ΑΝΩΤΑΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΚΥΠΡΟΥ
ΔΕΥΤΕΡΟΒΑΘΜΙΑ ΔΙΚΑΙΟΔΟΣΙΑ
(Πολιτική Έφεση Αρ.44/2025)
22 Σεπτεμβρίου, 2026
[Χ. ΜΑΛΑΧΤΟΣ, Ι. ΙΩΑΝΝΙΔΗΣ, Α. ΔΑΥΙΔ, Δ/ΣΤΕΣ]
ΕΦΕΣΗ ΚΑΤΑ ΤΗΣ ΑΠΟΦΑΣΗΣ ΤΟΥ ΑΝΩΤΑΤΟΥ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟΥ ΣΤΗΝ ΠΡΩΤΟΔΙΚΗ ΠΡΟΝΟΜΙΑΚΗ ΤΟΥ ΔΙΚΑΙΟΔΟΣΙΑ ΣΤΗΝ ΠΟΛΙΤΙΚΗ ΑΙΤΗΣΗ ΑΡ. 277/2025
ΑΝΑΦΟΡΙΚΑ ΜΕ ΤΟ ΑΡΘΡΟ 155.4 ΤΟΥ ΣΥΝΤΑΓΜΑΤΟΣ ΚΑΙ ΤΑ ΑΡΘΡΑ 3 ΚΑΙ 9 ΤΟΥ ΠΕΡΙ ΑΠΟΝΟΜΗΣ ΤΗΣ ΔΙΚΑΙΟΣΥΝΗΣ (ΠΟΙΚΙΛΑΙ ΔΙΑΤΑΞΕΙΣ) ΝΟΜΟΥ ΤΟΥ 1964
ΚΑΙ
ΑΝΑΦΟΡΙΚΑ ΜΕ ΤΟΝ ΠΕΡΙ ΑΝΩΤΑΤΟΥ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟΥ (ΔΙΚΑΙΟΔΟΣΙΑ ΕΚΔΟΣΗΣ ΕΝΤΑΛΜΑΤΩΝ ΠΡΟΝΟΜΙΑΚΗΣ ΦΥΣΕΩΣ) ΔΙΑΔΙΚΑΣΤΙΚΟ ΚΑΝΟΝΙΣΜΟ ΤΟΥ 2018
ΚΑΙ
ΑΝΑΦΟΡΙΚΑ ΜΕ ΤΗΝ ΑΙΤΗΣΗ ΤΩΝ 1. Α.Α.Τ. ΚΑΙ 2. Y.O.T. ΓΙΑ ΑΔΕΙΑ ΓΙΑ ΤΗΝ ΚΑΤΑΧΩΡΙΣΗ ΑΙΤΗΣΗΣ ΓΙΑ ΤΗΝ ΕΚΔΟΣΗ ΕΝΤΑΛΜΑΤΟΣ CERTIORARI
ΚΑΙ
ΑΝΑΦΟΡΙΚΑ ΜΕ ΤΑ ΕΝΤΑΛΜΑΤΑ ΕΡΕΥΝΑΣ ΗΜΕΡΟΜΗΝΙΑΣ 22/10/2025 ΠΟΥ ΕΚΔΟΘΗΚΑΝ ΑΠΟ ΤΟ ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΜΕΣΟΥ ΔΥΝΑΜΕΙ ΤΩΝ ΠΡΟΝΟΙΩΝ ΤΟΥ ΑΡΘΡΟΥ 27 ΤΟΥ ΚΕΦ. 155.
Δ. Λοχίας, για Δημήτρης Μ. Λοχίας Δ.Ε.Π.Ε. και για Ηλίας Νεοκλέους & Σια Δ.Ε.Π.Ε. και για Γιάννης Πολυχρόνης Δ.Ε.Π.Ε., για τους Αιτητές.
ΜΑΛΑΧΤΟΣ, Δ.: Η Απόφαση είναι ομόφωνη, θα δοθεί από το Δαυίδ, Δ.
-------------------------
Α Π Ο Φ Α Σ Η
ΔΑΥΙΔ, Δ.: Στις 22.10.2025, Δικαστής του Επαρχιακού Δικαστηρίου Λεμεσού (εφεξής «το κατώτερο Δικαστήριο»), εξέδωσε δύο εντάλματα έρευνας τραπεζικών θυρίδων. Το ένα, αφορούσε συγκεκριμένη τραπεζική θυρίδα σε κατάστημα της Eurobank Ltd στη Λεμεσό και το άλλο, συγκεκριμένη τραπεζική θυρίδα σε κατάστημα της Τράπεζας Κύπρου, επίσης στη Λεμεσό. Επρόκειτο για τραπεζικές θυρίδες που κατέχονταν, η μεν πρώτη από τον εφεσείοντα 1 από κοινού με τη σύζυγο του, εφεσείουσα 2, η δε δεύτερη από τον εφεσείοντα 1 με πληρεξούσιο πρόσωπο την σύζυγο του, εφεσείουσα 2.
Οι εφεσείοντες, αντιδρώντας στην πιο πάνω εξέλιξη προσέφυγαν στο Ανώτατο Δικαστήριο, στην πρωτοβάθμια του δικαιοδοσία (εφεξής το «πρωτόδικο Δικαστήριο»), προς εξασφάλιση άδειας για καταχώριση αίτησης με κλήση για την έκδοση προνομιακού εντάλματος certiorari, προς ακύρωση των ως άνω ενταλμάτων έρευνας.
Στις 9.12.2025, το πρωτόδικο Δικαστήριο ενέκρινε το αίτημα, πλην όμως, η άδεια που παραχώρησε για τον πιο πάνω σκοπό, περιορίστηκε σε σχέση μόνο με τέσσερεις από τους δώδεκα συνολικά προβαλλόμενους από την πλευρά των εφεσειόντων λόγους.
Η ως άνω εξέλιξη δεν άφησε ευχαριστημένους τους εφεσείοντες, οι οποίοι προχώρησαν στην καταχώριση της παρούσας έφεσης, μέσω της οποίας προσβάλλουν την απόφαση του πρωτόδικου Δικαστηρίου να μην τους παραχωρήσει άδεια καταχώρισης δια κλήσεως αίτησης για έξι περαιτέρω λόγους επί των οποίων στήριζαν το αίτημα τους. Με τους έξι λόγους έφεσης που προωθούν, κάθε ένα εκ των οποίων διασυνδέουν με συγκεκριμένο λόγο επί του οποίου στήριζαν το αίτημα τους, προβάλλουν ότι το πρωτόδικο Δικαστήριο εσφαλμένα δεν έδωσε άδεια και γι’ αυτούς. Ειδικότερα, υποστηρίζουν ότι λανθασμένα δεν τους δόθηκε άδεια και για τους λόγους 1, 2, 3, 9, 10 και 12 επί των οποίων βάσιζαν το αίτημα τους.
Συγκεκριμένα, με τον πρώτο λόγο πρόβαλλαν τη θέση πως δεν είχε καταδειχθεί ότι η Ευρωπαϊκή Εντολή Έρευνας (στο εξής «ΕΕΕ») η οποία αποτέλεσε το ουσιαστικό υπόβαθρο για την προώθηση του αιτήματος της έκδοσης των εκκαλούμενων ενταλμάτων έρευνας, είχε εκδοθεί από δικαστική αρχή ως προβλέπεται στην Ευρωπαϊκή Οδηγία 201/41/ΕΕ και του εναρμονιστικού με αυτή νόμου, ήτοι του περί Ευρωπαϊκής Εντολής Έρευνας σε Ποινικές Υποθέσεις Νόμου, Ν.181(Ι)/2017.
Με το δεύτερο λόγο, υποστήριζαν ότι δεν είχε προσαχθεί ενώπιον του κατώτερου Δικαστηρίου μαρτυρία στην οποία το τελευταίο θα μπορούσε να βασιστεί για την έκδοση των επίδικων ενταλμάτων έρευνας. Επικεντρώνονταν ειδικότερα στην απουσία προσδιορισμού της πηγής πληροφόρησης του ομνύοντος αστυνομικού, καθ’ ον χρόνο ο τελευταίος αναφερόταν σε γεγονότα.
Με τον τρίτο λόγο, πρότασσαν ότι ο ομνύων αστυνομικός δεν εξήγησε πώς η αστυνομία έλαβε γνώση του γεγονότος ότι οι εφεσείοντες διατηρούσαν τις επίδικες θυρίδες, υποστηρίζοντας ότι παρέμενε ανοικτό το ενδεχόμενο παραβίασης του Άρθρου 15 του Συντάγματος και του άρθρου 8 της ΕΣΔΑ.
Με τον 9ο λόγο, υποστήριζαν ότι επιδίωξη της αστυνομίας ήταν η λήψη στοιχείων ιδιωτικής επικοινωνίας, γεγονός που στην υπό συζήτηση περίπτωση, κατ’ εφαρμογή σχετικής νομοθεσίας, προϋπόθετε άδεια προς τούτο.
Μέσω του 10ου λόγου, πρόβαλλαν τη θέση πως δεν στοιχειοθετήθηκε η απαιτούμενη αναγκαιότητα έκδοσης των ενταλμάτων, παραπέμποντας στο γεγονός ότι η κατ’ ισχυρισμό εμπλοκή του εφεσείοντα 1 στα υπό διερεύνηση αδικήματα, φέρεται να έλαβε χώρα χρόνια πριν, ήτοι το 2021.
Τέλος, με τον 12ο λόγο επί του οποίου βάσισαν το αίτημα τους, προέβαλλαν η θέση ότι είχε παραβιαστεί η αρχή της αναλογικότητας σε σχέση με την εφεσίβλητη 2, η οποία δεν είχε ανάμειξη στα υπό διερεύνηση αδικήματα.
Έρεισμα για την έκδοση των εκκαλούμενων ενταλμάτων έρευνας, αποτέλεσε ΕΕΕ, ημερ. 14.10.2025, που διαβιβάστηκε στη Δημοκρατία από τις Γαλλικές αρχές, στη βάση της οποίας δόθηκαν οδηγίες από το Υπουργείο Δικαιοσύνης και Δημόσιας Τάξης για εκτέλεσή της, στη βάση των προνοιών του περί Ευρωπαϊκής Εντολής Έρευνας σε Ποινικές Υποθέσεις Νόμου του 2017, Ν.181(Ι)/2017 και του περί Διεθνούς Συνεργασίας σε Ποινικά Θέματα Νόμου του 2001, Ν.23(Ι)/2001.
Για σκοπούς πληρέστερης κατανόησης των ζητημάτων που απασχολούν στην παρούσα, ως έχουν οριοθετηθεί από τους εφεσείοντες, είναι αναγκαία η παράθεση, αδρομερώς, των γεγονότων που περιβάλλουν την υπό συζήτηση υπόθεση ως τέθηκαν υπόψη του πρωτόδικου Δικαστηρίου και αποτυπώθηκαν στην εκκαλούμενη απόφαση του.
Τέθηκε υπόψη του κατώτερου Δικαστηρίου, ότι οι αρχές της Γαλλίας διερευνούσαν αδικήματα που προβλέπει η Γαλλική Νομοθεσία, τα οποία αντιστοιχούσαν με αδικήματα που αναγνωρίζονται ως τέτοια στη Δημοκρατία, τόσο από τον Ποινικό Κώδικα, Κεφ. 154, όσο και από άλλη νομοθεσία όπως τον περί της Σύμβασης κατά του Εγκλήματος μέσω του Διαδικτύου (Κυρωτικού) Νόμο του 2004, Ν.22(ΙΙΙ)/2004, του περί της Παρεμπόδισης και Καταπολέμησης της Νομιμοποίησης Εσόδων από Παράνομες Δραστηριότητες Νόμου του 2007, Ν.188(Ι)/2007 και του περί της Καταπολέμησης της Απάτης και της Πλαστογραφίας μέσω Πληρωμής πλην των Μετρητών Νόμου του 2001, Ν.51(Ι)/2021.
Σύμφωνα πάντα με τον όρκο που συνόδευε το αίτημα, ο οποίος παραπέμπει στα γεγονότα που καταγράφονται στην ως άνω ΕΕΕ, από το 2020, έχουν εμφανιστεί επενδυτικές απάτες σε κρυπτονομίσματα. Οι δράστες, έδρασαν μέσω δεκάδων ψεύτικων επενδυτικών και εμπορικών πλατφόρμων με πολλά θύματα στη Γαλλία και γενικότερα στην Ευρώπη. Η ψηλή ποιότητα των δομών που χρησιμοποιήθηκαν, τα συνολικά ποσά που λήφθηκαν και η διασύνδεση των γεγονότων που διεφάνησαν από τις έρευνες, αποκάλυψαν την ύπαρξη μιας μεγάλης εγκληματικής ομάδας.
Oι δράστες διένειμαν διαφημιστικά φυλλάδια προσφέροντας επενδύσεις σε κρυπτονομίσματα, με έμφαση στην απλή διαχείριση και τις εξαιρετικές αποδόσεις. Οι ενδιαφερόμενοι χρήστες συμπλήρωναν τα στοιχεία επικοινωνίας τους και ακολούθως «σύμβουλος» τους έπειθε να εγκαταστήσουν λογισμικό συναλλαγών και λογισμικό τηλεχειρισμού με τα οποία οι χρήστες δεν ήταν εξοικειωμένοι. Ο «σύμβουλος» δημιουργούσε λογαριασμούς για τον χρήστη και πραγματοποιούσε πολλαπλές μεταφορές σε μια ψεύτικη επενδυτική πλατφόρμα, στην οποία μια εξατομικευμένη διεπαφή έδειχνε τα επενδυμένα ποσά και συνεχώς αυξανόμενα κέρδη, δίδοντας αξιοπιστία στην απάτη και παρουσιάζοντας στον χρήστη ότι αποκόμιζε εξαιρετική πρόσθετη αξία.
Μετά την είσπραξη των κεφαλαίων, οι δημιουργοί (authors) συμμετείχαν σε μια σύνθετη επιχείρηση. Τα κεφάλαια διοχετεύονταν στις ομάδες απάτης (σύνολα διευθύνσεων συνδεδεμένων μεταξύ τους μέσα σε ένα πορτοφόλι), από τις οποίες τα κεφάλαια επιστρέφονταν σε ομάδες ενοποίησης. Τα κεφάλαια μεταφέρονταν σε υπηρεσίες ανταλλαγής ή στέλνονταν σε ομάδες συλλογής για εκταμιεύσεις ή νέες μεταφορές.
Η ίδρυση εταιρειών στο εξωτερικό και ειδικότερα στην Κύπρο, τη Σιγκαπούρη, τις Βρετανικές Παρθένες Νήσους και το Χονγκ Κονγκ, επέτρεψε σε αυτές τις δομές να διαδραματίσουν κεντρικό ρόλο στη διαδικασία ξεπλύματος χρήματος. Μόλις τα κεφάλαια ενσωματώνονταν, η εταιρεία μπορούσε να καταβάλλει μισθούς, να πραγματοποιεί αγορές ακινήτων ή να μεταφέρει τα κεφάλαια σε άλλες δομές. Ως φάνηκε, οι επιχειρήσεις ξεπλύματος χρήματος αφορούσαν ροές κρυπτονομισμάτων ύψους, μέχρι σήμερα, 700 εκατομμυρίων δολαρίων Αμερικής.
Τα έσοδα από τις απάτες έχουν συλλεγεί ως ψηφιακά περιουσιακά στοιχεία (κρυπτονομίσματα) και ακολούθως μετατράπηκαν και αποκρύφθηκαν μέσω επιχειρήσεων ξεπλύματος χρήματος που αφορούσαν μεταφορές σε πολλαπλούς λογαριασμούς που βρίσκονταν στο εξωτερικό (Λιθουανία, Εσθονία, Μάλτα, Λουξεμβούργο, Τσεχική Δημοκρατία, Πορτογαλία και Δανία) και μεταφορών μέσω παρόχων υπηρεσιών ψηφιακών περιουσιακών στοιχείων ή σε πορτοφόλια (cold wallet). Λογαριασμοί και χαρτοφυλάκια ψηφιακών περιουσιακών στοιχείων που επίσης είναι προσβάσιμα εξ αποστάσεως μέσω οποιωνδήποτε συσκευών, όπως υπολογιστές και κινητά τηλέφωνα, και ειδικών τεχνικών λύσεων, όπως κλειδιά τύπου ledger, τα οποία είναι εύκολα αποκρύψιμα.
Οι οικονομικές έρευνες κατέστησαν δυνατή την ανάδειξη διαφόρων συναλλαγών κρυπτονομισμάτων που πραγματοποιήθηκαν από τους δράστες για τη νομιμοποίηση των κεφαλαίων που εξασφαλίστηκαν μέσω απάτης. Η παρακολούθηση των ροών κρυπτονομισμάτων, αποκάλυψε αρκετές επιχειρήσεις νομιμοποίησης εσόδων από παράνομες δραστηριότητες μέσω ανταλλακτηρίων κρυπτονομισμάτων. Σύμφωνα με τις ληφθείσες πληροφορίες, τα δόλια κεφάλαια κρυπτονομισμάτων, είχαν συλλεγεί από διάφορα άτομα και εταιρείες στην Κύπρο. Οι εν λόγω εταιρείες, γνωστοποίησαν στις Γαλλικές Αρχές την ταυτότητα των δικαιούχων αυτών των συναλλαγών. Ανάμεσα σε αυτούς περιλαμβάνεται και ο εφεσείων 1, που μαζί με τη σύζυγο και τα παιδιά του, διαχειρίζονταν ένα καταπίστευμα, σκοπός του οποίου ήταν η συγκέντρωση ακινήτων. Ο τελευταίος, έλαβε σε λογαριασμό του στην εταιρεία Binance, πέραν του ποσού των US$20.000 σε κρυπτονομίσματα σε άμεση σχέση με ψεύτικες ιστοσελίδες απάτης επενδύσεων σε κρυπτονομίσματα κατά το 2021. Επιπλέον, σχεδόν 3 εκατομμύρια δολάρια Αμερικής διοχετεύθηκαν μέσω του ως άνω λογαριασμού και σε λογαριασμούς άλλων υπόπτων.
Υπάρχουν σοβαρές ενδείξεις ότι τα εμπλεκόμενα κατά τον πιο πάνω τρόπο πρόσωπα, συμμετείχαν στην τέλεση απάτης και νομιμοποίηση εσόδων από παράνομες δραστηριότητες η οποία διαπράχθηκε μέσω οργανωμένης συμμορίας, ως επίσης συμμετείχαν σε εγκληματική οργάνωση. Οι απάτες διαπράχθηκαν μέσω ιστότοπων και υποδομής πληροφορικής που περιλάμβανε ειδικά τεχνικά μέσα (υπολογιστές, κινητά τηλέφωνα, εφαρμογές, διακομιστές υπολογιστών, τηλεφωνικά κέντρα κ.λπ.) που επέτρεπαν την ανάληψη απομακρυσμένης δράσης από μέρη του εξωτερικού και για πολλά θύματα που βρίσκονται σε διαφορετικές χώρες. Τα πιο πάνω τεχνικά μέσα, πιθανό να αποτελούν τα μέσα για την τέλεση απάτης και ξεπλύματος χρήματος, ώστε να επιτρέπουν την απομακρυσμένη πρόσβαση σε δεδομένα σχετικά με την υπό διερεύνηση υπόθεση.
Οι πράξεις αυτές, προστίθεται, διενεργήθηκαν από μια οργανωμένη συμμορία από άτομα που βρίσκονται σε διάφορες χώρες (Ισπανία, Ισραήλ, Κύπρος, Ρωσία, Ουκρανία και Τουρκία) και απαιτούσαν εξοπλισμό και εφαρμογές για να επικοινωνούν μεταξύ τους με τον πιο διακριτικό τρόπο και χρησιμοποιήθηκαν για την ανταλλαγή με τα θύματα.
Οι Γαλλικές Αρχές καταγράφουν πως οι ύποπτοι, μεταξύ των οποίων και ο εφεσείων 1, πρέπει να έχουν μόνιμη πρόσβαση σε όλες αυτές τις συσκευές και αντικείμενα, κατά τρόπο που δικαιολογείται η διενέργεια έρευνας στις οικίες, υποστατικά, χώρους εργασίας, οχήματα και τραπεζικές θυρίδες των εν λόγω προσώπων, για την ανεύρεση τέτοιων συσκευών και αντικειμένων . Υποδεικνύουν επισης ότι η εκτέλεση από τις Κυπριακές Αρχές προηγούμενης Ευρωπαϊκής Εντολής Έρευνας που απέστειλαν, έδειξε ότι οι ύποπτοι έχουν αποκτήσει ακίνητη περιουσία στην Κύπρο εδώ και αρκετά χρόνια όπου διατηρούν κατοικία.
Ενόψει των πιο πάνω και έχοντας στο μεταξύ εκδοθεί, στις 18.10.2025, δικαστικό ένταλμα έρευνας της οικίας και υποστατικών και οχημάτων του εφεσείοντα 1, επιζητήθηκε η έκδοση των εκκαλούμενων ενταλμάτων έρευνας των ως άνω τραπεζικών θυρίδων, οι οποίες εντοπίστηκαν μετά από εξετάσεις που διενεργήθηκαν. Τούτο, προς εντοπισμό και περισυλλογή πληθώρας αντικειμένων που με λεπτομέρεια, ομαδικά ή περιγραφικά αναφέρονται στην ΕΕΕ και στον όρκο, τα οποία σχετίζονται με την αναφερόμενη υπόθεση και τα υπό διερεύνηση αδικήματα, για σκοπούς διευκόλυνσης των αστυνομικών ανακρίσεων.
Η εδραιωμένη νομολογία των Δικαστηρίων μας, καταδεικνύει ότι τα Προνομιακά Εντάλματα, ως κατάλοιπο της εξουσίας του Ανώτατου Δικαστηρίου για έλεγχο των κατώτερων Δικαστηρίων, χορηγούνται κατ’ εξαίρεση. Πρόκειται για δικαιοδοσία που ασκείται με ιδιαίτερη φειδώ. Παρέχεται κατά προνόμιο, όπου από το πρακτικό του κατώτερου Δικαστηρίου διαφαίνεται έλλειψη ή υπέρβαση δικαιοδοσίας, έκδηλη νομική πλάνη, δόλος, προκατάληψη ή μη τήρηση των κανόνων της φυσικής δικαιοσύνης (βλ. Σύγγραμμα Π. Αρτέμη «Προνομιακά Εντάλματα, Αρχές και Υποθέσεις», σελ. 109 κ.ε., Αναφορικά με την Αίτηση του Α. Κωνσταντινίδη (2003) 1(Β) Α.Α.Δ. 1298 και Ευδόκας (2016) 1(Γ) Α.Α.Δ. 3018). Μια προνομιακή διαδικασία ως η υπό συζήτηση, δεν συνιστά υποκατάστατο της δευτεροβάθμιας διαδικασίας και μέσο για τον έλεγχο της ορθότητας των αποφάσεων των κατώτερων Δικαστηρίων. Ούτε μπορεί να αφεθεί να χρησιμοποιηθεί ως Έφεση υπό μεταμφίεση. Ό,τι ενδιαφέρει, είναι η νομιμότητα των ελεγχόμενων ενεργειών, η σύννομη, δηλαδή, άσκηση της δικαιοδοσίας του κατώτερου Δικαστηρίου (βλ. In Re Kakos (1985) 1 C.L.R. 250). Για τη χορήγηση άδειας ως η αιτούμενη, ο αιτητής πρέπει να ικανοποιήσει το Δικαστήριο ότι έχει συζητήσιμη υπόθεση σε σχέση με το ζήτημα που εγείρει (Ευδόκα (ανωτέρω) και Ανθίμου (1991) 1 Α.Α.Δ. 41). Στο στάδιο δε της μονομερούς αίτησης, το Δικαστήριο δεν υπεισέρχεται στην ουσία, ούτε εξετάζει την υπόθεση σε βάθος (Base Metal Trading Ltd v. Fastack Development Ltd κ.α. (2004) 1(Γ) Α.Α.Δ. 1535).
Στην Στυλιανού (2015) 1(Β) Α.Α.Δ 1382, με παραπομπή σε παλαιότερες επί του ζητήματος αποφάσεις, έγινε ειδικότερη αναφορά στις περιπτώσεις που δικαιολογείται η επέμβαση του Εφετείου, σε εφέσεις για έκδοση προνομιακών ενταλμάτων. Παρέχεται αυτή η δυνατότητα, στις περιπτώσεις:
«(α) Όπου διαπιστώνεται ότι η διακριτική ευχέρεια ασκήθηκε έξω από το πλαίσιο που παρέχεται από το Νόμο, όπως όταν διαπιστώνεται ότι υπεισήλθαν στην άσκηση της εξωγενείς παράγοντες.
(β) Όπου η άσκηση της διακριτικής ευχέρειας οδηγεί σε πασιφανή αδικία, όπως είναι η περίπτωση στην οποία δε θα μπορούσε να προέλθει κανένα δικαστήριο (Αρέστη ν. Ηλία (1991) 1 Α.Α.Δ. 984, 988, 989, Σιακόλας ν. Federal Bank of Lebanon (1992) 1 A.A.Δ. 710).
(γ) Όπου υπάρχει πλάνη ως προς τα γεγονότα, σφάλμα νόμου, εφαρμογή λανθασμένων αρχών δικαίου, λήψη υπόψη άσχετων στοιχείων, μη λήψη υπόψη σχετικών στοιχείων (Νεάρχου ν. Χαραλάμπους (1991) 1 Α.Α.Δ. 954, Donald Campbell & Co. Ltd ν. Pollak [1927] A.C. 732, Evans v. Bartlam [1937] A.C. 473, Young v. Thomas [1892] 2 Ch. 234 και Egerton v. Jones [1939] 3 All E.R. 892). »
Σύμφωνα με το άρθρο 27 του περί Ποινικής Δικονομίας Νόμου, Κεφ. 155:
«Όταν δικαστής ικανοποιείται με ένορκη έγγραφη δήλωση ότι υπάρχει εύλογη αιτία να πιστεύεται ότι σε οποιοδήποτε τόπο υπάρχει-
(α) οτιδήποτε στο οποίο ή σε σχέση με το οποίο διαπράχτηκε ποινικό αδίκημα ή υπάρχει υποψία ότι διαπράχτηκε ή
(β) οτιδήποτε για το οποίο υπάρχει εύλογη αιτία να πιστεύεται ότι θα παρέχει απόδειξη ως προς τη διάπραξη ποινικού αδικήματος ή
(γ) οτιδήποτε για το οποίο υπάρχει εύλογη αιτία να πιστεύεται ότι προορίζεται να χρησιμοποιηθεί για το σκοπό διάπραξης ποινικού αδικήματος,
ο δικαστής δύναται σε οποιοδήποτε χρόνο να εκδώσει ένταλμα (το οποίο αναφέρεται στο νόμο αυτό ως “ένταλμα έρευνας”), που εξουσιοδοτεί το πρόσωπο που κατονομάζεται σε αυτό –
(ι) να ερευνήσει τον τόπο αυτό προς ανεύρεση οποιουδήποτε τέτοιου πράγµατος και να κατάσχει και µεταφέρει αυτό ενώπιον του ∆ικαστηρίου από το οποίο εκδόθηκε το ένταλµα έρευνας ή ενώπιον άλλου ∆ικαστηρίου για να τύχει αυτό µεταχείρισης σύµφωνα µε το νόµο· και
……………………………….………….......»
Ως προκύπτει από τις πρόνοιες του ως άνω άρθρου, για την έκδοση εντάλματος έρευνας, το Δικαστήριο θα πρέπει να ικανοποιηθεί ότι από τα στοιχεία που έχουν τεθεί υπόψιν του, μέσω της ένορκης δήλωσης που υποστηρίζει τέτοιο αίτημα, υπάρχει εύλογη αιτία να πιστεύεται ότι σε ένα συγκεκριμένο τόπο υπάρχει οτιδήποτε το οποίο περιγράφεται στα εδάφια (α), (β) και (γ) του άρθρου 27 του περί Ποινικής Δικονομίας Νόμου, Κεφ.155. Η έκδοση εντάλματος έρευνας δικαιολογείται στην περίπτωση που το Δικαστήριο ικανοποιηθεί για την ύπαρξη εύλογης υποψίας, με την έννοια ότι η υποψία πρέπει να είναι εύλογη υπό το φως της μαρτυρίας που τίθεται ενώπιον του Δικαστηρίου και όχι για την εκ πρώτης όψεως στοιχειοθέτηση, στη βάση της μαρτυρίας αυτής, κάθε συστατικού στοιχείου του διερευνώμενου αδικήματος (GPS Freight Services Ltd v. Γενικού Εισαγγελέα της Δημοκρατίας, Πολ. Έφ. Αρ. 219/2014, ημερ. 29.02.2016). Το Δικαστήριο, ενώπιον του οποίου τίθεται αίτημα του είδους, στη βάση των γεγονότων που παρατίθενται υπόψιν του μέσω της ένορκης δήλωσης που υποστηρίζει το αίτημα, θα πρέπει να εξάγει τα δικά του συμπεράσματα ότι η σχετική υποψία είναι εύλογη (βλ. Μαρκίδης (2014) 1(Α) Α.Α.Δ. 756 και In Re Πολυκάρπου (1991) 1 Α.Α.Δ. 207). Σε κάθε περίπτωση, το άρθρο 27 του περί Ποινικής Δικονομίας Νόμου, Κεφ.155, συνδέει τα αντικείμενα που εύλογα πιστεύεται ότι συνδέονται με ποινικό αδίκημα, με τον τόπο για τον οποίο ζητείται το ένταλμα και όχι με το πρόσωπο του υπόπτου. (βλ. Σύνδεσμος για την Πρόληψη της Βίας στα Γήπεδα (1997) 1(Β) Α.Α.Δ. 1014, Ανδρέου v. Δημοκρατίας, Πολ. Έφ. Αρ. 103/2020, ημερ. 21.04.2021, ECLI:CY:AD:2021:A164).
Επανερχόμενοι στην υπό συζήτηση περίπτωση, ως έχει ήδη σημειωθεί, με τον 1ο λόγο έφεσης προσβάλλεται η κρίση του πρωτόδικου Δικαστηρίου πως δεν είχε στοιχειοθετηθεί εκ πρώτης όψεως συζητήσιμη υπόθεση αναφορικά με τον πρώτο λόγο για τον οποίο επιζητείτο η παραχώρηση της αιτούμενης άδειας. Ειδικότερα, για το ζήτημα της μη κατάδειξης πως η ΕΕΕ είχε εκδοθεί από δικαστική αρχή εν τη εννοία του Ευρωπαϊκού Δικαίου ή/και της νομολογίας του Δικαστηρίου της Ευρωπαϊκής Ένωσης.
Το πρωτόδικο Δικαστήριο, παραπέμποντας στις πρόνοιες της Οδηγίας 2014/41/ΕΕ, περί της Ευρωπαϊκής Εντολής Έρευνας σε Ποινικές Υποθέσεις αλλά και του εναρμονιστικού με αυτήν νόμου περί της Ευρωπαϊκής Εντολής Έρευνας σε Ποινικές Υποθέσεις Νόμοι του 2017-2023, Ν.187(Ι)/2017, ως και στο περιεχόμενο της ΕΕΕ, έκρινε ότι ικανοποιούνται οι σχετικές προϋποθέσεις, εντοπίζοντας ότι σε αυτή διαφαινόταν ότι εκδόθηκε από δικαστική αρχή της Γαλλίας, κατά τρόπο που να μπορεί να προωθηθεί προς εκτέλεση.
Το παράπονο των εφεσειόντων, δεν δικαιολογείται. Σύμφωνα με το ερμηνευτικό άρθρο 2 του εναρμονιστικού Νόμου, Ν.181(Ι)/2017, το δικαστήριο αποτελεί μια από τις αρχές που μπορεί να προχωρήσει στην έκδοση ΕΕΕ. Ως ορθά υπέδειξε το πρωτόδικο Δικαστήριο παραπέμποντας στο περιεχόμενο της υπό συζήτηση ΕΕΕ που αυτούσια τέθηκε υπόψη του, ειδικότερα στο Τμήμα Κ, όπου επιζητείται ο καθορισμός της αρχής που προέβη στην έκδοση της, ρητά σημειώνεται-υποδεικνύεται (μέσω της σήμανσης με το σημείο «Χ»), ότι αυτή εκδόθηκε από δικαστική αρχή «judicial authority». Επρόκειτο, άλλωστε, ως τέθηκε υπόψη του Δικαστηρίου και διαφαίνεται από την ίδια ΕΕΕ, για συμπληρωματική άλλης ΕΕΕ που αποστάληκε από την Γαλλία, στη βάση της οποίας είχαν εκδοθεί εντάλματα έρευνας της οικίας και άλλων υποστατικών των αιτητών. Στη συνέχεια, στο σώμα της ΕΕΕ, καταγράφονται τα ονόματα και η θέση των προσώπων που ήταν υπεύθυνα για τη δικαστική διερεύνηση, ως επίσης το όνομα του προσώπου επικοινωνίας, το οποίο, στη συγκεκριμένη περίπτωση, αποτελούσε ένα από τους δύο υπεύθυνους της δικαστικής διερεύνηση όπως και η διεύθυνση, καθορίζοντας ότι επρόκειτο για το Τtribunal Judicaire de Paris, που εδρεύει σε συγκεκριμένη διεύθυνση που αναγραφόταν.
Υπό το φως των πιο πάνω, δεν φαίνεται να παρέχεται η δυνατότητα παρέμβασης στην κατάληξη του πρωτόδικου Δικαστηρίου πως δεν παρεχόταν ευχέρεια για τη χορήγηση άδειας προς συζήτηση του ως άνω ζητήματος, ως επιχειρήθηκε από την πλευρά των αιτητών να εξασφαλίσουν.
Ως εκ των ανωτέρω, ο 1ος λόγος έφεσης αποτυγχάνει και απορρίπτεται
Ο δεύτερος λόγος επί του οποίου οι εφεσείοντες βάσιζαν το αίτημα τους για εξασφάλιση σχετικής άδειας, ζήτημα για το οποίο προωθείται ο 2ος λόγος έφεσης, εστιαζόταν στο γεγονός ότι ο ομνύων Αστυνομικός, δεν αναφέρθηκε ή και δεν αποσαφήνισε την πηγή της πληροφόρησης και το υπόβαθρο της μαρτυρίας που στηρίχθηκε για να συντάξει την ένορκη του δήλωση. Ως εξήγησε ο ευπαίδευτος συνήγορος ενώπιον του Δικαστηρίου, το πρωτόδικο Δικαστήριο δεν ασχολήθηκε με το γεγονός ότι ο ως άνω ομνύων αναφερόταν σε γεγονότα χωρίς να εξηγήσει από πού ή ποιον τα είχε πληροφορηθεί.
Κατ’ επανάληψη έχει σημειωθεί από το Δικαστήριο πως παρά το γεγονός ότι στις περιπτώσεις του είδους, δεν είναι αναγκαίο να κατονομάζεται ο πληροφοριοδότης, γενική και αόριστη αναφορά σε πληροφορία, άνευ άλλου τινός, δεν ικανοποιεί το κριτήριο της επάρκειας του όρκου. Η μη αποκάλυψη της πηγής μιας πληροφορίας που τίθεται ενώπιον του Δικαστηρίου από μέρους της αστυνομίας, προκειμένου η τελευταία να εξασφαλίσει ένταλμα, εγείρει ζήτημα επάρκειας του μαρτυρικού υλικού. (Αναφορικά με την Αίτηση της ADS Πολ. Εφ. Αρ.340/2021 ημερ. 6/7/2023)
Ωστόσο, την υπό συζήτηση περίπτωση διαπιστώνεται ότι τα γεγονότα που περιβάλλουν την υπόθεση καταγράφονται με περισσή λεπτομέρεια στην ΕΕΕ η οποία τέθηκε αυτούσια υπόψη του κατώτερου Δικαστηρίου, με τον ομνύοντα, πέραν του ότι παραπέμπει στο περιεχόμενο της, ως περιήλθε σε γνώση του κατ’ εφαρμογή σχετικής Ευρωπαϊκής και εσωτερικής νομοθεσίας, να προσθέτει διάφορες πληροφορίες, συναρτώμενες με το περιεχόμενο της. Ένας καταιγισμός γεγονότων και επεξηγηματικών πληροφοριών καταγράφονταν στην ΕΕΕ, η οποία αποτέλεσε τη βάση για την προώθηση του αιτήματος. Πέραν δε του γενικότερου αιτήματος για πρόσβαση, μεταξύ άλλων και σε τραπεζικές θυρίδες των «υπόπτων», αίτημα που εδράζεται και δικαιολογεί το είδος των αδικημάτων, τα μέσα που παρουσιάζεται να χρησιμοποιούνταν και αξιοποιούνταν για την διενέργειά τους και γενικότερα στα γεγονότα που περιέβαλλαν την υπόθεση, την πολυπλοκότητα και την εξέλιξη τους, το αίτημα για έρευνα στις συγκεκριμένες τραπεζικές θυρίδες, προωθείται, έχοντας ως δεδομένο ότι εξετάσεις που διενεργήθηκαν, οδήγησαν στη διαπίστωση της κατοχής των συγκεκριμένων τραπεζικών θυρίδων από τους εφεσείοντες.
Συνακόλουθα, το παράπονο των εφεσειόντων ότι το πρωτόδικο Δικαστήριο δεν ασχολήθηκε με το γεγονός ότι ο ομνύων αναφερόταν σε γεγονότα χωρίς να εξηγήσει από πού ή από ποιον τα είχε πληροφορηθεί, δεν μπορεί να υιοθετηθεί.
Υπό το φως των πιο πάνω, και ο 2ος λόγος έφεσης αποτυγχάνει και απορρίπτεται.
Ο τρίτος λόγος επί του οποίου οι εφεσείοντες στήριζαν το αίτημα τους για εξασφάλιση σχετικής άδειας, εστιάζει στην εισήγηση ότι ο ομνύων αστυνομικός, δεν εξήγησε πώς η αστυνομία έλαβε γνώση ότι οι εφεσείοντες διατηρούσαν τις επίδικες θυρίδες. Όπως ήταν διατυπωμένος ο όρκος, προβάλλεται, εύλογα πιστεύεται ή αφήνεται ανοικτό το ενδεχόμενο να υπήρξε προηγούμενη παρανομία ή και παράβαση του Άρθρου 15 του Συντάγματος και του αντίστοιχου άρθρου 8 της ΕΣΔΑ που κατοχυρώνουν το τραπεζικό απόρρητο ως έκφανση του δικαιώματος ιδιωτικής ζωής, εγείροντας εκ πρώτης όψεως ζήτημα κατά πόσο η αίτηση της αστυνομίας για έκδοση των ενταλμάτων έρευνας, ως και τα εκδοθέντα τελικά εντάλματα, «είναι φρούτα δηλητηριώδους δέντρου (fruit of a poisonous tree)».
Ως εξήγησε ο ευπαίδευτος συνήγορος αναπτύσσοντας τις θέσεις του, ενώπιον του κατώτερου Δικαστηρίου δεν υπήρχε μαρτυρία ότι ο ομνύων αστυνομικός είχε προβεί σε οποιοδήποτε αίτημα αποκάλυψης των πιο πάνω τραπεζικών δεδομένων, ως τα χαρακτηρίζει, με αποτέλεσμα να παραμείνει ατεκμηρίωτη η νομιμότητα λήψης της μαρτυρίας σε σχέση με την ύπαρξη των τραπεζικών θυρίδων.
Έχει ήδη σημειωθεί ότι το πλέγμα γεγονότων που περιβάλλει την περίπτωση, ο τρόπος δράσης και τα μέσα που παρουσιάζεται να χρησιμοποιούνταν για την διάπραξη των υπό διερεύνηση αδικημάτων, έπεισαν το κατώτερο Δικαστήριο για την αναγκαιότητα έκδοσης των εκκαλούμενων ενταλμάτων έρευνας. Ως δε τέθηκε υπόψη του Δικαστηρίου, ο εντοπισμός των συγκεκριμένων θυρίδων, ήταν αποτέλεσμα σχετικής έρευνας που διενεργήθηκε. Πέραν τούτου, δεν τέθηκε οτιδήποτε ικανό να δημιουργήσει, έστω και εκ πρώτης όψεως, υπόνοιες για παραβίαση της αναφερόμενης νομοθεσίας, δυνάμενο να εγείρει συζητήσιμο ζήτημα. Το γεγονός του εντοπισμού της ύπαρξης των συγκεκριμένων τραπεζικών θυρίδων, αποτέλεσμα των εξετάσεων που προηγήθηκαν, δεν βλέπουμε πως παραπέμπει, από μόνο του, σε ζητήματα παράνομης αποκάλυψης τραπεζικών δεδομένων ως η εισήγηση των εφεσειόντων. Προφανώς, το ζήτημα της λήψης, επεξεργασίας και αξιοποίησης δεδομένων, που προστατεύονται από οποιαδήποτε νομοθεσία, δύναται πάντα να εγερθεί στο κατάλληλο στάδιο. Ως ορθά όμως επισήμανε το πρωτόδικο Δικαστήριο, δεν μπορεί, κινούμενο στη σφαίρα της εικασίας και της πιθανολόγησης, χωρίς να καταδεικνύεται οποιοδήποτε στοιχείο που να παραπέμπει στην επικαλούμενη παράβαση, προκαταβολικά να προβάλλεται και, κατ’ επίκληση του χαμηλού ύψους του πήχη που θα πρέπει να υπερβεί ο αιτητής σε περιπτώσεις είδους, να θεωρείται ότι καταδεικνύει εκ πρώτης όψεως συζητήσιμο ζήτημα. Ακόμα και στο στάδιο της διεκδίκησης άδειας για την καταχώρηση δια κλήσεως αίτησης, θα πρέπει να διαφαίνεται, εκ πρώτης όψεως έστω, η επικαλούμενη παρανομία. Η εισήγηση κατά τρόπο γενικό και αόριστο, άνευ άλλου τινός, ότι δεν επιβεβαιώνεται η νομιμότητα, δεν είναι αρκετή για την εξασφάλιση τέτοιας άδειας.
Ως εκ των ανωτέρω, ούτε ο 3ος λόγος έφεσης μπορεί να έχει επιτυχή κατάληξη και απορρίπτεται.
Ο ένατος λόγος επί του οποίου οι εφεσείοντες βάσισαν το αίτημα τους για εξασφάλιση άδειας, εστιαζόταν στη θέση ότι επιδίωξη της αστυνομίας ήταν η ανεύρεση και πρόσβαση σε μαρτυρία που αποτελεί ιδιωτική επικοινωνία, κατά τρόπο αντινομικό, αφού τα αδικήματα που τελούσαν υπό διερεύνηση από την αστυνομία ή και τις γαλλικές αρχές, δεν συμπεριλαμβάνονταν στο Άρθρο 17.2 του Συντάγματος, κατά τρόπο που η πρόσβαση σε αυτά θα ήταν δυνατό να επιτευχθεί μόνον κατόπιν σχετικής αίτησης δυνάμει του Ν.92(Ι)/1996.
Σημειώσαμε με προσοχή την επιχειρηματολογία του ευπαίδευτου δικηγόρου των εφεσειόντων επί του σημείου. Ωστόσο, είναι σημαντικό να επισημανθεί ότι, τόσο στο αίτημα όσο και στα εκκαλούμενα εντάλματα γινόταν λόγος για κατάσχεση των αναζητούμενων αντικειμένων και όχι για πρόσβαση στις πληροφορίες/αναζητούμενες επικοινωνίες που αυτά περιείχαν, είτε σε ηλεκτρονική είτε σε έγγραφη μορφή. Η κατάσχεσή τους, ως «πραγμάτων» ως η έννοια του όρου περιλαμβάνεται στο άρθρο 27 του Κεφ.155, δεν ισοδυναμεί με πρόσβαση στην ιδιωτική επικοινωνία, κατά τρόπο που να εφαρμόζεται το Άρθρο 17 του Συντάγματος. Για την τελευταία, απαιτείται να ακολουθηθεί η σχετική νομοθεσία και διαδικασίες (βλ. μεταξύ άλλων Αναφορικά με την Αίτηση της Ειρήνης Κουροπιατνικ Στυλλή, Πολ. Έφ. Αρ.12/2026 και Ανδρέας Δημητριάδης & Σία ΔΕΠΕ κ.α. Πολ. Αιτ. Αρ.212/2021, ημερ.11/3/2022, ECLI:CY:AD:2022:D93).
Με δεδομένο ότι στην υπό συζήτηση περίπτωση η έρευνα εξουσιοδοτούσε τη λήψη του συγκεκριμένου υλικού και όχι την πρόσβαση και την επεξεργασία του, η προσέγγιση του πρωτόδικου Δικαστηρίου ήταν καθ’ όλα δικαιολογημένη
Ως εκ των ανωτέρω, και ο 4ος λόγος έφεσης αποτυγχάνει και απορρίπτεται.
Ο 5ος λόγος έφεσης, συναρτάται με τον δέκατο λόγο της αίτησης για άδεια. Μέσω του τελευταίου, η πλευρά των εφεσειόντων πρότασσε πως με δεδομένο ότι η κατ’ ισχυρισμό εμπλοκή του εφεσείοντα 1 στα υπό διερεύνηση αδικήματα, έλαβε χώρα το 2021, με την πάροδο τεσσάρων χρόνων μέχρι την έκδοση των εκκαλούμενων ενταλμάτων, κάτω από οποιεσδήποτε συνθήκες, είχε εκλείψει ή και δεν είχε καταδειχθεί οποιαδήποτε αναγκαιότητα έκδοσης των τελευταίων.
Δεν συμπλέουμε με την πιο πάνω προσέγγιση. Η κάθε περίπτωση θα πρέπει να κρίνεται στη βάση των ιδιαίτερων περιστατικών που την περιβάλλουν. Τα γεγονότα που περιβάλλουν την υπό συζήτηση περίπτωση, ως αναδύονται από την σχετική ΕΕΕ και τον όρκο που υποστηρίζει το αίτημα εκ μέρους της αρμόδιας αρχής, πολυδαίδαλα και πολυσύνθετα από μόνα τους, αποκαλύπτουν ότι υπήρχε μια μακρόχρονη, συνεχής αναζήτηση και διερεύνηση στοιχείων που οδήγησε, τελικά, στην αναγκαιότητα να εκδοθεί η ΕΕΕ αρχές Οκτωβρίου του 2025, με το αίτημα για εκτέλεσή της να ακολουθεί αμέσως. Η διερεύνηση μιας τόσο δαιδαλώδους και πολύπλοκης ως παρουσιάζεται υπόθεσης, η οποία φέρεται να εξελίσσεται σε διάφορες γεωγραφικές περιοχές και χώρες του πλανήτη, έχοντας διάφορους πρωταγωνιστές και περίπλοκα νομικά σχήματα, και με δεδομένη την αναγκαιότητα συντονισμού των προσπαθειών σε αριθμό κρατών, δεν δικαιολογεί το παράπονο του αιτητή ούτε φαίνεται να δημιουργεί συζητήσιμο ζήτημα, κατά τον τρόπο που προωθείτο από τους εφεσείοντες στο δέκατο λόγο που επικαλούντο και επιζητούσαν άδεια. Ο χρόνος, σε μια υπόθεση του συγκεκριμένου «βεληνεκούς», ως αυτή παρουσιάστηκε τουλάχιστον ενώπιον των αρμόδιων δικαστηρίων, δεν θα μπορούσε να απομονωθεί, διαδραματίζοντας το ρόλο που εισηγείται ο ευπαίδευτος συνήγορος των εφεσειόντων, επιδρώντας κατά τον τρόπο που υποστηρίζει στην αναγκαιότητα της έκδοσης των εκκαλούμενων ενταλμάτων. Οι ευρύτερες περιστάσεις που περιβάλλουν την περίπτωση, δεν δικαιολογούν την αιτούμενη παρέμβαση του Δικαστηρίου στην προσέγγιση του πρωτόδικου Δικαστηρίου, επί του ζητήματος.
Συνακόλουθα, και ο 5ος λόγος έφεσης αποτυγχάνει και απορρίπτεται.
Ο 6ος λόγος έφεσης, παραπέμπει και διασυνδέεται με το δωδέκατο λόγο για τον οποίο οι αιτητές επιζητούσαν την άδεια για την καταχώριση σχετικής δια κλήσεως αίτησης. Ο τελευταίος, επικεντρωνόταν στο γεγονός ότι το κατώτερο Δικαστήριο εξουσιοδοτούσε έρευνα σε τραπεζική θυρίδα που ήταν κοινής ιδιοκτησίας των εφεσειόντων, χωρίς να περιορίζει καθ΄ οιονδήποτε τρόπο τις εξουσίες της αστυνομίας να κατάσχει αντικείμενα και περιουσία της εφεσείουσας 2, η οποία δεν είχε ανάμειξη στα υπό διερεύνηση αδικήματα, ούτε και αναφερόταν ως αντικείμενο έρευνας από τις γαλλικές αρχές.
Ως έχει ήδη σημειωθεί, η έρευνα επιζητείτο και εξουσιοδοτήθηκε για δύο τραπεζικές θυρίδες, η μια εκ των οποίων ανήκε στον εφεσείοντα 1 από κοινού με τη σύζυγο του, εφεσείουσα 2, και η δεύτερη στον εφεσείοντα 1 με πληρεξούσιο αντιπρόσωπο την εφεσείουσα 2. Ως κατ’ επανάληψη έχει υποδειχθεί, το άρθρο 27 του Κεφ. 155, συνδέει τα αντικείμενα που εύλογα πιστεύεται ότι διασυνδέονται με ποινικό αδίκημα, με τον τόπο για τον οποίο επιζητείται το ένταλμα και όχι με το πρόσωπο του υπόπτου. Ως ειδικότερα προβλέπεται στο ως άνω άρθρο, έκδοση εντάλματος του είδους είναι δυνατή όταν ο δικαστής ικανοποιείται ότι υπάρχει εύλογη αιτία να πιστεύεται ότι σε οποιοδήποτε τόπο υπάρχει:
«(α) οτιδήποτε στο οποίο ή σε σχέση με το οποίο διαπράχτηκε ποινικό αδίκημα ή υπάρχει υποψία ότι διαπράχτηκε ή
(β) οτιδήποτε για το οποίο υπάρχει εύλογη αιτία να πιστεύεται ότι θα παρέχει απόδειξη ως προς τη διάπραξη ποινικού αδικήματος ή
(γ) οτιδήποτε για το οποίο υπάρχει εύλογη αιτία να πιστεύεται ότι προορίζεται να χρησιμοποιηθεί για το σκοπό διάπραξης ποινικού αδικήματος,
…………………»
Τα εκκαλούμενα εντάλματα επέτρεπαν την κατάσχεση αντικειμένων πέραν και ανεξάρτητα από το πρόσωπο που αυτά ανήκαν. Εξουσιοδοτούν την έρευνα για αντικείμενα που σχετίζονται «με την υπόθεση που διερευνάται από τις αρχές της Γαλλίας σε συνεργασία με τις αρχές της Κυπριακής Δημοκρατίας….». Με δεδομένο ότι δεν είναι επιτρεπτή μια γενική και αόριστη εξουσιοδότηση κατάσχεσης αντικειμένων, στην υπο συζήτηση περίπτωση, παρά την πολυεπίπεδα πολύπλοκη φύση της υπόθεσης και των αδικημάτων που διερευνώντο, εμφανής ήταν η προσπάθεια, τόσο των αιτούντων τα εντάλματα όσο και του εκδώσαντος αυτά δικαστηρίου, προσδιορισμού των αντικειμένων. Σε κάθε περίπτωση, θα ήταν αδύνατον να αποσαφηνιστεί εκ των προτέρων, ποιο από τα τυχόν αντικείμενα που παρουσιάζεται να έχουν σχέση με τα υπό διερεύνηση αδικήματα κατά τον πιο πάνω τρόπο, ανήκε ή διασυνδεόταν μόνο με τον εφεσείοντα 1.
Ως εκ των ανωτέρω, και ο 6ος λόγος έφεσης, δεν κρίνεται βάσιμος και απορρίπτεται.
Υπό το φως των πιο πάνω, δεν έχει στοιχειοθετηθεί οποιοσδήποτε από τους προβαλλόμενους λόγους δυνάμενος να δικαιολογήσει την αιτούμενη παρέμβαση μας, προς ανατροπή της πρωτόδικης απόφασης.
Η έφεση αποτυγχάνει και απορρίπτεται.
Χ. Μαλαχτός, Δ.
Ι. Ιωαννίδης, Δ.
Α. Δαυΐδ, Δ.
/γκ
cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο