ΑΝΩΤΑΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΚΥΠΡΟΥ
ΠΡΩΤΟΒΑΘΜΙΑ ΔΙΚΑΙΟΔΟΣΙΑ
(Πολιτική Αίτηση Αρ. 182/2026)
(i-justice)
14 Σεπτεμβρίου, 2026
[Λ. ΔΗΜΗΤΡΙΑΔΟΥ-ΑΝΔΡΕΟΥ, Δ.]
ΑΝΑΦΟΡΙΚΑ ΜΕ ΤΟ ΑΡΘΡΟ 155.4 ΤΟΥ ΣΥΝΤΑΓΜΑΤΟΣ ΤΗΣ ΚΥΠΡΙΑΚΗΣ ΔΗΜΟΚΡΑΤΙΑΣ ΚΑΙ ΤΑ ΑΡΘΡΑ 3 ΚΑΙ 9 ΤΟΥ ΠΕΡΙ ΑΠΟΝΟΜΗΣ ΤΗΣ ΔΙΚΑΙΟΣΥΝΗΣ (ΠΟΙΚΙΛΑΙ ΔΙΑΤΑΞΕΙΣ) ΝΟΜΟΥ ΤΟΥ 1964
ΚΑΙ
ΑΝΑΦΟΡΙΚΑ ΜΕ ΤΟΝ ΠΕΡΙ ΑΝΩΤΑΤΟΥ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟΥ (ΔΙΚΑΙΟΔΟΣΙΑ ΕΚΔΟΣΗΣ ΕΝΤΑΛΜΑΤΩΝ ΠΡΟΝΟΜΙΑΚΗΣ ΦΥΣΕΩΣ) ΔΙΑΔΙΚΑΣΤΙΚΟ ΚΑΝΟΝΙΣΜΟ ΤΟΥ 2018
ΚΑΙ
ΑΝΑΦΟΡΙΚΑ ΜΕ ΤΗΝ ΜΟΝΟΜΕΡΗ ΑΙΤΗΣΗ ΤΩΝ 1. MONIKA TERZIAN, 2. JACO KARAOGHLANIAN, 3. KEVORK RAFFI BARSOUMIAN, 4. CAROLINE BALTAIAN, 5. B.B. KAI 6. V.B., ΟΛΩΝ ΑΠΟ ΤΗΝ ΑΓΛΑΝΤΖΙΑ, ΛΕΥΚΩΣΙΑ, ΓΙΑ ΧΟΡΗΓΗΣΗ ΑΔΕΙΑΣ ΚΑΤΑΧΩΡΗΣΗΣ ΑΙΤΗΣΗΣ ΓΙΑ ΕΚΔΟΣΗ ΕΝΤΑΛΜΑΤΟΣ ΑΚΥΡΩΤΙΚΟΥ CERTIORARI ΚΑΙ ΕΝΤΑΛΜΑΤΟΣ ΑΠΑΓΟΡΕΥΣΗΣ PROHIBITION ΚΑΙ ΓΙΑ ΤΗΝ ΕΚΔΟΣΗ ΔΙΑΤΑΓΜΑΤΟΣ ΑΝΑΣΤΟΛΗΣ ΤΗΣ ΔΙΑΔΙΚΑΣΙΑΣ ΕΚΤΕΛΕΣΗΣ ΕΝΩΠΙΟΝ ΤΟΥ ΚΑΤΩΤΕΡΟΥ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟΥ
ΚΑΙ
ΑΝΑΦΟΡΙΚΑ ΜΕ ΤΗΝ ΕΝΔΙΑΜΕΣΗ ΑΠΟΦΑΣΗ ΗΜΕΡΟΜΗΝΙΑΣ 07/09/2026 ΤΟΥ ΕΠΑΡΧΙΑΚΟΥ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟΥ ΛΕΥΚΩΣΙΑΣ ΣΤΗΝ ΑΙΤΗΣΗ ΗΜΕΡΟΜΗΝΙΑΣ 13/08/2026, ΤΑ ΔΙΑΤΑΓΜΑΤΑ ΗΜΕΡΟΜΗΝΙΑΣ 28/04/2026, 15/06/2026 ΚΑΙ 03/08/2026 ΚΑΙ ΤΑ ΕΝΤΑΛΜΑΤΑ ΑΝΑΚΤΗΣΗΣ ΚΑΤΟΧΗΣ ΥΠ’ ΑΡ. 265/26 ΚΑΙ 331/26, ΟΛΑ ΕΚΔΟΘΕΝΤΑ ΣΤΟ ΠΛΑΙΣΙΟ ΤΗΣ ΑΓΩΓΗΣ ΥΠ’ ΑΡ. 1104/2025 ΤΟΥ ΕΠΑΡΧΙΑΚΟΥ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟΥ ΛΕΥΚΩΣΙΑΣ, ΑΝΤΙΓΡΑΦΑ ΤΩΝ ΟΠΟΙΩΝ ΕΠΙΣΥΝΑΠΤΟΝΤΑΙ ΩΣ ΤΕΚΜΗΡΙΑ ΣΤΗ ΣΥΝΟΔΕΥΤΙΚΗ ΕΝΟΡΚΗ ΔΗΛΩΣΗ
ΚΑΙ
ΑΝΑΦΟΡΙΚΑ ΜΕ ΤΗΝ ΑΓΩΓΗ ΥΠ’ ΑΡ. 1104/2025 ΠΟΥ ΕΚΚΡΕΜΕΙ ΣΤΟ ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΥΚΩΣΙΑΣ ΜΕΤΑΞΥ 1. ΓΕΩΡΓΙΟΥ ΡΟΛΟΓΗ ΚΑΙ 2. ΝΑΤΑΛΗΣ ΡΟΛΟΓΗ, ΕΝΑΓΟΝΤΩΝ, ΚΑΙ ΤΩΝ ΑΙΤΗΤΩΝ, ΕΝΑΓΟΜΕΝΩΝ 1 ΕΩΣ 6.
________________________________________________
Χρ. Πουτζιουρής για Χρίστος Πουτζιουρής & Συνεργάτες ΔΕΠΕ, για τους Αιτητές.
_____________________________________________________
Α Π Ο Φ Α Σ Η
(Δοθείσα Αυθημερόν)
Λ. ΔΗΜΗΤΡΙΑΔΟΥ-ΑΝΔΡΕΟΥ, Δ.: Με την υπό κρίση μονομερή Αίτηση οι Αιτητές επιζητούν τις ακόλουθες θεραπείες:
«(Α) Άδεια για καταχώρηση Αίτησης για την έκδοση εντάλματος Certiorari και για παραπομπή στο Ανώτατο Δικαστήριο του φακέλου της Αγωγής υπ’ αρ. 1104/2025 του Επαρχιακού Δικαστηρίου Λευκωσίας, προς ακύρωση της ενδιάμεσης απόφασης του Επαρχιακού Δικαστηρίου Λευκωσίας ημερομηνίας 07/09/2026 στην αίτηση των Αιτητών ημερομηνίας 13/08/2026 για παραμερισμό διαταγμάτων, και ή του διατάγματος υποκατάστατης επίδοσης ημερομηνίας 28/04/2026 και της επίδοσης που διενεργήθηκε δυνάμει αυτού την 29/04/2026, και ή του διατάγματος ημερομηνίας 15/06/2026 με το οποίο χορηγήθηκε άδεια για την έκδοση του εντάλματος ανάκτησης κατοχής υπ΄ αρ. 265/26 και του ίδιου του εντάλματος, και ή του διατάγματος ημερομηνίας 03/08/2026 με το οποίο χορηγήθηκε άδεια για την έκδοση του εντάλματος ανάκτησης κατοχής υπ’ αρ. 331/26 και του ίδιου του εντάλματος, και ή
(Β) Άδεια για καταχώρηση Αίτησης για την έκδοση εντάλματος Prohibition που να απαγορεύει την περαιτέρω διαδικασία εκτέλεσης των ενταλμάτων ανάκτησης κατοχής υπ’ αρ. 265/26 και 331/26 και κάθε περαιτέρω διαδικασία εκτέλεσης της απόφασης ημερομηνίας 02/04/2026 στο πλαίσιο της Αγωγής υπ’ αρ. 1104/2025 του Επαρχιακού Δικαστηρίου Λευκωσίας, και ή
(Γ) Διάταγμα με το οποίο να αναστέλλεται η εκτέλεση των ενταλμάτων ανάκτησης κατοχής υπ’ αρ. 265/26 και 331/26 και κάθε περαιτέρω διαδικασία εκτέλεσης της απόφασης ημερομηνίας 02/04/2026 στο πλαίσιο της Αγωγής υπ’ αρ. 1104/2025 του Επαρχιακού Δικαστηρίου Λευκωσίας, με ισχύ από την έκδοση του και μέχρι την αποπεράτωση της παρούσας Αίτησης και, εφόσον χορηγηθεί άδεια, μέχρι την αποπεράτωση της δια κλήσεως Αίτησης, με οδηγία όπως το διάταγμα κοινοποιηθεί αμελλητί στον Πρωτοκολλητή του Επαρχιακού Δικαστηρίου Λευκωσίας και στους εντεταλμένους δικαστικούς επιδότες.»
Η Αίτηση συνοδεύεται από Έκθεση και από Ένορκη Δήλωση της Αιτήτριας 1.
Προτού γίνει αναφορά στους Λόγους επί των οποίων βασίζεται το αίτημα και εξειδικεύονται στην Έκθεση, κρίνεται σκόπιμη, για σκοπούς καλύτερης αντίληψης των περιστατικών της υπόθεσης, η αναφορά στα ουσιώδη γεγονότα της υπόθεσης, όπως αυτά καταγράφονται στην Ένορκη Δήλωση της Αιτήτριας 1 και όπως προκύπτουν από το σύνολο των Τεκμηρίων τα οποία επισυνάπτονται στην εν λόγω Ένορκη Δήλωση.
■ Οι Αιτητές 1- 6 και Εναγόμενοι 1-6 στην Αγωγή του Επαρχιακού Δικαστηρίου Λευκωσίας υπ’ αρ. 1104/2025 (στο εξής η «Αγωγή»), κατέχουν δύο γειτνιάζοντα ακίνητα στην Αγλαντζιά, Λευκωσία. Σε ένα εξ αυτών με αριθμό εγγραφής [ ] βρίσκεται διώροφο κτίριο στο οποίο διαμένουν (στο εξής το «Ακίνητο [45]») και το δεύτερο ακίνητο με αριθμό εγγραφής [ ] είναι οικόπεδο που χρησιμοποιείται ως αυλή (στο εξής το «Ακίνητο [46]»). Στην ανώγεια κατοικία στο Aκίνητο [45], με είσοδο από την οδό [Α. ], διαμένει η Αιτήτρια 1 με το σύζυγό της, Αιτητή 3, και τα τέκνα τους, Αιτητές 5 και 6 και στην ισόγεια κατοικία στο ίδιο ακίνητο, με ανεξάρτητη είσοδο από οδό [Ατ.], μέσω κτισμένου περάσματος επί του Ακινήτου [46], διαμένει ο Αιτητής 2 με την Αιτήτρια 4 και την ανήλικη θυγατέρα τους.
■ Αμφότερα τα Ακίνητα ήταν υποθηκευμένα και οι Ενάγοντες 1 και 2 στην ως άνω Αγωγή αγόρασαν αρχικά το Ακίνητο [46] και ακολούθως το [45] από τους ενυπόθηκους δανειστές, Sky CAC Ltd και Gordian Holdings Ltd, μέσω διαδικασίας στη βάση του Μέρους VIA του Ν.9/65. Ως αποτέλεσμα, οι Ενάγοντες ζήτησαν από τους Εναγόμενους την παράδοση κατοχής των Ακινήτων, οι οποίοι ωστόσο δεν ανταποκρίθηκαν και ακολούθησε η καταχώριση της ως άνω Αγωγής ενώπιον του Επαρχιακού Δικαστηρίου Λευκωσίας. Με την εν λόγω Αγωγή αξιώνουν Διατάγματα για την παράδοση της κατοχής των Ακινήτων [45] και [46] καθώς και αποζημιώσεις ως ενδιάμεσα οφέλη.
■ Στις 2/4/2026 εκδόθηκε συνοπτική απόφαση (στο εξής η «Απόφαση 2/4/2026») για μέρος των αξιώσεων, υπέρ των Εναγόντων 1 και 2 και εναντίον των Αιτητών/Εναγόμενων 1-6 (Tεκμήριο 3 στην ένορκη δήλωση της Αιτήτριας 1). Σύμφωνα με την Απόφαση ημερ. 2/4/2026, οι Αιτητές/Εναγόμενοι 1-6 διατάχθηκαν να παραδώσουν κενή και ελεύθερη κατοχή των Ακινήτων [45] και [46] (στο εξής τα «Διατάγματα Παράδοσης Κατοχής»). Στην περίπτωση του Ακινήτου [45], διατάχθηκε όπως η παράδοση γίνει εντός τριών μηνών από την επίδοση του Διατάγματος ενώ, στην περίπτωση του Ακινήτου [46], διατάχθηκε όπως η παράδοση γίνει εντός 30 ημερών από την επίδοση.
■ Στις 9/4/2026 οι Ενάγοντες καταχώρισαν μονομερή αίτηση με την οποία ζητούσαν διάταγμα για υποκατάστατη επίδοση των Διαταγμάτων Παράδοσης Κατοχής και στις 28/4/2026 εκδόθηκε Διάταγμα για υποκατάστατη επίδοση της Απόφασης ημερ. 2/4/2026 στους Αιτητές/Εναγόμενους 1-6, δια θυροκόλλησης αυτής επί της θύρας και/ή της εισόδου του Ακίνητου [45] (Tεκμήριο 2 στην ένορκη δήλωση της Αιτήτριας 1).
■ Στις 29/4/2026 έξι αντίγραφα των Διαταγμάτων Παράδοσης Κατοχής θυροκολλήθηκαν στη θύρα της εισόδου της κατοικίας που βρίσκεται το Ακίνητο [45], στην οδό [Α.], Αγλαντζιά, Λευκωσία.
■ Στις 13/5/2026 οι Αιτητές/Εναγόμενοι 1-6, καταχώρισαν την Έφεση υπ’ αρ. 59/2026 κατά της Απόφασης ημερ. 2/4/2026, η οποία εκκρεμεί προς εκδίκαση ενώπιον του Εφετείου.
■ Στις 2/6/2026 οι Ενάγοντες αιτήθηκαν μονομερώς άδεια για έκδοση Εντάλματος Ανάκτησης Κατοχής του Ακινήτου [46]. Η αίτηση εγκρίθηκε και εκδόθηκε σχετικό Διάταγμα στις 15/6/2026 και, ακολούθως, εκδόθηκε το Ένταλμα υπ’ αρ. 265/2026 (στο εξής το «Ένταλμα Κατοχής του Ακινήτου [46]»).
■ Στις 9/7/2026 δικαστικός επιδότης επισκέφθηκε το Ακίνητο [46] και επέδωσε ειδοποίηση έξωσης στην Αιτήτρια/Εναγόμενη 1, τόσο για την ίδια όσο και για τους Αιτητές/Εναγόμενους 3, 5 και 6. Η Αιτήτρια/Εναγόμενη 1 αρνήθηκε να παραλάβει την ειδοποίηση για τους Αιτητές/Εναγόμενους 2 και 4, αναφέροντας ότι διαμένουν στην ισόγεια κατοικία και έδωσε στο δικαστικό επιδότη τον αριθμό τηλεφώνου του Εναγόμενου 2.
■ Στις 23/7/2026 και ώρα 9:05, οι δικηγόροι των Αιτητών/Εναγόμενων 1-6 κατέθεσαν επιστολή στον Πρωτοκολλητή με την οποία έφεραν ένσταση στην εκτέλεση του Εντάλματος.
■ Στις 30/7/2026 οι Ενάγοντες αιτήθηκαν μονομερώς άδεια για την έκδοση Εντάλματος Ανάκτησης Κατοχής του Ακινήτου [45]. Η αίτηση εγκρίθηκε στις 3/8/2026 και εκδόθηκε σχετικό Διάταγμα και, ακολούθως, το Ένταλμα υπ’ αρ. 331/2026 (στο εξής το «Ένταλμα Κατοχής του Ακινήτου [45]»).
■ Στις 6/8/2026 ο δικαστικός επιδότης μετέβη στο Ακίνητο [45] αλλά δεν εντόπισε κάποιο από τους Εναγόμενους 1-6. Άφησε ειδοποίηση προς όλους τους Εναγόμενους 1-6 για τα Εντάλματα Κατοχής των δύο Ακινήτων που είχαν εκδοθεί.
■ Αμέσως μετά οι δικηγόροι των Αιτητών/Εναγόμενων 1-6 ζήτησαν από το Πρωτοκολλητείο πρόσβαση στην αίτηση ημερ. 30/7/2026 και, κατόπιν έρευνας στο φάκελο, καταχωρίστηκε στις 13/8/2026 Αίτηση για παραμερισμό Διαταγμάτων (Tεκμήριο 7 στην ένορκη δήλωση της Αιτήτριας 1).
■ Κατόπιν οδηγιών του Δικαστηρίου ημερ. 18/8/2026, αφού προηγήθηκε σχετικό αίτημα των δικαστικών επιδοτών, οι Αιτητές/Εναγόμενοι 1-6 ειδοποιήθηκαν ότι τα Εντάλματα Κατοχής των Ακινήτων [45] και [46] θα εκτελεστούν στις 8/9/2026 και ώρα 9:30. Οι ειδοποιήσεις αυτές παραλήφθηκαν από τους Αιτητές/ Εναγόμενους και ακολούθησε η καταχώριση, από τους Αιτητές/Εναγόμενους 1-6, μονομερούς αίτησης ημερ. 20/8/2026, με την οποία ζητούσαν την αναστολή εκτέλεσης των Ενταλμάτων Κατοχής μέχρι την εκδίκαση της Αίτησης ημερ. 13/8/2026 (Tεκμήριο 9 στην ένορκη δήλωση της Αιτήτριας 1). Με τη σύμφωνη γνώμη των συνηγόρων των δύο πλευρών αποφασίστηκε όπως η Αίτηση ημερ. 13/8/2026 δικαστεί κατά προτεραιότητα ώστε να αποφασιστεί πριν τις 8/9/2026.
■ Στις 7/9/2026 το Δικαστήριο εξέδωσε την Απόφασή του σύμφωνα με την οποία η Αίτηση Παραμερισμού απορρίφθηκε στο σύνολό της (στο εξής «η προσβαλλόμενη Απόφαση»,Tεκμήριο 1 στην ένορκη δήλωση της Αιτήτριας 1).
Οι Λόγοι επί των οποίων βασίζεται το αίτημα για άδεια εξειδικεύονται στην Έκθεση και έχουν ως εξής:
I. Χορήγηση άδειας για έκδοση Ενταλμάτων Κατοχής χωρίς να πληρείται η προϋπόθεση της εξουσίας του Κανονισμού 52.1(1)(β) των Κ.Π.Δ. (Πρώτος Λόγος).
II. Παραβίαση των Κανόνων Φυσικής Δικαιοσύνης και κρίση επί υλικού που δεν τέθηκε υπόψη των Αιτητών (Δεύτερος Λόγος).
III. Μη εξέταση της νομιμότητας της Αίτησης υποκατάστατης επίδοσης ημερ. 9/4/2026 και άρνηση άσκησης της δικαιοδοσίας του Κανονισμού 23.14 των Κ.Δ.Π. (Τρίτος Λόγος).
IV. Κατάχρηση της δικαστικής διαδικασίας ως προς την Αίτηση υποκατάστατης επίδοσης (Τέταρτος Λόγος).
V. Εύρημα εκπρόθεσμου θεμελιωμένο σε επίδοση που δεν διαπιστώθηκε και αναποφάσιστα αιτητικά (Πέμπτος Λόγος).
Οι ευπαίδευτοι συνήγοροι των Αιτητών προώθησαν τους πιο πάνω λόγους με γραπτή αγόρευση, αλλά και δια ζώσης κατά την επ' ακροατηρίω συζήτηση της Αίτησης.
Οι αρχές που διέπουν την έκδοση Προνομιακών Διαταγμάτων είναι παγιωμένες και χιλιοειπωμένες, ώστε να μην χρειάζεται να λεχθούν πολλά υπό το φως της πλούσιας νομολογίας του Ανωτάτου Δικαστηρίου. Πρόκειται για δικαιοδοσία που ασκείται με ιδιαίτερη φειδώ, πάντοτε κατά προνόμιο όταν διαπιστώνεται έλλειψη ή υπέρβαση δικαιοδοσίας, έκδηλη νομική πλάνη, δόλος, προκατάληψη και μη τήρηση των κανόνων της φυσικής δικαιοσύνης στην πρωτόδικη διαδικασία (βλ. Αίτηση του Κωνσταντινίδη (2003) 1 Α.Α.Δ. 1298 και Perrella (Αρ. 2) (1995) 1 Α.Α.Δ. 692). Ακόμη και αν υπάρχει εκ πρώτης όψεως συζητήσιμη υπόθεση δεν χορηγείται άδεια όταν προσφέρεται εναλλακτικό ένδικο μέσο ή θεραπεία που συνήθως είναι αυτό της έφεσης, οι δε εξαιρετικές περιστάσεις για να παρακαμφθεί ο πιο πάνω Κανόνας, θα πρέπει να καταδεικνύεται με επάρκεια ότι συντρέχουν (βλ. Base Metal Trading Ltd v. Fastact Developments Ltd κ.ά. (2004) 1 Α.Α.Δ. 1535 και Τράπεζα Κύπρου Δημόσια Εταιρεία Λτδ κ.ά. (2012) 1 Α.Α.Δ. 878).
Έχει πλειστάκις αναφερθεί στη νομολογία ότι είναι στους ώμους του αιτητή το βάρος να καταδείξει συζητήσιμη υπόθεση. Ενδιαφέρει η νομιμότητα των ελεγχόμενων ενεργειών, αφού δεν μπορεί αντικείμενο της παρούσας διαδικασίας να είναι η ορθότητα, ούτε ο τρόπος άσκησης της διακριτικής ευχέρειας του Δικαστηρίου.
Όπως τονίσθηκε στην υπόθεση Αναφορικά με την Αίτηση του Γενικού Εισαγγελέα της Δημοκρατίας (Αρ. 2) (1997) 1Β Α.Α.Δ. 925, 935:
«Αντικείμενο της διαδικασίας δεν είναι ο έλεγχος της ορθότητας μιας απόφασης αλλά της νομιμότητας της. Δεν τίθεται ζήτημα αντικατάστασης της άποψης που διαμόρφωσε το κατώτερο Δικαστήριο, αναφορικά με ζήτημα που αποφάσισε στα πλαίσια της δικαιοδοσίας του, με εκείνη του Ανωτάτου Δικαστηρίου. Δεν εκδίδεται ένταλμα Certiorari ως μανδύας μεταμφιεσμένης έφεσης. Ούτε και μπορεί να χρησιμοποιείται η διαδικασία για την έκδοση τέτοιου διατάγματος προκειμένου να γίνει επανακρόαση του ζητήματος που εγέρθηκε. Και δεν είναι επιτρεπτό να εκδίδεται ένταλμα Certiorari προκειμένου να υπαγορευθεί σε Δικαστήριο ο τρόπος με τον οποίο θα πρέπει να αποφασιστεί ζήτημα που εμπίπτει στη δικαιοδοσία του ή ακόμα ο τρόπος που θα ασκήσει τη διακριτική του εξουσία. (Βλέπε Re Mareware Shipping, Αίτηση 6/92/24.1.92 και Τζεννάρο Περέλλα, Πολιτική 'Εφεση 9169/18.7.95).»
Στο πλαίσιο προώθησης του Πρώτου Λόγου υποστηρίχθηκε ότι το Επαρχιακό Δικαστήριο χορήγησε τα Εντάλματα Ανάκτησης Κατοχής και το κατώτερο Δικαστήριο, δια της προσβαλλόμενης Απόφασης ημερ. 7/9/2026, τα διατήρησε χωρίς να έχει προηγουμένως αποδειχθεί η υποχρεωτική προϋπόθεση του Κανονισμού 52.1(1)(β) των Κανονισμών Πολιτικής Δικονομίας (στο εξής «Κ.Δ.Π.») σύμφωνα με την οποία «Άδεια δεν δίδεται εκτός αν καταδειχθεί ότι όλα τα πρόσωπα τα οποία έχουν πραγματική κατοχή όλου ή οποιουδήποτε μέρους της περιουσίας έχουν λάβει τέτοια ειδοποίηση της διαδικασίας ως θα θεωρηθεί επαρκής για να τους επιτρέψει να αιτηθούν από το δικαστήριο θεραπεία ή διαφορετικά».
Σύμφωνα με τους Αιτητές, ο Κανονισμός 52.1(1)(β) των Κ.Δ.Π. θέτει υποχρεωτική προϋπόθεση για την έκδοση άδειας εντάλματος κατοχής, το βάρος της οποίας φέρει ο αιτητής του εντάλματος και η οποία πρέπει να καταδειχθεί πριν από τη χορήγηση. Σε περίπτωση που δεν αποδειχθεί, το Δικαστήριο δεν έχει διακριτική ευχέρεια να χορηγήσει την άδεια και τέτοια χορήγηση, ως τονίσθηκε, αποτελεί υπέρβαση εξουσίας.
Υπό το φως των ανωτέρω, οι Αιτητές ισχυρίζονται ότι οι Αιτητές 2 και 4, οι οποίοι είχαν πραγματική κατοχή της ισόγειας κατοικίας, ουδέποτε αποδείχθηκε ότι έλαβαν την απαιτούμενη ειδοποίηση πριν από την έκδοση των Διαταγμάτων και των Ενταλμάτων. Αντιθέτως, η πρώτη ειδοποίηση έφθασε σε αυτούς μετά την έκδοση των Ενταλμάτων, ήτοι στις 6/8/2026, δηλαδή τρεις ημέρες μετά την έκδοση του Διατάγματος 3/8/2026 και δύο ημέρες μετά την έκδοση του Εντάλματος 331/26.
Αποτελεί θέση των Αιτητών ότι το πρωτόδικο Δικαστήριο αναγνώρισε ότι δεν υπήρξε επίδοση της ειδοποίησης προς τους Αιτητές 2 και 4, αλλά θεώρησε ότι είχαν ενημερωθεί μέσω των δικηγόρων τους, χωρίς να υπάρχει οποιαδήποτε σχετική μαρτυρία. Έτσι, το Δικαστήριο επί της ουσίας μετέθεσε το βάρος απόδειξης που έφεραν οι Ενάγοντες, στους Αιτητές, να αποδείξουν ότι δεν είχαν ενημερωθεί και εν τέλει η προϋπόθεση κρίθηκε ικανοποιημένη από το Δικαστήριο με εικασία και όχι μαρτυρία.
Οι Αιτητές προβάλλουν ότι το πρωτόδικο Δικαστήριο ερμήνευσε εσφαλμένα τον Κανονισμό 52.1(1)(β), συγχέοντας την απουσία τυπικής απαίτησης επίδοσης με την απουσία απαίτησης απόδειξης ότι τα πρόσωπα σε πραγματική κατοχή έλαβαν γνώση. Το ότι ο Κανονισμός δεν απαιτεί επίδοση δεν απαλλάσσει από την ανάγκη μαρτυρίας περί πραγματικής λήψης ειδοποίησης, αντιθέτως, ελλείψει επίδοσης, αυτή ακριβώς η λήψη πρέπει να αποδειχθεί. Με τον τρόπο αυτό, όπως υποστηρίζουν οι Αιτητές, το Δικαστήριο όχι μόνο αφαίρεσε την απαίτηση επίδοσης, αλλά και την αντίστοιχη απαίτηση απόδειξης, μεταθέτοντας ουσιαστικά στους Αιτητές το βάρος να ανατρέψουν ένα συμπέρασμα που δεν είχε προηγουμένως αποδειχθεί.
Επιπλέον, αποτελεί θέση των Αιτητών ότι το πρωτόδικο Δικαστήριο ερμήνευσε τον όρο «διαδικασία» του Κανονισμού 52.1(1)(β) των Κ.Δ.Π. ως αναφερόμενο απλώς στην αρχική αγωγή και όχι στη διαδικασία έκδοσης του εντάλματος κατοχής και έκρινε την προϋπόθεση «ικανοποιημένη», ως χαρακτηριστικά τέθηκε από τους Αιτητές, επειδή αυτοί εμφανίστηκαν στην Αγωγή, ήγειραν ένσταση στην αίτηση για συνοπτική απόφαση και έλαβαν γνώση της Απόφασης ημερ. 2/4/2026 αυθημερόν. Ως εκ τούτου, με την ερμηνεία αυτή, η ειδική προϋπόθεση του Κανονισμού καθίσταται ουσιαστικά άνευ αντικειμένου, αφού κάθε εναγόμενος που είχε καταχωρίσει σημείωμα εμφάνισης θα θεωρείται αυτομάτως ότι πληροί την προϋπόθεση, καθώς είχε πάντοτε και εξ ορισμού ειδοποίηση.
Ο Κανονισμός 52.1(1)(β) αποσκοπεί, σύμφωνα με τους ισχυρισμούς των Αιτητών, να διασφαλίσει ότι ο κάτοχος θα έχει πραγματική ευκαιρία να προσφύγει στο Δικαστήριο πριν από την εκτέλεση του εντάλματος. Επομένως, απαιτεί γνώση της επικείμενης εκτέλεσης και της αίτησης για έκδοση εντάλματος, όχι απλώς γνώση της αγωγής ή της απόφασης.
Κατά συνέπεια, οι Αιτητές ισχυρίζονται ότι τα Διατάγματα εκδόθηκαν χωρίς να πληρείται η αναγκαία προϋπόθεση του Κανονισμού ως προς τους πραγματικούς κατόχους και διατηρήθηκαν σε ισχύ λόγω εσφαλμένης νομικής ερμηνείας, δηλαδή καθ' υπέρβαση της εξουσίας του Δικαστηρίου.
Η ουσία του ισχυρισμού των Αιτητών είναι ότι η προϋπόθεση του Κανονισμού 52.1(1)(β), η οποία αποτελεί αναγκαίο όρο για τη χορήγηση άδειας έκδοσης εντάλματος κατοχής, ουδέποτε αποδείχθηκε, με αποτέλεσμα να εγείρεται ζήτημα υπέρβασης εξουσίας.
Δεν συγκλίνω με την ως άνω τοποθέτηση.
Το κατώτερο Δικαστήριο, αξιολογώντας την ενώπιον του μαρτυρία και ερμηνεύοντας τη σχετική διάταξη, έκρινε ότι οι Αιτητές είχαν λάβει γνώση της σχετικής ειδοποίησης μέσω των δικηγόρων τους και, στη βάση αυτής της διαπίστωσης, θεώρησε ότι πληρείτο η προϋπόθεση του Κανονισμού. Το κατά πόσον η κρίση αυτή ήταν ορθή ή στηριζόταν σε επαρκές αποδεικτικό υλικό αφορά στην ορθότητα της απόφασης και όχι, κατ' αρχήν, ζήτημα έλλειψης ή υπέρβασης δικαιοδοσίας.
Όπως είναι νομολογημένο, «εκεί που το Δικαστήριο έχει δικαιοδοσία να αποφασίσει ένα ζήτημα, δε θεωρείται ότι έχει εξέλθει του πεδίου της δικαιοδοσίας του απλώς και μόνο γιατί παρεμπιπτόντως ερμήνευσε λανθασμένα ένα νομοθέτημα» (βλ. Αναφορικά με την Αίτηση του Γεώργιου Πολυκάρπου (1991) 1 Α.Α.Δ. 207).
Όπως λέχθηκε στην υπόθεση R. v. Minister of Health [1938] 4 All E.R. 32:
"Where the proceedings are regular upon their face and the magistrates had jurisdiction, the superior court will not grant the writ of certiorari on the ground that the court below has misconceived a point of law. When the court below has jurisdiction to decide a matter, it cannot be deemed to exceed or abuse its jurisdiction, merely because it incidentally misconstrues a statute .........."
Όλα τα ζητήματα που τέθηκαν από τους Αιτητές στο πλαίσιο του Πρώτου Λόγου αποτελούν αντικείμενο ελέγχου μέσω του ενδίκου μέσου της έφεσης και όχι της εξαιρετικής προνομιακής δικαιοδοσίας έκδοσης Certiorari, η οποία δεν μπορεί να λειτουργήσει ως υποκατάστατο της εφετειακής διαδικασίας. Όπως εύστοχα τέθηκε στην υπόθεση Αναφορικά με την Αίτηση του ΧΧΧ Πεππή Οφειλέτη/Χρεώστη για τη Χορήγηση Άδειας Καταχώρισης Εντάλματος Certiorari, Πολιτική Αίτηση Αρ. 68/2019, ημερ. 9/5/2019, ECLI:CY:AD:2019:D176:
«Είναι γνωστό ότι τα Προνομιακά Εντάλματα κατά προνόμιο δίδονται διότι αποτελούν εξαίρεση της φυσιολογικής πορείας των πραγμάτων που είναι η εξάντληση των άλλων διαθέσιμων ένδικων μέσων ή διαδικασιών ενώπιον του ίδιου του Δικαστηρίου που ανέλαβε εν πρώτοις τη διαδικασία. Η έφεση αποτελεί τον ορθόδοξο και κλασσικό τρόπο ελέγχου μιας δικαστικής απόφασης. Τα Προνομιακά Εντάλματα με πάγια νομολογία δεν έχουν σκοπό να υποκαταστήσουν την έφεση (Global Consolidator Public Ltd (2006) 1 A.A.Δ. 404).»
Παρόμοια ζητήματα εξετάστηκαν στην υπόθεση Αναφορικά με την Αίτηση των Pafico Ltd κ.ά., για Χορήγηση Άδειας Καταχώρισης Αίτησης για Έκδοση Προνομιακού Εντάλματος Certiorari, Πολιτική Έφεση Αρ. 1/2021, ημερ. 21/9/2021. Παραθέτω το σχετικό απόσπασμα:
«Σε πλήρη συμφωνία με το πρωτόδικο Δικαστήριο, καταλήγουμε ότι δεν επρόκειτο για περίπτωση υπέρβασης εξουσίας ή έκδηλης νομικής πλάνης από το κατώτερο Δικαστήριο. Ό,τι πραγματικά εγειρόταν ήταν κατά πόσο η απόφαση του κατώτερου Δικαστηρίου ήταν ορθή ή εσφαλμένη. Προς διαπίστωση τούτου, το ένδικο μέσο της έφεσης, όχι μόνο ήταν διαθέσιμο στους Εφεσείοντες, όπως ορθά υπέδειξε το πρωτόδικο Δικαστήριο, αλλά ήταν και η μόνη δικονομική οδός που θα μπορούσε να επιφέρει το επιθυμητό γι΄ αυτούς αποτέλεσμα.»
Μέσω του Δεύτερου Λόγου οι Αιτητές προβάλλουν ότι η επίδικη ενδιάμεση απόφαση χαρακτηρίζει το πραγματικό της υπόβαθρο ως «κοινό έδαφος», μολονότι, ως είναι η εισήγηση τους, περιλαμβάνει κρίσιμα πραγματικά περιστατικά προερχόμενα από εκθέσεις δικαστικών επιδοτών, οι οποίες ουδέποτε κοινοποιήθηκαν σ’ αυτούς ή στους δικηγόρους τους και δεν τέθηκαν ενώπιον τους κατά την ακρόαση ημερ. 4/9/2026.
Ο Δεύτερος Λόγος αφορά ισχυριζόμενη παραβίαση των κανόνων φυσικής δικαιοσύνης, καθόσον οι Αιτητές υποστηρίζουν ότι το κατώτερο Δικαστήριο στηρίχθηκε, κατά τη διαμόρφωση της κρίσης του, σε πραγματικά περιστατικά προερχόμενα από εκθέσεις δικαστικών επιδοτών, οι οποίες δεν είχαν γνωστοποιηθεί στους Αιτητές ούτε τέθηκαν ενώπιόν τους κατά την ακρόαση.
Ως προκύπτει από την υπό έλεγχο Απόφαση και στο πλαίσιο εξέτασης των αιτιάσεων των Αιτητών αναφορικά με το Διάταγμα υποκατάστατης επίδοσης, το κατώτερο Δικαστήριο με βάση το ενώπιον του υλικό, συμπεριλαμβανομένων και των εκθέσεων των δικαστικών επιδοτών προς τον Πρωτοκολλητή αναφορικά με τις προσπάθειες επίδοσης στις 9/7/2026, 23/7/2026 και 6/8/2026, διαμόρφωσε την κρίση του.
Εν προκειμένω, το παράπονο των Αιτητών αναφορικά με ισχυριζόμενη παραβίαση κανόνων φυσικής δικαιοσύνης δεν μπορεί να υιοθετηθεί. Αντιθέτως, απολήγει προσχηματικό καθότι αφορά, στην πραγματικότητα και ουσιαστικά, τον τρόπο με τον οποίο το κατώτερο Δικαστήριο διαμόρφωσε την πραγματική του κρίση και αξιολόγησε το ενώπιόν του υλικό, καθώς και τα συμπεράσματα στα οποία κατέληξε αναφορικά με τη γνώση και τη συμπεριφορά των Αιτητών. Τυχόν εσφαλμένη εκτίμηση της αποδεικτικής αξίας του υλικού ή εσφαλμένο συμπέρασμα που εξήχθη από αυτό δεν συνιστά, αφ’ εαυτού, υπέρβαση ή έλλειψη δικαιοδοσίας ούτε μετατρέπει την προσβαλλόμενη απόφαση σε απόφαση στερούμενης νομιμότητας. Η προνομιακή δικαιοδοσία δεν αποσκοπεί στον έλεγχο της ορθότητας της δικαστικής κρίσης, ούτε στην επανεκτίμηση των πραγματικών δεδομένων, αλλά στον έλεγχο της νομιμότητας της διαδικασίας και της απόφασης.
Στο πλαίσιο του Τρίτου Λόγου οι Αιτητές προβάλλουν ότι με την επίδικη Αίτηση Παραμερισμού προβλήθηκαν ουσιώδεις λόγοι ακυρότητας της μονομερούς Αίτησης, ημερ. 9/4/2026 και του αντίστοιχου Διατάγματος, ημερ, 28/4/2026, οι οποίοι δεν εξετάστηκαν.
Επί τούτου οι Αιτητές προβάλλουν ότι η μονομερής αίτηση δεν στηριζόταν σε παραδεκτή και επαρκή μαρτυρία, καθότι η ένορκη δήλωση προερχόταν από δικηγόρο χωρίς προσωπική γνώση των κρίσιμων γεγονότων και χωρίς αναφορά στην πηγή της πληροφόρησής του, γεγονός ιδιαίτερα σημαντικό δεδομένου του μονομερούς χαρακτήρα της διαδικασίας. Περαιτέρω, η επίκληση του σημειώματος του ιδιώτη επιδότη δεν συνιστούσε επαρκή μαρτυρία ότι έγιναν οι αναγκαίες προσπάθειες προσωπικής επίδοσης. Επιπλέον ότι, κατά τη μονομερή διαδικασία, δεν αποκαλύφθηκαν ουσιώδη πραγματικά περιστατικά τα οποία θα μπορούσαν να επηρεάσουν την κρίση του Δικαστηρίου.
Ήταν δε η τοποθέτηση τους ότι το κατώτερο Δικαστήριο δεν εξέτασε τα πιο πάνω και ότι εφάρμοσε εσφαλμένα το κριτήριο ότι απαιτούνταν «νέα, ουσιαστικά, δεδομένα ή γεγονότα» για την ανατροπή της αρχικής κρίσης, ενώ, σύμφωνα με τη θέση των Αιτητών, η διαδικασία του Κανονισμού 23.14[1] αποσκοπεί ακριβώς στην παροχή, για πρώτη φορά, ακρόασης στο πρόσωπο που επηρεάζεται από μονομερές διάταγμα. Ως εκ τούτου, με βάση τη σχετική εισήγηση, αντί να εξετάσει εξ υπαρχής τους προβαλλόμενους λόγους ακυρότητας, το Δικαστήριο περιορίστηκε να επικυρώσει την αρχική κρίση.
Επιπλέον οι Αιτητές υποστήριξαν ότι η άρνηση, από το κατώτερο Δικαστήριο, άσκησης δικαιοδοσίας επεκτάθηκε και στην εξέταση της Αίτησης ημερ. 30/7/2026 για έκδοση εντάλματος ανάκτησης κατοχής, με το σκεπτικό ότι το ζήτημα είχε ήδη κριθεί από άλλη σύνθεση του Δικαστηρίου. Κατά την άποψή τους, ο Κανονισμός 23.14 παρείχε στο κατώτερο Δικαστήριο που επιλήφθηκε της Αίτησης Παραμερισμού την αρμοδιότητα να εξετάσει και το ζήτημα αυτό.
Οι πιο πάνω τοποθετήσεις από μέρους των Αιτητών καταδεικνύουν, κατά την κρίση μου, πως και με τον Τρίτο Λόγο ό,τι αμφισβητείται αφορά στην ορθότητα της προσέγγισης και της κρίσης του κατώτερου Δικαστηρίου κατά την εξέταση της Αίτησης Παραμερισμού. Το κατώτερο Δικαστήριο είχε αναμφίβολα δικαιοδοσία να επιληφθεί της επίδικης Αίτησης και να αποφασίσει κατά πόσο συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις του Κανονισμού 23.14. Το γεγονός ότι οι Αιτητές διαφωνούν με τον τρόπο με τον οποίο το Δικαστήριο ερμήνευσε και εφάρμοσε τις σχετικές δικονομικές διατάξεις ή με την αξιολόγηση στην οποία προέβη επί των ενώπιον του στοιχείων, δεν καθιστά την απόφαση του απόφαση εκδοθείσα καθ’ υπέρβαση ή ελλείψει δικαιοδοσίας.
Με τον Τέταρτο Λόγο, οι Αιτητές επικαλούνται κατάχρηση της διαδικασίας ως προς την Αίτηση υποκατάστατης επίδοσης υποστηρίζοντας ότι η μονομερής αίτηση στηρίχθηκε σε ανεπαρκή μαρτυρική βάση και ότι δεν αποκαλύφθηκαν ουσιώδη γεγονότα τα οποία ήταν ικανά να επηρεάσουν την κρίση του Δικαστηρίου, ζήτημα το οποίο, κατά το επιχείρημα των Αιτητών, δεν εξετάσθηκε στην προσβαλλόμενη Απόφαση.
Είναι πρόδηλο πως μέσω των πιο πάνω αιτιάσεων ό,τι επιδιώκεται από μέρους των Αιτητών είναι η επανεξέταση του τρόπου με τον οποίο το κατώτερο Δικαστήριο αξιολόγησε τα ενώπιον του δεδομένα και κατέληξε στα συμπεράσματά του. Τέτοια επανεκτίμηση εκφεύγει του πλαισίου της προνομιακής θεραπείας.
Με τον Πέμπτο Λόγο οι Αιτητές προσβάλλουν το εύρημα του κατώτερου Δικαστηρίου ότι το μέρος της Αίτησης Παραμερισμού που αφορούσε το Διάταγμα ημερομηνίας 28/4/2026 ήταν εκπρόθεσμο αφού, ως προβάλλουν, ο Κανονισμός 23.14(3)[2] συνδέει την έναρξη της δεκαήμερης προθεσμίας με την επίδοση του ίδιου του διατάγματος. Υποστηρίζουν, ειδικότερα, ότι, σύμφωνα με τον Κανονισμό 23.14(3) Κ.Π.Δ., η 10ήμερη προθεσμία αρχίζει από την επίδοση του επίδικου διατάγματος στο πρόσωπο που υποβάλλει την αίτηση και ότι, στην προσβαλλόμενη Απόφαση, δεν διαπιστώνεται επίδοση του συγκεκριμένου Διατάγματος σε οποιοδήποτε από τους Αιτητές.
Όπως διατυπώνεται εν προκειμένω ο Λόγος, δεν φαίνεται να αποκαλύπτεται ζήτημα που εμπίπτει στο πεδίο της προνομιακής δικαιοδοσίας του Ανωτάτου Δικαστηρίου. Το κατώτερο Δικαστήριο είχε δικαιοδοσία να επιληφθεί της Αίτησης Παραμερισμού και να αποφασίσει κατά πόσο αυτή υποβλήθηκε εμπρόθεσμα. Το κατά πόσο τα πραγματικά περιστατικά που τέθηκαν ενώπιόν του δικαιολογούσαν το σχετικό συμπέρασμα και, ειδικότερα, το κατά πόσο από το σύνολο των ενώπιον του στοιχείων προκύπτει ότι η επίδοση ή η γνώση είναι ικανή να επηρεάσει την έναρξη της σχετικής προθεσμίας, αφορά κατ’ ουσία την ορθότητα της κρίσης του ιδίου του κατώτερου Δικαστηρίου.
Επιπλέον, οι Αιτητές προβάλλουν ότι παρέμειναν αναποφάσιστα τα αιτήματα αναστολής της εκτέλεσης, μολονότι η εκτέλεση ήταν προγραμματισμένη για την επομένη της έκδοσης της επίδικης Απόφασης. Κατά συνέπεια, ουσιώδη αιτήματα των Αιτητών δεν έλαβαν δικαστική κρίση ή αιτιολογημένη απάντηση.
Σε ό,τι αφορά τα πιο πάνω αρκεί να σημειώσω ότι τυχόν παράλειψη να δοθεί η θεραπεία που ζητήθηκε ή να εξεταστεί κατά τον τρόπο που οι Αιτητές θεωρούν ορθό δεν μετατρέπει, χωρίς άλλο, την απόφαση σε απόφαση εκδοθείσα καθ’ υπέρβαση δικαιοδοσίας. Εφόσον το κατώτερο Δικαστήριο είχε δικαιοδοσία να επιληφθεί των αιτημάτων, ο τρόπος με τον οποίο άσκησε τη σχετική εξουσία του δεν υπόκειται, κατά κανόνα, σε έλεγχο με Προνομιακό Ένταλμα Certiorari, αλλά ελέγχεται ως προς την ορθότητα της με το ένδικο μέσο της έφεσης (βλ. Αίτηση της Μουστερή κ.ά., Πολιτική Αίτηση Αρ. 150/2017, ημερ. 24/10/2017, ECLI:CY:AD:2017:D367, Αίτηση της Content Union S.A., Πολιτική Αίτηση Αρ. 64/2018, ημερ. 11/6/2018, ECLI:CY:AD:2018:D286 και Αίτηση Γενικού Εισαγγελέα, Πολιτική Αίτηση Αρ. 24/2020, ημερ. 10/3/2020, ECLI:CY:AD:2020:D96).
Ανάλογη είναι η κατάληξη και ως προς την θέση των Αιτητών ότι η επίδικη Απόφαση εφαρμόζει αντιφατικά το κριτήριο της γνώσης. Τέτοια θέση προϋποθέτει κατ’ ουσίαν την επανεξέταση του τρόπου με τον οποίο το κατώτερο Δικαστήριο αξιολόγησε τα ενώπιον του δεδομένα και κατέληξε στα συμπεράσματά του.
Είναι πρόδηλο ότι μέσω της προβολής της υπέρβασης και/ή έλλειψης εξουσίας και/ή δικαιοδοσίας και/ή παραβίασης των κανόνων φυσικής δικαιοσύνης, ό,τι εν προκειμένω επιδιώκεται είναι ο έλεγχος της ορθότητας της Απόφασης του κατώτερου Δικαστηρίου. Τα όσα οι Αιτητές επικαλούνται, με κάθε σεβασμό, δεν στοιχειοθετούν ούτε για σκοπούς παροχής άδειας ότι το κατώτερο Δικαστήριο ενήργησε καθ' υπέρβαση δικαιοδοσίας ή κατά άλλο τρόπο που να καθιστά την απόφαση του ελεγχόμενη ως προς τη νομιμότητα της. Όσα αποδίδονται στην υπό κρίση Απόφαση, ακόμη και αν αξιολογούνταν ως σφάλματα, θα αποτελούσαν νομικά σφάλματα που θα καθιστούσαν την απόφαση του μη ορθή, ελεγχόμενη στο τέλος με έφεση. Δεν θα συνιστούσε, όμως, ακόμη και αν το κατώτερο Δικαστήριο είχε ασκήσει εσφαλμένα την κρίση του, απόφαση η οποία στερείτο νομιμότητας.
Εκείνο το οποίο στην πραγματικότητα επιδιώκεται υπό τον μανδύα της προνομιακής θεραπείας είναι ο έλεγχος της ορθότητας της Απόφασης και αντικατάσταση της κρίσης που είτε ορθά, είτε λανθασμένα διαμόρφωσε το κατώτερο Δικαστήριο και όχι έλεγχος της νομιμότητάς της.
Εν ολίγοις στην προκείμενη περίπτωση οι Αιτητές, αφού έθεσαν τις θέσεις και ισχυρισμούς τους ενώπιον του κατώτερου Δικαστηρίου στο πλαίσιο του διαδικαστικού μηχανισμού που προσφέρεται από τον Κανονισμό 23.14 των Κ.Δ.Π., το κατώτερο Δικαστήριο, ενεργώντας πάντα στο πλαίσιο των αρμοδιοτήτων του, δίνοντας λόγο και αιτιολογία για την κατάληξή του εξέδωσε την προσβαλλόμενη Απόφαση του απορρίπτοντας την αιτούμενη θεραπεία.
Ακόμη κι αν ήθελε γίνει δεκτό ότι στην παρούσα υπόθεση εγείρετο εκ πρώτης όψεως συζητήσιμο θέμα, η θεραπεία που οι Αιτητές επιδιώκουν καταδεικνύει το ατελέσφορο της επιλεγείσας διαδικασίας. Τυχόν επιτυχία της παρούσας Αίτησης και ακύρωση της προσβαλλόμενης Απόφασης δεν θα μπορούσε να επιφέρει το ουσιαστικό αποτέλεσμα που επιδιώκουν οι Αιτητές, καθόσον το Προνομιακό Ένταλμα Certiorari, ως αμιγώς ακυρωτική θεραπεία, δεν παρέχει δυνατότητα υποκατάστασης ή τροποποίησης της επίδικης Απόφασης. Τη σχετική εξουσία παρέχει, στην κατάλληλη περίπτωση, το Εφετείο, δυνάμει του Άρθρου 25(3) του περί Δικαστηρίων Νόμου του 1960 (Ν.14/1960). (Βλ. Αναφορικά με την αίτηση των PACIFICO LTD κ.ά., Πολιτική Έφεση Αρ. 1/2021, ημερ. 21/9/2021).
Στη βάση των πιο πάνω, δεν έχω ικανοποιηθεί ότι υπάρχει εκ πρώτης όψεως υπόθεση και/ή συζητήσιμο θέμα. Ούτε έχω ικανοποιηθεί ότι οι Αιτητές με τα όσα έχουν πιο πάνω αναφέρει και με δεδομένη τη δυνατότητα έφεσης, έχουν καταδείξει την ύπαρξη εξαιρετικών περιστάσεων που να δικαιολογούν τη χορήγηση της αιτούμενης άδειας.
Ως εκ τούτου, η υπό κρίση Αίτηση απορρίπτεται.
Λ. ΔΗΜΗΤΡΙΑΔΟΥ-ΑΝΔΡΕΟΥ, Δ.
[1] 23.14. Αίτηση παραμερισμού ή διαφοροποίησης διατάγματος το οποίο εκδίδεται χωρίς ειδοποίηση
(1) Οποιοσδήποτε διάδικος ή πρόσωπο επηρεάζεται από διάταγμα το οποίο εκδόθηκε σε αίτηση η οποία δεν του επιδόθηκε πριν από την έκδοση του διατάγματος, δύναται να αιτηθεί τον παραμερισμό ή τη διαφοροποίηση του διατάγματος.
[2] «Εκτός αν το δικαστήριο διατάξει διαφορετικά, αίτηση, δυνάμει του παρόντος κανονισμού πρέπει να υποβάλλεται εντός 10 ημερών από την ημερομηνία επίδοσης του διατάγματος στο πρόσωπο το οποίο υποβάλλει την αίτηση.»
cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο