ΑΝΩΤΑΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΚΥΠΡΟΥ
ΔΕΥΤΕΡΟΒΑΘΜΙΑ ΔΙΚΑΙΟΔΟΣΙΑ
(Πολιτική Έφεση Αρ. 39/2026)
(i-justice)
14 Σεπτεμβρίου, 2026
[ΔΗΜΗΤΡΙΑΔΟΥ-ΑΝΔΡΕΟΥ, ΔΑΥΙΔ, ΠΑΝΑΓΙΩΤΟΥ, Δ/στές]
ΕΦΕΣΗ ΚΑΤΑ ΤΗΣ ΑΠΟΦΑΣΗΣ ΤΟΥ ΑΝΩΤΑΤΟΥ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟΥ ΣΤΗΝ ΠΡΩΤΟΔΙΚΗ ΠΡΟΝΟΜΙΑΚΗ ΤΟΥ ΔΙΚΑΙΟΔΟΣΙΑ ΣΤΗΝ ΠΟΛΙΤΙΚΗ ΑΙΤΗΣΗ ΑΡ. 142/2026
ΥΠΟ ΤΟΝ ΤΙΤΛΟ:
ΑΝΑΦΟΡΙΚΑ ΜΕ ΤΟ ΑΡΘΡΟ 155.4 ΤΟΥ ΣΥΝΤΑΓΜΑΤΟΣ ΚΑΙ ΤΑ ΑΡΘΡΑ 3 ΚΑΙ 9 ΤΩΝ ΠΕΡΙ ΑΠΟΝΟΜΗΣ ΤΗΣ ΔΙΚΑΙΟΣΥΝΗΣ (ΠΟΙΚΙΛΑΙ ΔΙΑΤΑΞΕΙΣ) ΝΟΜΩΝ ΤΟΥ 1964 ΕΩΣ (ΑΡ. 3) ΤΟΥ 2022
ΚΑΙ
ΑΝΑΦΟΡΙΚΑ ΜΕ ΤΟΥΣ ΠΕΡΙ ΑΝΩΤΑΤΟΥ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟΥ (ΔΙΚΑΙΟΔΟΣΙΑ ΕΚΔΟΣΗΣ ΕΝΤΑΛΜΑΤΩΝ ΠΡΟΝΟΜΙΑΚΗΣ ΦΥΣΕΩΣ) ΔΙΑΔΙΚΑΣΤΙΚΟΥΣ ΚΑΝΟΝΙΣΜΟΥΣ ΤΟΥ 2018 ΚΑΙ 2023
ΚΑΙ
ΑΝΑΦΟΡΙΚΑ ΜΕ ΤΗΝ ΑΙΤΗΣΗ ΤΟΥ ΛΟΥΚΗ ΛΟΥΚΑΙΔΗ ΓΙΑ ΕΠΕΚΤΑΣΗ ΤΗΣ ΠΡΟΘΕΣΜΙΑΣ ΓΙΑ ΤΗΝ ΚΑΤΑΧΩΡΙΣΗ ΑΙΤΗΣΗΣ ΓΙΑ ΑΔΕΙΑ ΓΙΑ ΤΗΝ ΚΑΤΑΧΩΡΙΣΗ ΑΙΤΗΣΗΣ ΓΙΑ ΤΗΝ ΕΚΔΟΣΗ ΠΡΟΝΟΜΙΑΚΟΥ ΕΝΤΑΛΜΑΤΟΣ CERTIORARI
ΚΑΙ
ΑΝΑΦΟΡΙΚΑ ΜΕ ΤΗΝ ΑΠΟΦΑΣΗ ΗΜΕΡΟΜΗΝΙΑΣ 1 ΙΟΥΛΙΟΥ 2026 ΠΟΥ ΕΚΔΟΘΗΚΕ ΑΠΟ ΤΟ ΑΝΩΤΑΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΚΥΠΡΟΥ ΔΥΝΑΜΕΙ ΤΩΝ ΝΟΜΩΝ ΤΟΥ 1964 ΕΩΣ (ΑΡ.3) ΤΟΥ 2022.
________________________________________________
Εφεσείων παρών προσωπικά.
________________________________________________
Η Απόφαση είναι ομόφωνη, θα απαγγελθεί από τη
Δικαστή Δημητριάδου-Ανδρέου.
_____________________________________________________
Α Π Ο Φ Α Σ Η
ΔΗΜΗΤΡΙΑΔΟΥ-ΑΝΔΡΕΟΥ, Δ.: Με δύο Λόγους Έφεσης προσβάλλεται η Απόφαση Δικαστή του Ανωτάτου Δικαστηρίου στην πρωτόδικη του δικαιοδοσία (εφεξής «πρωτόδικο Δικαστήριο»), με την οποία απέρριψε την αίτηση του Εφεσείοντα για επέκταση της προθεσμίας για καταχώριση αίτησης για άδεια, για την καταχώριση αίτησης με κλήση για την έκδοση Προνομιακού Εντάλματος Certiorari αναφορικά με την απόφαση του Επαρχιακού Δικαστηρίου Λευκωσίας, ημερ. 20/4/2026, στην Αγωγή αρ. 388/2022, με την οποία είχε απορριφθεί αίτημα του Εφεσείοντα για την επανακλήτευση μάρτυρα.
Προτού γίνει αναφορά στους Λόγους Έφεσης κρίνεται σκόπιμη η παράθεση των γεγονότων που περιέβαλλαν την υπόθεση, όπως αυτά καταγράφτηκαν από το πρωτόδικο Δικαστήριο.
Ο Εφεσείων, δικηγόρος, ήταν ο Ενάγων στην Αγωγή με την οποία αξίωνε αποζημιώσεις για σωματικές βλάβες, επικαλούμενος ιατρική αμέλεια εκ μέρους των Εναγομένων. Την υπόθεση του χειριζόταν αυτοπροσώπως. Ο Εφεσείων είχε καλέσει ως μάρτυρα τον ιατρό Α. Σχίζα. Η Υπεράσπιση κάλεσε τον Εναγόμενο 2 στην αγωγή ιατρό και ακόμη ένα ιατρό με το όνομα Κρασιάς. Μετά που ολοκληρώθηκε η υπόθεση της Υπεράσπισης στις 20/4/2026, ο Εφεσείων υπέβαλε αίτημα για επανακλήτευση του ιατρού Σχίζα. Το αίτημα απερρίφθη με την απόφαση του εκδικάζοντος Δικαστηρίου ιδίας ημερομηνίας.
Το πρωτόδικο Δικαστήριο, αφού επεσήμανε ότι η επίδικη απόφαση είχε εκδοθεί στις 20/4/2026 στην παρουσία του Εφεσείοντα, ο οποίος έλαβε γνώση ταυτόχρονα με την έκδοση της, κατέληξε πως η προβλεπόμενη από τον Κανονισμό 5(1) των περί του Ανωτάτου Δικαστηρίου (Δικαιοδοσία Έκδοσης Ενταλμάτων Προνομιακής Φύσεως) Κανονισμών του 2018 έως 2026 προθεσμία των 45 ημερών είχε αρχίσει να τρέχει από τότε και είχε ήδη εκπνεύσει.
Ο Κανονισμός 5(1) προβλέπει συναφώς ότι:
«Αίτηση για άδεια καταχωρείται το συντομότερο από την έκδοση της προσβαλλόμενης απόφασης, διατάγματος ή πράξης. Σε κάθε περίπτωση δεν πρέπει να υπερβαίνει τις 45 ημέρες από την ημέρα που ο αιτητής λαμβάνει γνώση της έκδοσης της προσβαλλόμενης απόφασης, διατάγματος ή πράξης.»
Ο Κανονισμός τροποποιήθηκε με τον περί του Ανωτάτου Δικαστηρίου (Δικαιοδοσία Έκδοσης Ενταλμάτων Προνομιακής Φύσεως) (Τροποποιητικό) (Αρ. 1) Κανονισμό του 2024, που δημοσιεύθηκε στις 26/4/2024. Προηγουμένως, ο χρόνος των 45 ημερών καθοριζόταν «από την έκδοση της προσβαλλόμενης απόφασης, διατάγματος ή πράξης».
Ως δε ορθά σημείωσε το πρωτόδικο Δικαστήριο, το Ανώτατο Δικαστήριο εξακολουθεί να διατηρεί την ευχέρεια, σύμφωνα με τον Κανονισμό 5(2): «… να επεκτείνει την προθεσμία που αναφέρεται στην παράγραφο (1) του παρόντος Κανονισμού εάν καταδειχθούν εξαιρετικές περιστάσεις που παρεμπόδισαν τον αιτητή να καταχωρίσει την αίτηση του εντός της προβλεπόμενης προθεσμίας».
Εξετάζοντας το κατά πόσο στην προκείμενη περίπτωση υφίσταντο εξαιρετικές περιστάσεις που παρεμπόδισαν τον Εφεσείοντα να καταχωρίσει την αίτηση του για άδεια εντός της προβλεπόμενης προθεσμίας, ανέφερε τα ακόλουθα:
«Ο Αιτητής, με τα όσα προβάλλει στην Ένορκη του Δήλωση, επιχειρεί να διασυνδέσει τη δυνατότητα καταχώρισης αίτησης για άδεια με τη λήψη από τον ίδιο των πρακτικών της μαρτυρίας του ιατρού Κρασιά και του εναγόμενου 2. Δεν αναφέρει πότε ζήτησε τα πρακτικά και πότε του δόθηκαν. Σε κάθε όμως περίπτωση, η λήψη των πρακτικών αυτών, όσο χρήσιμη και αν μπορούσε να ήταν για την τεκμηρίωση του αιτήματος για επανακλήτευση του ιατρού Σχίζα ενώπιον του εκδικάζοντος Δικαστηρίου την 20.4.2026 ή και προς υποστήριξη της θέσης ότι το εκδικάζον Επαρχιακό Δικαστήριο έσφαλε στην απόφαση του, στο πλαίσιο τυχόν έφεσης κατά της απορριπτικής απόφασης, δεν συνιστά εξαιρετικές περιστάσεις που παρεμπόδισαν τον Αιτητή να καταχωρήσει την αίτηση για άδεια εντός της προβλεπόμενης προθεσμίας. Υπενθυμίζεται ότι αντικείμενο στο πλαίσιο της προνομιακής εξουσίας του Ανωτάτου Δικαστηρίου θα ήταν η νομιμότητα και όχι η ορθότητα της απόφασης του Επαρχιακού Δικαστηρίου.»
Ως ήδη πιο πάνω έχει επισημανθεί η πρωτόδικη απόφαση προσβάλλεται με δύο Λόγους Έφεσης οι οποίοι συμπλέκονται και αλληλοκαλύπτονται. Με το Λόγο Έφεσης 1 προβάλλεται ότι η πρωτόδικη Απόφαση στηρίζεται σε λανθασμένους συλλογισμούς, ενώ με το Λόγο Έφεσης 2 ότι οι λόγοι καθυστέρησης δεν αξιολογήθηκαν επαρκώς.
Μέσω του Λόγου Έφεσης 1 ο Εφεσείων προκρίνει ότι το πρωτόδικο Δικαστήριο κατέληξε ότι δεν τεκμηριώνονταν εξαιρετικές περιστάσεις, αγνοώντας τη μεγάλη έκταση της μαρτυρίας του Εναγόμενου 2 και του εμπειρογνώμονα του οι οποίες, ως προβάλλει, έπρεπε να μελετηθούν από τον εμπειρογνώμονα του Εφεσείοντα για σκοπούς προώθησης του αιτήματος του. Μέσω δε του Λόγου Έφεσης 2 υποστήριξε ότι δεν αξιολογήθηκε επαρκώς το γεγονός ότι η όποια αργοπορία στην καταχώριση της αίτησης οφειλόταν στο λογικό χρονικό διάστημα που χρειάζετο να μελετηθεί η ιατρική μαρτυρία του Εναγόμενου 2 και του εμπειρογνώμονα του.
Η πρόβλεψη συγκεκριμένου χρονικού πλαισίου για την καταχώριση αίτησης για άδεια, σκοπεί στο να μην γίνεται κατάχρηση όσον αφορά το χρόνο επίκλησης της συγκεκριμένης δικαιοδοσίας του Ανωτάτου Δικαστηρίου, ήτοι εκτός και πέραν του τι είναι εύλογο και κατ' αναλογία επιτρεπτό υπό τις δοσμένες περιστάσεις της κάθε υπόθεσης. Στο πλαίσιο της συγκεκριμένης δικονομικής ρύθμισης, προνοείται χρονικό πλαίσιο εντός του οποίου μπορεί να υποβληθεί αίτηση για άδεια. Επίσης, παρέχεται στο Δικαστήριο η δυνατότητα για επέκταση του προβλεπόμενου χρόνου εφόσον καταδειχθεί ότι συντρέχουν εξαιρετικές περιστάσεις που δεν επέτρεψαν την έγκαιρη καταχώριση της (βλ. Αναφορικά με την Αίτηση της Ξένιας Χαραλάμπους Κριθαρίδου, Πολιτική Έφεση Αρ. 6/2023, ημερ. 24/9/2024).
Στη Puhler, Πολιτική Έφεση Αρ. 404/2019, ημερ. 10/9/2020, ECLI:CY:AD:2020:A421, επαναλήφθηκε ότι τα προνομιακά εντάλματα παρέχονται ή όχι κατά προνόμιο και όχι δικαιωματικά και με παραπομπή στη Μιχαήλ ν. Κυπριακής Δημοκρατίας (2015) 1(Α) Α.Α.Δ.155, 162, ότι η οποιαδήποτε σημειωθείσα καθυστέρηση στην αναζήτηση της λήψης της άδειας δυνατόν να εξουδετερώσει αυτό το προνόμιο. Αναφέρθηκε ακόμα ότι η τήρηση των προθεσμιών δεν είναι θέμα τύπου, αλλά ουσίας και ότι πρέπει να ανταποκρίνεται στην προνομιακή διαδικασία που επιδιώκεται. Σε σχέση με τη δυνατότητα επέκτασης της προθεσμίας αναφέρθηκε ότι:
«Με δεδομένη τη φύση της διαδικασίας του Certiorari, οι «εξαιρετικές περιστάσεις», που αναφέρονται στον Κ.5, όπως προκύπτει από τη χρήση της λέξης «εξαιρετικές», πρέπει να είναι υφιστάμενες περιστάσεις, οι οποίες παρεμποδίζουν τον αιτητή από του να αποταθεί έγκαιρα στο Δικαστήριο προς διεκδίκηση θεραπείας. Ο λόγος που επιζητείται παράταση, δυνάμει του Κ.5, θα πρέπει, αντικειμενικά κρινόμενος, να αποτελεί έναν ιδιαίτερο, πέραν του συνηθισμένου, λόγο που δεν επέτρεψε στον αιτητή να αποταθεί στο Δικαστήριο για προνομιακή θεραπεία, εντός του χρόνου που προβλέπεται από τον Κανονισμό και το συμφέρον της δικαιοσύνης να απαιτεί την επέκταση του χρόνου.»
Ο καθορισμός του πλαισίου προθεσμιών που τίθεται από το Διαδικαστικό Κανονισμό 5(1), συνάδει με την πάγια νομολογία που διέπει το ζήτημα του χρόνου καταχώρισης αιτήσεων αυτής της μορφής. Θα πρέπει να σημειωθεί ότι η παροχή από τον εν λόγω Κανονισμό προθεσμίας 45 ημερών, είναι διάστημα το οποίο, σε κάθε περίπτωση, κρίθηκε ως ικανοποιητικό προς αναζήτηση θεραπείας, δια της εισαγωγής αίτησης παροχής άδειας προς καταχώριση αίτησης για λήψη προνομιακού εντάλματος. (Αναφορικά με την Αίτηση της Al-Bitar, Πολιτική Αίτηση Αρ. 74/2020, ημερ. 7/7/2020).
Είναι σαφές ότι ο διάδικος στον οποίο δόθηκε η δυνατότητα να καταχωρίσει την αίτηση εντός 45 ημερών από την έκδοση της προσβαλλόμενης απόφασης, διατάγματος ή πράξης και δεν το έπραξε, έχει το βάρος αποκάλυψης εξαιρετικών περιστάσεων (βλ. Αναφορικά με την Αίτηση της Δικηγορικής Εταιρείας Γιάννης Παπαζαχαρίας ΔΕΠΕ, Πολιτική Έφεση Αρ. 7/2023, ημερ. 10/4/2024). Όπως έχει νομολογηθεί, όπου, όπως εν προκειμένω, ο αιτητής έλαβε έγκαιρα γνώση της διαδικασίας εναντίον του, η παράλειψή του να ενεργήσει άμεσα προς επιδίωξη θεραπείας, εναποθέτει σε αυτόν επιπρόσθετο βάρος να πείσει ότι ο λόγος που προβάλλει είναι τέτοιος που αποτελεί ένα σοβαρό πρόσκομμα στην επιδίωξη προνομιακής θεραπείας, έτσι ώστε το συμφέρον της δικαιοσύνης να εξυπηρετείται με την επέκταση του χρόνου (βλ. Αναφορικά με την Αίτηση του Manuel Puhler (ανωτέρω)).
Ό,τι εγείρετο, εν προκειμένω, ήταν κατά πόσο υπήρξαν τέτοιες περιστάσεις οι οποίες παρεμπόδισαν τον Εφεσείοντα να καταχωρίσει την αίτηση του για άδεια εντός της προβλεπόμενης προθεσμίας των 45 ημερών, αφότου έλαβε γνώση για την απόφαση. Ή για να το θέσουμε όπως στον ίδιο τον Κανονισμό 5(2) διαλαμβάνεται, κατά πόσο υπήρξαν «εξαιρετικές περιστάσεις που παρεμπόδισαν τον αιτητή να καταχωρίσει την αίτηση του εντός της προβλεπόμενης προθεσμίας». Ως ήδη πιο πάνω έχει επισημανθεί, ο πιο πάνω Κανονισμός καταγράφει τη δυνατότητα παράτασης του χρόνου των 45 ημερών που ο ίδιος τάσσει από την ημέρα που ο αιτητής λαμβάνει γνώση της έκδοσης της προσβαλλόμενης απόφασης, διατάγματος ή πράξης, στην περίπτωση που καταδειχθούν εξαιρετικές περιστάσεις που παρεμπόδισαν την καταχώριση σχετικής αίτησης εντός της προβλεπόμενης προθεσμίας.
Το τι μπορεί να αποτελέσει «εξαιρετική περίσταση» δεν μπορεί παρά να κρίνεται κατά περίπτωση και στη βάση των γεγονότων και συνθηκών που περιβάλλουν την εκάστοτε υπό συζήτηση υπόθεση (βλ. Αναφορικά με την Αίτηση του Τσικουρή και Άλλου, Πολιτική Αίτηση Αρ. 217/2020, ημερ. 30/12/2020, ECLI:CY:AD:2020:D454).
Στην υπό συζήτηση περίπτωση, παραμένει αδιαμφισβήτητο ότι η εκκαλούμενη ενδιάμεση απόφαση εξεδόθη στις 20/4/2026 στην παρουσία του Εφεσείοντα, ο οποίος έλαβε γνώση ταυτόχρονα με την έκδοσή της. Το γεγονός δε ότι ο Εφεσείων, χωρίς χρονοτριβή, είχε υποβάλει στο κατώτερο Δικαστήριο το αίτημα του για επανακλήτευση, επιβεβαιώνει ότι ήταν σε θέση να το προσδιορίσει, να το υποστηρίξει και να το τεκμηριώσει, χωρίς να αναμένει την ετοιμασία των πρακτικών.
Υπό το φως των πιο πάνω, η προβολή εκ μέρους του Εφεσείοντα της θέσης ότι αναμενόταν από την πλευρά του η λήψη των πρακτικών για να καταστεί δυνατή η καταχώριση της σχετικής αίτησης, κατά τρόπο που η μη λήψη τους, χωρίς δική του υπαιτιότητα, να αποτελεί «εξαιρετική περίσταση» που παρεμπόδισε την καταχώριση της Αίτησης εντός της προβλεπόμενης προθεσμίας, δεν μπορεί να υιοθετηθεί. Αντίθετα, απολήγει προσχηματική, εντασσόμενη στην προσπάθεια να «δικαιολογηθεί» η όποια καθυστέρηση στην προώθηση της Αίτησης.
Εν προκειμένω, δεδομένης της παρέλευσης της προβλεπόμενης προθεσμίας και της μη παράθεσης συγκεκριμένων στοιχείων και λεπτομερειών, ικανών να καταδείξουν «εξαιρετικές περιστάσεις», που δικαιολογημένα παρεμπόδισαν τον Εφεσείοντα να αποταθεί έγκαιρα στο Δικαστήριο για την εξασφάλιση της σχετικής άδειας, το πρωτόδικο Δικαστήριο δικαιολογημένα δεν ικανοποιήθηκε ότι είχαν αποκαλυφθεί εξαιρετικές περιστάσεις οι οποίες παρεμπόδισαν τον Εφεσείοντα να αποταθεί στο Δικαστήριο εντός της προβλεπόμενης προθεσμίας.
Ως εκ τούτου, δεν βρίσκουμε κανένα απολύτως λόγο για να επέμβουμε στην άσκηση της διακριτικής του ευχέρειας, η οποία ασκήθηκε δικαστικά στη βάση των ενώπιον του δεδομένων.
Η έφεση απορρίπτεται.
Λ. ΔΗΜΗΤΡΙΑΔΟΥ-ΑΝΔΡΕΟΥ, Δ.
Α. ΔΑΥΙΔ, Δ.
ΑΛ. ΠΑΝΑΓΙΩΤΟΥ, Δ.
cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο