ΑΝΩΤΑΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΚΥΠΡΟΥ
ΔΕΥΤΕΡΟΒΑΘΜΙΑ ΔΙΚΑΙΟΔΟΣΙΑ
(Πολιτική Έφεση αρ. 209/2017)
22 Σεπτεμβρίου 2026
[ΔΗΜΗΤΡΙΑΔΟΥ-ΑΝΔΡΕΟΥ, ΔΑΥΙΔ, ΠΑΝΑΓΙΩΤΟΥ, Δ/στές]
Μαργαρίτα Κέρμανου
Εφεσείουσα,
ν.
1. Μαρία Γ. Κουτσόφτα
2. Αντρούλλα Κουτσόφτα
3. Θεοδώρα Κουτσόφτα
4. G. Koutsoftas Developers Ltd
Εφεσίβλητες.
Γιώργος Παναγίδης για Χρίστος Πατσαλίδης Δ.Ε.Π.Ε για την εφεσείουσα.
Αδάμος Χατζηχριστοδούλου για Αδάμος Χατζηχριστοδούλου & Σία Δ.Ε.Π.Ε. για εφεσίβλητες.
ΔΗΜΗΤΡΙΑΔΟΥ-ΑΝΔΡΕΟΥ, Δ: Η απόφαση του Δικαστηρίου είναι ομόφωνη και θα απαγγελθεί από τον Δικαστή Παναγιώτου.
Α Π Ο Φ Α Σ Η
Παναγιώτου, Δ.: Με την παρούσα έφεση αμφισβητείται η απόφαση του Επαρχιακού Δικαστηρίου Αμμοχώστου (το πρωτόδικο Δικαστήριο), με την οποία απορρίφθηκε η απαίτηση της εφεσείουσας και έγινε μερικώς αποδεκτή η ανταπαίτηση των εφεσιβλήτων.
Για να γίνουν κατανοητά τα επίδικα θέματα της υπόθεσης, χρήζει στο στάδιο αυτό μια συνοπτική παράθεση των εκατέρωθεν θέσεων των διαδίκων, όπως εμφαίνονται στα δικόγραφα της πρωτόδικης διαδικασίας.
Είναι παραδεκτό ότι η εφεσείουσα είναι η εγγεγραμμένη ιδιοκτήτρια του τεμαχίου 137 στο χωρίο Λιοπέτρι της επαρχίας Αμμοχώστου, δυνάμει δωρεάς από τον πατέρα της. Στο εν λόγω τεμάχιο έχει ανεγερθεί η κατοικία στην οποία διαμένει με την οικογένεια της. Είναι επίσης παραδεκτό ότι η εφεσίβλητη 1 μέχρι και την 29/05/2012, ήταν η εγγεγραμμένη ιδιοκτήτρια του όμορου τεμαχίου 380, επίσης δυνάμει δωρεάς από τον πατέρα της, το οποίο μεταβίβασε δια δωρεάς στις θυγατέρες της, εφεσίβλητες 2 και 3, από 1/2 εξ αδιαιρέτου μερίδιο. Η εφεσίβλητη 4 εταιρεία, που ελέγχεται από την οικογένεια των εφεσιβλήτων, είναι κάτοχος του εν λόγω τεμαχίου 380 ιδιοκτησίας των εφεσιβλήτων 2 και 3, την οποία χρησιμοποιεί ως γραφείο για εξυπηρέτηση των επαγγελματικών της δραστηριοτήτων.
Η εφεσείουσα ισχυρίστηκε ότι οι εφεσίβλητες επεμβαίνουν παράνομα σε μέρος του τεμαχίου 137 ιδιοκτησίας της, το οποίο και προσπαθούν να ιδιοποιηθούν. Παρά το γεγονός ότι, η εφεσείουσα, για χρόνια, προς αποφυγή «προστριβών», ανεχόταν τις παράνομες ενέργειες των εφεσιβλήτων, ισχυρίζεται ότι ουδέποτε αποποιήθηκε τα ιδιοκτησιακά της δικαιώματα αναφορικά με το τεμάχιο 137.
Η κατ’ ισχυρισμόν επέμβαση αφορά σε λωρίδα γης του τεμαχίου 137, το οποίο χρησιμοποιούν οι εφεσίβλητες για να εισέρχονται σε γκαράζ που έχει ανεγερθεί εντός της ακίνητης ιδιοκτησίας τους στο τεμάχιο 380, το οποίο όμως επεκτείνεται σύμφωνα με την εφεσείουσα, και σε μέρος της ιδιοκτησίας της, στο τεμάχιο 137.
Η εφεσείουσα ισχυρίστηκε επίσης ότι εντός της πιο πάνω ακίνητης ιδιοκτησίας της στο τεμάχιο 137, έχουν ανεγερθεί από τις εφεσίβλητες παράνομα, και διάφορα άλλα κτίσματα, περιλαμβανομένου και ενός περιτοιχίσματος, το οποίο οι εφεσίβλητες επικαλούνται ως σήμανση του συνόρου των ακινήτων, παρά το γεγονός των αντίθετων υποδείξεων και αποφάσεων του Διευθυντή του Τμήματος Κτηματολογίου και Χωρομετρίας.
Ως εκ των πιο πάνω, η εφεσείουσα ζήτησε πρωτοδίκως με την αγωγή της, την άρση της κατ’ ισχυρισμό προαναφερόμενης παράνομης επέμβασης, κατεδάφιση του περιτειχίσματος, καθώς και αποζημιώσεις για ενδιάμεσα οφέλη μέχρι την άρση της παράνομης επέμβασης.
Οι εφεσίβλητες με την υπεράσπιση τους αρνήθηκαν την απαίτηση της εφεσείουσας για παράνομη επέμβαση στην ακίνητη ιδιοκτησία της. Η θέση τους ως προς τα γεγονότα της υπόθεσης είναι συνοπτικά η εξής:
1. Ο Κέρμανου που είναι ο πατέρας της εφεσείουσας και παππούς της εφεσίβλητης 1, ήταν ιδιοκτήτης αμφότερων των πιο πάνω τεμαχίων 380 και 137 στο χωριό Λιοπέτρι της Επαρχίας Αμμοχώστου.
2. Κατά ή περί το έτος 1972, ο Κέρμανου, έκτισε σε μέρος του τεμαχίου 137, το σπίτι της εφεσείουσας (θυγατέρας του), που τότε ήταν αρραβωνιασμένη και ο ίδιος χρειάστηκε χρήματα για να μπορέσει να το αποπερατώσει.
3. Με προφορική συμφωνία, κατά ή περί το έτος 1972, ο Κέρμανου πώλησε στον πατέρα της εφεσίβλητης 1, Γεώργιο Βασίλη (που ήταν γαμπρός του, δηλαδή σύζυγος της άλλης θυγατέρας του) μέρος στην ανατολική πλευρά του τεμαχίου 380, εμβαδού 516 τ.μ. και μέρος στην νότια πλευρά του τεμαχίου 137 εμβαδού 85 τ.μ., ήτοι συνολικού εμβαδού 600 τ.μ., το οποίο είχε κανονικό τετράγωνο σχήμα.
4. Κατά ή περί τον Νοέμβριο του έτους 1973, ο Βασίλη, με την συγκατάθεση του πεθερού του, Κέρμανου, που ήταν ο εγγεγραμμένος ιδιοκτήτης, άρχισε την ανέγερση επί του ανωτέρω μέρους που αγόρασε από τον πεθερό του, μιας κατοικίας που προόριζε για την εφεσίβλητη 1 (θυγατέρα του), που τότε ήταν ελεύθερη.
5. Η ανέγερση της κατοικίας της εφεσίβλητης 1 από τον Βασίλη, ολοκληρώθηκε κατά ή περί το έτος 1976. Αμέσως μετά την ανέγερση της εν λόγω κατοικίας, ο Βασίλη, ανήγειρε και το περιτοίχισμα στα σύνορα του μέρους που είχε αγοράσει ως προαναφέρθηκε από τον πεθερό του (που είχε περίπου έκταση ενός οικοπέδου). Το εν λόγω περιτοίχισμα, που υπάρχει μέχρι σήμερα, οικοδομήθηκε στη θέση που του υπόδειξε ο πεθερός του, στην παρουσία της εφεσίβλητης 1, και περιλαμβάνει μέρος στην νότια πλευρά του τεμαχίου 137, εμβαδού 85 τ.μ. περίπου, η οποία είναι η λωρίδα γης που διεκδικεί σήμερα η εφεσείουσα.
6. Περαιτέρω, κατά ή περί τον ίδιο χρόνο που ανήγειρε το περιτοίχισμα, ο πατέρας της εφεσίβλητης 1, με την συγκατάθεση του πεθερού του, ανήγειρε και γκαράζ εφαπτόμενο του περιτοιχίσματος στο βόρειο μέρος της προαναφερόμενης έκτασης που είχε αγοράσει από τον πεθερό του, δυνάμει αδείας οικοδομής με αρ. 00141 ημερομηνίας 17/03/1976.
7. Κατά ή περί το έτος 1979, ο Κέρμανου, μεταβίβασε διά δωρεάς, με τις Δηλώσεις Καταθέσεως Συμβάσεως του Επαρχιακού Κτηματολογίου Αμμοχώστου με αρ. Σ.Δ.Δ. 834/79 και Σ.Δ.Δ. 835/79 αντίστοιχα, στην μεν εφεσείουσα θυγατέρα του, μέρος του τεμαχίου 137 και στην εφεσίβλητη 1 εγγονή του, μέρος του τεμαχίου 380 στα οποία είχαν ήδη οικοδομηθεί οι κατοικίες τους.
8. Το μέρος του τεμαχίου 380 που απόκτησε η εφεσίβλητη 1, φέρει νέο αριθμό τεμαχίου 131, τμήμα 11, σχέδιο 1-[ ]-3755 και αριθμό εγγραφής 3147 και το μέρος του τεμαχίου 137 που μεταβιβάστηκε στην εφεσείουσα, φέρει νέο αριθμό τεμαχίου 129, τμήμα 11, σχέδιο 1-[ ]-3755, αμφότερα στο χωριό Λιοπέτρι.
9. Με τις προαναφερόμενες μεταβιβάσεις διά δωρεάς, μεταβιβάστηκαν στην εφεσείουσα και εφεσίβλητη 1 αντίστοιχα, όλα τα δικαιώματα και υποχρεώσεις του δικαιοπάροχου Κέρμανου.
10. Παρόλο που το υφιστάμενο περιτοίχισμα τοποθετήθηκε στην θέση που υφίσταται μέχρι σήμερα, εντούτοις, το προαναφερόμενο νότιο μέρος του παλαιού τεμαχίου 137 που περιλαμβανόταν στην έκταση που είχε αγοράσει ο πατέρας της εφεσίβλητης 1, Βασίλη, δεν διαχωρίστηκε ώστε να ενσωματωθεί με το τεμάχιο 380.
11. Από το έτος 1976 που η εφεσίβλητη 1 κατοίκησε στην οικογενειακή της κατοικία που ανήγειρε ο πατέρας της Βασίλη επί της προαναφερόμενης έκτασης γης, που μεταγενέστερα κατά το έτος 1979 της μεταβίβασε διά δωρεάς ο παππούς της Κέρμανου, κατείχε συνεχώς, ανενόχλητα και αδιαφιλονίκητα το προαναφερόμενο μέρος στην νότια πλευρά του τεμαχίου 137, που αποτελεί μέρος της έκτασης που είχε αγοράσει ο πατέρας της από τον Κέρμανου, από το έτος 1972.
12. Η ανωτέρω συνεχής, ανενόχλητη και αδιαφιλονίκητη κατοχή του αγορασθέντος ως προαναφέρθηκε μέρους από την εφεσίβλητη 1 και την οικογένεια της, συνεχίστηκε μέχρι, ή και περί, τις αρχές του έτους 2010, όταν λειτουργοί του Κτηματολογίου που επισκέφθηκαν την περιοχή Λιοπετρίου κατά την ετοιμασία των νέων σχεδίων που ήταν υπό εξέλιξη, πληροφόρησαν την εφεσείουσα, ότι, η ανωτέρω επίδικη λωρίδα γης συμπεριλαμβανόταν στο τεμάχιο 137 και στον τίτλο που ήταν εγγεγραμμένος στο όνομα της. Αυτό έγινε, χωρίς να γνωρίζουν τη συμφωνία του 1972 μεταξύ Κέρμανου και Βασίλη, λόγω του ότι δεν είχε καταχωρηθεί οποιαδήποτε αίτηση για διαχωρισμό, και επομένως δεν υπήρχε οποιαδήποτε σχετική πληροφορία στα κτηματικά μητρώα.
13. Το γεγονός αυτό, έδωσε αφορμή στην εφεσείουσα, που, μέχρι τότε, ουδεμία αξίωση είχε προβάλει, να αρχίσει να διεκδικεί το ανωτέρω μέρος του τεμαχίου 137. Ως αποτέλεσμα, η εφεσίβλητη 1, καταχώρισε εναντίον της εφεσείουσας την αγωγή 1187/2010 του Ε.Δ Αμμοχώστου, η οποία, κατά ή περί τις 19/06/2014, απορρίφθηκε προδικαστικά από το Δικαστήριο χωρίς να εξεταστεί η ουσία της αξίωσης για λόγους μη συμπερίληψης όλων των αναγκαίων διαδίκων στην αγωγή.
14. Ακολούθησε η καταχώριση της υπό κρίση πρωτόδικης διαδικασίας από την εφεσείουσα η οποία επικαλείται παράνομη επέμβαση στο ακίνητο της από τις εφεσίβλητες.
Είναι περαιτέρω η θέση των εφεσιβλήτων ότι, δυνάμει των αρχών του δικαίου της επιείκειας, τα δικαιώματα επί του προαναφερόμενου, αγορασθέντος από το 1972, μέρους του τεμαχίου 137, μεταφέρθηκαν στο όνομα της εφεσίβλητης 1 και στην συνέχεια στα ονόματα των εφεσιβλήτων 2 και 3 δυνάμει δωρεάν μεταβιβάσεων που έγιναν από την εφεσίβλητη 1.
Είναι τέλος η θέση των εφεσιβλήτων ότι, δυνάμει των ίδιων αρχών του δικαίου της επιείκειας, η εφεσείουσα, ως δια δωρεάς δικαιοδόχος και έχοντας πλήρη επίγνωση της ανωτέρω πώλησης του μέρους του τεμαχίου 137 από το έτος 1972, διαδέχθηκε στον τίτλο του κτήματος όλες τις υποχρεώσεις του δικαιοπαρόχου πατέρα της, Κέρμανου, και, επομένως, είναι ορθό και δίκαιο να μεταβιβάσει και εγγράψει στα ονόματα των εφεσιβλήτων 2 και 3, ως των σημερινών διαδόχων στο ανωτέρω κτήμα, το πωληθέν, ως προαναφέρθηκε, μέρος του τεμαχίου 137.
Ως εκ των πιο πάνω, με την ανταπαίτηση τους, οι εφεσίβλητες αιτήθηκαν πρωτοδίκως, δήλωση του Δικαστηρίου ότι το μέρος νότια του υφιστάμενου περιτοιχίσματος εμβαδού 85 τ.μ. στο τεμάχιο 129, κατέχεται νόμιμα και ανήκει στις εφεσίβλητες 2 και 3, δυνάμει των αρχών του δικαίου της Επιείκειας.
Οι εφεσίβλητες ζήτησαν επίσης διάταγμα που να διατάσσει την εφεσείουσα όπως εντός 30 ημερών από την επίδοση, μεταβιβάσει στις εφεσίβλητες 2 και 3 το πιο πάνω μέρος του τεμαχίου 129, ως αγορασθέν για το ποσό των £1,000 (ή €1,708) κατά το έτος 1972. Διαζευκτικά οι εφεσίβλητες ζήτησαν με την ανταπαίτηση τους, διάταγμα για αναγνώριση και εγγραφή δικαιώματος κατοχής, χρήσης και διόδου στο πιο πάνω μέρος του νέου τεμαχίου 129 όπως διαμορφώθηκε, δυνάμει εχθρικής κατοχής από την εφεσίβλητη 1 για περίοδο άνω των 30 ετών.
Η εφεσείουσα με την υπεράσπιση της στην ανταπαίτηση, αρνήθηκε τον ισχυρισμό των εφεσιβλήτων ότι, κατά το 1972 με προφορική συμφωνία, ο Κέρμανου πώλησε στον πατέρα της εφεσίβλητης 1, Βασίλη, μέρος της ανατολικής πλευρά του τεμαχίου 380, εμβαδού 516 τ.μ. και μέρος στην νότια πλευρά του τεμαχίου 137 εμβαδού 85 τ.μ., ήτοι συνολικού εμβαδού περίπου 600 τ.μ.
Ισχυρίστηκε επιπλέον ότι σε κάθε περίπτωση, η εν λόγω έκταση γης δεν συμπεριλαμβανόταν στην οποιαδήποτε συμφωνία και συνεννόηση μεταξύ των γονέων των διαδίκων. Αυτός ήταν και ο λόγος που, κατά τις μεταβιβάσεις των ακινήτων που έλαβαν χώρα μεταγενέστερα, τα κτήματα μεταβιβάστηκαν στην εφεσείουσα και την εφεσίβλητη 1 ως έχουν σήμερα µε βάση την σημερινή αποτύπωση της νομικής κατάστασης επί των τίτλων ιδιοκτησίας και των κτηματικών σχεδίων.
Η εφεσείουσα ισχυρίστηκε επιπλέον, ότι η εν λόγω περίφραξη, παρά το γεγονός ότι ήταν πάντοτε γνωστή, τόσο στους διαδίκους, όσο και στις αρμόδιες κτηματολογικές αρχές, ουδέποτε ελήφθη υπόψη ως διαχωριστική γραμμή. Ούτε κατά τις πράξεις μεταβίβασης Σ.Δ.Δ. 834 και 835/79 ελήφθη υπόψη ως διαχωριστικό σημείο και/ή σύνορο μεταξύ των κτημάτων των διαδίκων. Αντιθέτως, τόσο αυτή, όσο και η επίδικη λωρίδα γης, συμπεριλήφθηκαν εντός του τεμαχίου της εφεσείουσας, πράγμα που ήταν γνωστό στην εφεσίβλητη 1 και στον πατέρα της, Βασίλη, τουλάχιστον από το 1979, χωρίς να προβάλουν, για δεκαετίες, οποιοδήποτε παράπονο για αυτό.
Στην πρωτόδικη διαδικασία, για την εφεσείουσα – ενάγουσα, εκτός από την ίδια (Μ.Ε.1), κατέθεσε ο σύζυγος της (Μ.Ε.2) καθώς και ένας τοπογράφος μηχανικός (Μ.Ε.3). Για τις εφεσίβλητες – εναγόμενες κατέθεσαν η εφεσίβλητη 1 (Μ.Υ.1) και ο πατέρας της Νικόλα Βασίλη (Μ.Υ.2).
Δυνάμει της Δ.30, κ.5((1), (2), (5) και κ.6 των Κανονισμών Πολιτικής Δικονομίας, η ακρόαση της υπόθεσης, διεξήχθη στην βάση ενόρκων δηλώσεων που κατέθεσαν οι πιο πάνω μάρτυρες. Σημειώνεται όμως, ότι, κατόπιν υποβολής σχετικού αιτήματος από πλευράς εφεσιβλήτων, δυνάμει της Δ.30 κ.7, εγκρίθηκε από το πρωτόδικο Δικαστήριο και έλαβε χώρα, η αντεξέταση των μαρτύρων που κατέθεσαν για την υπόθεση της εφεσείουσας.
Το πρωτόδικο Δικαστήριο αφού σημειώνει ότι ως προς τα γεγονότα της υπόθεσης, οι διάδικοι παρουσίασαν μία εντελώς διαφορετική εκδοχή, προχώρησε στην αξιολόγηση της δοθείσας μαρτυρίας με παραπομπή και στις σχετικές νομολογιακές αρχές.
Ως αποτέλεσμα της αξιολόγησης, το πρωτόδικο Δικαστήριο αποδέχθηκε την μαρτυρία του τοπογράφου μηχανικού (Μ.Ε.3) ως προς την διαπίστωση του ότι σύμφωνα με το τοπογραφικό σχέδιο, συγκεκριμένες κατασκευές, οι οποίες του υποδείχτηκαν από την εφεσείουσα ότι ανεγέρθηκαν από τρίτους, βρίσκονται εντός του τεμαχίου 137 ιδιοκτησίας της. Εξ’ άλλου όπως το ίδιο το πρωτόδικο Δικαστήριο σημειώνει, το γεγονός αυτό δεν αμφισβητήθηκε από τις εφεσίβλητες.
Αντιθέτως, η μαρτυρία της εφεσείουσας και του συζύγου της (Μ.Ε.1 και Μ.Ε.2), απορρίφθηκε στο σύνολό της ως αναξιόπιστη. Το πρωτόδικο Δικαστήριο αναφέρει μια σειρά από λόγους γιατί η εν λόγω μαρτυρία δεν έγινε αποδεκτή, υποδεικνύοντας μεταξύ άλλων, ότι, δεν ευσταθούν οι ισχυρισμοί αναφορικά με τον σκοπό ανέγερσης του περιτειχίσματος, στην θέση που αυτό βρίσκεται σήμερα. Σε ό,τι αφορά αυτό το σημείο που χαρακτηρίζεται από το πρωτόδικο Δικαστήριο ως ένα από τα πιο κρίσιμα της υπόθεσης, ήτοι γιατί ανεγέρθηκε εκεί το περιτείχισμα αν δεν είχε όντως γίνει η προφορική συμφωνία που ισχυρίζονται οι εφεσίβλητες, η τοποθέτηση των Μ.Ε 1 και Μ.Ε 2, ελέγχεται ως «παράλογη» από το πρωτόδικο Δικαστήριο, και δεν μπορεί να γίνει αποδεκτή. Αυτό γιατί και οι δύο υποστήριξαν, ότι ο Κέρμανου είχε ανεγείρει το περιτοίχισμα, ώστε να εξασφαλίσει άδεια οικοδομής για την κατοικία, που, περί το έτος 1972 οικοδομούσε για την εφεσείουσα. Απέρριψαν δηλαδή τον ισχυρισμό των εφεσιβλήτων ότι το περιτοίχισμα ανεγέρθηκε για να διαχωρίσει το μέρος του τεμαχίου 137, που κατά τις εφεσίβλητες, ο Βασίλη αγόρασε από τον Κέρμανου για να αποτελέσει μέρος της γης επί της οποίας θα οικοδομούσε την κατοικία της εφεσίβλητης 1 για να συμπληρώσει ουσιαστικά και να τετραγωνοποιήσει το τεμάχιο 380.
Το πρωτόδικο Δικαστήριο σημειώνει επί του προκειμένου ότι αν αυτός ήταν ο πραγματικός λόγος που το περιτοίχισμα είχε τότε ανεγερθεί, όπως ισχυρίζεται η εφεσείουσα, χωρίς δηλαδή την ύπαρξη της ισχυριζόμενης από πλευράς εφεσιβλήτων συμφωνίας, τότε δεν υπήρχε λόγος αυτό να μην είχε ανεγερθεί επί του κανονικού του συνόρου, ήτοι του συνόρου των τεμαχίων 137 και 380 όπως αποτυπώνονται στα επίσημα κτηματολογικά σχέδια.
Με τα πιο πάνω δεδομένα και με την γενικότερη εντύπωση που οι Μ.Ε.1 και Μ.Ε.2 προξένησαν κατά την μαρτυρία τους, το πρώτοδικο Δικαστήριο, κατέληξε στο συμπέρασμα, ότι, δεν αποκάλυψαν τα γεγονότα που αφορούν την υπόθεση στην πραγματική τους διάσταση, και ως εκ τούτου η μαρτυρία τους απορρίφθηκε στο σύνολο της ως αναξιόπιστη.
Σε ότι αφορά την μαρτυρία της εφεσίβλητης 1 και του πατέρα της Βασίλη (Μ.Υ.1 και Μ.Υ2), αυτή, έγινε αποδεκτή στην ολότητα της. Κρίθηκε ότι η μαρτυρία τους ήταν αξιόπιστη και ότι παρείχε ασφαλές υπόβαθρο για την εξαγωγή συμπερασμάτων σε ότι αφορά τα επίδικα ζητήματα της υπόθεσης.
Στην βάση της πιο πάνω αξιολόγησης, το πρωτόδικο Δικαστήριο αποδέχθηκε την εκδοχή των εφεσιβλήτων για τα γεγονότα και ειδικά ως προς την πώληση, έναντι χρηματικού ανταλλάγματος με προφορική συμφωνία από τον Κέρμανου, πατέρα της εφεσείουσας, στον Βασίλη, πατέρα της εφεσίβλητης 1, του επίδικου μέρους του τεμαχίου 137, στο οποίο η εφεσείουσα ισχυρίζεται σήμερα ότι οι εφεσίβλητες επεμβαίνουν παράνομα.
Στην συνέχεια το πρωτόδικο Δικαστήριο εξέτασε την πιθανότητα να έχει δημιουργηθεί, λόγω της πιο πάνω προφορικής συμφωνίας πώλησης, εξ επαγωγής εμπίστευμα για το επίδικο μέρος του τεμαχίου 137, υπέρ του αγοραστή της περιουσίας Βασίλη και των διαδόχων του, που είναι οι εφεσίβλητες 1, 2 και 3.
Το πρωτόδικο Δικαστήριο, με εκτεταμένη παραπομπή σε σχετική νομολογία, κατέληξε ότι, ο πατέρας της εφεσείουσας, με την προφορική συμφωνία που συνήψε με τον πατέρα της εφεσίβλητης 1, το έτος 1972, με την οποία το επίδικο μέρος του τεμαχίου 137 αγοράστηκε από τον τελευταίο προς όφελος της, τότε ανήλικης εφεσίβλητης 1, έναντι χρηματικού ανταλλάγματος, και από την στιγμή που αυτό παρέμεινε εγγεγραμμένο στο όνομα του, ανέλαβε ρόλο θεματοφύλακα του μέρους αυτού του τεμαχίου 137, ως καταπίστευμα, προς υλοποίηση του συμφέροντος της εφεσίβλητης 1. Αποφασίστηκε επίσης, ότι το ίδιο ρόλο θεματοφύλακα, διατηρούσε, όταν, το έτος 1979, μεταβίβαζε δια δωρεάς την κυριότητα του τεμαχίου 137, περιλαμβανομένου και του επίδικου μέρους του, στο όνομα της εφεσείουσας.
Το πρωτόδικο Δικαστήριο αναφέρει στην συνέχεια ότι, το γεγονός ότι, η προαναφερόμενη συμφωνία, έγινε μεταξύ του πατέρα της εφεσείουσας και του πατέρα της εφεσίβλητης 1, και όχι με την εφεσίβλητη 1 απευθείας, δεν έχει καμία σημασία, εφόσον, στην προκείμενη περίπτωση, αποφασιστικής σημασίας, είναι το γεγονός της ανάληψης υποχρέωσης από πλευράς Κέρμανου ότι θα κρατούσε το επίδικο μέρος του τεμαχίου 137, του οποίου παρέμεινε ο εγγεγραμμένος κύριος παρά την πώλησή του, ως καταπίστευμα, προς υλοποίηση του συμφέροντος της δικαιούχου του, εφεσίβλητης 1, με μεταβίβαση της κυριότητας στο όνομα της εφεσίβλητης 1, σε μεταγενέστερο στάδιο.
Το πρωτόδικο Δικαστήριο επισημαίνει ότι δεν δόθηκε μαρτυρία ότι κάτι τέτοιο είχε ρητά συμφωνηθεί, κατόπιν διαπραγμάτευσης, μεταξύ Κέρμανου και Βασίλη. Εντούτοις, έκρινε ότι συμπεραίνεται αυτή η κοινή πρόθεση τους, από τις ενέργειες και συμπεριφορά τόσο του Κέρμανου, όσο και του Βασίλη, που επακολούθησαν της συμφωνίας τους για την αγοραπωλησία του επίδικου μέρους του τεμαχίου 137.
Ως αποτέλεσμα, το πρωτόδικο Δικαστήριο κατέληξε ότι, η εφεσείουσα, κατά παράβαση του εμπιστεύματος (breach of trust) Κέρμανου και εφεσίβλητης 1, έλαβε προς όφελος της στο τίτλο ιδιοκτησίας της, με την μεταβίβαση σε αυτήν από τον θεματοφύλακα πατέρα της, ολοκλήρου του τεμαχίου 380, συμπεριλαμβανομένου και του επιδίκου μέρους του τεμαχίου 137 που ήταν αντικείμενο του εμπιστεύματος.
Στην συνέχεια το πρωτόδικο Δικαστήριο εξέτασε κατά πόσο η εφεσείουσα γνώριζε για την συμφωνία και την παράβαση του προαναφερόμενου εμπιστεύματος, όταν έλαβε το επίδικο μέρος του τεμαχίου 137 στον τίτλο ιδιοκτησίας της. Αυτό γιατί η γνώση της για το εν λόγω γεγονός, κρίθηκε ως αναγκαία περίσταση, ώστε, να δύναται η εφεσείουσα να κριθεί θεματοφύλακας του επίδικου μέρους του τεμαχίου 137, ως καταπίστευμα, προς υλοποίηση του συμφέροντος της δικαιούχου του, εφεσίβλητης 1, αρχικά, και εν συνεχεία των εφεσιβλήτων 2 και 3, στις οποίες η εφεσίβλητη 1 είχε μεταβιβάσει δια δωρεάς το συνορεύον τεμάχιο 380.
Το πρωτόδικο Δικαστήριο, παραπέμποντας στην μαρτυρία που έγινε αποδεκτή, έκρινε ότι η εφεσείουσα, κατά την μεταβίβαση ολόκληρου του τεμαχίου 137 από τον Κέρμανου στο όνομα της, όχι μόνο γνώριζε περιστάσεις από τις οποίες εύλογα καταδεικνυόταν το γεγονός της δημιουργίας του προαναφερόμενου εμπιστεύματος, αλλά πληροφορήθηκε επίσης για αυτό το γεγονός από τον ίδιο τον Κέρμανου.
Ήταν ενόψει των πιο πάνω, τελικό εύρημα του πρωτόδικου Δικαστηρίου ότι η εφεσείουσα, κατέχει την κυριότητα του επίδικου μέρους του τεμαχίου 137 (σήμερα τεμαχίου 129), ως θεματοφύλακας (trustee), του καταπιστεύματος (trust), προς υλοποίηση του συμφέροντος των δικαιούχων του και κατ' ουσία ιδιοκτητών (cestui que trust), εφεσιβλήτων 2 και 3.
Συνεπώς η απαίτηση της εφεσείουσας εναντίον των εφεσιβλήτων, που στηριζόταν στο αστικό αδίκημα της παράνομης επέμβασης σε ακίνητο, απορρίφθηκε στην βάση της πρωτόδικης διαπίστωσης ότι το επίδικο μέρος του τεμαχίου 137 κατέχεται επί του εδάφους νόμιμα από τις εφεσίβλητες, και για το οποίο δεν έχει δικαίωμα κατοχής η εφεσείουσα.
Έγινε, αντιθέτως, αποδεκτή η σχετική ανταξίωση των εφεσιβλήτων 2 και 3 ότι το επίδικο μέρος του τεμαχίου 137 κατέχεται νόμιμα και ανήκει στις εφεσίβλητες 2 και 3, δυνάμει των αρχών του δικαίου της Επιείκειας.
Εκδόθηκε ως εκ τούτου απόφαση με την οποία αναγνωρίστηκε ότι η εφεσείουσα κατέχει τον τίτλο ολόκληρου του τεμαχίου 137 (σημερινού τεμαχίου 129) ως θεματοφύλακας (trustee) καταπιστεύματος (trust), για την επίδικη λωρίδα γης, προς υλοποίηση του συμφέροντος των δικαιούχων του και κατ' ουσία ιδιοκτητριών (cestui que trust), εφεσιβλήτων 2 και 3.
Παρά τα πιο πάνω, το πρωτόδικο Δικαστήριο απέρριψε τις υπόλοιπες αξιώσεις της ανταπαίτησης για εγγραφή της επίδικης λωρίδας γης επ' ονόματι των εφεσιβλήτων, καθότι, κάτι τέτοιο, προϋποθέτει τον διαχωρισμό του τεμαχίου 137 (σήμερα τεμαχίου 129) (βλ. Ανδρέας Παπαϊωάννου ν Ελένη Ανδρέου (2001) 1 Α.Α.Δ. 903).
Απορρίφθηκε επίσης η εναλλακτική αξίωση της ανταπαίτησης για απόκτηση δικαιώματος κατοχής, χρήσης και διόδου της επίδικης λωρίδας γης δυνάμει εχθρικής κατοχής για περίοδο άνω των 30 ετών. Κρίθηκε συναφώς λόγω της θέσης των εφεσιβλήτων ότι είναι κατ' ουσία ιδιοκτήτριες της επίδικης λωρίδας γης, ότι δεν δικαιολογείτο η αξίωση τους στην βάση των αρχών της εχθρικής κατοχής.
Τέλος, ενόψει της αποτυχίας της απαίτησης και της μερικής επιτυχίας της ανταπαίτησης, το πρωτόδικο Δικαστήριο επεδίκασε το ½ των εξόδων υπέρ των εφεσιβλήτων και εναντίον της εφεσείουσας.
Η εφεσείουσα με 8 λόγους έφεσης, αμφισβητεί την πιο πάνω πρωτόδικη κατάληξη.
Με τον λόγο έφεσης 1, η εφεσείουσα ισχυρίζεται ότι το πρωτόδικο Δικαστήριο κατέληξε στην απόφαση του, εφαρμόζοντας τις αρχές της Επιείκειας που διέπουν τα εξ επαγωγής εμπιστεύματα, χωρίς ο σχετικός ισχυρισμός περί δημιουργίας τέτοιου εμπιστεύματος προς όφελος των εφεσιβλήτων, ως πραγματικό γεγονός και/ή θέση, να είχε προβληθεί είτε στα δικόγραφα είτε στην μαρτυρία των εφεσιβλήτων.
Στην αιτιολογία του 1ου λόγου έφεσης αναφέρεται ότι ενώ το επίδικο ζήτημα, ως ετέθη στο δικόγραφο της ανταπαίτησης των εφεσιβλήτων και στην μαρτυρία τους, ήταν το κατά πόσο η επίδικη λωρίδα γης περιλαμβανόταν ή όχι στην προφορική σύμβαση πώλησης ακίνητης ιδιοκτησίας που έλαβε χώρα το 1972, το πρωτόδικο Δικαστήριο αντί να αποφασίσει επί αυτού του σημείου και να κρίνει κατά πόσο χωρούσε ικανοποίηση των αξιούμενων θεραπειών, προχώρησε στην εξέταση κατά πόσο δημιουργήθηκε εξ επαγωγής εμπίστευμα, ενώ οι ισχυρισμοί επί των γεγονότων που πλαισίωναν την υπόθεση αφορούσαν προφορική σύμβαση πώλησης ακίνητης ιδιοκτησίας.
Η πιο πάνω θέση δεν ευσταθεί. Είναι καλά εμπεδωμένη νομολογιακή αρχή ότι τα δικόγραφα πρέπει να περιλαμβάνουν μόνο γεγονότα και όχι μαρτυρία ή ανάλυση της νομικής πτυχής της υπόθεσης.
Σχετική είναι η απόφαση ), στην οποία λέχθηκαν μεταξύ άλλων τα εξής:
«Τα δικόγραφα θα πρέπει να περιλαμβάνουν τα ουσιώδη γεγονότα επί των οποίων ένας διάδικος θα στηριχτεί για να προωθήσει την υπόθεση του. Η νομική πτυχή δεν είναι απαραίτητο να δικογραφείται, εκτός σε εξαιρετικές περιπτώσεις. Η εφεσίβλητη δικογράφησε στην παράγραφο 5 της Εκθέσεως Απαιτήσεως της τις λεπτομέρειες αμέλειας που αποδίδει στην εφεσείουσα εταιρεία. Μέσα από αυτό το πλέγμα των ισχυρισμών που θέτει, εάν διαπιστώνεται και η ύπαρξη άλλου αγώγιμου δικαιώματος, το δικαστήριο μπορεί να της το αποδώσει χωρίς να χρειάζεται οποιαδήποτε τροποποίηση των δικογράφων».
Όσον αφορά την δικογράφηση του αγωγίμου δικαιώματος σχετική είναι η απόφαση Κυπριανού ν. Βασιλείου (2004) 1 (Β) Α.Α.Δ 1320, 1325-1326, στην οποία λέχθηκε ότι:
«Σύμφωνα με τη νομολογία το αγώγιμο δικαίωμα συναρτάται με τα γεγονότα τα οποία το στοιχειοθετούν και όχι με το χαρακτηρισμό που του αποδίδεται»
Στην εν λόγω απόφαση γίνεται επίσης παραπομπή στην υπόθεση Χρυσάνθου ν. Παγκρατίου (1998)1 Α.Α.Δ 675, 681 στην οποία, με αναφορά στη θεμελιακή απόφαση Kennedy Hotels Ltd v. Indirdjian (1992)1 AAΔ.400, λέχθηκε ότι:
«εφόσον ήθελαν αποδειχθεί τα γεγονότα, τα οποία προβάλλονται, η εφεσίβλητη εδικαιούτο στις ίδιες θεραπείες ανεξάρτητα από το χαρακτηρισμό του αγώγιμου δικαιώματος».
Τονίστηκε περαιτέρω ότι υπό τας περιστάσεις, αποτελούσε ακαδημαϊκό ερώτημα εάν το αγώγιμο δικαίωμα συνιστούσε επέμβαση ή οχληρία.
Σχετική είναι επίσης η απόφαση Maison Jenny Ltd v. Krashias Footwear Industry Ltd,, στην οποία λέχθηκε ότι:
«Η νομολογία διευκρινίζει ότι εφόσον στοιχειοθετούνται τα ουσιώδη γεγονότα τα οποία περιβάλλουν την απαίτηση είναι παραδεκτή η παροχή αρμόζουσας θεραπείας άσχετα από το ακριβές νομικό πέπλο κάτω από το οποίo τίθεται η απαίτηση (Βλ. Αριστοδήμου ν. Χαραλάμπους (1990) 1 Α.Α.Δ. 319· Kennedy Hotels Ltd v. Indjirdjian (1992) 1 A.A.Δ. 400)».
Η ίδια αρχή αναφέρεται και στην απόφαση Γεωργίου ν. Γεωργίου, (2001) 1 Α.Α.Δ 1592 στην οποία λέχθηκε ότι «είναι δυνατή και η παροχή θεραπείας χωρίς να έχει επιζητηθεί εφόσον στοιχειοθετούνται τα γεγονότα στο σώμα της απαίτησης».
Στην παρούσα περίπτωση τόσο στο σώμα του δικογράφου της ανταπαίτησης, όσο και στο αιτητικό μέρος αυτής, γίνεται μια γενική αναφορά ότι η αξίωση για αναγνωριστική απόφαση ως προς την νομιμότητα της κατοχής από τις εφεσίβλητες της επίδικης λωρίδας γης, στηρίζεται «στις αρχές της Επιείκειας».
Όσον αφορά όμως τα γεγονότα της υπόθεσης, γίνεται μια εκτενής αναφορά στα περιστατικά που στοιχειοθετούν την κατ’ ισχυρισμό προφορική συμφωνία, η αποδοχή της οποίας από το πρωτόδικο Δικαστήριο ήταν καθοριστική, ώστε να καταδειχθεί πρωτοδίκως, η δημιουργία του υπό κρίση εμπιστεύματος και η συνεπακόλουθη νομιμότητα κατοχής από τις εφεσίβλητες, της επίδικης λωρίδας γης.
Υπό τας περιστάσεις, θεωρούμε ότι το δικόγραφο της ανταπαίτησης εμπεριείχε όλα εκείνα τα στοιχεία, στα οποία θα μπορούσε το πρωτόδικο Δικαστήριο να στηριχθεί, προκειμένου μετά την εξαγωγή των ευρημάτων του, να καταλήξει, δυνάμει των αρχών της Επιείκειας, στην δημιουργία εξ επαγωγής εμπιστεύματος υπέρ των εφεσιβλήτων.
Ενόψει των πιο πάνω, ο 1ος λόγος έφεσης κρίνεται ως αβάσιμος και απορρίπτεται.
Με τον 2ο λόγο έφεσης, η εφεσείουσα ισχυρίζεται ότι το πρωτόδικο Δικαστήριο εσφαλμένα έκρινε ότι ο πατέρας της, στην βάση της προφορικής σύμβασης πώλησης ακίνητης ιδιοκτησίας, κατέστη θεματοφύλακας για τον αγοραστή και ότι αντίστοιχα η εφεσίβλητη 1 και/ή ο πατέρας της κατέστησαν ιδιοκτήτες («owner in equity») της επίδικης λωρίδας γης.
Το καθορίζει ότι:
4.-(1) Ανεξάρτητα από τις διατάξεις που περιλαμβάνονται στην παράγραφο (γ) του εδαφίου (1) του άρθρου 29 του περί Δικαστηρίων Νόμου ή οποιουδήποτε άλλου νόμου που τροποποιεί ή αντικαθιστά αυτόν, και τηρουμένων των διατάξεων του άρθρου αυτού, του νόμου που αφορά εμπιστεύματα (trusts), του νόμου που αφορά τα βακούφια (vakfs) και των διατάξεων οποιουδήποτε άλλου εκάστοτε σε ισχύ νόμου, κανένα δικαίωμα ιδιοκτησίας (estate), συμφέρον, δικαίωμα, προνόμιο, ελευθερία, δουλεία ή οποιοδήποτε άλλο πλεονέκτημα εντός, επί ή υπεράνω οποιασδήποτε ακίνητης ιδιοκτησίας δεν υφίσταται ή δημιουργείται, αποκτάται ή μεταβιβάζεται παρά μόνο δυνάμει των διατάξεων του Νόμου αυτού.».
Σχετικό είναι και το , σύμφωνα με το οποίο κάθε εμπίστευμα που αφορά ακίνητη ιδιοκτησία πρέπει κανονικά να συστήνεται γραπτώς και να καταχωρίζεται στο Κτηματολόγιο.
Ωστόσο, μέσω της υιοθέτησης των αρχών της Επιείκειας δυνάμει του , τα κυπριακά Δικαστήρια έχουν αναγνωρίσει ότι τα εμπιστεύματα, τόσο ρητά (express) όσο και εξ επαγωγής και απολήγοντα (constructive and resulting), εξαιρούνται από τις πρόνοιες του (βλ. μεταξύ άλλων και).
Το καθιστά εφαρμόσιμες τις αρχές της Επιείκειας στο σύνολό τους, εκτός αν υπάρχει άλλη πρόβλεψη στον κυπριακό Νόμο. Ως αποτέλεσμα, και παρά τη θέσπιση του ,με σειρά αποφάσεων του Ανωτάτου Δικαστηρίου, αναγνωρίστηκε η δυνατότητα δημιουργίας ή λειτουργίας αποληγόντων ή εξ επαγωγής εμπιστευμάτων σε σχέση με ακίνητη ιδιοκτησία, παρά την ανυπαρξία εγγράφου και σχετικής καταχώρισης στο Κτηματολόγιο, όταν συντρέχουν οι προϋποθέσεις του δικαίου της Επιείκειας (βλ. ).
Σχετική είναι και η απόφαση στην οποία λέχθηκαν μεταξύ άλλων τα εξής:
«Τα άρθρα 4 και 65(ΙΕ) του Κεφ. 224 δεν εμποδίζουν την εφαρμογή των αρχών του δικαίου της επιείκειας αναφορικά με τα εξ επαγωγής ή τα καταληκτικά εμπιστεύματα. Σε κατάλληλη περίπτωση και νοουμένου ότι αποδεικνύονται τα αναγκαία γεγονότα είναι δυνατή η διεκδίκηση δικαιωμάτων σε ακίνητη ιδιοκτησία στη βάση τέτοιων εμπιστευμάτων.»
Παρόμοιες νομικές αρχές ως προς την μη αναγκαιότητα γραπτής σύμβασης για δημιουργία εξ επαγωγής εμπιστεύματος ισχύουν και στην Αγγλία. Σύμφωνα με το Άρθρο , τα εξ επαγωγής εμπιστεύματα εξαιρούνται από τη γενική αρχή του άρθρου 2(1) του ίδιου Νόμου, δυνάμει της οποίας, σύμβαση για την πώληση ή άλλη διάθεση συμφέροντος επί γης μπορεί να καταρτιστεί μόνο εγγράφως.
Στο πλαίσιο αυτό, εφαρμόζοντας τις γενικότερες αρχές της Επιείκειας, η αγγλική νομολογία, η οποία είναι καθοδηγητική για τα Κυπριακά Δικαστήρια δυνάμει του ,αναγνωρίζει την δυνατότητα δημιουργίας εξ επαγωγής εμπιστεύματος σε ακίνητα, κατόπιν προφορικής συμφωνίας, υπό τον όρο ότι θα υπάρχει σαφήνεια και βεβαιότητα στους όρους τέτοιας συμφωνίας. Για να θεμελιωθεί όμως εξ επαγωγής εμπίστευμα, πρέπει να υπάρχει κοινή πρόθεση μεταξύ των μερών ότι ένα μέρος θα έχει συμφέρον επί του ακινήτου, και αμφότερα τα μέρη πρέπει να ενεργήσουν ανάλογα, βασιζόμενα στην πρόθεση αυτή. Το βάρος απόδειξης φέρει το μέρος που διεκδικεί την περιουσία, το οποίο πρέπει να αποδείξει την ύπαρξη τέτοιας συμφωνίας και τις ενέργειες που αποδεικνύουν την πρόθεση των μερών, και ειδικά τις ενέργειες του μέρους που η διευθέτηση είναι εις βάρος των συμφερόντων του στην ιδιοκτησία, και οι οποίες καταδεικνύουν την αποδοχή του για αυτή την διευθέτηση.
Στην υπόθεση , το αγγλικό Εφετείο επικύρωσε την πρωτόδικη διαπίστωση ότι προφορική συμφωνία σχετικά με τα αντίστοιχα συμφέροντα σε ακίνητο ήταν δεσμευτική. Κρίθηκε επίσης ότι ως αποτέλεσμα της συμπεριφοράς των διαδίκων, ο εφεσείων κατείχε το ακίνητο υπό μορφή εξ επαγωγής καταπιστεύματος για αμφότερους. Η απόφαση αυτή καταδεικνύει ότι η συμπεριφορά των μερών, και ιδιαίτερα του μέρους που αποδέχεται έμπρακτα την κατοχή του ακινήτου από τον αντίδικο του, εις βάρος των δικών του συμφερόντων, αποτελεί κρίσιμο παράγοντα για τον καθορισμό του κατά πόσον δημιουργείται εξ επαγωγής εμπίστευμα, ως αποτέλεσμα προφορικής συμφωνίας.
Σχετική είναι επίσης η αγγλική υπόθεση ,στην οποία επαναλήφθηκε ότι για την δημιουργία εξ επαγωγής εμπιστεύματος από προφορική συμφωνία, απαιτείται όπως οι όροι της είναι σαφείς. Το αγγλικό εφετείο έκρινε στην εν λόγω υπόθεση ότι η προφορική συμφωνία για την πώληση γης ήταν εκτελεστή μέσω εξ επαγωγής εμπιστεύματος, παρά την απουσία γραπτής σύμβασης, καθώς οι όροι ήταν επαρκώς σαφείς και πλήρεις. Η πιο πάνω απόφαση καταδεικνύει ότι τα Δικαστήρια μπορούν να επιβάλλουν την εφαρμογή προφορικών συμφωνιών όπου οι ουσιώδεις όροι τους είναι σαφείς και τα μέρη έχουν ενεργήσει βάσει αυτών.
Μια από τις βασικές αγγλικές αποφάσεις αναφορικά με την δημιουργία εμπιστευμάτων δυνάμει των αρχών της Επιείκειας, η οποία υιοθετήθηκε σε σειρά κυπριακών αποφάσεων, είναι η , στην οποία ο Λόρδος Diplock αναφέρει τα πιο κάτω στην σελίδα 905:
«A resulting, implied or constructive trust-and it is unnecessary for present purposes to distinguish between these classes of trust- is created by a transaction between the trustee and the cestui que trust in connection with acquisition by the trustee of a legal estate in the land, whenever the trustee has so conducted himself that it would be inequitable to allow him to deny to the cestui que trust a beneficial interest in the land acquired. And he will be held so to have conducted himself if by his words or conduct he has induced the cestui que trust to act to his own detriment in the reasonable belief that by so acting he was acquiring a beneficial interest in the land.».
Σε ελεύθερη μετάφραση:
«Ένα καταληκτικό, εξυπακουόμενο ή εξ επαγωγής εμπίστευμα —και δεν είναι αναγκαίο για τους παρόντες σκοπούς να γίνει διάκριση μεταξύ αυτών των κατηγοριών εμπιστευμάτων— δημιουργείται από συναλλαγή μεταξύ του θεματοφύλακα και του δικαιούχου του εμπιστεύματος σε σχέση με την απόκτηση από τον θεματοφύλακα νόμιμου τίτλου επί της γης, κάθε φορά που ο θεματοφύλακας έχει συμπεριφερθεί κατά τέτοιο τρόπο ώστε θα ήταν αντίθετο προς την επιείκεια να του επιτραπεί να αρνηθεί στον δικαιούχο του εμπιστεύματος ωφέλιμο συμφέρον επί της αποκτηθείσας γης. Και θα θεωρηθεί ότι έχει συμπεριφερθεί κατ’ αυτόν τον τρόπο εάν, με τα λόγια ή τη συμπεριφορά του, έχει παρακινήσει τον δικαιούχο του εμπιστεύματος να ενεργήσει εις βάρος του, με την εύλογη πεποίθηση ότι ενεργώντας έτσι αποκτούσε ωφέλιμο συμφέρον επί της γης.».
Στην κυπριακή νομολογία, η οποία υιοθετεί την πιο πάνω αγγλική προσέγγιση επί του θέματος, ο όρος constructive trust (εξ επαγωγής εμπίστευμα) αναφέρεται και σε έναν τύπο εμπιστεύματος που δεν δημιουργείται από τη ρητή βούληση των μερών, αλλά επιβάλλεται από το Δικαστήριο μέσω των αρχών της επιείκειας (equity) για την αποτροπή του αδικαιολόγητου πλουτισμού ή της απάτης (βλ. μεταξύ άλλων ).
Στην υπόθεση (ανωτέρω) σε σχέση με τη δυνατότητα δημιουργίας αποληγόντων ή εξ επαγωγής εμπιστευμάτων δυνάμει του δικαίου της Επιείκειας, αναφέρονται τα πιο κάτω χαρακτηριστικά:
«Τα απολήγοντα και τα εξ επαγωγής εμπιστεύματα δημιουργούνται ή λειτουργούν ή επιβάλλονται ως θέμα δικαίου (by operation of Law). Τα πρώτα δημιουργούνται ή λειτουργούν κατ' εξοχήν στη βάση τεκμαιρόμενης από τα περιστατικά της κάθε περίπτωσης πρόθεσης. Τα δεύτερα επιβάλλονται ενόψει διαμορφωθείσας κατάστασης πραγμάτων, ανεξάρτητα από πρόθεση, ρητή ή εξυπακουόμενη. (Βλ. Underhill's Law Of Trusts & Trustees, 13η Έκδοση, σελ. 250 κ.επ., Snell's Equity, 19η Έκδοση, σελ. 291 κ.επ., Halsbury's Laws of England, 4η Έκδοση, Τόμος 48, παράγραφος 524 κ.επ., και Χρίστος Κληρίδης ν. Ηρόδοτου Σταυρίδη, ανωτέρω). Με αναγνωρισμένη έκφανσή τους την περίπτωση κατά την οποία επιχειρείται η κατακράτηση περιουσίας για ίδιο όφελος με δόλια ή κατά συνείδηση απαράδεκτη εκμετάλλευση ή κατάχρηση νομοθετικών προνοιών ή άλλων θεμελιωδών αρχών δικαίου. Με αποτέλεσμα τη χρησιμοποίηση του Νόμου ως εργαλείου για καταδολίευση. (Βλ. Rochefoucauld v. Boustead [1897] 1 Ch. 196, Bannister v. Bannister [1948] 2 All E.R. 133, Hodgson v. Marks [1971] 2 All E.R. 684.»
Ιδιαίτερα σε υποθέσεις απαίτησης επί ακίνητης περιουσίας, το εξ επαγωγής ή απολήγον εμπίστευμα συνιστά έναν τρόπο προστασίας των δικαιωμάτων προσώπων που έχουν νόμιμες απαιτήσεις σε ακίνητα. Αναγνωρίζεται, στις περιπτώσεις στις οποίες ο νόμιμος ιδιοκτήτης ενός περιουσιακού στοιχείου κατέχει μεν τον τίτλο, αλλά υπό το φως των περιστάσεων θα ήταν καταχρηστικό να αρνηθεί το πραγματικό ή ωφέλιμο συμφέρον κάποιου άλλου προσώπου σε αυτό. Κάτι που συμβαίνει στην παρούσα περίπτωση σύμφωνα με την πρωτόδικη απόφαση.
Ειδικότερα, σε διαφορές που προκύπτουν από συγκατοίκηση συμβίων, το Ανώτατο Δικαστήριο της Κύπρου βασιζόμενο στις πιο πάνω αγγλικές αρχές της Επιείκειας, έχει υιοθετήσει το δόγμα του constructive trust (συχνά με τη μορφή του common intention constructive trust) για την αναγνώριση δικαιωμάτων σε ακίνητα μεταξύ συζύγων ή ανύπαντρων ζευγαριών. Αυτό συμβαίνει κυρίως, όταν ο ένας συνεισφέρει οικονομικά στην απόκτηση ή βελτίωση της ακίνητης ιδιοκτησίας του άλλου (βλ. και, ).
Οι αρχές του εξ επαγωγής εμπιστεύματος μπορούν να εφαρμοστούν επίσης και σε διευθέτηση μεταξύ γονέων και τέκνων σε σχέση με ακίνητη περιουσία που ανήκει στους γονείς, αλλά δυνατόν υπό κάποιες περιστάσεις να συνιστά εξ επαγωγής εμπίστευμα προς όφελος ενός εκ των τέκνων τους, και ως εκ τούτου θα καθίστατο άδικο εκ μέρους των γονέων να αρνηθούν να την εγγράψουν επ' ονόματι του (βλ. ).
Το ίδιο συμβαίνει και σε περιπτώσεις όπως στην παρούσα, με την παροχή ακίνητης ιδιοκτησίας από γονείς στα τέκνα τους στην βάση συγκεκριμένης διευθέτησης - συμφωνίας, του μέρους που το κάθε τέκνο θα λάβει.
Στην υπό κρίση περίπτωση, σύμφωνα με τα ευρήματα του πρωτόδικου Δικαστηρίου, κατόπιν προφορικής συμφωνίας, η επίδικη λωρίδα γης πωλήθηκε το 1972 έναντι χρηματικού ανταλλάγματος από τον πατέρα της εφεσείουσας Κέρμανου στον Βασίλη, πατέρα της τότε ανήλικης εφεσίβλητης 1, και προς όφελος της εφεσίβλητης 1.
Είναι ορθή επί του προκειμένου η πρωτόδικη κατάληξη, ότι, από την στιγμή που η επίδικη λωρίδα γης του τεμαχίου 137, παρά την συνομολόγηση της πιο πάνω προφορικής συμφωνίας, παρέμεινε εγγεγραμμένη στο όνομα του, ο Κέρμανου ανέλαβε ρόλο θεματοφύλακα της, ως καταπίστευμα, προς υλοποίηση του συμφέροντος του δικαιούχου του, ήτοι της εφεσίβλητης 1, τον οποίο ρόλο θεματοφύλακα, διατηρούσε όταν, το έτος 1979, μεταβίβαζε δια δωρεάς την κυριότητα του τεμαχίου 137, περιλαμβανομένου και του επίδικου μέρους του, στο όνομα της εφεσείουσας.
Είναι ορθή η πρωτοδίκη κατάληξη ότι επί του προκειμένου, εκείνο που ουσιαστικά συμφωνήθηκε το 1972 με την εν λόγω προφορική συμφωνία, και με δεδομένη την μη μεταβίβαση της επίδικης λωρίδας γης στην εφεσίβλητη 1, ήταν η δημιουργία εμπιστεύματος υπέρ της εφεσίβλητης 1.
Αυτό καταδεικνύεται από την γενικότερη συμπεριφορά των διαδίκων στην πορεία του χρόνου, όπου όλα τα μέρη λειτουργούσαν στην βάση της προφορικής συμφωνίας χωρίς να αμφισβητηθεί στην ουσία το δικαίωμα των εφεσιβλήτων επί της επίδικης λωρίδας γης.
Σημειώνεται επίσης η ανέγερση του περιτοιχίσματος το 1976, σε σημείο που υπέδειξε σύμφωνα με τα ευρήματα του Δικαστηρίου, ο Κέρμανου στον Βασίλη, ως σύνορο των δύο ακινήτων μετά την προφορική συμφωνία, ταυτόχρονα με την ανέγερση της κατοικίας της εφεσίβλητης 1 στο δικό της τεμάχιο, χωρίς να υπάρξει οποιαδήποτε αντίδραση από πλευράς εφεσείουσας. Τον ίδιο χρόνο ανεγέρθηκε και το γκαράζ στην επίδικη λωρίδα γης, χωρίς και πάλι, η εφεσείουσα να αντιδράσει.
Σύμφωνα με τα ευρήματα του Δικαστηρίου η εφεσείουσα δεν αμφισβήτησε μέχρι και τις αρχές του έτους 2010, την πιο πάνω κατοχή και εκμετάλλευση της επίδικης λωρίδα γης από τις εφεσίβλητες. Αυτό έγινε, μόνο μετά που λειτουργοί του Κτηματολογίου επισκέφθηκαν την περιοχή κατά την ετοιμασία των νέων σχεδίων που ήταν υπό εξέλιξη, και υπέδειξαν ότι η επίδικη λωρίδα γης δεν μεταβιβάστηκε στις εφεσίβλητες αλλά εξακολουθεί να αποτελεί μέρος του δικού της τεμαχίου.
Η συνομολόγηση της πιο πάνω, με χρηματικό αντάλλαγμα, προφορικής συμφωνίας, σε συνδυασμό με την, στην πορεία του χρόνου, συμπεριφορά της εφεσείουσας, που καταδεικνύει αποδοχή εκ μέρους της ότι η επίδικη λωρίδα γης ανήκε στην εφεσίβλητη 1, καθιστούσαν αναπόφευκτο το πρωτόδικο συμπέρασμα ότι δημιουργήθηκε εμπίστευμα προς όφελος της εφεσίβλητης 1 δυνάμει των αρχών της Επιείκειας αφού οι ενέργειες και η όλη συμπεριφορά των διαδίκων, στηρίζονταν σε αυτή την διευθέτηση - προφορική συμφωνία.
Κρίνουμε ως εκ τούτου ότι το πρωτόδικο Δικαστήριο καθοδηγήθηκε ορθά ως προς το νόμο, και ορθώς έκρινε, ότι ο πατέρας της εφεσείουσας στην βάση της προφορικής σύμβασης πώλησης ακίνητης ιδιοκτησίας, κατέστη, δυνάμει των αρχών της επιείκειας, θεματοφύλακας για τον αγοραστή και ότι αντίστοιχα η εφεσίβλητη 1 και ο πατέρας της, κατέστησαν ιδιοκτήτες («owner in equity») της επίδικης λωρίδας γης, δυνάμει του πιο πάνω εξ επαγωγής εμπιστεύματος.
Ως αποτέλεσμα, ο 2ος λόγος έφεσης κρίνεται ως αβάσιμος και απορρίπτεται.
Με τον 3ο λόγο έφεσης, η εφεσείουσα ισχυρίζεται ότι το πρωτόδικο Δικαστήριο εσφαλμένα έκρινε ότι η εφεσείουσα κατά το χρονικό σημείο μεταβίβασης του τεμαχίου 137 επ’ ονόματι της, δυνάμει δωρεάς, γνώριζε για την προφορική συμφωνία και την δημιουργία του υπό κρίση εμπιστεύματος.
Σημειώνεται ότι το πρωτόδικο Δικαστήριο, ορθώς σημειώνει, ότι, ήταν αναγκαία η γνώση της εφεσείουσας για την παράβαση του προαναφερόμενου εμπιστεύματος από τον Κέρμανου όταν έλαβε ως ιδιοκτησία της, ολόκληρο το τεμάχιο 137. Αυτό γιατί μόνο έτσι θα μπορούσε και η εφεσείουσα να κριθεί ως θεματοφύλακας του επίδικου μέρους του τεμαχίου 137, δυνάμει καταπιστεύματος, προς υλοποίηση του συμφέροντος της δικαιούχου του, εφεσίβλητης 1, αρχικά, και εν συνεχεία των εφεσιβλήτων 2 και 3.
Ως εκ τούτου, καθηκόντως το πρωτόδικο Δικαστήριο εξέτασε το ζήτημα αυτό.
Το πρωτόδικο Δικαστήριο αποδέχθηκε παραπέμποντας στην μαρτυρία που έγινε αποδεκτή, ότι η εφεσείουσα, κατά την μεταβίβαση δια δωρεάς ολόκληρου του τεμαχίου 137 από τον πατέρα της στο όνομα της, όχι μόνο γνώριζε περιστάσεις από τις οποίες εύλογα καταδεικνυόταν το γεγονός της δημιουργίας του προαναφερόμενου εμπιστεύματος, αλλά πληροφορήθηκε επίσης για την ύπαρξη της προφορικής συμφωνίας από τον ίδιο τον πατέρα της.
Κρίνουμε ότι η πιο πάνω κατάληξη του πρωτόδικου Δικαστηρίου ήταν εύλογη, με δεδομένη τη μαρτυρία που έγινε αποδεκτή. Σημειώνουμε την αποδοχή της χρήσης της επίδικης λωρίδας γης από τις εφεσίβλητες για παρά πολλά χρόνια αλλά και την ανέγερση του περιτοιχίσματος χωρίς καμία διαμαρτυρία από την εφεσείουσα.
Σημειώνουμε επίσης την επισήμανση του πρωτόδικου Δικαστηρίου ότι τα «δωρητήρια έγγραφα», έγιναν με αναφορά, σε τοπογραφικά σχέδια που είχαν ετοιμαστεί ειδικά για τον σκοπό αυτό, μετά από αίτηση του Κέρμανου που αφορούν τα τεμάχια 137 και 380 αντίστοιχα, επί των οποίων, και ειδικότερα επί του σχεδίου που αφορά το τεμάχιο 380, υποστηρίζεται ο ισχυρισμός των εφεσιβλήτων περί της προφορικής συμφωνίας Κέρμανου και Βασίλη για την αγορά του επίδικου μέρους του τεμαχίου 137. Τα στοιχεία αυτά παρατίθενται σύμφωνα με την πρωτόδικη απόφαση στα Τεκμήρια Β και Γ στην ένορκο δήλωση της εφεσίβλητης 1 ημερομηνίας 09/03/2016.
Ανεξαρτήτως των πιο πάνω, ήταν εύλογη η πρωτόδικη κρίση επί του θέματος, δεδομένου ότι για χρόνια υφίστατο η υπάρχουσα κατάσταση πραγμάτων χωρίς καμία διαμαρτυρία από την εφεσείουσα. Κάτι που εύλογα καταδεικνύει την γνώση της εφεσείουσας για την προφορική συμφωνία Κέρμανου – Βασίλη.
Ως εκ τούτου και ο 3ος λόγος έφεσης απορρίπτεται ως αβάσιμος.
Με τον 4ο λόγο έφεσης, η εφεσείουσα ισχυρίζεται ότι το πρωτόδικο Δικαστήριο εσφαλμένα δεν έλαβε υπόψη και δεν αξιολόγησε ορθά την σύμβαση δωρεάς ΣΔΔ 835/1979, με την οποία η εφεσίβλητη 1 έλαβε το τεμάχιο 137, ως είναι σήμερα στα κτηματικά μητρώα.
Είναι η θέση της εφεσείουσας ότι το πρωτόδικο Δικαστήριο δεν έλαβε υπόψη ότι η σύμβαση δωρεάς, που ήταν μεταγενέστερη γραπτή σύμβαση μεταξύ του πατέρα της εφεσείουσας ως δωρεοπάροχου και της εφεσίβλητης 1 ως δωρεοδόχου, αντικατέστησε οποιεσδήποτε προγενέστερες συμφωνίες και/ή συνεννοήσεις και ότι αποτελούσε πλέον την μόνη εν ισχύ σύμβαση μεταξύ των διαδίκων, και εξ αυτού του γεγονότος, η εξέταση περί δημιουργίας οποιουδήποτε εμπιστεύματος στην βάση προγενέστερων συνεννοήσεων και ειδικά της προφορικής συμφωνίας, ήταν εσφαλμένη.
Ούτε αυτός ο λόγος έφεσης ευσταθεί. Σημειώνεται ότι το υπό κρίση εμπίστευμα δημιουργήθηκε ως αποτέλεσμα της προφορικής πώλησης με χρηματικό αντάλλαγμα, του επίδικου μέρους του τεμαχίου 137, όπως αναλυτικά επεξηγείται πιο πάνω.
Βέβαια σύμφωνα με την αγγλική νομολογία είναι δυνατό να ακυρωθεί ή να τροποποιηθεί ένα καταπιστευματικό δικαίωμα που προκύπτει από εξ επαγωγής εμπίστευμα (constructive trust) με νέα συμφωνία, υπό την προϋπόθεση όμως ότι πληρούνται συγκεκριμένα κριτήρια.
Στην υπόθεση , αναφέρεται ότι το εξ επαγωγής καταπίστευμα θεμελιώνεται στις προθέσεις και στη συμπεριφορά των μερών. Επομένως, εάν τα μέρη συμφωνήσουν μεταγενέστερα να τροποποιήσουν ή να ακυρώσουν το καταπίστευμα και η συμφωνία αυτή εφαρμοστεί, το αρχικό καταπίστευμα μπορεί ουσιαστικά να αντικατασταθεί ή να αποσβεστεί.
επαναλαμβάνεται η πιο πάνω αρχή. Λέχθηκε συγκεκριμένα ότι δεν υπάρχει λόγος για τον οποίο τα μέρη να μην μπορούν να μεταβάλουν μεταγενέστερα τους όρους ενός καταπιστεύματος, εφόσον συμφωνούν να το πράξουν, ακόμη και αν η συμφωνία είναι προφορική.
Ωστόσο, είναι σημαντικό να σημειωθεί ότι ενώ είναι δυνατό να ακυρωθεί ή να τροποποιηθεί ένα εξ επαγωγής εμπίστευμα (constructive trust) μέσω νέας συμφωνίας, οι όροι της νέας συμφωνίας πρέπει να είναι σαφείς, και αυτή να έχει εφαρμοστεί με κοινή πρόθεση των μερών ως προς την ακύρωση ή τροποποίηση του εμπιστεύματος.
Η εφεσείουσα παρέπεμψε στην αγόρευση της στην κυπριακή υπόθεση , στην οποία γίνεται αναφορά και στην υπόθεση (ανωτέρω). Στην εν λόγω υπόθεση , επαναλήφθηκε η πάγια νομολογιακή αρχή ότι αντικατάσταση υπάρχουσας σύμβασης με νέα, ως αποτέλεσμα συμφωνίας των εμπλεκομένων μερών, είναι δυνατό να οδηγήσει σε αποδέσμευση από τις προηγούμενες συμβατικές τους υποχρεώσεις. Όμως στην ίδια απόφαση τονίζεται ότι για να γίνει κάτι τέτοιο, το αντικείμενο της μεταγενέστερης συμφωνίας πρέπει να ταυτίζεται με αυτό της αρχικής. Κάτι που δεν εφαρμοζόταν στα γεγονότα της υπόθεσης (ανωτέρω), στην οποία κρίθηκε ότι η περίπτωση δεν ενέπιπτε στα πλαίσια αντικατάστασης των προηγούμενων αρχικών συμφωνιών.
Το ίδιο ισχύει και την παρούσα περίπτωση. Δυνάμει της πιο πάνω νομολογίας, για να δικαιολογείτο συμπέρασμα για αντικατάσταση της αρχικής προφορικής συμφωνίας, θα έπρεπε στην μεταγενέστερη συμφωνία δωρεάς του τεμαχίου 380 στην εφεσίβλητη 1, να γινόταν ρητή αναφορά στην ακύρωση της συμφωνίας αγοράς από τον πατέρα της, της επίδικης λωρίδας γης του τεμαχίου 137. Κάτι τέτοιο δεν έγινε ούτε προκύπτει από τα ευρήματα του πρωτόδικου Δικαστηρίου να υπήρχε τέτοια πρόθεση από τους διαδίκους. Αντιθέτως, από το σύνολο της συμπεριφοράς των διαδίκων, όπως ορθά επισημαίνει το πρωτόδικο Δικαστήριο, προκύπτει η πρόθεση τήρησης της προφορικής συμφωνίας, παρά την μη μεταβίβαση στο Κτηματολόγιο της επίδικης λωρίδας γης στην εφεσίβλητη 1.
Υπό τας περιστάσεις η σύμβαση δωρεάς ΣΔΔ 835/1979, με την οποία η εφεσίβλητη 1 έλαβε το τεμάχιο της ως είναι σήμερα δεν μπορεί να θεωρηθεί ότι συνιστά αντικατάσταση της προηγούμενης προφορικής συμφωνίας πώλησης της επίδικης λωρίδας γης του τεμαχίου 137, προς όφελος της εφεσίβλητης 1.
Αντιθέτως, όπως αναλυτικά επεξηγείται πιο πάνω, η μη μεταβίβαση με την πιο πάνω δωρεά στην εφεσίβλητη 1, αυτής της λωρίδας γης που ο πατέρας της, Βασίλη, αγόρασε προς όφελος της από τον Παππού της, Κέρμανου, ήταν η αιτία της δημιουργίας, δυνάμει των αρχών της επιείκειας, του υπό κρίση εξ επαγωγής εμπιστεύματος υπέρ της εφεσίβλητης 1.
Ως εκ τούτου και ο 4ος λόγος έφεσης κρίνεται ως αβάσιμος και απορρίπτεται.
Με τον 5ο λόγο έφεσης η εφεσείουσα ισχυρίζεται ότι το πρωτόδικο Δικαστήριο εσφαλμένα έκρινε ότι υπάρχουν στοιχεία στα δωρητήρια έγγραφα που παρέχουν υποστήριξη στους ισχυρισμούς των εφεσιβλήτων.
Παρεμφερής είναι και ο 6ος λόγος έφεσης με τον οποίο η εφεσείουσα ισχυρίζεται ότι το Δικαστήριο εσφαλμένα έλαβε υπόψη του, σε ό,τι αφορά τις αξιώσεις των εφεσιβλήτων, μαρτυρία που βρισκόταν πέραν και εκτός των συμβάσεων δωρεάς ΣΔΔ 834/1979 και ΣΔΔ 835/1979.
Είναι εμφανές ότι η εφεσείουσα θεωρεί ως καθοριστικό γεγονός τις πιο πάνω συμβάσεις δωρεάς, με τις οποίες τα επίδικα ακίνητα μεταβιβάστηκαν στην εφεσείουσα και την εφεσίβλητη 1, όπως είναι σήμερα, χωρίς δηλαδή να ληφθεί υπόψιν η προφορική συμφωνία πώλησης της επίδικης λωρίδας γης.
Όμως όπως επεξηγούμε στην εξέταση του λόγου έφεσης 4, οι εν λόγω δωρεές δεν συνιστούν αντικατάσταση της προφορικής συμφωνίας πώλησης της επίδικης λωρίδας γης του τεμαχίου 137 προς όφελος της εφεσίβλητης 1. Ούτε βέβαια μπορούν οι εν λόγω δωρεές να κριθούν μεμονωμένα, παραγνωρίζοντας την εν γένει συμπεριφορά της εφεσείουσας, η οποία καταδεικνύει την γνώση της για την προφορική συμφωνία πώλησης και την δημιουργία του υπό κρίση εμπιστεύματος.
Σύμφωνα με την προαναφερθείσα νομολογία, για την δημιουργία του εμπιστεύματος εξετάζεται το σύνολο της συμπεριφοράς των διαδίκων και όχι μεμονωμένα περιστατικά. Το γεγονός, ότι, η εφεσείουσα για πάρα πολλά χρόνια αποδέχθηκε την υφιστάμενη κατάσταση πραγμάτων, που δημιούργησε η προφορική πώληση της λωρίδας γης του τεμαχίου 137 προς όφελος της εφεσίβλητης 1, δεν μπορεί να παραγνωριστεί από την μεταβίβαση δυνάμει δωρεάς των επίδικων τεμαχίων στην οποία δεν περιλαμβανόταν η εν λόγω πώληση για τους λόγους που οι εφεσίβλητες εξήγησαν.
Αλλά σε αντίθεση με τα όσα προβάλει η εφεσείουσα, και από τις εν λόγω συμβάσεις δωρεάς προκύπτει μαρτυρία προς ενίσχυση της εκδοχής των εφεσιβλήτων όπως πολύ ορθά επισημαίνει το πρωτόδικο Δικαστήριο. Η πρωτοδίκη απόφαση παραπέμπει στα τεκμήρια Β και Γ που συνοδεύουν στην ένορκο δήλωση της εφεσίβλητης 1 ημερ. 09/03/2016, στα οποία επιβεβαιώνονται οι ισχυρισμοί της για την επίδικη προφορική συμφωνία. Γίνεται επί του προκειμένου ειδική αναφορά στο κτηματικό σχέδιο που συνοδεύει την σύμβαση δωρεάς ΣΣΔ835/1979, στο οποίο αποτυπώνεται, μεταξύ άλλων, το επίδικο περιτοίχισμα, που ενισχύει την θέση για την κατοχή των επίδικων ακινήτων από τους διαδίκους όπως είναι σήμερα, επιβεβαιώνοντας με τον τρόπο αυτό την θέση των εφεσιβλήτων για την αγορά της επίδικης λωρίδας γης προς όφελος της εφεσίβλητης 1.
Ανεξαρτήτως τούτου, ακόμη και να μην υπήρχαν αυτές οι αναφορές στην πρωτόδικη απόφαση στα κτηματικά σχέδια που συνοδεύουν τις συμβάσεις δωρεάς, προκύπτει από την μαρτυρία που αποδέχθηκε το πρωτόδικο Δικαστήριο ότι η εφεσείουσα, κατά την μεταβίβαση ολόκληρου του τεμαχίου 137 από τον Κέρμανου στο όνομα της, όχι μόνο γνώριζε περιστάσεις από τις οποίες εύλογα καταδεικνυόταν το γεγονός της δημιουργίας του προαναφερόμενου εμπιστεύματος, αλλά πληροφορήθηκε επίσης για την ύπαρξη της προφορικής συμφωνίας από τον ίδιο τον Κέρμανου.
Το πρωτόδικο Δικαστήριο, πολύ ορθά και καθηκόντως εξέτασε την συνολική συμπεριφορά των διαδίκων, προκειμένου να διευκρινιστεί κατά πόσον δημιουργήθηκε εξ επαγωγής εμπίστευμα και δεν περιορίστηκε στην κατάθεση των συμβάσεων δωρεάς στο Κτηματολόγιο, όπως εσφαλμένα εισηγείται η εφεσείουσα ότι έπρεπε να πράξει.
Ως εκ τούτου οι λόγοι έφεσης 5 και 6 κρίνονται ως αβάσιμοι και απορρίπτονται.
Με τον λόγο έφεσης 7 η εφεσείουσα αμφισβητεί την κρίση του πρωτόδικου Δικαστηρίου ως προς την αξιοπιστία των μαρτύρων, ισχυριζόμενη ότι αυτή ήταν αυθαίρετη. Αναφέρει επίσης ότι τα πρωτόδικα ευρήματα αναφορικά με την αξιοπιστία των μαρτύρων δεν βρίσκουν έρεισμα στην μαρτυρία, στερούνται λογικής και είναι σε αντίθεση με κοινώς αποδεκτή και μη αμφισβητούμενη μαρτυρία.
Ιδιαίτερη αναφορά γίνεται στις συμβάσεις δωρεάς όπου κατά την αξιολόγηση, το πρωτόδικο Δικαστήριο ασχολήθηκε με το ζήτημα του περιτοιχίσματος, για να καταλήξει ότι η εφεσείουσα και ο σύζυγος της δεν ήταν αξιόπιστοι. Αναφέρεται συγκεκριμένα στην αιτιολόγηση του 7ου λόγου έφεσης ότι το πρωτόδικο Δικαστήριο αγνόησε την κοινώς αποδεκτή μαρτυρία, ότι παρά το ότι το εν λόγω περιτοίχισμα βρισκόταν επί των τοπογραφικών σχεδίων που συνόδευαν τις συμβάσεις δωρεάς ΣΔΔ 834/1979 και ΣΔΔ 835/1979, με τις οποίες η εφεσείουσα και η εφεσίβλητη 1 έλαβαν τα τεμάχια τους, εν τούτοις δεν θεωρήθηκε κατά τον ουσιώδη χρόνο ως σύνορο, αλλά αντιθέτως εντασσόταν εντός του μέρους του τεμαχίου 137 που μεταβιβάστηκε στην εφεσείουσα.
Ούτε αυτός ο λόγος έφεσης ευσταθεί. Είναι γεγονός ότι η οικοδόμηση του περιτοιχίσματος τον συγκεκριμένο χρόνο, ήταν κατά το πρωτόδικο Δικαστήριο ένα από τα καθοριστικά στοιχεία που κατεδείκνυε την αλήθεια της εκδοχής των εφεσιβλήτων αφού με αυτό διαχωρίζονταν τα τεμάχια, όπως προβλεπόταν στην προφορική σύμβαση. Όμως η αποτύπωση του περιτοιχίσματος στα κτηματικά σχέδια δεν ήταν καθοριστική στην κρίση της αξιοπιστίας των μαρτύρων όπως ισχυρίζεται η εφεσείουσα. Ούτε προβλήθηκε εις βάρος του κοινώς παραδεκτού γεγονότος ότι στα σύνορα των τεμαχίων, όπως αποτυπώνονται στα κτηματικά σχέδια, η επίδικη λωρίδα γης ανήκει στην κυριότητα της εφεσείουσας.
Είναι σαφές ότι το πρωτόδικο Δικαστήριο δεν στηρίχθηκε αποκλειστικά στα κτηματικά σχέδια που κατατέθηκαν με τις συμβάσεις δωρεάς και στην αποτύπωση σε αυτά του περιτοιχίσματος, προκειμένου να κρίνει την αξιοπιστία των μαρτύρων όπως εισηγείται η εφεσείουσα. Το στοιχείο αυτό τέθηκε παρεμφερώς στο πλαίσιο της αξιολόγησης του συνόλου της μαρτυρίας και της εν γένει συμπεριφοράς των διαδίκων στην πορεία του χρόνου.
Πέραν των πιο πάνω λεχθέντων ως προς την ουσία της αξιολόγησης, ο 7ος λόγος έφεσης θα πρέπει να εξεταστεί και με βάση τις αρχές που ρυθμίζουν την περιορισμένη επέμβαση του Εφετείου στην αξιολόγηση και τα συμπεράσματα αξιοπιστίας των μαρτύρων από το πρωτόδικο Δικαστήριο. Αυτές έχουν συνοψισθεί στην υπόθεση , από την οποία μεταφέρουμε το πιο κάτω απόσπασμα:
"Στο δικό μας σύστημα η αξιολόγηση της αξιοπιστίας των μαρτύρων ανήκει κατ' εξοχή στο πρώτοδικο δικαστήριο το οποίο είχε την ευκαιρία να ακούσει τους μάρτυρες και να παρακολουθήσει τη συμπεριφορά τους στο εδώλιο του μάρτυρα. Κατά κανόνα το Εφετείο σπάνια επεμβαίνει στο να αποφασίσει περί της αξιοπιστίας ενός μάρτυρα. Ευχέρεια για τον παραγκωνισμό ευρημάτων περί της αξιοπιστίας παρέχεται μόνο όταν καταφαίνονται εξ αντικειμένου ανυπόστατα ή όταν είναι παράλογα ή αυθαίρετα ή δεν υποστηρίζονται από τη μαρτυρία που το πρωτόδικο δικαστήριο έχει αποδεχθεί ως αξιόπιστη. Εάν ήταν εύλογα επιτρεπτό στο πρωτόδικο δικαστήριο να κάμει τα ευρήματα τα οποία έκαμε σε σχέση με την αξιοπιστία το Εφετείο δεν επεμβαίνει."
Προκύπτει από την πιο πάνω νομολογία ότι χρειάζονται ιδιαίτερα πειστικοί λόγοι για την αναίρεση της πρωτόδικης κρίσης ως προς την αξιολόγηση της μαρτυρίας και το Εφετείο επεμβαίνει μόνον όταν οι αδυναμίες στη μαρτυρία είναι τόσο σημαντικές, ώστε να οδηγούν στο συμπέρασμα ότι η αποδοχή της ως αξιόπιστης ήταν λανθασμένη (βλ. επίσης ).
Στην παρούσα περίπτωση, έχουμε την άποψη πως δεν υπάρχει τίποτε που να δικαιολογεί επέμβασή μας στα συμπεράσματα του πρωτόδικου Δικαστηρίου, που σχετίζονται με την αξιολόγηση, της ενώπιον του δοθείσας μαρτυρίας. Το πρωτόδικο Δικαστήριο, με επαρκή τεκμηρίωση, εξήγησε τους λόγους για τους οποίους αποδέχθηκε την εκδοχή των εφεσιβλήτων για τα γεγονότα, απορρίπτοντας αυτή της εφεσείουσας, και δεν διαπιστώνουμε ανακολουθία ή πλημμελή αξιολόγηση των δεδομένων που παρουσιάστηκαν ενώπιον του.
Ειδικότερα, ήταν εύλογο από την δοθείσα μαρτυρία το εύρημα ως προς την ύπαρξη της προφορικής συμφωνίας και την εφαρμογή της επί του εδάφους για πολλά χρόνια, μεταξύ άλλων και με την οικοδόμηση του περιτοιχίσματος, χωρίς καμία διαμαρτυρία από πλευράς εφεσείουσας.
Ενόψει των πιο πάνω και ο 7ος λόγος έφεσης κρίνεται ως αβάσιμος και απορρίπτεται.
Για τους ιδίους λόγους απορρίπτεται και ο 8ος λόγος έφεσης με τον οποίο η εφεσείουσα ισχυρίζεται ότι εσφαλμένα το πρωτόδικο Δικαστήριο έκρινε ότι οι εφεσίβλητες δεν διαπράττουν παράνομη επέμβαση στην ιδιοκτησία της εφεσείουσας.
Η έφεση απορρίπτεται στο σύνολο της. Επιδικάζονται €2.500,00 έξοδα υπέρ των εφεσιβλήτων και εναντίον της εφεσείουσας.
Λ. Δημητριάδου - Ανδρέου, Δ
Α. Δαυίδ, Δ
Αλ. Παναγιώτου, Δ.
cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο