ΑΝΩΤΑΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΚΥΠΡΟΥ
ΔΕΥΤΕΡΟΒΑΘΜΙΑ ΔΙΚΑΙΟΔΟΣΙΑ
(Πολιτική Έφεση Αρ.446/2017)
3 Σεπτεμβρίου 2026
[ΜΑΛΑΧΤΟΣ, ΙΩΑΝΝΙΔΗΣ, ΕΦΡΑΙΜ, Δ/στές]
AMATHUS AEGEAS LTD,
Εφεσείουσα,
ν.
ΑΛΕΞΑΝΔΡΟΥ ΧΑΡΑΛΑΜΠΟΥΣ,
Εφεσίβλητου.
____________________
Α. Χριστοφή για Ανδρέας Γιωρκάτζης ΔΕΠΕ, για την Εφεσείουσα.
Α. Χαβιαράς για Χαβιαράς και Φιλίππου ΔΕΠΕ και Χρ. Χατζηλοΐζου για Χρήστος Χατζηλοΐζου ΔΕΠΕ, για τον Εφεσίβλητο.
Θ. Θεοδώρου (κα) για Τάσσος Παπαδόπουλος και Σία Δ.Ε.Π.Ε., για την παρεμβαίνουσα Αρχή Λιμένων Κύπρου .
Η απόφαση του Δικαστηρίου είναι ομόφωνη και θα δοθεί από τον Μαλαχτό, Δ.
_____________________
Α Π Ο Φ Α Σ Η
ΜΑΛΑΧΤΟΣ, Δ.: Ο Εφεσίβλητος, λιμενεργάτης, υπέστη σωματικές βλάβες κατά την εκφόρτωση πλοίου στο λιμάνι Λεμεσού στις 29.6.2006. Η αγωγή του καταχωρίστηκε στις 30.12.2009, στο Ανώτατο Δικαστήριο, στη δικαιοδοσία Ναυτοδικείου και παραπέμφθηκε, από το Ανώτατο Δικαστήριο, για εκδίκαση στο Επαρχιακό Δικαστήριο Λεμεσού, το πρωτόδικο Δικαστήριο, όπου και εκδικάστηκε.
Το πρωτόδικο Δικαστήριο επιδίκασε υπέρ του Εφεσίβλητου γενικές και ειδικές αποζημιώσεις για τις σωματικές βλάβες που αυτός είχε υποστεί κατά το ατύχημα, τις οποίες υπόλογη να καταβάλει κρίθηκε η Εφεσείουσα εταιρεία, αφού διαπιστώθηκε ότι ενεργούσε ως πράκτορας του πλοίου.
Πέραν της ορθότητας της απόφασης ως προς την ευθύνη για το ατύχημα και ενός κονδυλίου των ειδικών αποζημιώσεων, η Εφεσείουσα εγείρει ζητήματα δικαιοδοσίας και παραγραφής της αξίωσης, τα οποία θα πρέπει να εξετάσουμε κατά προτεραιότητα και με τη σειρά αυτή.
Με το λόγο έφεσης 11 εγείρεται ζήτημα ότι η περίπτωση δεν ενέπιπτε στη δικαιοδοσία του ναυτοδικείου, ώστε να καταχωριστεί, στη Δικαιοδοσία Ναυτοδικείου του Ανωτάτου Δικαστηρίου και να παραπεμφθεί στη συνέχεια στο πρωτόδικο Δικαστήριο. Στην αιτιολογία του λόγου, το μόνο που προβάλλεται είναι πως η Εφεσείουσα δεν είχε τον έλεγχο του πλοίου επί του οποίου επεσυνέβη το ατύχημα. Ότι η Εφεσείουσα ως πράκτορας του πλοίου είχε τον έλεγχο αλλά και την ευθύνη της διοργάνωσης της εκφόρτωσης των εμπορευμάτων από το αμπάρι του πλοίου, ήταν εύρημα του πρωτόδικου Δικαστηρίου, που προσβάλλεται ως εσφαλμένο με το λόγο έφεσης 10.
Με το άρθρο 19 του περί Δικαστηρίων Νόμου του 1960, Ν.14/1960, η δικαιοδοσία του Ναυτοδικείου ανατέθηκε στο Ανώτατο Δικαστήριο. Το άρθρο διαλαμβάνει ότι:
«To Ανώτατον Δικαστήριov, επιπροσθέτως προς τας εξουσίας και την δικαιoδoσίαv ήτις ανατίθεται εις αυτό υπό του Συvτάγματoς, θα έχη απoκλειστικήv πρωτόδικov δικαιoδoσίαv-
(α) ως vαυτoδικείov περιβεβλημέvov και ασκoύv τας εξουσίας διά των oπoίωv περιεβάλλετο και τας oπoίας ήσκει το Ανώτατον Δικαστήριov της Δικαιoσύvης εν Αγγλία εν τη επί vαυτικώv υπoθέσεωv δικαιoδoσία αυτού ευθύς αμέσως προ της ημέρας της Ανεξαρτησίας».
Όπως διαλαμβάνεται στο άρθρο 29(2)(α) του ιδίου νόμου, κατά την άσκηση της δικαιοδοσίας του ως ναυτοδικείο, το Ανώτατο Δικαστήριο:
«… θα εφαρµόζη, τηρουµένων των διατάξεων των παραγράφων (γ) και (ε) του εδαφίου (1), το υπό του Ανωτάτου Δικαστηρίου της Δικαιοσύνης, εν Αγγλία, εν τη ασκήσει της επί ναυτικών υποθέσεων δικαιοδοσίας αυτού εφαρµοζόµενον κατά την προ της ηµέρας ανεξαρτησίας ηµέραν δίκαιον, ως θα ετροποποιείτο τούτο διά νόµου της Δηµοκρατίας».
Εφαρμόζονται οι διατάξεις του Administration of Justice Act 1956 της Αγγλίας (Φορτίο επί του πλοίου «Asphodel» v. Oscar Shipping PtΕ Ltd (2014) 1(Γ) A.A.Δ. 2875, 2884).
Η Εφεσείουσα επικαλείται το άρθρο 1(1)(f) του Act 1956, το οποίο διαλαμβάνει ότι:
« (1) The Admiralty jurisdiction of the High Court shall be as follows, that is to say, jurisdiction to hear and determine any of the following questions or claims—
………………………………………………………………………
(f) any claim for loss of life or personal injury sustained in consequence of any defect in a ship or in her apparel or equipment, or of the wrongful act, neglect or default of the owners, charterers or persons in possession or control of a ship or of the master or crew thereof or of any other person for whose wrongful acts, neglects or defaults the owners, charterers or persons in possession or control of a ship are responsible, being an act, neglect or default in the navigation or management of the ship, in the loading, carriage or discharge of goods on, in or from the ship or in the embarkation, carriage or disembarkation of persons on, in or from the ship;»
Η δικαιοδοσία καθορίζεται με αναφορά στα επίδικα θέματα, όπως αυτά προκύπτουν μέσα από το δικόγραφο του ενάγοντα, εν προκειμένω, την Αναφορά που καταχώρισε ο Εφεσίβλητος στο Ανώτατο Δικαστήριο. Στην Κωνσταντίνου ν. Κωνσταντίνου (2004) 1(Β) Α.Α.Δ. 1192, 1198, αναφέρθηκε ότι:
«Έχει νομολογηθεί ότι το βάθρο για την εξέταση του θέματος της δικαιοδοσίας είναι η διαφορά, όπως καθορίζεται στο δικόγραφο, το οποίο προσδιορίζει το επίδικο θέμα (Βουνού ν. Βουνού (1995) 1 Α.Α.Δ. 168) και ότι τα γεγονότα που στοιχειοθετούν τη δικαιοδοσία του δικαστηρίου είναι εκείνα που συνθέτουν την απαίτηση αποκλειστική πηγή αναζήτησης της οποίας είναι η έκθεση απαιτήσεως (Μούρτζινου ν. Global Cruises (1992) 1 A.Α.Δ. 1160)».
Δικαιοδοσία εννοούμε την εξουσία που παρέχεται από το Σύνταγμα ή κάποιο νόμο σε ένα δικαστήριο για να εκδικάσει κάποιου είδους αξίωση που έχει συγκεκριμένα χαρακτηριστικά, τα οποία προσδιορίζονται στο δικόγραφο του ενάγοντα. Στην περίπτωση που ο ενάγοντας αποτύχει να αποδείξει τα χαρακτηριστικά αυτά κατά τη δίκη, όπως εν προκειμένω προβάλλει η Εφεσείουσα με το λόγο έφεσης 10, η αξίωση θα απορριφθεί. Η δικαιοδοσία του εκδικάζοντος δικαστηρίου δεν παύει να υφίσταται. Το δικαστήριο είχε δικαιοδοσία να αποφασίσει την αξίωση που, ωστόσο, δεν αποδείχθηκε. Εντελώς διαφορετική είναι η περίπτωση όπου στη βάση του περιεχομένου του δικογράφου του ενάγοντα, απαιτητή ή αιτητή, αποκαλύπτεται ότι δικαιοδοσία έχει άλλο δικαστήριο ή καλύτερα δεν έχει το Δικαστήριο ενώπιον του οποίου καταχωρίστηκε η υπόθεση.
Στην Αναφορά του, ο Εφεσίβλητος δικογραφούσε ότι η Εφεσείουσα ήταν η εργοδότρια του και είχε υπό την ευθύνη της την εκφόρτωση του πλοίου επί του οποίου επεσυνέβη το ατύχημα και ότι η εκφόρτωση του γινόταν με τη βοήθεια γερανού τον οποίο χειριζόταν ο εναγόμενος 3 στην αγωγή, υπάλληλος της Εφεσείουσας. Δικογραφούσε περαιτέρω ότι η Εφεσείουσα είχε τον έλεγχο και την κατοχή του πλοίου. Επομένως, η αξίωση αφορούσε σε ναυτική υπόθεση και ορθά είχε καταχωριστεί στη Δικαιοδοσία Ναυτοδικείου του Ανωτάτου Δικαστηρίου. Ο λόγος έφεσης 11 απορρίπτεται.
Με το λόγο έφεσης 12, προβάλλεται ότι εφόσον η αξίωση του Εφεσίβλητου υπερέβαινε τις €85.000, το πρωτόδικο Δικαστήριο δεν είχε δικαιοδοσία να την εκδικάσει.
Η δικαιοδοσία των Επαρχιακών Δικαστηρίων για εκδίκαση ναυτικών υποθέσεων ρυθμίζεται από το άρθρο 22Β(1) του Ν.14/1960,[1] όπως έχει αρχικά εισαχθεί με τον τροποποιητικό Ν.96/1986, το οποίο προέβλεπε ότι:
«Ανεξαρτήτως των διατάξεων του άρθρου 19, έκαστον Επαρχιακόν Δικαστήριον θα έχη δικαιοδοσίαν να ακούη και αποφασίζη πρωτοδίκως, κατά το υπό του Ανωτάτου Δικαστηρίου εφαρµοζόµενον δίκαιον συµφώνως προς τας διατάξεις του άρθρου 29 του παρόντος Νόµου, οιανδήποτε ναυτικήν υπόθεσιν παραπεµποµένην εις αυτό εκ των καθοριζοµένων εις το Παράρτηµα εκκρεµουσών εκάστοτε ενώπιον του Ανωτάτου Δικαστηρίου υποθέσεων, οσάκις ήθελε κριθή πρέπον, διά διαταγής του Ανωτάτου Δικαστηρίου, συµφώνως διαδικαστικού κανονισµού τούτου, είτε αυτεπαγγέλτως είτε επί τη αιτήσει των διαδίκων ή οιουδήποτε τούτων, εις οιονδήποτε στάδιον και εάν ευρίσκεται».
Στο Παράρτημα, στην έκταση που εδώ αφορά, αναφερόταν ότι:
«Οιανδήποτε των ακολούθων ναυτικών υποθέσεως εις ας περιπτώσεις το αµφισβητούµενον ποσόν ή η αξία του επιδίκου αντικειµένου δεν υπερβαίνει τας τρεις χιλιάδας λίρας:
(α) Οιαδήποτε απαίτησις δι’ απώλειαν ζωής ή προσωπικήν βλάβην η οποία προεκλήθη ως αποτέλεσµα οιουδήποτε ελαττώµατος πλοίου ή των εξαρτίων ή του εξοπλισµού αυτού ή ως αποτέλεσµα της παρανόµου πράξεως, αµελείας ή παραλείψεως των ιδιοκτητών, ναυλωτών ή προσώπων τα οποία έχουν την κατοχήν ή έλεγχον του πλοίου, ή του πλοιάρχου ή πληρώµατος αυτού ή οιουδήποτε άλλου προσώπου διά τας παρανόµους πράξεις, αµέλειαν ή παράλειψιν του οποίου ευθύνονται οι ιδιοκτήται, ναυλωταί ή πρόσωπα τα οποία έχουν την κατοχήν ή έλεγχον του πλοίου και η οποία είναι πράξις, αµέλεια ή παράλειψις κατά τον πλουν ή την διαχείρισιν του πλοίου, κατά την φόρτωσιν, µεταφοράν ή εκφόρτωσιν εµπορευµάτων επί, εντός ή εκ του πλοίου ή κατά την επιβίβασιν, µεταφοράν ή αποβίβασιν προσώπων επί, εντός ή εκ του πλοίου».
(Η υπογράμμιση είναι του Δικαστηρίου αυτού).
Ακολουθούσαν στην παράγραφο (β) άλλης περιγραφής ναυτικές υποθέσεις.
Το Παράρτημα τροποποιήθηκε με τον Ν.136(Ι)/1991 και στην έκταση που εδώ αφορά, προέβλεπε ότι:
«(1) Οποιαδήποτε ναυτική υπόθεση ανεξαρτήτως αµφισβητούµενου ποσού ή αξίας του επίδικου αντικειµένου, εφόσο η απαίτηση αφορά ατύχηµα σε σχέση µε πλοίο και περιλαµβάνει οποιαδήποτε απαίτηση για απώλεια ζωής ή προσωπική βλάβη η οποία προκλήθηκε ως αποτέλεσµα οποιουδήποτε ελαττώµατος πλοίου ή των εξαρτίων ή του εξοπλισµού του ή ως αποτέλεσµα της παράνοµης πράξεως, αµέλειας ή παραλείψεως των ιδιοκτητών, ναυλωτών ή προσώπων τα οποία έχουν την κατοχή ή έλεγχο του πλοίου ή του πλοιάρχου ή πληρώµατος αυτού ή οποιουδήποτε άλλου προσώπου για τις παράνοµες πράξεις, αµέλεια ή παράλειψη του οποίου ευθύνονται οι ιδιοκτήτες, ναυλωτές ή πρόσωπα τα οποία έχουν την κατοχή ή τον έλεγχο του πλοίου και η οποία είναι πράξη, αµέλεια ή παράλειψη κατά τον πλουν ή τη διαχείριση του πλοίου, κατά τη φόρτωση, µεταφορά ή εκφόρτωση εµπορευµάτων επί, εντός ή εκ του πλοίου ή κατά την επιβίβαση, µεταφορά ή αποβίβαση προσώπων επί, εντός ή εκ του πλοίου».
(Η υπογράμμιση είναι και πάλι του Δικαστηρίου αυτού).
Ακολουθούσαν στην παράγραφο (2) άλλης περιγραφής ναυτικές υποθέσεις για τις οποίες αναφερόταν ότι: «το αμφισβητούμενο ποσό ή η αξία του επίδικου αντικειμένου δεν υπερβαίνει τις δέκα χιλιάδες λίρες». Δηλαδή, με τον Ν.136(Ι)/1991 η δικαιοδοσία των Επαρχιακών Δικαστηρίων σε ναυτικές υποθέσεις έγινε απεριόριστη για τις περιπτώσεις που περιγράφονταν στην παράγραφο (1) και μέχρι Λ.Κ.10.000 για τις περιπτώσεις που περιγράφονταν στην παράγραφο (2).
Στο Παράρτημα προστέθηκε, στο άρθρο 8 αυτού, ως επιφύλαξη, ότι:
«Νοείται ότι το Ανώτατο Δικαστήριο έχει εξουσία να παραπέμπει για εκδίκαση και απόφαση σε οποιοδήποτε Επαρχιακό Δικαστήριο ή Πρόεδρο Επαρχιακού Δικαστηρίου, ανάλογα με την περίπτωση, οποιαδήποτε ως ανωτέρω υπόθεση η οποία εκκρεμεί ενώπιον του».
Ακολούθησε με τον Ν.27(Ι)/1998 νέα τροποποίηση, της παραγράφου (2) του Παραρτήματος. Για τις ναυτικές υποθέσεις που εκεί περιγράφονταν η δικαιοδοσία αυξήθηκε από μέχρι Λ.Κ.10.000 σε μέχρι Λ.Κ.50.000. Η τροποποίηση δεν αφορούσε τις υποθέσεις που αναφέρονταν στην παράγραφο (1), όπου συνέχισε να αναφέρεται: «ανεξαρτήτως αµφισβητούµενου ποσού ή αξίας του επίδικου αντικειµένου». Η επιφύλαξη του άρθρου 8 του Παραρτήματος παρέμεινε.
Το εδάφιο (4) του άρθρου 22Β προνοεί ότι: «Προς τον σκοπόν εφαρµογής των διατάξεων του παρόντος άρθρου, το Ανώτατον Δικαστήριον εκδίδει διαδικαστικόν κανονισµόν». Το Ανώτατο Δικαστήριο εξέδωσε, συναφώς, τον περί Ασκήσεως Εξουσίας Ναυτοδικείου από τα Επαρχιακά Δικαστήρια Διαδικαστικό Κανονισμό του 1987 (2/1987). Στον ερμηνευτικό Καν.2 αναφερόταν ότι ναυτική υπόθεση σημαίνει υπόθεση: «η αξία του επιδίκου αντικειμένου της οποίας δεν υπερβαίνει τις τρείς χιλιάδες λίρες». Η πρόνοια τροποποιήθηκε με τον περί Ασκήσεως Εξουσίας Ναυτοδικείου από τα Επαρχιακά Δικαστήρια Διαδικαστικό Κανονισμό του 2004 (4/2004) και η αξία έγινε πενήντα χιλιάδες λίρες και με τον περί Ασκήσεως Εξουσίας Ναυτοδικείου από τα Επαρχιακά Δικαστήρια (Τροποποιητικό) (Αρ.1) (Μετατροπή των Κυπριακών Λίρων σε Ευρώ) Διαδικαστικό Κανονισμό του 2008 (48/2008) έγινε €85.000 και διαβάζεται:
««Ναυτική υπόθεση» σημαίνει οποιαδήποτε υπόθεση που αναφέρεται στο παράρτημα του άρθρου 22(B) του περί Δικαστηρίων Νόμου 14 του 1960 όπως προστέθηκε από το Νόμο 96 του 1986 και όπως τροποποιήθηκε από τους Νόμους 136 του 1991 και 27(Ι) του 1998 η αξία του επίδικου αντικειμένου της οποίας δεν υπερβαίνει τις €85.000».
Δηλαδή, μετά την τροποποίηση του Παραρτήματος από τον Ν.136(Ι)/1991, δεν ακολούθησε τροποποίηση του Διαδικαστικού Κανονισμού, ούτε σύντομα μετά την τροποποίηση από τον Ν.27(Ι)/1998. Αυτό έγινε χρόνια μετά, με τον Κανονισμό του 2004 (4/2004) και χωρίς διάκριση μεταξύ των ναυτικών υποθέσεων που περιγράφονται στις παραγράφους (1) και (2) του Παραρτήματος.
Σημειώνουμε ότι ούτε στο λόγο έφεσης 12, ούτε στην αιτιολογία του γίνεται επίκληση του Κανονισμού. Μόνο κατά τη συζήτηση της έφεσης έγινε αναφορά από την Εφεσείουσα. Ο λόγος περιορίζεται στη δικαιοδοσία και δεν αγγίζει ζήτημα παράβασης του Κανονισμού κατά το στάδιο της παραπομπής της υπόθεσης στο Επαρχιακό Δικαστήριο.
Σε κάθε περίπτωση, η δικαιοδοσία των Επαρχιακών Δικαστηρίων να εκδικάζουν ναυτικές υποθέσεις καθορίζεται από τον Νόμο και εφόσον, εν προκειμένω, το πρωτόδικο Δικαστήριο είχε σύμφωνα με το Παράρτημα του άρθρου 22Β του περί Δικαστηρίων Νόμου του 1960, όπως τροποποιήθηκε, δικαιοδοσία να εκδικάσει την παρούσα υπόθεση που παραπέμφθηκε ενώπιον του προς εκδίκαση, ο λόγος έφεσης 12 δεν μπορεί να επιτύχει και απορρίπτεται.
Προχωρούμε στην εξέταση του ζητήματος της παραγραφής. Όπως έχει σημειωθεί το ατύχημα επεσυνέβη στις 29.6.2006 και η αγωγή καταχωρίστηκε στις 30.12.2009, αφού είχαν παρέλθει πέραν των τριών χρόνων. Το πρωτόδικο Δικαστήριο με την τελική του απόφαση αποφάνθηκε ότι στην περίπτωση ίσχυε το αγγλικό δίκαιο, όπως εφαρμοζόταν κατά την προ της ανεξαρτησίας της Κύπρου ημέρα και όχι ο περί Παραγραφής Νόμος, Κεφ.15, ως η εισήγηση του Εφεσίβλητου. Παρέπεμψε στο αγγλικό Limitation Act 1939 (όπως τροποποιήθηκε από το Law Reform (Limitation of Actions, &c.) Act 1954) και σε σχετικές αναφορές στους Halsbury’s Laws of England, 3η Έκδ., Τόμος 24, παρ.380-1, ότι σε περιπτώσεις αξιώσεων για σωματικές βλάβες η περίοδος παραγραφής είναι τρία χρόνια.
Εντούτοις, το πρωτόδικο Δικαστήριο δεν ανέστειλε τη διαδικασία, απορρίπτοντας τη σχετική εισήγηση της Εφεσείουσας. Ενήργησε έτσι, και επιδίκασε αποζημιώσεις στον Εφεσίβλητο, θεωρώντας ότι η Εφεσείουσα, που είχε εγείρει το θέμα της παραγραφής στο δικόγραφο της, είχε αδρανήσει και δεν το είχε εγείρει στο ορθό και κατάλληλο στάδιο της διαδικασίας. Σημείωσε ότι στην Αναφορά «θεμελιώνονταν» τα γεγονότα που αποτελούσαν το πραγματικό υπόβαθρο για την επίλυση του θέματος. Κατέληξε ότι αυτό συνιστούσε εμπόδιο για το Δικαστήριο για να αναστείλει, στο στάδιο εκείνο, την αγωγή.
Στις 18.11.2014, πριν την έναρξη της ακροαματικής διαδικασίας το Δικαστήριο είχε ζητήσει από το δικηγόρο της Εφεσείουσας να τοποθετηθεί επί του ζητήματος. Η θέση του ήταν ότι δεν επιθυμούσε την επίλυση του στο στάδιο εκείνο. Η Εφεσείουσα επιχείρησε να προβεί σε σχετικό προφορικό αίτημα στις 18.12.2014, μετά και την ολοκλήρωση της κατάθεσης του εξεταστή του ατυχήματος (Μ.Ε.1) και πριν την έναρξη της αντεξέτασης του Εφεσίβλητου (Μ.Ε.2), αλλά το πρωτόδικο Δικαστήριο ζήτησε όπως υποβληθεί σχετικά γραπτή αίτηση. Η γραπτή αίτηση υποβλήθηκε στις 16.1.2015, αφού είχε ολοκληρωθεί η κατάθεση του Εφεσίβλητου. Όπως μας υπέδειξε ο δικηγόρος της Εφεσείουσας, με παραπομπή στα πρακτικά της 16.1.2015, το πρωτόδικο Δικαστήριο απευθυνόμενο προς τον ίδιο, τον παραίνεσε να μην επιμείνει στην εξέταση της αίτησης στο στάδιο εκείνο, καταλήγοντας ως εξής: «Έχετε κάθε δικαίωμα να το εγείρετε στο τέλος». Η αίτηση αυτή αποσύρθηκε στη συνέχεια άνευ βλάβης και καταχωρίστηκε νέα στις 22.4.2015. Η τελευταία απορρίφθηκε με την ενδιάμεση απόφαση ημερ.31.7.2015. Η Εφεσείουσα ήγειρε εκ νέου το ζήτημα με την τελική της αγόρευση. Με τους λόγους έφεσης 1 και 2 προσβάλλεται η ορθότητα της ενδιάμεσης απόφασης ημερ.31.7.2015 και της τελικής απόφασης επί του προκειμένου, αντίστοιχα.
Για να καταλήξει στην επί του προκειμένου κρίση του στην τελική του απόφαση, το πρωτόδικο Δικαστήριο βασίστηκε στην αγγλική υπόθεση Ketteman and others v. Hamel Properties Ltd (1988) 1 All E.R. 38 από την οποία παρέθεσε (σε μετάφραση) το ακόλουθο απόσπασμα, υπογραμμίζοντας το ίδιο την τελευταία πρόταση:
«η υπεράσπιση της παραγραφής επιτρέπει σε εναγόμενο να εγείρει ένα διαδικαστικό εμπόδιο το οποίο αποτρέπει τον ενάγοντα από του να προωθήσει την αγωγή εναντίον του. Δεν έχει να κάνει τίποτε με την ουσία της αγωγής η οποία δυνατόν να είναι ολοκληρωτικά υπέρ του ενάγοντα. Η Βουλή προνόησε πως ένας εναγόμενος θα πρέπει να έχει την ευκαιρία να αποφεύγει να αντιμετωπίζει μπαγιάτικες αξιώσεις. Η επιλογή εναπόκειται στον εναγόμενο και αν αυτός επιθυμεί να επωφεληθεί της νομοθετικής υπεράσπισης, αυτή θα πρέπει να δικογραφείται. Ένας εναγόμενος δεν είναι απαραίτητο να επιθυμεί όπως επικαλεσθεί την υπεράσπιση της παραγραφής και δυνατόν να προτιμήσει να αντιμετωπίσει τα επίδικα θέματα στην ουσία τους. Εάν και οι δύο πλευρές ετοιμάσουν την υπόθεση τους για να αντιμετωπίσουν τα πραγματικά και νομικά θέματα που εγείρονται στη διαφορά και εκδικάζονται. η επίκληση παραγραφής πλέον δεν θα εξυπηρετούσε κανένα σκοπό σαν διαδικαστικό εμπόδιο.»
Υποδεικνύει με έμφαση η Εφεσείουσα ότι στην ενδιάμεση του απόφαση το πρωτόδικο Δικαστήριο είχε αναφέρει ότι: «το εγερθέν υπό [της Εφεσείουσας] ζήτημα δεν μπορεί να αποφασιστεί στα πλαίσια της παρούσας αίτησης, ενόψει του ότι εμπερικλείει ζητήματα πραγματικών γεγονότων τα οποία μόνο στο πλαίσιο της κανονικής δίκης μπορούν να αποφασιστούν από το Δικαστήριο». Η αναφορά, εισηγείται, είναι αντίθετη με τα όσα το πρωτόδικο Δικαστήριο αποφάσισε στην τελική του απόφαση.
Η αναφορά στην ενδιάμεση απόφαση σε πραγματικά γεγονότα, αφορούσε σε γεγονότα που είχε επικαλεστεί ο Εφεσίβλητος στη διαδικασία της αίτησης και που δεν είχαν επιβεβαιωθεί. Δεν αφορούσε την ημερομηνία του ατυχήματος και την ημερομηνία καταχώρισης της επίδικης αγωγής, αλλά ισχυρισμούς προς τεκμηρίωση της θέσης του Εφεσίβλητου ότι ο σχετικός χρόνος παραγραφής είχε σε κάποιο στάδιο διακοπεί.
Θα πρέπει να αναφερθούμε στη θέση του Εφεσίβλητου όπως αναπτύχθηκε ενώπιον μας, αφού το ίδιο θέμα είχε εγερθεί και στο πλαίσιο της αίτησης.
Με αναφορά στο άρθρο 29(2)(α) του Ν.14/1960 και τη φράση «… ως θα ετροποποιείτο τούτο διά νόµου της Δηµοκρατίας», ο Εφεσίβλητος υποστηρίζει ότι έγινε τροποποίηση με τον περί Παραγραφής Αγώγιμων Δικαιωμάτων Νόμο του 2012, Ν.66(Ι)/2012. Ορθά αναφέρει ο Εφεσίβλητος ότι κανένας νόμος της Δημοκρατίας δεν θα αναφερόταν ρητά σε νομοθέτημα της Αγγλίας, εν προκειμένω νομοθετήματα τα οποία ρύθμιζαν το δίκαιο το οποίο εφαρμοζόταν στην Αγγλία στη δικαιοδοσία των ναυτικών υποθέσεων. Νόμος της Δημοκρατίας ο οποίος θα περιείχε πρόνοιες αντίθετες με το «εν Αγγλία, εν τη ασκήσει της επί ναυτικών υποθέσεων δικαιοδοσίας αυτού εφαρµοζόµενον κατά την προ της ηµέρας ανεξαρτησίας ηµέραν δίκαιον», εφόσον θα αφορουσε σε ναυτικές υποθέσεις, θα επέφερε την αλλαγή στο νομικό καθεστός.
Κατά την εισήγηση του Εφεσίβλητου, ο Ν.66(Ι)/2012 είναι διαδικαστικός, έχει αναδρομική ισχύ και είχε εφαρμογή στην επίδικη περίπτωση όπου το αγώγιμο δικαίωμα ηγέρθη μεν στις 29.6.2006, αλλά η επίδικη αγωγή, που καταχωρίστηκε στις 30.12.2009, εκκρεμούσε μετά που τέθηκε σε ισχύ ο Ν.66(Ι)/2012 και οι προσβαλλόμενες αποφάσεις εκδόθηκαν στις 31.7.2015 και 25.10.2017. Σε αυτή τη βάση, αυτό που επικαλείται, δεν είναι ότι ο χρόνος παραγραφής είναι μεγαλύτερος των τριών χρόνων, αλλά ότι ο χρόνος παραγραφής των τριών χρόνων που προβλέπεται και στο Ν.66(Ι)/2012,[2] διακόπηκε στις 6.6.2008 και άρχισε να τρέχει εκ νέου από τις 31.11.2009. Σε αυτή τη βάση, συνεχίζει η εισήγηση του, δεν συμπληρώθηκαν τρία χρόνια από τις 29.6.2006 που συνέβη το ατύχημα μέχρι τις 30.12.2009 που καταχωρίστηκε η αγωγή. Επικαλείται ο Εφεσίβλητος τις πρόνοιες του άρθρου 17(γ) του Ν.66(Ι)/2012, το οποίο διαλαμβάνει ότι:
«17. Ο χρόνος παραγραφής διακόπτεται και θεωρείται ότι αρχίζει να τρέχει εκ νέου εξ υπαρχής στις ακόλουθες περιπτώσεις:
…………………………………………………………………………
(γ) με την έγερση αγωγής∙ αν η αγωγή αποσυρθεί κατά τρόπο που δεν δημιουργεί δεδικασμένο ή απορριφθεί για λόγους μη ουσιαστικούς, ο χρόνος που έχει διαρρεύσει από της εγέρσεως της αγωγής, θεωρείται χρόνος αναστολής του χρόνου παραγραφής και εφαρμόζονται οι διατάξεις του άρθρου 15 και σε περίπτωση που ο δικαιούχος εγείρει ταυτόσημη αγωγή μέσα σε έξι μήνες, ο χρόνος παραγραφής θεωρείται ότι έχει διακοπεί με την προηγούμενη αγωγή,».
Επικαλείται ο Εφεσίβλητος ότι αναφορικά με το επίδικο ατύχημα και τις ίδιες σωματικές του βλάβες, είχε στις 6.6.2008 καταχωρίσει την Αγωγή Αρ.2538/2008 Επαρχιακού Δικαστηρίου Λεμεσού, η οποία και αποσύρθηκε, άνευ βλάβης, στις 31.11.2009, για να καταχωριστεί στη συνέχεια, σε λιγότερο από ένα μήνα, η επίδικη, στη Δικαιοδοσία του Ναυτοδικείου.
Αναφορά σε Αγωγή Αρ.2538/2008 Ε. Δ. Λεμεσού είχε γίνει και στο πλαίσιο της αίτησης της Εφεσείουσας που είχε απορριφθεί με την ενδιάμεση απόφαση ημερ.31.7.2015. Τα σχετικά γεγονότα είχε επικαλεστεί ο Εφεσίβλητος στην ένορκη δήλωση που είχε καταχωρίσει προς υποστήριξη της ένστασης του. Το πρωτόδικο Δικαστήριο είχε αποφανθεί ότι τα γεγονότα αυτά ήταν υπό αμφισβήτηση, γι’ αυτό και είχε απορρίψει την αίτηση. Είχε θεωρήσει ότι ζήτημα διακοπής του χρόνου παραγραφής εγειρόταν στο πλαίσιο της αίτησης, παρά την απουσία δικογράφησης στην Αναφορά των σχετικών ισχυρισμών. Το τελευταίο αυτό επιμέρους ζήτημα δεν προσβάλλεται με την έφεση. Σε αυτή, επομένως, τη βάση, ορθά είχε απορριφθεί η αίτηση με την ενδιάμεση απόφαση ημερ.31.7.2015. Ο λόγος έφεσης 1 απορρίπτεται.
Ο ισχυρισμός, λοιπόν, ότι της καταχώρισης της επίδικης αγωγής είχε προηγηθεί η καταχώρηση άλλης, εντός της περιόδου των τριών χρόνων από την ημερομηνία του ατυχήματος και οι σχετικές λεπτομέρειες αναφορικά με την απόσυρση της, δεν δικογραφούνταν στην Αναφορά του Εφεσίβλητου, ούτε στο δικόγραφο που καταχώρισε μετά την καταχώριση της Απάντησης της Εφεσείουσας, με το οποίο εγειρόταν το ζήτημα παραγραφής. Η απουσία δικογράφησης των σχετικών ισχυρισμών είχε επισημανθεί στην ενδιάμεση απόφαση ημερ.31.7.2015, όπως και ότι κατά την κύρια δίκη (υπενθυμίζουμε ότι είχε ήδη συμπληρωθεί η κατάθεση του Μ.Ε.2) δεν είχε προσκομιστεί σχετική μαρτυρία. Οι παρατηρήσεις του πρωτόδικου Δικαστηρίου δεν αφύπνισαν την πλευρά του Εφεσίβλητου, ο οποίος δεν επεδίωξε, ούτε την τροποποίηση της δικογραφίας του ώστε να εισαγάγει σχετικούς ισχυρισμούς, ούτε την παρουσίαση σχετικής μαρτυρίας. Έτσι, στο τέλος της δίκης, αλλά και ενώπιον μας, δεν υπάρχει κανένα υπόβαθρο γεγονότων που θα μπορούσε να τεκμηριώσει ότι υπήρξε διακοπή του χρόνου παραγραφής. Καθίσταται, επομένως, αχρείαστο να εξετάσουμε κατά πόσο, ο Ν.66(Ι)/2012 και ειδικά το άρθρο 17, έχει εφαρμογή σε ναυτικές υποθέσεις και θα μπορούσε να είχε εφαρμογή στην παρούσα υπόθεση, εφόσον σχετικές περιστάσεις τεκμηριώνονταν.
Στη Χατζηστυλλής ν. Papadema κ.ά. (2000) 1(Α) Α.Α.Δ. 551, 560-1, αναφέρθηκε ότι:
«Η πολιτική δικαιοδοσία διέπεται από τους δικούς της κανόνες. Σε σχέση δε με το ζήτημα που μας απασχολεί αυτό εξετάζεται εφόσον εγερθεί στα δικόγραφα (Βλ.Φεσσά κ.ά. ν. Κασάπη (1994) 1 Α.Α.Δ. 337, 347, στην οποία υποδεικνύεται πως "αν ο διάδικος υπέρ του οποίου λειτουργεί η παραγραφή, δεν την εγείρει στο δικόγραφο του, τότε η υπόθεση προχωρεί στην εκδίκαση". Στην ίδια υπόθεση υποδεικνύεται, επίσης, πως επιτυχία της ένστασης οδηγεί στην αναστολή της διαδικασίας.
Παρόλο που στην πολιτική διαδικασία η πρόνοια για παραγραφή δεν έχει εξ αρχής την ίδια καταλυτική ενέργεια όπως συμβαίνει στο θέμα της προθεσμίας στην Αναθεωρητική δικαιοδοσία, εν τούτοις από τη στιγμή που τίθεται θέμα παραγραφής δεν πρέπει να προωθείται ο,τιδήποτε άλλο εκτός αν πρώτα το Δικαστήριο καταλήξει ότι δεν ευσταθεί. Εφόσον όμως το δικαστήριο διαπιστώσει ότι πράγματι υπάρχει ζήτημα παραγραφής τότε υπάρχει απόλυτη αδυναμία να τεθεί οποιοδήποτε άλλο θέμα για εξέταση ενώπιον του Δικαστηρίου όπως συμβαίνει και στην περίπτωση της Αναθεωρητικής Δικαιοδοσίας».
Δεδομένης της δικογράφησης ζητήματος παραγραφής, ό,τι άλλο εξέτασε το πρωτόδικο Δικαστήριο ήταν κατά πόσο η Εφεσείουσα είχε, οποτεδήποτε και με οιονδήποτε τρόπο, εγκαταλείψει το ζήτημα και αποποιηθεί του δικαιώματος της να ζητήσει την εξέταση του. Ουδέποτε. Ούτε με τη δήλωση του δικηγόρου της πριν από την έναρξη της ακροαματικής διαδικασίας, αλλά τουναντίον με την καταχώριση ενδιάμεσης αίτησης επιβεβαίωσε ότι επικαλείτο και δεν εγκατέλειπε το ζήτημα της παραγραφής. Η «αδράνεια» την οποία επικαλέστηκε το πρωτόδικο Δικαστήριο, ούτε από τα γεγονότα τεκμηριωνόταν, αλλά ούτε και θα συνιστούσε εγκατάλειψη του δικαιώματος από την Εφεσείουσα να εγείρει το ζήτημα.
Στην Μιχαήλ ν. Ανδρέου, Πολ. Έφ. Αρ.229/2014, ημερ. 19.1.2022, ECLI:CY:AD:2022:A17, εξετάστηκε ζήτημα εξόδων στη βάση ότι, ενώ η παραγραφή δικογραφείτο στην υπεράσπιση, ο εφεσίβλητος-εναγόμενος δεν είχε ζητήσει την προδικαστική του εξέταση. Αναφέρθηκε, σε ό,τι εδώ μας αφορά πως:
«Χωρίς αμφιβολία η πρωτόδικη διαδικασία θα έπρεπε να είχε λάβει διαφορετική μορφή. Το ζήτημα της παραγραφής είχε δεόντως δικογραφηθεί και όλα τα απαραίτητα προς κρίση στοιχεία ήταν ενώπιον του Δικαστηρίου από τα αρχικά στάδια της υπόθεσης. Η παράλειψη του Εφεσίβλητου να ζητήσει όπως εξεταστεί κατά προτεραιότητα, δεν ήταν βεβαίως μοιραία προς την κατεύθυνση απόρριψης της εισήγησης περί παραγραφής, ως θέτει ο ευπαίδευτος συνήγορος της Εφεσείουσας. Το ζήτημα μπορούσε να εξεταστεί σε οποιοδήποτε στάδιο της διαδικασίας».
Καταλήγουμε ότι η επιμέρους κρίση του πρωτόδικου Δικαστηρίου ότι, συνεπεία αδράνειας της Εφεσείουσας, το Δικαστήριο εμποδιζόταν από του να διατάξει την αναστολή της αγωγής λόγω παραγραφής, ήταν εσφαλμένη. Ο λόγος έφεσης 1 επιτυγχάνει. Δεν χρειάζεται να εξεταστεί οτιδήποτε άλλο.
Η έφεση επιτυγχάνει.
Η πρωτόδικη απόφαση παραμερίζεται και αντικαθίσταται με απόφαση αναστολής της αγωγής. Τα έξοδα της πρωτόδικης διαδικασίας, πλέον Φ.Π.Α. αν υπάρχει, επιδικάζονται υπέρ της Εφεσείουσας και εναντίον του Εφεσίβλητου, όπως θα υπολογιστούν από τον αρμόδιο Πρωτοκολλητή και θα εγκριθούν από το αρμόδιο Δικαστήριο.
€4.000 έξοδα της έφεσης, πλέον Φ.Π.Α. αν υπάρχει, επιδικάζονται υπέρ της Εφεσείουσας και εναντίον του Εφεσίβλητου. Ουδεμία διαταγή για έξοδα αναφορικά με την παρεμβαίνουσα.
Πριν ολοκληρώσουμε, δεν μπορούμε να μην εκφράσουμε τη λύπη μας, για το ότι περιστάσεις που δεν αφορούν τον τρόπο που επεσυνέβη το ατύχημα, ούτε τις βλάβες του Εφεσίβλητου τραυματία, οδήγησαν στον παραμερισμό της απόφασης με την οποία είχαν επιδικαστεί σχετικές αποζημιώσεις υπέρ του.
Χ. Μαλαχτός, Δ.
Ι. Ιωαννίδης, Δ.
Ε. Εφραίμ, Δ.
[1] Παρενθετικά να αναφέρουμε ότι το άρθρο 22Β διαγράφηκε με τον περί Δικαστηρίων (Τροποποιητικό) Νόμο του 2022, Ν.70(Ι)/2022. Το άρθρο 19 αντικαταστάθηκε με τον ίδιο Νόμο και δεν αναφέρεται πλέον στη δικαιοδοσία του Ναυτοδικείου. Η διαγραφή και η αντικατάσταση των άρθρων αυτών θα τεθεί σε ισχύ με τη δημοσίευση της γνωστοποίησης του Ανωτάτου Δικαστηρίου, δυνάμει των διατάξεων του περί της Ίδρυσης και Λειτουργίας Εμπορικού Δικαστηρίου και Ναυτοδικείου Νόμου του 2022, Ν.69(Ι)/2022.
[2] Άρθρο 6(2) και (3) του Ν.66(Ι)/2012.
cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο