ΑΝΩΤΑΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΚΥΠΡΟΥ
ΠΡΩΤΟΒΑΘΜΙΑ ΔΙΚΑΙΟΔΟΣΙΑ
i-justice
Αρ. Αίτησης 164/2026
7 Σεπτεμβρίου 2026
[Χ. ΜΑΛΑΧΤΟΣ, Δ.]
ΑΝΑΦΟΡΙΚΑ ΜΕ ΤΟ ΑΡΘΡΟ 155.4 ΤΟΥ ΣΥΝΤΑΓΜΑΤΟΣ ΚΑΙ ΤΑ ΑΡΘΡΑ 3 ΚΑΙ 9 ΤΟΥ ΠΕΡΙ ΑΠΟΝΟΜΗΣ ΤΗΣ ΔΙΚΑΙΟΣΥΝΗΣ (ΠΟΙΚΙΛΑΙ ΔΙΑΤΑΞΕΙΣ) ΝΟΜΟΥ ΤΟΥ 1964
ΚΑΙ
ΑΝΑΦΟΡΙΚΑ ΜΕ ΤΟΝ ΠΕΡΙ ΑΝΩΤΑΤΟΥ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟΥ (ΔΙΚΑΙΟΔΟΣΙΑ ΕΚΔΟΣΗΣ ΕΝΤΑΛΜΑΤΩΝ ΠΡΟΝΟΜΙΑΚΗΣ ΦΥΣΕΩΣ) ΔΙΑΔΙΚΑΣΤΙΚΟ ΚΑΝΟΝΙΣΜΟ ΤΟΥ 2018
ΚΑΙ
ΑΝΑΦΟΡΙΚΑ ΜΕ ΤΗΝ ΑΙΤΗΣΗ ΤΟΥ Α. Κ. ΑΔΤ [ ], ΓΙΑ ΑΔΕΙΑ ΓΙΑ ΤΗΝ ΚΑΤΑΧΩΡΗΣΗ ΑΙΤΗΣΗΣ ΓΙΑ ΤΗΝ ΕΚΔΟΣΗ ΕΝΤΑΛΜΑΤΟΣ CERTIORARI
KAI
ΑΝΑΦΟΡΙΚΑ ΜΕ ΤΟ ΔΙΑΤΑΓΜΑ ΤΟΥ ΕΠΑΡΧΙΑΚΟΥ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟΥ ΛΑΡΝΑΚΑΣ ΓΙΑ ΛΗΨΗ ΣΑΛΙΟΥ Ή ΑΙΜΑΤΟΣ ΣΤΗΝ ΑΙΤΗΣΗ ΜΕ ΑΡΙΘΜΟ 106/26 ΗΜΕΡΟΜΗΝΙΑΣ 20.7.2026
____________________
Δ. Τσολακίδης και Μ. Καούλας για Τσολακίδης & Κορέλλης Δ.Ε.Π.Ε., για τον Αιτητή.
____________________
Α Π Ο Φ Α Σ Η
ΜΑΛΑΧΤΟΣ, Δ.: Ο Αιτητής ζητά άδεια για να καταχωρίσει αίτηση με κλήση για την έκδοση προνομιακού εντάλματος Certiorari για ακύρωση του διατάγματος ημερ.20.7.2026 του Επαρχιακού Δικαστηρίου Λάρνακας, το κατώτερο Δικαστήριο, το οποίο υποχρέωνε, όπως αναφερόταν στο διάταγμα, τον Αιτητή να συναινέσει στη λήψη σάλιου ή αίματος από αυτόν για απομόνωση γενετικού υλικού.
Το διάταγμα είχε εκδοθεί κατ’ επίκληση του άρθρου 25(1) των περί Αστυνομίας Νόμων του 2004 έως 2026, οι Νόμοι, το οποίο διαλαμβάνει ότι:
«Κάθε μέλος της Αστυνομίας με βαθμό Λοχία ή ανώτερο μπορεί να λάβει ή να μεριμνήσει ώστε να ληφθούν από οποιοδήποτε πρόσωπο που τελεί υπό νόμιμη κράτηση ή το οποίο υπόκειται σε αστυνομική επιτήρηση, για σκοπούς καταχώρισης, σύγκρισης, αναγνώρισης και γενικά για σκοπούς διερεύνησης οποιουδήποτε αδικήματος:
(α) μετρήσεις, φωτογραφίες, δακτυλικά αποτυπώματα, αποτυπώματα παλάμης και πέλματος, δείγματα γραφικού χαρακτήρα, αποκόμματα ονύχων, δείγματα τριχών, σάλιου, κατάλοιπα ξένης ουσίας στο σώμα οποιουδήποτε από τα πρόσωπα αυτά με συναίνεσή του ή κατόπιν διαταγής του Δικαστηρίου, αν αυτό δε συναινεί.
(β) με τη βοήθεια ιατρικού λειτουργού δείγματα αίματος και ούρων οποιουδήποτε από τα πρόσωπα αυτά με συναίνεσή του ή κατόπιν διαταγής του Δικαστηρίου, αν αυτό δε συναινεί».
Ο πρώτος λόγος για τον οποίο ζητείται η άδεια είναι γιατί στην αίτηση της Αστυνομίας αναφερόταν ότι αυτή βασιζόταν στο άρθρο 25(1)(β) των Νόμων, ενώ η λήψη σάλιου μπορεί να εξουσιοδοτηθεί δυνάμει της παρ.(α) του εδαφίου (1) του άρθρου 25 που δεν αναφερόταν στην αίτηση. Είναι η θέση του Αιτητή ότι το κατώτερο Δικαστήριο εξέδωσε το διάταγμα καθ’ υπέρβαση της εξουσίας και της δικαιοδοσίας του. Μάλιστα, συνεχίζει, το γεγονός ότι στην απόφαση του κατέγραψε ότι η αίτηση της Αστυνομίας εδραζόταν στο άρθρο 25(1)(α) και (β), καταδεικνύει την έκδηλη πλάνη του κατώτερου Δικαστηρίου.
Το κατώτερο Δικαστήριο είχε εξουσία από τους Νόμους να εκδώσει το υπό έλεγχο διάταγμα. Ορθά εντόπισε ότι η εξουσία του εκπήγαζε από τις παρ.(α) και (β) του εδαφίου (1) του άρθρου 25. Αυτό είναι που είχε σημασία και όχι η απουσία αναφοράς στην παρ.(α) του εδαφίου (1) του άρθρου 25 στην αίτηση της Αστυνομίας, για την οποία άλλωστε οι Νόμοι δεν προβλέπουν καθορισμένο τύπο. Η προνομιακή δικαιοδοσία του Ανωτάτου Δικαστηρίου δεν θα μπορούσε να ασκηθεί προς όφελος του Αιτητή σε αυτή τη βάση, κατά προέκταση, ούτε και να του χορηγηθεί η σχετική άδεια για καταχώριση αίτησης με κλήση.
Η Χ.Χ., Πολ. Αίτ. Αρ.169/2023, ημερ.16.2.2024 στην οποία παρέπεμψε ο Αιτητής, αφορούσε άδεια που δόθηκε γιατί απουσίαζε το άρθρο 33 του περί Ποινικής Δικονομίας Νόμου, Κεφ.155, από τη νομική βάση της αίτησης της Αστυνομίας. Στη συνέχεια στην αίτηση με κλήση (Χ.Χ., Πολ. Αίτ. Αρ.22/2024, ημερ.4.3.2024) ο Γενικός Εισαγγελέας δεν είχε ένσταση και το διάταγμα κατακράτησης τεκμηρίων ακυρώθηκε. Δεν υπήρξε διεξοδική συζήτηση του ζητήματος. Στην άλλη απόφαση στην οποία αναφέρθηκε ο Αιτητής, την Γ.Θ., Πολ. Αίτ. Αρ.86/2022, ημερ.23.6.2022, η υπόθεση είχε κριθεί επί της ουσίας της και είχε απλά σημειωθεί ότι στη νομική βάση της αίτησης της Αστυνομίας δεν περιλαμβανόταν το άρθρο 33. Ασφαλώς και δικαιοδοσία πρέπει να υπάρχει πριν την έκδοση της δικαστικής πράξης που εξετάζεται, όμως, άλλο είναι να μην υπάρχει δικαιοδοσία και άλλο το αδιαμφισβήτητα υπαρκτό δικαιοδοτικό υπόβαθρο απλά να μην μνημονεύεται (Μ.Γ., Πολ. Αίτ. Αρ.74/2025, ημερ.10.4.2025 και M.S.M., Πολ. Αίτ. Αρ.187/2021, ημερ.10.4.2025). Ούτε οι αποφάσεις που αναφέρθηκαν, στο πλαίσιο της αστικής δικαιοδοσίας των Δικαστηρίων μας, θα μπορούσαν να είναι καθοριστικές επί του προκειμένου.
Ο δεύτερος λόγος για τον οποίο ζητείται η άδεια είναι γιατί, όπως αναφέρεται, καθ’ υπέρβαση της εξουσίας, το διάταγμα ανάγκαζε τον Αιτητή να συναινέσει/συγκατατεθεί, σε αντίθεση με τις πρόνοιες των Νόμων οι οποίες παρέχουν εξουσία στο Δικαστήριο να εκδώσει διάταγμα για τη λήψη σάλιου ή αίματος.
Στο διάταγμα αναφερόταν ότι: «ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥΤΟ ΔΙΑ ΤΟΥ ΠΑΡΟΝΤΟΣ ΕΚΔΙΔΕΙ ΔΙΑΤΑΓΜΑ το οποίο υποχρεώνει τον [Αιτητή] ο οποίος τελεί υπό νόμιμη κράτηση να συναινέσει στη λήψη σάλιου ή αίματος από αυτόν». Διαπιστώνεται εν προκειμένω εκ πρώτης όψεως συζητήσιμο ζήτημα ότι το κατώτερο Δικαστήριο δεν είχε εξουσία να εκδώσει διάταγμα που να υποχρεώνει τον Αιτητή να συναινέσει στη λήψη των δειγμάτων, ώστε γι’ αυτό το λόγο να του χορηγηθεί η σχετική άδεια.
Ο τρίτος λόγος για τον οποίο ζητείται η άδεια είναι γιατί, όπως αναφέρεται, το άρθρο 25 των Νόμων είναι αντίθετο με το Άρθρο 15 του Συντάγματος. Το Ανώτατο Συνταγματικό Δικαστήριο στην Αίτηση για Παραπομπή Αρ. 1/2025, ημερ.12.9.2025 απεφάνθη ότι το άρθρο 25 των Νόμων δεν παραβιάζει, ούτε και αντίκειται προς το Άρθρο 15 του Συντάγματος. Επομένως δεν θα μπορούσε να χορηγηθεί άδεια σε αυτή τη βάση.
Προβλήθηκε ακόμη ότι η έκδοση του διατάγματος δεν ήταν αναγκαία ούτε και αναλογική στη βάση του μαρτυρικού υλικού που είχε τεθεί ενώπιον του κατώτερου Δικαστηρίου. Είναι ουσιαστικά σε αυτή τη βάση που ο Αιτητής υποβάλλει ότι το εκδοθέν διάταγμα παραβιάζει την ΟΔΗΓΙΑ (EE) 2016/680 ΤΟΥ ΕΥΡΩΠΑΪΚΟΥ ΚΟΙΝΟΒΟΥΛΙΟΥ ΚΑΙ ΤΟΥ ΣΥΜΒΟΥΛΙΟΥ της 27ης Απριλίου 2016 για την προστασία των φυσικών προσώπων έναντι της επεξεργασίας δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα από αρμόδιες αρχές για τους σκοπούς της πρόληψης, διερεύνησης, ανίχνευσης ή δίωξης ποινικών αδικημάτων ή της εκτέλεσης ποινικών κυρώσεων και για την ελεύθερη κυκλοφορία των δεδομένων αυτών και την κατάργηση της απόφασης-πλαίσιο 2008/977/ΔΕΥ του Συμβουλίου.
Η ΟΔΗΓΙΑ (EE) 2016/680 έχει μεταφερθεί στην εσωτερική έννομη τάξη της Κύπρου αυτούσια με τον περί της Προστασίας των Φυσικών Προσώπων Έναντι της Επεξεργασίας των Δεδομένων Προσωπικού Χαρακτήρα από Αρμόδιες Αρχές για τους Σκοπούς της Πρόληψης, Διερεύνησης, Ανίχνευσης ή Δίωξης Ποινικών Αδικημάτων ή της Εκτέλεσης Ποινικών Κυρώσεων και για την Ελεύθερη Κυκλοφορία των Δεδομένων αυτών Νόμο του 2019, Ν.44(I)/2019. Επομένως, η ημεδαπή νομοθεσία παρέχει την ίδια προστασία, παρά την ευρύτητα των εξουσιών που παρέχει το άρθρο 25 των Νόμων.
Σε κάθε περίπτωση, ένα διάταγμα δεν μπορεί να είναι άκυρο γιατί εκδόθηκε δυνάμει νόμου ασύμβατου με την Οδηγία (ΕΕ) 2016/680. Ό,τι έχει σημασία είναι κατά πόσο το ίδιο το διάταγμα παραβιάζει την Οδηγία (ΕΕ) 2016/680. Όπως αναφέρθηκε στην C205-21, Ministerstvo na vatreshnite raboti (Enregistrement de données biométriques et génétiques par la police) ημερ.26.1.2023, του Δικαστηρίου της Ευρωπαϊκής Ένωσης, που αφορούσε προδικαστική παραπομπή με αντικείμενο τη συμβατότητα νομοθετικής πρόνοιας του βουλγαρικού δικαίου με την Οδηγία (ΕΕ) 2016/680, (σκέψη 134): «Σε περίπτωση που το εθνικό δίκαιο δεν εγγυάται τέτοιο έλεγχο του μέτρου της συλλογής βιομετρικών και γενετικών δεδομένων, εναπόκειται στο αιτούν δικαστήριο να διασφαλίσει την πλήρη αποτελεσματικότητα του άρθρου 10 απορρίπτοντας την αίτηση των αστυνομικών αρχών περί χορήγησης αδείας για την καταναγκαστική συλλογή των δεδομένων αυτών». (Βλ. τη σχετική ανάλυση στην Γ.Π., Πολ. Αίτ. Αρ.44/2025, ημερ.26.5.2025).
Κατά τη συζήτηση της Αίτησης, ο Αιτητής περιόρισε την εισήγηση του για παράβαση της αρχής της αναγκαιότητας και αναλογικότητας στην έκταση που το διάταγμα αφορούσε στη λήψη αίματος.
Η υπόθεση αφορούσε σε παράνομη κατοχή και προμήθεια ελεγχόμενων φαρμάκων. Είναι ορθή η θέση του Αιτητή ότι δεν είχε εντοπιστεί αίμα σε κανένα τεκμήριο της υπόθεσης. Ό,τι είχε εντοπιστεί σε κάποια από τα τεκμήρια ήταν μεικτό γενετικό υλικό. Στην αίτηση της Αστυνομίας και στον υποστηρικτικό όρκο αναφερόταν ότι η λήψη σάλιου ή αίματος ήταν για σκοπούς απομόνωσης γενετικού υλικού. Δεν αναφέρεται γιατί η λήψη αίματος ήταν αναγκαία, εφόσον γενετικό υλικό μπορεί να απομονωθεί και στο σάλιο του οποίου η λήψη είναι πιο εύκολη και ανώδυνη για το πρόσωπο από το οποίο λαμβάνεται. Με άλλα λόγια γιατί ήταν αναγκαίο να υποβληθεί ο Αιτητής σε λήψη αίματος από αυτόν. Η χρήση του διαζευκτικού «ή» δεν φαίνεται να διαφοροποιεί τα δεδομένα εφόσον η Αστυνομία μπορούσε να λάβει αίμα από τον Αιτητή. Ο Αιτητής έχει καταδείξει εκ πρώτης όψεως υπόθεση ότι σε αυτή του την έκταση το διάταγμα παραβίαζε την αρχή της αναγκαιότητας και της αναλογικότητας.
Παρέχεται συνεπώς άδεια στον Αιτητή να καταχωρήσει αίτηση με κλήση για την έκδοση προνοµιακού εντάλµατος Certiorari στη βάση ότι το κατώτερο Δικαστήριο δεν είχε εξουσία να εκδώσει διάταγμα που να τον υποχρεώνει να συναινέσει στη λήψη των δειγμάτων και στην έκταση που το διάταγμα αφορούσε στη λήψη αίματος από αυτόν ότι παραβίαζε την αρχή της αναγκαιότητας και την αρχή της αναλογικότητας.
Η αίτηση να καταχωριστεί μέσα σε τέσσερις ημέρες και να επιδοθεί στον Γενικό Εισαγγελέα, τουλάχιστο 4 ημέρες πριν τη δικάσιμο. Εφόσον καταχωριστεί αίτηση ως ανωτέρω, ο Πρωτοκολλητής να την ορίσει στις 23.9.2026 και ώρα 09:00.
Τα έξοδα της παρούσας αίτησης θα είναι έξοδα στην πορεία της αίτησης με κλήση.
Χ. Μαλαχτός, Δ.
cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο