ΑΛΕΚΑ ΠΑΝΑΓΙΩΤΗ ΠΑΠΑΚΟΚΚΙΝΟΥ ΥΠΟ ΤΗΝ ΙΔΙΟΤΗΤΑ ΤΗΣ ΩΣ ΔΙΑΧΕΡΙΣΤΡΙΑ ΤΗΣ ΠΕΡΙΟΥΣΙΑΣ ΤΗΣ ΒΕΡΕΓΓΑΡΙΑΣ Π. ΠΑΠΑΚΟΚΚΙΝΟΥ ΚΑΙ ΕΚΤΕΛΕΣΤΟΥ ΤΗΣ ΔΙΑΘΗΚΗΣ ΤΗΣ κ.α. v. DELTA CREDIT PURCHASER LIMITED, Πολιτική Έφεση Αρ. 242/2011, 7/9/2026
print
Τίτλος:
ΑΛΕΚΑ ΠΑΝΑΓΙΩΤΗ ΠΑΠΑΚΟΚΚΙΝΟΥ ΥΠΟ ΤΗΝ ΙΔΙΟΤΗΤΑ ΤΗΣ ΩΣ ΔΙΑΧΕΡΙΣΤΡΙΑ ΤΗΣ ΠΕΡΙΟΥΣΙΑΣ ΤΗΣ ΒΕΡΕΓΓΑΡΙΑΣ Π. ΠΑΠΑΚΟΚΚΙΝΟΥ ΚΑΙ ΕΚΤΕΛΕΣΤΟΥ ΤΗΣ ΔΙΑΘΗΚΗΣ ΤΗΣ κ.α. v. DELTA CREDIT PURCHASER LIMITED, Πολιτική Έφεση Αρ. 242/2011, 7/9/2026

ΑΝΩΤΑΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΚΥΠΡΟΥ

ΔΕΥΤΕΡΟΒΑΘΜΙΑ ΔΙΚΑΙΟΔΟΣΙΑ

(Πολιτική Έφεση Αρ. 242/2011)

 

7 Σεπτεμβρίου, 2026

 

[ΜΑΛΑΧΤΟΣ, ΙΩΑΝΝΙΔΗΣ, ΔΑΥΙΔ, Δ/στές]

 

 

1.    ΒΕΡΕΓΓΑΡΙΑ ΠΑΝΑΓΙΩΤΗ ΠΑΠΑΚΟΚΚΙΝΟΥ

2.    ΑΛΕΚΑ ΠΑΝΑΓΙΩΤΗ ΠΑΠΑΚΟΚΚΙΝΟΥ

Εφεσείουσες

ν.

ΤΡΑΠΕΖΑΣ ΚΥΠΡΟΥ ΔΗΜΟΣΙΑΣ ΕΤΑΙΡΕΙΑΣ ΛΤΔ

Εφεσίβλητης

ΚΑΙ ΩΣ ΕΤΡΟΠΟΠΟΙΗΘΗ ΔΥΝΑΜΕΙ ΔΙΑΤΑΓΗΣ ΤΟΥ ΑΝΩΤΑΤΟΥ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟΥ ΗΜΕΡ. 15.3.2023.

 

1.    ΑΛΕΚΑ ΠΑΝΑΓΙΩΤΗ ΠΑΠΑΚΟΚΚΙΝΟΥ ΥΠΟ ΤΗΝ  ΙΔΙΟΤΗΤΑ ΤΗΣ ΩΣ ΔΙΑΧΕΡΙΣΤΡΙΑ ΤΗΣ ΠΕΡΙΟΥΣΙΑΣ ΤΗΣ ΒΕΡΕΓΓΑΡΙΑΣ Π. ΠΑΠΑΚΟΚΚΙΝΟΥ ΚΑΙ ΕΚΤΕΛΕΣΤΟΥ ΤΗΣ ΔΙΑΘΗΚΗΣ ΤΗΣ

2.    ΑΛΕΚΑ ΠΑΝΑΓΙΩΤΗ ΠΑΠΑΚΟΚΚΙΝΟΥ

Εφεσείουσες

ν.

 

 

DELTA CREDIT PURCHASER LIMITED

Εφεσίβλητης

Υποκατασταθείσα αυτόματα στη συνέχεια, δυνάμει του άρθρου 23(2)(vi) του Ν. 122(Ι)/2024, από την

DELTA CREDIT PURCHASER LIMITED

__________________

Αλέκα Π. Παπακόκκινου (κα), Αυτοπροσώπως και για τις Εφεσείουσες.

Xρ. Ιωάννου με Π. Σπετσιώτη (κα), για Χρυσαφίνης και Πολυβίου Δ.Ε.Π.Ε., για την Εφεσίβλητη.

__________________

ΜΑΛΑΧΤΟΣ, Δ.:   Η απόφαση του Δικαστηρίου είναι ομόφωνη και     θα δοθεί από τον Ιωαννίδη, Δ.

__________________

Α Π Ο Φ Α Σ Η

 

ΙΩΑΝΝΙΔΗΣ, Δ.: H αγωγή που εξεδικάσθη από το Επαρχιακό Δικαστήριο Λευκωσίας, ήταν απλή. Η απαίτηση της ενάγουσας Τράπεζας Κύπρου Λτδ, μετέπειτα Τράπεζα Κύπρου Δημόσια Εταιρεία Λτδ, εναντίον της πρωτοφειλέτιδος, Βερεγγάριας Π. Παπακόκκινου, εναγόμενης 1, αφορούσε σε χρεωστικό υπόλοιπο ύψους ΛΚ12.000 περίπου, πλέον τόκους, πλέον έξοδα, δυνάμει γραπτής συμφωνίας δανείου ημερ. 5.12.2001. Επειδή η εναγόμενη 2, Αλέκα Π. Παπακόκκινου, αδελφή της εναγόμενης 1, εφέρετο να είχε συνάψει με την Τράπεζα συμφωνίες εγγύησης των υποχρεώσεων της εναγόμενης 1, αυτή είχε εναχθεί ως εγγυήτρια των εν λόγω υποχρεώσεων. Τέλος, επειδή και οι δύο εναγόμενες εφέροντο να είχαν υποθηκεύσει προς όφελος της Τράπεζας και ακίνητα τους (δύο χωράφια στο χωρίο Κατύδατα, της Επαρχίας Λευκωσίας), η Τράπεζα είχε αξιώσει και διάταγμα εκποίησης των ενυπόθηκων ακινήτων, προς ικανοποίηση της απαίτησης και εξόδων.

 

Οι δύο εναγόμενες, με κοινό δικόγραφο, είχαν προβάλει, μεταξύ πολλών άλλων, τη θέση ότι «Τα ζητούμενα ποσά είναι παντελώς απαράδεκτα και περιέχουν παράνομες χρεώσεις αντίθετα με τον Νόμον, τους Κανονισμούς είναι επιπλέον παράνομες και αυθαίρετες χρεώσεις και υπερχρεώσεις που δεν δικαιούνται να ζητούν οι ενάγοντες».  Σε κάποιο μέρος του δικογράφου τους διαπιστώσαμε να υπάρχει, ανάμεσα στις πολλές αρνήσεις, αναφορά ότι «Αι Εναγόμεναι 1 και 2 … τονίζουν μετ΄ εμφάσεως ότι δεν οφείλεται το ύψος του αναφερόμενου ποσού αλλά κατά πολύ ολιγότερον».  Δεν διευκρινίζουν στο δικόγραφο τους ποιο είναι αυτό το «κατά πολύ ολιγότερον» ποσό που οφείλουν. Σε άλλο μέρος του δικογράφου τους, είχαν προβάλει τη θέση ότι «…. η Εναγόμενη 1 πλήρωνε για πολύ μεγάλο χρονικό διάστημα πολλές δόσεις, τεράστια ποσά δόσεων οι οποίες πουθενά στην αγωγή δεν φαίνονται και θα αναφερθεί κατά την ακρόαση η Εναγόμενη 1».  Ούτε και εδώ δίδονται λεπτομέρειες για τον αριθμό των πολλών δόσεων, για τη χρονική περίοδο που αυτές εκαταβάλλοντο και για το ύψος των «τεραστίων ποσών δόσεων».  Εν κατακλείδι, οι δύο εναγόμενες αρνούμενες τις αιτούμενες θεραπείες, αξίωσαν απόρριψη της αγωγής και καταδίκη της Τράπεζας στα έξοδα.

 

Μάλιστα με ανταπαίτηση τους αξίωσαν αποζημιώσεις για ανάρμοστη συμπεριφορά συγκεκριμένης λειτουργού, όχι της Τράπεζας, αλλά του Επαρχιακού Κτηματολογικού Γραφείου Πάφου, συμπεριφορά που κατά τις εναγόμενες έλαβεν χώρα το πρωί της 19.2.2008, όταν αυτές είχαν μεταβεί στο εν λόγω Κτηματολογικό Γραφείο για να μεταβιβάσουν δύο από τα πολλά οικόπεδα τους, τα οποία είχαν πωλήσει έναντι του συνολικού τιμήματος του €1.033.703. Γι΄ αυτήν την κατ΄ ισχυρισμόν ανάρμοστη συμπεριφορά λειτουργού του Κράτους, θα γίνει αναφορά στη συνέχεια.

 

Η ανταπαίτηση δεν περιορίστηκε στην πιο πάνω συμπεριφορά.  Αξιώθηκαν αποζημιώσεις για κατ΄ ισχυρισμόν ζημιές, για απώλεια εισοδήματος, για διαφυγόντα κέρδη, κλπ, συνεπεία δικαστικών αποφάσεων που είχαν εκδοθεί εναντίον των εφεσειουσών, και τις οποίες η Τράπεζα είχε εγγράψει επί ακίνητης ιδιοκτησίας τους (άρθρο 53, του περί Πολιτικής Δικονομίας Νόμου, Κεφ. 6). Οι εναγόμενες, είχαν δικογραφήσει, μεταξύ άλλων, πως συνεπεία της εν λόγω εγγραφής «έχασαν» αγοραστή «ο οποίος ήτο έτοιμος και πρόθυμος και ήθελε και ζητούσε να αγοράσει τέλος Φεβρουαρίου 2008 άλλο οικόπεδο τους στην Πάφο, περιοχή Μούτταλος, αντί του ποσού των £400.000 €683.440 που ήταν η πραγματική του αξία κατά την συγκεκριμένη περίοδο και όμως δεν μπορούσαν οι Εναγόμεναι να το πωλήσουν και να το μεταβιβάσουν, συνεπεία memo που κατεχώρισαν οι Ενάγοντες 19.2.08 ……  Και έτσι εστερήθηκαν αι Εναγόμεναι του δικαιώματος διαθέσεως (πωλήσεως) του συγκεκριμένου οικοπέδου και εστερήθησαν αι Εναγόμεναι του τιμήματος του οικοπέδου, εισοδήματος, £400.000 €683.440 αξίας του εν λόγω οικοπέδου που θα πλήρωνε ο αγοραστής και επιπλέον εστερήθησαν και στερούνται αι Εναγόμεναι και τους τόκους του εν λόγω ποσού προς 8% από τέλος Φεβρουαρίου 2008. …»    

 

Οι δύο εναγόμενες δικογράφησαν πως η Τράπεζα με την εγγραφή δικαστικών αποφάσεων επί ακινήτων τους, αξίας εκατομμυρίων ευρώ,  αυτή ενήργησε εκδικητικά και «συνεχώς κυνηγούσε τις εναγομένες με σκοπό να τις ζημιώνουν, να τις εκθέτουν και να τις προσβάλλουν και/ή άλλως πως θέτοντας σκοπό των να ψάχνουν να ανακαλύπτουν κτήματα των Eναγομένων και να βάζουν MΕΜΟ, και αυτά τα έκαμναν σκοπίμως και κακόπιστα».  Γι΄ αυτό το μέρος της ανταπαίτησης θα αναφερθούμε επίσης στη συνέχεια.

 

Δυστυχώς, κατά την ακροαματική διαδικασία της υπόθεσης, υπήρξαν κατ΄ επανάληψη, εκ μέρους των δικηγόρων των διαδίκων, αντεγκλήσεις με αποτέλεσμα να κυριαρχεί η ένταση ενώπιον του πρωτόδικου Δικαστηρίου. Μελετώντας τα πρακτικά, διαπιστώσαμε να καταγράφεται, ουκ ολίγες φορές, ότι «Δικαστήριο:  Φωνάζουν όλοι μαζί, το Δικαστήριο μιλά και προσπαθεί να βάλει την τάξη αλλά κανένας δεν ακούει». Σε άλλες δε περιπτώσεις, καταταγράφεται ότι η στενογράφος αδυνατεί να τηρήσει πρακτικά επειδή «φωνάζουν όλοι μαζί» ή «μιλούν όλοι μαζί». Μάλιστα, σε συγκεκριμένη δικάσιμο έλαβαν χώρα τα ακόλουθα:

 

«κα Παπακόκκινου: Παρακαλώ να γραφτεί στο πρακτικό ότι η      κα Μαλέκκου συνεχώς μουρμουρά και παρεμβάλλεται.

 

κα Μαλέκκου: Και επίσης να γράψετε ότι φωνάζει την ώρα που μιλώ εγώ.

 

κα Παπακόκκινου: Με ενοχλεί η κα Μαλέκκου που δεν με αφήνει να κάμω την δουλειά μου. Διακόπτει τον ειρμό των σκέψεων μου.

[…]

κα Μαλέκκου:  Παραπλανείται η μάρτυρας.

 

κα Παπακόκκινου: Να αλλάξει τον τρόπο που μιλά η                      κα Μαλέκκου.

 

κα Μαλέκκου:   Κρατά τα τεκμήρια και τα ανεμίζει.»

 

 

 

Η ευπαίδευτη δικηγόρος, κα Αλέκα Π. Παπακόκκινου, ενώπιον μας, πρόσθεσε πως από ευτυχείς συγκυρίες δεν θανατώθηκε ή τυφλώθηκε  από ενέργεια της ευπαίδευτης δικηγόρου της αντιδίκου της, ενέργεια που έλαβε χώρα εντός της δικαστικής αιθούσης, καθ΄ ον χρόνο διεξήγετο η ακροαματική διαδικασία. Όπως χαρακτηριστικά ανέφερε:  

 

«κα Παπακόκκινου:- …. Το λοιπόν, την ώρα της δίκης έπιασε συνδετήρες. Οι συνδετήρες που συνδέουν τα έγγραφα. Εκάθετουν εις την αριστερή μου πλευρά, καλή ώρα όπως κάθεται ο Χρίστος τωρά (πρόκειται για τον ευπαίδευτο δικηγόρο της εφεσίβλητης)  και ήταν ακόμα λίγο πιο τζιεί. Τζιαι πιάνει το η άκρια του μαθκιού μου ότι σηκώνει το χέρι της και μου πετάσσει κάτι. Μου έσυρε δύο συνδετήρες μεγάλους, έτσι (η κα Παπακόκκινου δείχνει paper clips μεγάλα), που αν δεν τους έβλεπα εγώ και να κάμω ένα έτσι (η κα Παπακόκκινου δείχνει ότι έκανε κίνηση προς τα πίσω), επήρε η άκρια του ματιού μου ότι σήκωσε το χέρι της και ήταν έτοιμη να τους ρίξει. Έκαμα έτσι πίσω εγώ και περάσαν οι συνδετήρες έτσι μπροστά μου, δηλαδή σε απόσταση αναπνοής. Αν δεν έκανα αυτό το πράγμα εγώ ή πεθαμένη θα ήμουν ή τυφλή. Δεν υπήρχε άλλη περίπτωση. ….»

  

 

Η κατ΄ ισχυρισμόν επίθεση με «δύο μεγάλους συνδετήρες» (paper clips), δεν καταγράφεται στα πρακτικά. Mε αφορμή όλα τα πιο πάνω, θα αρκεστούμε να σημειώσουμε ότι οι δικηγόροι είναι λειτουργοί της δικαιοσύνης και έχουν καθήκον στην ορθή απονομή αυτής. Οφείλουν να συμμορφώνονται αμέσως με τις υποδείξεις και τις οδηγίες του Δικαστηρίου, και ασφαλώς οφείλουν να σέβονται όχι μόνο το Δικαστήριο αλλά και τους συναδέλφους τους.

 

Το πρωτόδικο Δικαστήριο, με απόφαση του ημερ. 12.5.2011, δικαίωσε την Τράπεζα, τόσο στην απαίτηση όσο και στην ανταπαίτηση. Στην απαίτηση εξέδωσε απόφαση προς όφελος της και εναντίον των εναγομένων, αλληλεγγύως και/ή κεχωρισμένως, «για το ποσό των €20.697,11 πλέον τόκο 8,75% από 12/5/2004 επί του ποσού των €20.199,17 μέχρι εξόφλησης, με δικαίωμα κεφαλαιοποίησης των τόκων δύο φορές τον χρόνο, στις 30.6. και 31.12.» Εξέδωσε επίσης διάταγμα εκποίησης των ενυπόθηκαν ακινήτων.

 

Όσον αφορά στην ανταπαίτηση, το πρωτόδικο Δικαστήριο έκρινε πως αυτή ήταν αβάσιμη. Για τις κατ΄ ισχυρισμόν τσιρίδες της λειτουργού του Επαρχιακού Κτηματολογικού Γραφείου Πάφου, έκρινε, για λόγους που παρέθεσε, πως δεν ετίθετο θέμα ευθύνης της Τράπεζας. Όσον αφορά στις αξιώσεις των εναγομένων συνεπεία της εγγραφής δικαστικών αποφάσεων επί ακινήτων τους (Memo), έκρινε πως η Τράπεζα δικαιωματικά τις ενέγραψε και κατ΄ επέκταση δεν ετίθετο θέμα πρόκλησης ζημιάς στις εναγόμενες συνεπεία της εν λόγω εγγραφής.

Οι εναγόμενες, που ήταν οι αποτυχούσες στην πρωτόδικη διαδικασία, εφεσίβαλαν, ως είχαν κάθε δικαίωμα, την πρωτόδικη απόφαση.  Εκκρεμούσης της εφέσεως, η εφεσείουσα 1, δυστυχώς, απεβίωσε. Η εφεσείουσα 2 ζήτησε τροποποίηση του Εφετηρίου συνεπεία του πιο πάνω  γεγονότος, η οποία και της επετράπη. Στο τροποποιημένο Εφετήριο προστέθηκε η ακόλουθη νέα παράγραφος:

 

«Δυστυχώς την 15.12.2014 επεσυνέβη ένα θλιβερότατον γεγονός, δυστυχώς επεβίωσε (προφανώς αυτό που ήθελε να πει ήταν απεβίωσε) η αδελφή μου Βερεγγάρια Π. Παπακόκκινου Εναγόμενη 1 και Εφεσείουσα 1 στην υπό τον άνω αριθμό και τίτλο έφεση. Στις 13.5.2015 διορίστηκα από το Επαρχιακό Δικαστήριο Λευκωσίας διαχειρίστρια της περιουσίας της και εκτελεστής της διαθήκης της εγώ, η αδελφή της, Αλέκα Π. Παπακόκκινου».

 

 

 

Οι Λόγοι Έφεσης, 123 τον αριθμό, μαζί με την αιτιολογία τους καταλαμβάνουν 197 πυκνοτυπωμένες σελίδες. Σε πάρα πολλούς Λόγους Έφεσης ή στην αιτιολογία αυτών, επαναλαμβάνεται, αχρείαστα, η φράση «οι εναγόμενες στερήθηκαν της δίκαιης δίκης κατά παράβαση του άρθρου 30, παρ. 2 του Συντάγματος και του άρθρου 6 της Ευρωπαϊκής Σύμβασης Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων του Συμβουλίου της Ευρώπης». Στη δε αιτιολογία του ακροτελεύτιου Λόγου Έφεσης, γίνεται αναφορά ότι «Αι εναγόμεναι επιφυλάσσουν το δικαίωμα τους να επικαλεσθούν και άλλους λόγους και αιτιολογικά και/ή να επεκτείνουν τους λόγους και τα αιτιολογικά».

 

Στο συνταχθέν Εφετήριο επικρατεί, με τον προσήκοντα σεβασμό, άκρατος πλατειασμός και αχαλίνωτη περιττολογία, κάτι που είναι δύσκολο να μεταφερθεί στην παρούσα απόφαση μας. Μόνο κάποιος ο οποίος έχει μελετήσει το Εφετήριο μπορεί να αντιληφθεί τα πιο πάνω.   Ενδεικτικά και μόνο θα αναφέρουμε πως υπάρχει αιτιολογία Λόγου Έφεσης η οποία καλύπτει 12 πυκνοτυπωμένες σελίδες. Λόγοι Έφεσης επαναλαμβάνονται. Σε αιτιολογία συγκεκριμένων Λόγων Έφεσης επαναλαμβάνεται η αιτιολογία άλλων Λόγων Έφεσης. Ενίοτε, γίνεται αναφορά ότι η αιτιολογία συγκεκριμένου Λόγου Έφεσης, «είναι αλληλένδετη με προηγούμενες παραγράφους και επόμενες».  Σε συγκεκριμένο Λόγο Έφεσης  καταγράφεται ότι  «Το Δικαστήριο εξέδωσε λανθασμένη απόφαση εν όψει όλων των σχετικών λόγων».  Αιτιολογία Λόγου Έφεσης επεκτείνεται αδικαιολόγητα σε θέματα που δεν καλύπτονται από τον Λόγο Έφεσης. Σε αρκετές περιπτώσεις, γίνεται αναφορά και αναλύεται νομολογία, ωσάν το Εφετήριο να είναι περίγραμμα αγόρευσης. Τα πιο πάνω είναι μόνο μερικά από τα χαρακτηριστικά γνωρίσματα του Εφετηρίου.

 

Την ίδια εικόνα παρουσιάζει, δυστυχώς, και το συνταχθέν από την ευπαίδευτη δικηγόρο διακοσιεντεκασέλιδο περίγραμμα αγόρευσης (Ιωάννου κ.ά. ν. Λαϊκή Κυπριακή Τράπεζα (Χρημ.) Λτδ (2011) 1(Α) Α.Α.Δ. 91, 101), καταχωρισθέν στις 16.11.2023. 

 

Με την έναρξη της ακροάσεως της εφέσεως, στις 7.7.2026,                   η ευπαίδευτη δικηγόρος αντιλαμβανόμενη προφανώς ότι ο αριθμός των Λόγων Έφεσης, επαναλαμβάνουμε 123, είναι εξαιρετικά μεγάλος, υπεραμύνθηκε του Εφετηρίου που η ίδια συνέταξε, λέγοντας τα ακόλουθα:

 

«… Και οι Λόγοι, όπως θα είδατε, είναι αρκετοί∙ είναι 123 Λόγοι. Δεν είναι ότι είναι 123 Λόγοι, αντιλαμβάνεστε ότι για να είναι 123 Λόγοι και όλοι οι Λόγοι αιτιολογημένοι ο καθένας, εμπεριστατωμένοι, με αποδεικτικά στοιχεία, από μόνο του τούτο δείχνει ότι η υπόθεση αυτή, δηλαδή η απόφαση αυτή του Δικαστή, κ. Στυλιανίδη, πάσχει εις την ολότητα της.»

 

 

 

Από την αντίπερα όχθη, βεβαίως, κάποιος θα μπορούσε να ισχυριστεί ότι σε μίαν απλή υπόθεση, ως η παρούσα, η προβολή και ανάπτυξη 123 Λόγων Έφεσης (οι οποίοι, ως ελέχθη, μαζί με την αιτιολογία τους καταλαμβάνουν 197 πυκνοτυπωμένες σελίδες), συνιστά απέλπιδα προσπάθεια των εφεσειουσών να ανατρέψουν μίαν καθόλα ορθή πρωτόδικη απόφαση. Δικαιολογημένα ο ευπαίδευτος δικηγόρος της εφεσίβλητης παρέπεμψε στο πιο κάτω απόσπασμα από την πρόσφατη απόφαση του Αγγλικού Εφετείου, Lzlabs Gmbh, Winsopia Limited, John Jay Moores v IBM UK Limited [2025] EWCA Civ 842, 2025 WL 01859924, όπου εκεί απερρίφθη  αίτηση για άδεια για καταχώριση έφεσης, η οποία αξιώθηκε για 35 Λόγους Έφεσης, με ογδοντασέλιδο Προσχέδιο:

 

«It was therefore surprising to see an appellant΄s notice which insisted that the judge got almost everything wrong. The appellant΄s 35 grounds of appeal and 80 pages of skeleton argument have confirmed, rather than shaken, my initial view. They illustrate powerfully the truth of the old adage that less is more and its converse, which could usefully be borne in mind by those seeking permission to appeal in this kind of case, that very often more is less».    

 

Και σε ελεύθερη δική μας μετάφραση:

 

«Μας κατέπληξε λοιπόν που ο εφεσείων με την ειδοποίηση του, επέμενε πως ο Δικαστής έσφαλε σχεδόν σε όλα. Οι 35 Λόγοι Έφεσης και το ογδοντασέλιδο Προσχέδιο προς υποστήριξη αυτών, επιβεβαιώνουν παρά κλονίζουν την αρχική μου άποψη. Αποδεικνύουν σθεναρά το αληθές της αρχαίας ρήσης ότι το λιγότερο είναι το περισσότερο και συνήθως το περισσότερο είναι το λιγότερο, κάτι το οποίο θα ήταν χρήσιμο να έχουν στο μυαλό τους όσοι ζητούν άδεια για καταχώριση έφεσης σε τέτοιου είδους υποθέσεις.»

 

Εμείς θα αρκεστούμε να παραπέμψουμε στη δική μας αρχαία ελληνική ρήση «ούκ έν τω πολλώ το εύ, αλλ΄ έν τω εύ το πολύ», δηλαδή «το καλό δεν βρίσκεται στο πολύ, αλλά το πολύ βρίσκεται στο καλό».    Συνεπώς, είναι δυνατόν ένας και μόνο Λόγος Έφεσης, με μία λιτή αιτιολογία, να είναι ικανός για ανατροπή μίας πρωτόδικης απόφασης. Ο αριθμός των Λόγων Έφεσης, 123 εν προκειμένω, από μόνος του δεν καθιστά την Έφεση εκ προοιμίου βάσιμη και ικανή να ανατρέψει την πρωτόδικη απόφαση, ως η ευπαίδευτη δικηγόρος ανέφερε.

 

Να υπενθυμίσουμε ακόμη ότι οι Λόγοι Έφεσης επιβάλλεται να είναι σαφείς και ακριβείς, δηλαδή να συγκεκριμενοποιούν με καθαρότητα τις πλημμέλειες της προσβαλλόμενης πρωτόδικης απόφασης, όχι μόνο για να είναι σε θέση το δευτεροβάθμιο Δικαστήριο να κρίνει κατά πόσο αυτοί είναι βάσιμοι ή όχι, αλλά και για να δίδεται η δυνατότητα στην άλλη πλευρά να τους αντικρούσει. Αόριστοι, γενικοί και συγκεχυμένοι Λόγοι Έφεσης, εξομοιώνονται με ανύπαρκτους. Εν προκειμένω, το Εφετήριο, αντισυμβατικό έτσι όπως έχει συνταχθεί, πόρρω απέχει από υπόδειγμα Εφετηρίου, κάτι που έκανε το έργο μας εξαιρετικά επίπονο.

 

Μετά τα πιο πάνω, θα καλύψουμε τους Λόγους Έφεσης, αποφεύγοντας βεβαίως να τους παραθέσουμε στην παρούσα απόφαση, για να μην επεκταθεί αδικαιολόγητα η απόφαση μας και καταστεί έτσι κουραστική για τον μελετητή. Νοείται βεβαίως ότι  Λόγοι Έφεσης οι οποίοι είναι γενικοί και αόριστοι ή χωρίς αιτιολογία, όπως για παράδειγμα οι Λόγοι Έφεσης 15, 16, 18, 19, 32 (και όχι μόνο), θα αγνοηθούν.

 

Έχουμε μελετήσει, με ιδιαίτερη προσοχή, τους Λόγους Έφεσης και την αιτιολογία αυτών, εκεί όπου υπάρχει. Το ίδιο ισχύει και για το διακοσιεντεκασέλιδο περίγραμμα αγόρευσης των εφεσειουσών. Με την ίδια προσοχή ακούσαμε και θέσαμε ενώπιον μας και τα όσα η ευπαίδευτη δικηγόρος υποστήριξε και ανέπτυξε με τον προφορικό της λόγο. Θα ομαδοποιήσουμε τους Λόγους Έφεσης, ανάλογα με τα θέματα που αυτοί καλύπτουν, και ακολούθως θα προχωρήσουμε σε εξέταση αυτών, για να διαπιστώσουμε κατά πόσο αυτοί ή κάποιοι από αυτούς είναι βάσιμοι ή όχι. Νοείται βεβαίως ότι έχουμε θέσει ενώπιον μας και τα όσα προέβαλε και ανέπτυξε η άλλη πλευρά, συμπεριλαμβανομένης της νομολογίας στην οποία παρέπεμψε.

 

Οι εφεσείουσες, με αρκετούς Λόγους Έφεσης, διατείνονται ότι η Έκθεση Απαίτησης δεν πληρούσε τις «προϋποθέσεις της δικονομίας», και ως εκ τούτου δεν έτυχαν «δίκαιης δίκης κατά παράβαση του αρ. 30 του Συντάγματος και αρ. 6 της Ευρωπαϊκής Σύμβασης Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων του Συμβουλίου της Ευρώπης».

 

Στην Αψερός ν. Παρασκευόπουλου, Πολ. Έφ. Αρ. 17/2015, ημερ. 29.3.2023, ECLI:CY:AD:2023:A114, επαναλαμβάνεται ότι:

 

«…… στις αστικές υποθέσεις τα δικόγραφα καθορίζουν τα επίδικα θέματα και τις παραμέτρους της δίκης (Παπαγεωργίου ν. Κλάππα (1991) 1(Α) ΑΑΔ 24, 28 και Λουκαϊδης κ.ά. ν. Εκδοτ. Ετ. Αλήθεια Λτδ κ.ά. (2003) 1(Α) ΑΑΔ 22, 44). Στην Κασπαρής ν. Αχιλλέως (1995) 1 ΑΑΔ 492 επαναλαμβάνεται πως «Στις γραπτές προτάσεις περιέχονται ουσιώδη γεγονότα και όχι η μαρτυρία που θα προσαχθεί προς απόδειξη τους και είναι σαφές πως ούτε κατ΄ ισχυρισμόν παραδοχές του αντιδίκου ούτε ισχυρισμοί για κατάρτιση λογαριασμού που προβάλλεται υπό τύπον μαρτυρίας ή παραδοχής είναι ορθό να περιέχονται στις γραπτές προτάσεις (βλ. Bullen and Leake and Jacob’s Precedents of Pleadings’ 12η έκδοση σελ. 37)».   Γεγονότα τα οποία δεν είναι αναγκαία για να στοιχειοθετήσουν αιτία αγωγής ή υπεράσπιση, δεν είναι ουσιώδη. Kατά πόσο συγκεκριμένα γεγονότα είναι ή όχι ουσιώδη, εξαρτάται κυρίως από τις ιδιαίτερες περιστάσεις της κάθε συγκεκριμένης υπόθεσης.»         

 

Ως ελέχθη, η απαίτηση ήταν απλή. Αφορούσε σε χρεωστικό υπόλοιπο δυνάμει γραπτής συμφωνίας δανείου ημερ. 5.12.2001.       Η συμφωνία δανείου κατηρτίσθη κατόπιν αιτήματος της εναγόμενης 1 προς την Τράπεζα, με την εγγύηση της εναγόμενης 2.  Το ποσό του δανείου χορηγήθηκε στην εναγόμενη 1. Κατά παράβαση της συμφωνίας, υπήρχε χρεωστικό υπόλοιπο ύψους ΛΚ12.485,34, με τόκο 11% από 12.5.2004 επί ΛΚ12.184,12 μέχρι εξόφλησης. Η Έκθεση Απαίτησης περιείχε με καθαρότητα τα πιο πάνω γεγονότα. Περαιτέρω, σε αυτήν γινόταν αναφορά ότι ήταν ρητός όρος της συμφωνίας δανείου ότι η Τράπεζα θα είχε το δικαίωμα «άνευ προειδοποιήσεως προς τους εναγομένους να τερματίζωσι τη λειτουργία οιουδήποτε λογαριασμού και/ή να καταστήσωσι απαιτητά οιαδήποτε δάνεια και/ή πιστώσεις και να ζητήσωσι αμέσως παρά των εναγομένων την πληρωμήν όλων των ποσών τα οποία ούτοι οφείλουν εις τους ενάγοντες». Ακόμη, πως η Τράπεζα αξίωσε, με συγκεκριμένες επιστολές, αποσταλείσες τόσο προς την πρωτοφειλέτιδα όσο και προς την εγγυήτρια το οφειλόμενο ποσό, χωρίς οι τελευταίες να ανταποκριθούν θετικά. Τέλος, στην Έκθεση Απαίτησης περιγράφονται και τα ακίνητα που οι εναγόμενες υποθήκευσαν προς όφελος της Τράπεζας για την εξασφάλιση του χορηγηθέντος δανείου.

 

Καταλήγουμε, χωρίς ιδιαίτερη δυσκολία, πως στην Έκθεση Απαίτησης είχαν περιληφθεί όλα εκείνα τα ουσιώδη γεγονότα που στοιχειοθετούσαν την συγκεκριμένη αιτία αγωγής εναντίον των εναγομένων, με αποτέλεσμα οι τελευταίες να γνωρίζουν επακριβώς ποια ήταν η αξίωση της Τράπεζας εναντίον τους.

 

Οι σχετικοί με το πιο πάνω θέμα Λόγοι Έφεσης κρίνονται αβάσιμοι.

 

Σε πάρα πολλούς Λόγους Έφεσης και/ή στην αιτιολογία αυτών, γίνεται αναφορά, ως ελέχθη, ότι «Και εστερήθησαν οι Εναγόμενες της δίκαιης δίκης και παρεβιάσθη το άρθρο 30 του Συντάγματος και το άρθρο 6 της Ευρωπαϊκής Σύμβασης Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων του Συμβουλίου της Ευρώπης»  και ότι οι εναγόμενες «Δεν έτυχαν της δίκαιης δίκης».  Θα επαναλάβουμε, για άλλη μια φορά, ότι η επίκληση παράβασης δικαιωμάτων που κατοχυρώνονται από το Σύνταγμα, όπως αυτό της διάγνωσης αστικών δικαιωμάτων και υποχρεώσεων από ανεξάρτητο και αμερόληπτο Δικαστή (Άρθρο 30.2 του Συντάγματος), δεν πρέπει να γίνεται με ευκολία και αβασάνιστα. Εν προκειμένω, το πρωτόδικο Δικαστήριο έδωσε, ως όφειλε, τη δυνατότητα στις εφεσείουσες να παρουσιάσουν, και παρουσίασαν,  την υπόθεση τους, τόσο στην απαίτηση όσο και στην ανταπαίτηση. Με άλλα λόγια, τους εδόθη η δυνατότητα να αντικρούσουν την απαίτηση και να υποστηρίξουν την ανταπαίτηση, με μαρτυρία και επιχειρήματα.  Αντεξέτασαν μάλιστα, σε κάποιες περιπτώσεις επί μακρόν, τους μάρτυρες που κάλεσε η Τράπεζα.           Η διεξαχθείσα δίκη δεν καθίσταται άδικη, επειδή η εκδοθείσα απόφαση δεν δικαίωσε τις εφεσείουσες.

 

Η ευπαίδευτη δικηγόρος, μεταξύ των πολλών άλλων που ανέφερε και ανέπτυξε, είπε πως «Δεν είδα χειρότερη απόφαση από τούτη». Δυστυχώς, δεν έμεινε μέχρι εδώ. Υπερέβη τα εσκαμμένα, και μάλιστα κατά πολύ. Υποστήριξε, ανεπίτρεπτα, απαράδεκτα και αδικαιολόγητα, πως ο ευπαίδευτος πρωτόδικος Δικαστής, ο οποίος δεν δικαίωσε ούτε αυτήν ούτε την εν ζωή τότε αδελφή της, ενήργησε με σκοπιμότητα. Όπως χαρακτηριστικά ανέφερε «Εγινήκαν σφάλματα. Δεν είναι λάθη που έκαμε. Εν σκόπιμα που έκαμε. Είναι σκοπιμότητες αυτές τις οποίες έκαμε», για να προχωρήσει να σημειώσει ότι  «Διαβλέπω πραγματικά στον κ. Στυλιανίδη, χωρίς να τον ξέρω τίποτε, χωρίς καθόλου, μίαν εχθρότητα. Μα τι του έκαμα; Τι τους εκάμαμε; Μα δεν το χωρεί το μυαλό μου», για να καταλήξει λέγοντας πως ο ευπαίδευτος πρωτόδικος Δικαστής «Έκαμε κατάχρηση εξουσίας, κατάχρηση διαδικασίας», και ότι προτίθεται να τον καταγγείλει στην «Αρχή Διαφάνειας».

 

Στην υπόθεση Παπακόκκινου ν. Εταιρείας Γεώ. Παυλίδης και Αραούζος Λτδ, Πολ. Έφ. Αρ. 57/2014, ημερ. 25.1.2022, όπου είχαν προβληθεί παρόμοιοι ισχυρισμοί, καταγράφονται τα ακόλουθα:

 

«Εμείς, λυπούμαστε που η Εφεσείουσα, η οποία μάλιστα τυγχάνει να είναι Λειτουργός της Δικαιοσύνης εδώ και αρκετά έτη, αμφισβήτησε με αυτόν τον απαράδεκτο τρόπο την υποκειμενική αμεροληψία της Δικαστού.  Θα τελειώσουμε με αυτό το θέμα, παραθέτοντας ένα μικρό απόσπασμα από την απόφαση Σπύρου ν. Ξενή, Ποινική Έφεση αρ. 223/14, απόφαση ημερ. 19.7.2019, ECLI:CY:AD:2019:B331, ECLI:CY:AD:2019:B331, που εξέδωσε η Πούγιουρου, Δ.:

 

«Εξετάσαμε την εισήγηση με μεγάλη προσοχή ενόψει του ευαίσθητου θέματος που εγείρεται.  Όπως αναφέρεται στην υπόθεση Κυπριακό Διυλιστήριο Πετρελαίου Λτδ (Αρ. 3) (2004) 1 (Γ) Α.Α.Δ. 1676, 1684,  στην οποία παραπέμπει και η δικηγόρος του Αιτητή με τη γραπτή της αγόρευση, «Ένα είναι το κριτήριο: κατά πόσο, σε συγκεκριμένη περίπτωση, ως εκ της συμμετοχής συγκεκριμένου Δικαστή στη διαδικασία, δημιουργείται δικαιολογημένη εντύπωση ύπαρξης πιθανότητας προκατάληψης από το δικαστή στο νου του μέσου εχέφρονα πολίτη, εφόσον γνωρίζει τα γεγονότα.  Εικασίες και καχυποψίες μόνο δεν είναι αρκετές».  Προσθέτουμε ότι τέτοιου είδους αιτήματα ή επικρίσεις κατά Δικαστή δεν πρέπει να τίθενται με τέτοια ευκολία χάριν εντυπώσεων.  Πρέπει να συνοδεύονται από ικανά στοιχεία και μαρτυρία διαφορετικά μόνο επιζήμιες επιπτώσεις δημιουργούνται στο όλο σύστημα δικαιοσύνης.  Και αναμένεται από τους δικηγόρους, λειτουργούς κατά τα άλλα της δικαιοσύνης, να προτάσσουν τέτοια ζητήματα με την αναγκαία περίσκεψη και φειδώ.»

     

 

 

Τα πιο πάνω ισχύουν και εν προκειμένω.  Καταλήγουμε, χωρίς ιδιαίτερη δυσκολία, πως η δίκη διεξήχθη από ανεξάρτητο και αμερόληπτο Δικαστή, ήταν δίκαιη και ουδέν δικαίωμα των εφεσειουσών, συνταγματικά ή άλλως πως κατοχυρωμένο, παρεβιάσθη.

 

Όλοι οι Λόγοι Έφεσης που καταπιάνονται με τα πιο πάνω θέματα, κρίνονται αβάσιμοι.

 

Προχωρούμε με τα ευρήματα αξιοπιστίας στα οποία προέβη το πρωτόδικο Δικαστήριο, κατόπιν αξιολόγησης της προσαχθείσας μαρτυρίας.  Διάσπαρτοι στο Εφετήριο Λόγοι Έφεσης, προσβάλλουν τα ευρήματα αξιοπιστίας του πρωτόδικου Δικαστηρίου. Να σημειώσουμε εδώ ότι το πρωτόδικο Δικαστήριο έκρινε αξιόπιστους όλους τους μάρτυρες που η Τράπεζα κάλεσε. Αξιόπιστους έκρινε και κάποιους από τους μάρτυρες που κάλεσαν οι εφεσείουσες.  Πρόκειται για τον Νίκο Καστανιά, Υπεύθυνο Λειτουργό των Αναγκαστικών Πωλήσεων στο Επαρχιακό Κτηματολογικό Γραφείο Πάφου (Μ.Υ.2), τον Στράτο Χριστοδούλου, Εκτιμητή Ακινήτων (Μ.Υ.3), τον Χαράλαμπο Πετρίδη, Εγγεγραμμένο Κτηματομεσίτη και Εκτιμητή (Μ.Υ.4) και την Αντρούλα Γαβριήλ, Κτηματολογικό Λειτουργό Β΄ Τάξης, στο Επαρχιακό Κτηματολογικό Γραφείο Λευκωσίας (Μ.Υ.5). Την Κτηματομεσίτρια Γεωργία Ιακωβίδου (Μ.Υ.1), το πρωτόδικο Δικαστήριο έκρινε αναξιόπιστη. Σημειώνεται πως όλοι αυτοί οι μάρτυρες υπεράσπισης δεν είχαν γνώση και δεν κατέθεσαν σε σχέση με τις συμφωνίες που οι εφεσείουσες κατήρτισαν με την Τράπεζα.  Η μαρτυρία τους αφορούσε κυρίως στις αξίες, σε διάφορα χρονικά σημεία, ακινήτων των εφεσειουσών και σε άλλα συναφή, με τα εν λόγω ακίνητα, θέματα.

 

Τον πιο βασικό μάρτυρα όμως των εφεσειουσών, την αείμνηστη, από τον Δεκέμβριο του 2014, Βερεγγάρια Π. Παπακόκκινου, δηλαδή την πρωτοφειλέτιδα (η εγγυήτρια, κα Αλέκα Π. Παπακόκκινου δεν έδωσε μαρτυρία), το πρωτόδικο Δικαστήριο έκρινε αναξιόπιστη. Όπως χαρακτηριστικά κατέγραψε, «δεν ήταν μάρτυρας που έλεγε την αλήθεια». Παρακολουθώντας την να καταθέτει, το πρωτόδικο Δικαστήριο διαπίστωσε πως αυτή «προσάρμοζε τις απαντήσεις της ανάλογα με το ποιο ήταν το συμφέρον της υπόθεσης της».  Απέρριψε τη μαρτυρία της ότι τα υπογραφέντα από τις δύο εφεσείουσες έγγραφα (σύμβαση δανείου και εγγυητήρια) ήταν κενά κατά τον χρόνο της υπογραφής τους και ότι αυτά συμπληρώθηκαν από την Τράπεζα αργότερα, εν τη απουσία και εν τη αγνοία των εφεσειουσών.  Το πρωτόδικο Δικαστήριο, αφού σημείωσε πως κάτι τέτοιο δεν είχε καταγραφεί στο δικόγραφο της Υπεράσπισης και Ανταπαίτησης, βρήκε πως ο εν λόγω ισχυρισμός «ήταν εφεύρημα της τελευταίας στιγμής».  Σημειώνουμε εδώ πως το πρωτόδικο Δικαστήριο απεδέχθη ως αξιόπιστη τη μαρτυρία λειτουργού της Τράπεζας, η οποία κλήθηκε από την τελευταία, σύμφωνα με την οποία και οι δύο εφεσείουσες υπέγραψαν ενώπιον της τα έγγραφα δεόντως συμπληρωμένα.

 

Όσον αφορά στο δάνειο, το οποίο η εφεσείουσα 1 παραδέχθηκε ότι έλαβε, το πρωτόδικο Δικαστήριο σημείωσε πως αυτή θα έπρεπε να γνωρίζει πως δεν είχε εξοφληθεί.  Στη μαρτυρία της, αντεξεταζόμενη, αρχικά είχε αναφέρει πως δεν εγνώριζε το υπόλοιπο και πως είχε εξοφλήσει το δάνειο. Όταν παραπέμφθηκε στο δικόγραφο της, στο οποίο καταγράφεται ότι παραδέχεται ότι οφείλει δυνάμει του χορηγηθέντος δανείου, ποσό το οποίο όμως είναι κατά πολύ ολιγότερο από το αξιούμενο, απήντησε πως αυτό το ποσό «θα το βρουν στην Τράπεζα, θα το βρουν οι λογιστές».  Τέλος, απέρριψε και τη μαρτυρία της πως συγκεκριμένη Λειτουργός του Επαρχιακού Κτηματολογικού Γραφείου Πάφου τσίριζε στις 19.2.2008, όταν είχε μεταβεί με την αδελφή της, εναγόμενη 2, για σκοπούς μεταβίβασης δύο πωληθέντων οικοπέδων τους.

 

Η ευπαίδευτη δικηγόρος στην προσπάθεια της να μας πείσει ότι εσφαλμένα το πρωτόδικο Δικαστήριο έκρινε αναξιόπιστη την αείμνηστη σήμερα αδελφή της, ανέφερε τα ακόλουθα, τα οποία παραθέτουμε αυτολεξεί: 

«κα Παπακόκκινου:-  Όλα αυτά που λέω, Κύριε Πρόεδρε, και Κύριοι Δικαστές, είναι η αλήθεια και η πραγματικότητα, διότι όλα τα εξηγώ μέσα στους Λόγους Έφεσης, και στα αιτιολογικά, τα πάντα. Έδωσε μαρτυρία η αδελφή μου, η οποία ήταν ένας άνθρωπος πάρα πολύ δίκαιος, πάρα πολύ πιστός στη θρησκεία. Ορκίστηκε, έδωσε μαρτυρία, και είπε (το Δικαστήριο) ότι απάντα και εσκέφτετο, κλπ. Εννά μην σκεφτεί για να απαντήσει; Αλλά εκανόνιζε τα δηλαδή κατά το συμφέρον. Ποιο συμφέρον, κ. Στυλιανίδη; Τι είπε; Δεν μας έδωσε ένα παράδειγμα, γιατί τα λέει αυτά τα πράγματα. Η Βερεγγάρια ήρθε και ελάλε αλήθειες. Εγώ, επειδή ήμουν δικηγόρος, λέω της «Να δώσω και εγώ  μαρτυρία», «Όχι Αλέκα (μου είπε). Δεν θα δώσεις εσύ. Θα δώσω εγώ, που ξέρω και τα γεγονότα. Μείνε εσύ που είσαι δικηγόρος». Δηλαδή, και επιβεβαίωσα και εγώ ότι όσα έλεγε η αδελφή μου ήταν η αλήθεια και η πραγματικότητα, γιατί ήξερα και εγώ και εκείνη τι εγίνετο. Το λοιπόν, και τι μας έκαμαν. Τι βάσανα μας έκαμαν. Πολλά, μεγάλα βάσανα.»

 

(Ο τονισμός γίνεται από το Δικαστήριο)

 

Όμως, στο δικό μας νομικό σύστημα αυτό που έχει σημασία και βαρύτητα, δεν είναι τι πιστεύει κάποιος για ένα μάρτυρα, αλλά ποια εντύπωση αφήνει ο μάρτυρας στο Δικαστήριο, στον κριτή της διαφοράς. Το γεγονός δε ότι ένας μάρτυρας είναι βαθιά θρησκευόμενος, ως η ευπαίδευτη δικηγόρος λέγει για την αείμνηστη αδελφή της, δεν δημιουργεί τεκμήριο, και μάλιστα αμάχητο, ότι αυτός είναι πάντοτε μάρτυρας αληθείας. Και ασφαλώς δεν χρειάζεται να σχολιάσουμε τη θέση της ευπαίδευτης δικηγόρου, στην αγόρευση της, ότι επιβεβαίωσε και η ίδια «ότι όσα έλεγε η αδελφή μου ήταν η αλήθεια και η πραγματικότητα, γιατί ήξερα και εγώ και εκείνη τι εγίνετο».

 

Εν προκειμένω το πρωτόδικο Δικαστήριο, πριν αξιολογήσει τους μάρτυρες, σημείωσε τα ακόλουθα:

 

«Μέσα στα πλαίσια της ζωντανής ατμόσφαιρας της δίκης είχα την ευκαιρία να παρακολουθήσω και ακούσω με προσοχή τους μάρτυρες ενώ κατέθεταν ενόρκως ενώπιον μου, αξιολογώντας τη μαρτυρία τους με πλήρη πάντα επίγνωση ότι η αξιοπιστία εκτιμάται αυτοτελώς και αποσυναρτημένα επιπέδου απόδειξης με δείχτη το στάδιο από το οποίο ανέκυψε, τη πηγή των γνώσεων τους στο βαθμό που αυτές αφορούσαν τα επίδικα γεγονότα, την ύπαρξη προσωπικού συμφέροντος, τις ευκαιρίες που είχαν για να παρακολουθήσουν τα διαδραματισθέντα, την εν γένει συμπεριφορά τους στο εδώλιο του μάρτυρα, την μνήμη και τους λόγους που είχαν να θυμούνται ή να πιστεύουν αυτά για τα οποία κατέθεταν, τη σαφήνεια και αμεσότητα των απαντήσεων τους και την ύπαρξη σε αυτές υπερβολών ή ουσιαστικών εγγενών αντιφάσεων.  Γιαννή κ.α ν. Χριστοφόρου (1995) 1 σελ. 340, Μόδεστος Πίτσιλλος ν. Δημητράκη Ευγενίου (1989) 1 (Ε) 691, Ντίνος Μιχαηλίδης Λτδ ν Δρουσιώτου και άλλων (1995) 1 Α.Α.Δ σελ. 877.  Το Δίκαιο της Απόδειξης (1994), Τάκη Ηλιάδη, σελ. 24 και 215).»

 

 

Από το πιο πάνω απόσπασμα προκύπτει, πως το πρωτόδικο Δικαστήριο καθοδηγήθηκε ορθά. Η πιο πάνω προσέγγιση του συνάδει και με τα όσα λέχθηκαν στην C&A Pelekanos Assoc. Ltd v. Πελεκάνου (1999) 1(Β) Α.Α.Δ. 1273, τα οποία και παρατίθενται αμέσως πιο κάτω:

 

«Η αξιολόγηση προφορικής μαρτυρίας είναι άρρηκτα συνυφασμένη με την αξιοπιστία του μάρτυρα. Η εντύπωση που αφήνει στο δικαστήριο, αγαθή ή δυσμενής, είναι παράγων εξαιρετικής σπουδαιότητας για την κρίση της αξιοπιστίας. Ο τελευταίος είναι όρος πολυσήμαντος. Η εμφάνιση και συμπεριφορά του μάρτυρα ενόσω καταθέτει, οι αντιδράσεις του, κατά πόσο δηλαδή είναι φυσικές ή αφύσικες, ο τρόπος που απαντά, η νευρικότητα ή η επιφυλακτικότητα του, ή η ιδιοσυγκρασία που εκδηλώνει, είναι μεταξύ των σημείων που μόνο ο πρωτόδικος δικαστής που τον είδε και τον άκουσε μπορεί να παρατηρήσει. Και στη συνέχεια να τα χρησιμοποιήσει υπό το πρίσμα της πείρας που διαθέτει και της γνώσης του της ανθρώπινης φύσης για να εκτελέσει το πιο σημαντικό και δυσκολότερο ίσως καθήκον του, την εύρεση της αλήθειας.»

 

 

Οι εφεσείουσες έχουν το βάρος, στο πλαίσιο της έφεσης τους, να πείσουν με πειστικά επιχειρήματα ότι η αξιολόγηση της μαρτυρίας στην οποία προέβη το πρωτόδικο Δικαστήριο, υπήρξε εσφαλμένη ή αδικαιολόγητη (Πολάτογλου ν. Μασούρα (2004) 1(Α) Α.Α.Δ. 150).  Έχοντας μελετήσει πολύ προσεκτικά την προσαχθείσα μαρτυρία, υπό το φως των όσων εκτίθενται στους Λόγους Έφεσης, με τους οποίους προσβάλλονται τα ευρήματα αξιοπιστίας του πρωτόδικου Δικαστηρίου, χωρίς βεβαίως να αγνοούμε και τα όσα η ευπαίδευτη δικηγόρος υποστήριξε και ανέπτυξε τόσο με το διακοσιεντεκασέλιδο περίγραμμα αγόρευσης της όσο και με τον προφορικό της λόγο, καταλήγουμε, χωρίς ιδιαίτερη δυσκολία, πως το πρωτόδικο Δικαστήριο, που είδε, άκουσε και παρακολούθησε όλους τους μάρτυρες, παρέθεσε καλούς και πειστικούς λόγους που δικαιολογούν τα ευρήματα αξιοπιστίας, τα οποία, στο πλαίσιο του συνόλου των γεγονότων της υπόθεσης, κρίνονται εύλογα και συνάδοντα με την κοινή λογική (Μιχαηλίδης ν. Δημοκρατίας (1989) 2 Α.Α.Δ. 172). Σε τέτοια περίπτωση, το δευτεροβάθμιο Δικαστήριο δεν επεμβαίνει.

 

Οι Λόγοι Έφεσης με τους οποίους προσβάλλονται τα ευρήματα αξιοπιστίας, κρίνονται αβάσιμοι.

 

Περαιτέρω, όλα τα ευρήματα γεγονότων και συμπεράσματα του πρωτόδικου Δικαστηρίου, όχι μόνο δεν κρίνονται παράλογα ή αυθαίρετα, ως οι εφεσείουσες διατείνονται, αλλά δικαιολογούνται και συνάδουν με τη μαρτυρία που το πρωτόδικο Δικαστήριο  απεδέχθη ως αξιόπιστη. Το πιο κάτω απόσπασμα, από την Avacom Computer Serv. Ltd v. Νικολάου (2006) 1(Α) 359, 366, εφαρμόζεται και εν προκειμένω: 

 

«Τα συμπεράσματα του πρωτόδικου δικαστηρίου και οι διαπιστώσεις στις οποίες κατέληξε συνάδουν με τη μαρτυρία που κρίθηκε αξιόπιστη και δεν διαπιστώνουμε ότι υπάρχει βάσιμος λόγος ο οποίος να δικαιολογεί επέμβαση προς ανατροπή. Επαναλαμβάνουμε για πολλοστή φορά ότι το Εφετείο επεμβαίνει για να ανατρέψει διαπιστώσεις του δικάσαντος δικαστηρίου μόνο σε εξαιρετικές περιπτώσεις και όταν διαπιστωθεί ότι τα συγκεκριμένα ευρήματα αντιστρατεύονται την κοινή λογική ή έρχονται σε αντίθεση με αδιαμφισβήτητα μέρη της μαρτυρίας. Όταν οι εκδοχές είναι συγκρουόμενες η ευθύνη για τον προσδιορισμό των γεγονότων ανήκει στο πρωτόδικο δικαστήριο. Έχουμε τη γνώμη ότι το πρωτόδικο δικαστήριο αξιολόγησε σωστά όλα τα στοιχεία μαρτυρίας που είχε ενώπιόν του και κατέληξε στα ορθά συμπεράσματα και διαπιστώσεις.» 

 

Οι Λόγοι Έφεσης οι οποίοι προσβάλλουν τα ευρήματα γεγονότων και τα συμπεράσματα του πρωτόδικου Δικαστηρίου, επίσης κρίνονται αβάσιμοι.

 

Πάρα πολλοί Λόγοι Έφεσης προσβάλλουν την απόφαση του πρωτόδικου Δικαστηρίου να απορρίψει την ανταπαίτηση των εφεσειουσών. Να υπενθυμίσουμε ότι οι τελευταίες αξίωσαν, με ανταπαίτηση τους, μεταξύ άλλων, αποζημιώσεις ύψους «€85450 δια ζημίας προκληθείσες στις Εναγόμενες υπό των Εναγόντων ως ανωτέρω για την προσβολή και/ή δυσφήμιση και/ή άλλως πως όπως περιγράφονται ανωτέρω παραγ. Β20, Β16, Β11, Β12, Β13, Β14, Β15, Β17, Β18, Β19.»

 

Την εν λόγω αξίωση οι εφεσείουσες ήγειραν εναντίον της Τράπεζας, επειδή ισχυρίστηκαν (μέσω της πρωτοφειλέτιδος) ότι στις 19.2.2008, ημερομηνία κατά την οποία επισκέφθηκαν το Επαρχιακό Κτηματολογικό Γραφείο Πάφου για να μεταβιβάσουν δύο οικόπεδα τους, μία λειτουργός «με στριγκλιές εφώναζε δυνατά ότι “δεν μπορείτε να μεταβιβάσετε τα εν λόγω οικόπεδα γιατί έχουν memo”». Αυτή η κατ΄ ισχυρισμόν συμπεριφορά εκ μέρους λειτουργού της Κυπριακής Δημοκρατίας, «Εξέπληξε τις Εναγόμενες και σε ερώτηση των Εναγομένων από ποίον έχουν Memo τα κτήματα αφού δεν έχουν Memo και απήντησεν από την Τράπεζα Κύπρου. Όλα αυτά έγιναν εις επήκοον πλήθους κόσμου εις δημόσιον μέρος ενώπιον πολλού κόσμου και υπαλλήλων του Κτηματολογίου που εγνώριζαν τις εναγομένες, συμπεριλαμβανομένου και του πληρεξουσίου αντιπροσώπου των ως άνω αγοραστών και πολλών άλλων ατόμων αφού η εν λόγω αίθουσα καθώς και άλλοι γειτνιάζοντες χώροι της εν λόγω αιθούσης του Κτηματολογίου ήσαν πλήρεις κοινού».

 

Οι εφεσείουσες θεωρούν πως η πιο πάνω συμπεριφορά και λόγια της συγκεκριμένης λειτουργού του Κράτους, καταπάτησε τα ανθρώπινα δικαιώματα τους, τις δυσφήμισε και τις προσέβαλε. Ακόμη ότι έθιξε την τιμή, την υπόληψη, την αξιοπρέπεια, τη θέση τους στην  Κοινωνία, στο επάγγελμα και όχι μόνο.

 

Με τον προσήκοντα σεβασμό, διαφωνούμε ότι οι κατ΄ ισχυρισμόν τσιρίδες εκ μέρους της λειτουργού, ήταν δυνατόν να θίξουν, προσβάλουν ή μειώσουν τις εφεσείουσες. Τουναντίον, τέτοια συμπεριφορά, μειώνει και εκθέτει μόνο το πρόσωπο που την επιδεικνύει. Η δε κατ΄ ισχυρισμόν προφορική δήλωση της λειτουργού, ότι τα δύο επίδικα οικόπεδα των εφεσειουσών εβαρύνοντο με εγγραφή δικαστικής απόφασης (Μemo), γεγονός αδιαμφισβήτητο, δεν συνιστά δυσφήμιση και δεν είναι δυνατόν με αυτή τη δήλωση να θιγεί η τιμή, η αξιοπρέπεια ή η υπόληψη των ιδιοκτητών των βεβαρημένων ακινήτων, εν προκειμένω των εφεσειουσών. Να υπομνησθεί ότι το κριτήριο δεν είναι πώς οι εφεσείουσες εξέλαβαν τη συγκεκριμένη δήλωση, αλλά «η αντίληψη του ορθά σκεπτόμενου συνηθισμένου κοινού πολίτη» (Ατταλίδης ν. Ροδούλη (2002) 1(Β) Α.Α.Δ. 854).

 

Το πρωτόδικο Δικαστήριο απορρίπτοντας ως αβάσιμη την αξίωση για τις κατ΄ ισχυρισμόν τσιρίδες, σημείωσε τα ακόλουθα:

 

«Οι δυνατές φωνές και στριγκλιές της υπαλλήλου του Κτηματολογίου που δήθεν επέτρεψαν οι Ενάγοντες να συμπεριφερθεί έτσι δεν μπορούν να δικαιολογήσουν επιδίκαση αποζημιώσεων υπέρ των Εναγομένων και εναντίον των Εναγόντων. Η υπάλληλος αυτή δεν ήταν υπάλληλος των Εναγόντων ούτε είναι εναγομένη στην παρούσα διαδικασία».    

 

 

Ουδόλως διαφωνούμε με την πιο πάνω, λογική, προσέγγιση του ευπαίδευτου πρωτόδικου Δικαστή.  Ωστόσο, το ουσιώδες για σκοπούς των συγκεκριμένων Λόγων Έφεσης, είναι ότι αυτές οι κατ΄ ισχυρισμόν τσιρίδες εκ μέρους λειτουργού του Επαρχιακού Κτηματολογικού Γραφείου Πάφου, δεν αποδείχθηκαν. Η μαρτυρία της αείμνηστης σήμερα Βερεγγάριας Π. Παπακόκκινου, η οποία εκάλυψε και αυτό το κατ΄ ισχυρισμόν επεισόδιο, εκρίθη αναξιόπιστη. Είναι δε γνωστό πως, αναξιόπιστη μαρτυρία δεν αποδεικνύει οτιδήποτε. Η μαρτυρία όμως του λειτουργού του εν λόγω Γραφείου, Ν. Καστανιά (Μ.Υ.2), τον οποίο εκάλεσαν ως μάρτυρα οι ίδιες οι εφεσείουσες, άλλα διαπίστωσε κατ΄ εκείνη την ημέρα. Στην κυρίως εξέταση του, ερωτώμενος από την ευπαίδευτη δικηγόρο αν ήκουσε κάποιον να φωνάζει, ο μάρτυρας αμέσως απήντησε «Ναι, εσάς». Ακολούθως, η ευπαίδευτη δικηγόρος, του υπέβαλε την εξής ερώτηση, η οποία δεν εδικαιολογείτο από την προηγούμενη απάντηση του μάρτυρα, «Τι μας έλεγε;». Ο μάρτυρας, αντιλαμβανόμενος προφανώς ότι κάτι δεν πήγαινε καλά με την συγκεκριμένη ερώτηση, απήντησε ως εξής «Εσείς φωνάζατε».              Η ευπαίδευτη δικηγόρος αμέσως του υπέβαλε την εξής καθοδηγητική ερώτηση «Ποιου να φωνάξουμε εμείς; Ακούσατε κάποιον που μας φωνάζει ότι το μέμο κάτι να πει για να φωνάξουμε εμείς; Για να φωνάξουμε εμείς ακούσατε προηγουμένως να μας φωνάζει κάτι, να μας πει κάτι δυνατά;», με τον μάρτυρα Υπεράσπισης να προσθέτει ότι τόσο η ευπαίδευτη δικηγόρος όσο και η αδελφή της ήλθαν στο γραφείο του εκνευρισμένες.

 

Ο εν λόγω μάρτυρας εκρίθη αξιόπιστος από το πρωτόδικο Δικαστήριο, εύρημα το οποίο όχι μόνο δεν προσβάλλεται από τις εφεσείουσες, αλλά η ευπαίδευτη δικηγόρος, αγορεύοντας ενώπιον μας, επικεντρώθηκε ιδιαίτερα στον εν λόγω αξιόπιστο μάρτυρα, σε σχέση βεβαίως με άλλο μέρος της μαρτυρίας του, το οποίο αφορούσε στην εγγραφή δικαστικών αποφάσεων επί ακινήτων των εφεσειουσών.

 

Oι Λόγοι Έφεσης οι οποίοι προσβάλλουν την απόρριψη της ανταπαίτησης για καταβολή αποζημιώσεων για προσβολή και/ή δυσφήμιση των εφεσειουσών και/ή «διά παραβίαση των ανθρωπίνων δικαιωμάτων των», κατ΄ επίκληση τσιρίδων εκ μέρους λειτουργού του Επαρχιακού Κτηματολογικού Γραφείου Πάφου, κρίνονται αβάσιμοι.

 

Αβάσιμοι είναι και οι Λόγοι Έφεσης οι οποίοι προσβάλλουν την απόφαση του πρωτόδικου Δικαστηρίου να μην εκδώσει απόφαση στην ανταπαίτηση για διαφυγόντα κέρδη, για απώλεια εισοδήματος, για μείωση κατά 20% της αξίας άλλου οικοπέδου, που κατ΄ ισχυρισμόν οι εφεσείουσες θα επωλούσαν τέλος Φεβρουαρίου του 2008, και «εμποδίσθησαν από τους εναγομένους» (προφανώς ενάγοντες ήθελαν να πουν).  Μαρτυρία γι΄ αυτό το θέμα έδωσε η εφεσείουσα 1 και η Κτηματομεσίτρια, Γεωργία Ιακωβίδου (Μ.Υ.1).  Και οι δύο όμως είχαν κριθεί από το πρωτόδικο Δικαστήριο αναξιόπιστοι μάρτυρες, εύρημα που έχει επικυρωθεί και συνεπώς το θέμα τελειώνει εδώ.

 

Τέλος, αβάσιμοι κρίνονται και οι υπόλοιποι Λόγοι Έφεσης, οι οποίοι προσβάλλουν την απόφαση του πρωτόδικου Δικαστηρίου να μην εκδώσει απόφαση στην ανταπαίτηση  για την κατ΄ ισχυρισμόν ζημιά που υπέστησαν οι εφεσείουσες συνεπεία του γεγονότος ότι δεν κατάφεραν λόγω της εγγραφής των δικαστικών αποφάσεων να μεταβιβάσουν στους αγοραστές τα δύο οικόπεδα στις 19.2.2008, κάτι που επέτυχαν στις 25.2.2008, όταν απεσύρθησαν τα Memo.

 

Παρόμοιοι ισχυρισμοί είχαν προβληθεί και απορριφθεί και στην υπόθεση Αλέκα Π. Παπακόκκινου κ.ά. ν. Τράπεζας Κύπρου Λτδ, Πολ. Έφ. Αρ. 169/2011, ημερ. 13.7.2022, ECLI:CY:AD:2022:D309, από την οποία παραθέτουμε το σχετικό απόσπασμα:

 

«Το άρθρο 53 του Κεφ.6, το οποίο ενδιαφέρει κατά κύριο λόγο, προνοεί τα ακόλουθα:

 

«53. Ο εκ δικαστικής αποφάσεως πιστωτής δύναται, όπως ορίζεται πιο κάτω, αφού εγγράψει τη δικαστική απόφαση που εκδόθηκε υπέρ του στο Επαρχιακό Κτηµατολογικό Γραφείο, να καταστήσει οποιαδήποτε ακίνητη ιδιοκτησία επί της οποίας ο εκ δικαστικής αποφάσεως οφειλέτης χρέους έχει συµφέρο (is beneficially interested) και η οποία είναι εγγεγραµµένη στο όνοµα του στα βιβλία του Επαρχιακού Κτηµατολογικού Γραφείου, εγγύηση για την πληρωµή του εκ δικαστικής αποφάσεως χρέους».

 

Η ερμηνεία και εφαρμογή του άρθρου 53 απασχόλησε το Εφετείο στην υπόθεση Δήμητρας Γεωργιάδου ν. Alpha Bank LtdΠολιτική Έφεση Αρ. 127/2011, ECLI:CY:AD:2017:D99ημερομηνίας 23.3.2017 στην οποία παρατηρήθηκε ότι:

 

«ο Νόμος αναφέρεται χωρίς περιορισμό σε «οποιαδήποτε ακίνητη ιδιοκτησία».  Στο λεκτικό του Νόμου δεν περιλαμβάνεται οτιδήποτε που να επέτρεπε τον εισηγούμενο συσχετισμό του εξ αποφάσεως χρέους με την αξία της ακίνητης ιδιοκτησίας.  Αντίθετα στο άρθρο 57 του Νόμου, το οποίο καθορίζει τα αποτελέσματα της εγγραφής, ρητώς αναφέρεται ότι το Δικαστήριο διατάσσει την πώληση της ιδιοκτησίας ή τόσου μέρους αυτής όσο θα ήταν αναγκαίο να πωληθεί προς ικανοποίηση της δικαστικής απόφασης.  Εξ αυτού προκύπτει με σαφήνεια η δυνατότητα δέσμευσης ιδιοκτησίας που υπερβαίνει το ποσό της απόφασης».

 

Ούτε υπάρχει οτιδήποτε στο γράμμα του εν λόγω Νόμου το οποίο να εμποδίζει την εγγραφή μιας δικαστικής απόφασης επί αριθμού ακινήτων του εξ αποφάσεως χρεώστη.» 

 

 

Η εγγραφή των εν λόγω δικαστικών αποφάσεων επί των οικοπέδων έγινε νόμιμα. Η δε σκοπιμότητα που επικαλέστηκαν οι εφεσείουσες εκ μέρους της Τράπεζας δεν απεδείχθη. Τουναντίον, αυτό που απεδείχθη, μέσω της αξιόπιστης μαρτυρίας της Μ.Ε.2, ήταν ότι σε συνάντηση που η Τράπεζα είχε με τις εφεσείουσες, συνάντηση που οι τελευταίες επεδίωξαν, η Τράπεζα απεδέχθη αίτημα τους να αποσύρει τα συγκεκριμένα Memo επί των δύο οικοπέδων τους για να δυνηθούν οι εφεσείουσες να τα μεταβιβάσουν, κάτι που έλαβε χώρα αμέσως μετά τη συνάντηση, χωρίς η Τράπεζα να εισπράξει οιονδήποτε ποσό γι΄ αυτή την ενέργεια της. Για ό,τι αξίζει, να σημειώσουμε ότι η εν λόγω μάρτυρας δεν αντεξετάστηκε από τις εφεσείουσες.

 

Τέλος, παράπονο εκφράζεται και για την πρωτόδικη διαταγή των εξόδων. Με συγκεκριμένους Λόγους Έφεσης, οι εφεσείουσες διατείνονται ότι το πρωτόδικο Δικαστήριο «εσφαλμένα, αδικαιολόγητα, αυθαίρετα κατά παράβαση και/ή υπέρβαση εξουσίας ήσκησε λανθασμένα και όχι δικαστικά τη διακριτική του ευχέρεια ως προς τα έξοδα και λανθασμένα επεδίκασε έξοδα και μάλιστα τόσο υπέρογκα υπέρ των εναγόντων». Μάλιστα με τον 14ον Λόγο Έφεσης, το παράπονο συναρτάται ανεπίτρεπτα με τους υπόλοιπους Λόγους Έφεσης. Καταγράφεται, γενικά και αόριστα, ότι συνεπεία των υπόλοιπων Λόγων Έφεσης το πρωτόδικο Δικαστήριο «έπρεπε να ασκήσει τη διακριτική του ευχέρεια δικαστικά και να μην επιδικάσει καθόλου έξοδα στους ενάγοντες αλλά αποζημιώσεις και έξοδα στις εναγόμενες».

 

Δεν θα σχολιάσουμε τη σύγχυση που επικρατεί στον συγκεκριμένο

Λόγο Έφεσης. Η νομολογία μας, εδώ και αρκετές δεκαετίες, επαναλαμβάνει την αρχή ότι τα έξοδα, κατά κανόνα, ακολουθούν το αποτέλεσμα της δίκης (Παπακόκκινου κ.ά. ν. Σμυρλή κ.ά. (2001) 1(Γ) Α.Α.Δ. 1653). Μάλιστα, τα Δικαστήρια δεν χρειάζεται να παραθέτουν τους λόγους όταν η εκδιδομένη για τα έξοδα διαταγή ακολουθεί την πιο πάνω αρχή αφού δεν είναι επιτρεπτή η αποστέρηση εξόδων από επιτυχόντα διάδικο χωρίς αποχρώντα λόγο. Εν προκειμένω, οι εφεσείουσες ήταν οι αποτυχούσες, ενώ η Τράπεζα η επιτυχούσα διάδικος. Δεν διαπιστώνουμε ότι η εν γένει συμπεριφορά της  Τράπεζας ή των δικηγόρων αυτής συνέβαλε καθ΄ οιονδήποτε τρόπο στην επαύξηση των εξόδων (Παπακόκκινου κ.ά. ν. Δήμου Πάφου (Αρ. 1) (1998) 1(Β) Α.Α.Δ. 634).  Κατ΄ επέκταση, ουδείς λόγος υπήρχε για να στερηθεί η επιτυχούσα διάδικος της δαπάνης που επωμίσθηκε για να αποδείξει τη βάσιμη απαίτηση της και αντικρούσει την αβάσιμη ανταπαίτηση που οι εφεσείουσες είχαν εγείρει σε κλίμακα μεγαλύτερη από αυτήν της απαίτησης. Μάλιστα, το πρωτόδικο Δικαστήριο δεν παρέλειψε να σημειώσει πως «Επειδή απαίτηση και ανταπαίτηση έχουν συνεκδικαστεί επιδικάζω ένα ποσό εξόδων και για τις δύο», κάτι που λειτούργησε προς όφελος των εφεσειουσών και όχι εναντίον τους.

 

Ωστόσο, η ευπαίδευτη δικηγόρος υποστήριξε πως επειδή ο ευπαίδευτος πρωτόδικος Δικαστής καταδίκασε τόσο αυτήν όσο και την εν ζωή τότε αδελφή της στα έξοδα της δίκης «Ήντα μόνο που τούτο καταλαβαίνει ένας ο οποίος, όχι Δικαστής που αντιλαμβάνεται τα πάντα, ένας οποιοσδήποτε πολίτης, λογικά σκεπτόμενος, καταλαβαίνει ότι μόνο με τούτο το πράγμα εμένα ήταν εναντίον μου, χωρίς να του φταίξω τίποτε, ούτε εγώ, ούτε η αδελφή μου.»

 

Η πιο πάνω δήλωση, συνιστά άλλη μίαν άκαρπη προσπάθεια εκ μέρους της ευπαίδευτης δικηγόρου να πλήξει αδικαιολόγητα την απονομή της δικαιοσύνης και το κύρος της δικαστικής εξουσίας.

 

Εν κατακλείδι, ουδείς εκ των 123 Λόγων Έφεσης κρίνεται ικανός να ανατρέψει την πρωτόδικη απόφαση. Όλοι οι Λόγοι Έφεσης κρίνονται αβάσιμοι. Η πρωτόδικη απόφαση επικυρώνεται στο σύνολο της.

 

Η έφεση απορρίπτεται.

 

Όσον αφορά στα έξοδα της Έφεσης, θα ακολουθήσουμε, όπως και το πρωτόδικο Δικαστήριο, τον κανόνα λογικής (Ζαβρού ν. Μιχαηλίδου (1996) 1(Α) Α.Α.Δ. 477).  Ως εκ τούτου, τα έξοδα της Έφεσης επιδικάζονται υπέρ της επιτυχούσας εφεσίβλητης και εναντίον των αποτυχουσών εφεσειουσών. Τα έξοδα να υπολογισθούν από τον Πρωτοκολλητή και εγκριθούν από το Δικαστήριο.

 

 

                                                                   Χ. ΜΑΛΑΧΤΟΣ, Δ.

 

 

                                                                Ι. ΙΩΑΝΝΙΔΗΣ, Δ.

 

 

                                                                   Α. ΔΑΥΙΔ, Δ.

 

 

 

 

/ΣΓεωργίου

 


cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο