκε στην υπόθεση Αναφορικά με την Αίτηση του Κλεοβούλου, Αίτηση Αρ. 6/2023, ημερ. 3/6/2024, «Η δικαιοδοσία δεν αφορά σε έφεση κατά της απόφασης του Εφετείου, πόσο μάλλον επανακρόαση της έφεσης κατά της πρωτόδικης απόφασης». Ομοίως, στην υπόθεση Αναφορικά με την Αίτηση του Hassan Farhat, Αίτηση Αρ. 27/2024, ημερ. 19/11/2024, επαναλήφθηκε ότι: «Η τριτοβάθμια δικαιοδοσία του Ανώτατου Δικαστηρίου δεν αποσκοπεί στο να διορθώνει λάθη του Εφετείου, αλλά να εξετάζει νομικά θέματα που προκύπτουν ξεκάθαρα από την απόφαση του Εφετείου, ως καθορίζεται στο άρθρο 9(3)(γ) του Νόμου». Και στην υπόθεση Αναφορικά με την Αίτηση των 1. Μ. Γαβριηλίδη κ.ά., Αίτηση Αρ. 2/2024, ημερ. 11/11/2024, εξηγήθηκε ότι η δικαιοδοσία του Ανωτάτου Δικαστηρίου δυνάμει του Άρθρου 9(3)(γ) του Νόμου δεν αφορά στον έλεγχο της ορθότητας των αποφάσεων του Εφετείου.
Δεδομένων των πιο πάνω, αυτό που εμφανέστατα αναδύεται είναι η επιδίωξη των Αιτητών για μία εκ νέου συζήτηση του νομικού πλαισίου και των ζητημάτων που απασχόλησαν τόσο το πρωτόδικο Δικαστήριο όσο και το Εφετείο, ενόψει της διαφωνίας των Αιτητών με την απόφαση του Εφετείου. Τέτοια επιδίωξη, όμως, σαφώς δεν εμπίπτει στην αρμοδιότητα του Δικαστηρίου, όπως αυτή καθορίζεται από το Άρθρο 9(3)(γ) του Νόμου.
Θα πρέπει, συναφώς, να τονισθεί, όπως επανειλημμένως έχει επισημανθεί, ότι η διαδικασία του Άρθρου 9(3)(γ) του Ν. 33/64 δεν μπορεί να χρησιμοποιείται ως όχημα για την απόκτηση μιας ακόμη ευκαιρίας αμφισβήτησης της εφετειακής κρίσης, με απώτερο ζητούμενο την επανεξέταση και ενδεχόμενη διαφοροποίηση ή ανατροπή της. Ως ήδη πιο πάνω έχει επισημανθεί, η διαδικασία αυτή δεν αποτελεί μηχανισμό περαιτέρω έφεσης, ούτε μπορεί, μέσω της διαφορετικής διατύπωσης των προβαλλόμενων ζητημάτων, να αποκτήσει τέτοιο χαρακτήρα.
Επιπλέον, όπως κατά κόρο έχει επισημανθεί σε σχετική επί του θέματος νομολογία, η παροχή άδειας στη βάση του εν λόγω Άρθρου δεν συναρτάται με το εσφαλμένο ή μη της Απόφασης που εξεδόθη από το Εφετείο. Ούτε και άπτεται του κατά πόσο το Ανώτατο Δικαστήριο εναρμονίζεται ή όχι με την κρίση του Εφετείου. Εξαρτάται αποκλειστικά και μόνο από τη συνδρομή των προϋποθέσεων του εν λόγω Άρθρου[1].
Η Αίτηση απορρίπτεται.
Επιδικάζονται έξοδα €1.500, πλέον Φ.Π.Α. αν υπάρχει, εις βάρος των Αιτητών.
Λ. ΔΗΜΗΤΡΙΑΔΟΥ-ΑΝΔΡΕΟΥ, Δ.
Α. ΔΑΥΙΔ, Δ.
ΑΛ. ΠΑΝΑΓΙΩΤΟΥ, Δ.
[1] Δέστε την Αίτηση Αρ. 2/2023, Αναφορικά με την Αίτηση της Επιτροπής Κεφαλαιαγοράς Κύπρου στην Αναθεωρητική Έφεση Αρ. ΕΔΔ 4/2019, ημερ. 31/1/2024 και στο πλαίσιο εξέτασης αιτήματος για άδεια με βάση το αντίστοιχο προς το Άρθρο 9(3)(γ) του Νόμου, Άρθρο 9(2)(γ).
cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο