ΑΝΑΦΟΡΙΚΑ ΜΕ ΤΗΝ ΑΙΤΗΣΗ ΤΗΣ AMBERMANOR ASSET MANAGEMENT LIMITED, HE482992 ΑΠΟ ΤΗ ΛΕΥΚΩΣΙΑ ΓΙΑ ΤΗΝ ΕΚΔΟΣΗ ΕΝΤΑΛΜΑΤΟΣ CERTIORARI, Αρ. Αίτησης 177/2026, 15/10/2026
print
Τίτλος:
ΑΝΑΦΟΡΙΚΑ ΜΕ ΤΗΝ ΑΙΤΗΣΗ ΤΗΣ AMBERMANOR ASSET MANAGEMENT LIMITED, HE482992 ΑΠΟ ΤΗ ΛΕΥΚΩΣΙΑ ΓΙΑ ΤΗΝ ΕΚΔΟΣΗ ΕΝΤΑΛΜΑΤΟΣ CERTIORARI, Αρ. Αίτησης 177/2026, 15/10/2026

ΑΝΩΤΑΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΚΥΠΡΟΥ

ΠΡΩΤΟΒΑΘΜΙΑ ΔΙΚΑΙΟΔΟΣΙΑ

i-justice

Αρ. Αίτησης 177/2026

 

 15 Οκτωβρίου 2026

 

[Χ. ΜΑΛΑΧΤΟΣ, Δ.]

 

ΑΝΑΦΟΡΙΚΑ ΜΕ ΤΟ ΑΡΘΡΟ 155.4 ΤΟΥ ΣΥΝΤΑΓΜΑΤΟΣ ΚΑΙ ΤΑ ΑΡΘΡΑ 3 ΚΑΙ 9 ΤΟΥ ΠΕΡΙ ΑΠΟΝΟΜΗΣ ΤΗΣ ΔΙΚΑΙΟΣΥΝΗΣ (ΠΟΙΚΙΛΑΙ ΔΙΑΤΑΞΕΙΣ) ΝΟΜΟΥ ΤΟΥ 1964

 

ΚΑΙ

 

ΑΝΑΦΟΡΙΚΑ ΜΕ ΤΟΝ ΠΕΡΙ ΑΝΩΤΑΤΟΥ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟΥ (ΔΙΚΑΙΟΔΟΣΙΑ ΕΚΔΟΣΗΣ ΕΝΤΑΛΜΑΤΩΝ ΠΡΟΝΟΜΙΑΚΗΣ ΦΥΣΕΩΣ) ΔΙΑΔΙΚΑΣΤΙΚΟ ΚΑΝΟΝΙΣΜΟ ΤΟΥ 2018

 

ΚΑΙ

 

ΑΝΑΦΟΡΙΚΑ ΜΕ ΤΗΝ ΑΙΤΗΣΗ ΤΗΣ AMBERMANOR ASSET MANAGEMENT LIMITED, HE482992 ΑΠΟ ΤΗ ΛΕΥΚΩΣΙΑ ΓΙΑ ΤΗΝ ΕΚΔΟΣΗ ΕΝΤΑΛΜΑΤΟΣ CERTIORARI

 

ΚΑΙ

 

ΑΝΑΦΟΡΙΚΑ ΜΕ ΤO ΔΙΑΤΑΓΜΑ ΗΜΕΡΟΜΗΝΙΑΣ 10.6.2026 ΠΟΥ ΕΚΔΟΘΗΚΕ ΑΠΟ ΤΟ ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΥΚΩΣΙΑΣ ΚΑΙ ΤΩΝ ΔΙΑΤΑΓΜΑΤΩΝ ΚΑΙ/’Η ΑΠΟΦΑΣΕΩΝ ΗΜΕΡΟΜΗΝΙΑΣ 3.7.2026 ΚΑΙ 27.7.2026 ΟΙ ΟΠΟΙΕΣ ΕΚΔΟΘΗΚΑΝ ΑΠΟ ΤΟ ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΥΚΩΣΙΑΣ ΣΤΑ ΠΛΑΙΣΙΑ ΤΗΣ ΑΠΑΙΤΗΣΗΣ ΜΕ ΑΡ.466/2026 ΔΥΝΑΜΕΙ, ΜΕΤΑΞΥ ΑΛΛΩΝ, ΤΟΥ ΑΡΘΡΟΥ 32 ΤΟΥ ΠΕΡΙ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΩΝ ΝΟΜΟΥ Ν.14/60 ΚΑΙ ΤΟΥ ΑΡΘΡΟΥ 9(3) ΤΟΥ ΠΕΡΙ ΠΟΛΙΤΙΚΗΣ ΔΙΚΟΝΟΜΙΑΣ ΝΟΜΟΥ, ΚΕΦ.6.

 

____________________

 

Θ. Οικονόμου, Ι. Οικονόμου, Ε. Οικονόμου και Ε. Οικονόμου (κα) για E. Economou & Co LLC, για την Αιτήτρια.

Γ. Λάντας και Μ. Πορνάρη (κα) για Giorgos Landas LLC, για την Καθ’ ης η Αίτηση.

 

___________________

 

 

Α Π Ο Φ Α Σ Η

  

    ΜΑΛΑΧΤΟΣ, Δ.:  Η Αιτήτρια εταιρεία ζητά την έκδοση προνομιακού εντάλματος Certiorari για ακύρωση του ενδιάμεσου διατάγματος ημερ.10.6.2026 στην Αγωγή Αρ.466/2026 Επαρχιακού Δικαστηρίου Λευκωσίας στη βάση ότι με τη διαταγή ημερ.27.7.2026, με την οποία το εκδοθέν διάταγμα ορίστηκε επιστρεπτέο στις 10.9.2026 και διατάχτηκε να παραμείνει σε ισχύ μέχρι τότε, το κατώτερο Δικαστήριο υπερέβη την εξουσία του παραβιάζοντας το άρθρο 9(3) του περί Πολιτικής Δικονομίας Νόμου, Κεφ.6.

 

    Επρόκειτο για διάταγμα μη αποξένωσης περιουσιακών στοιχείων εναντίον της Αιτήτριας, μίας ακόμη εταιρείας και ενός φυσικού προσώπου, εναγόμενων στην αγωγή, που εκδόθηκε σε μονομερή αίτηση της Καθ’ ης η Αίτηση εταιρείας, εκεί ενάγουσας. Το διάταγμα ήταν διεθνούς εμβέλειας, μέχρι συγκεκριμένου μεγάλου ποσού.  Διατάσσονταν οι όποιες τράπεζες προς τις οποίες θα επιδιδόταν το διάταγμα να δεσμεύσουν περιουσιακά στοιχεία ή και ποσά σε τυχόν λογαριασμούς των εναγόμενων να πληροφορήσουν, εντός 10 ημερών, την Καθ’ ης  η Αίτηση για τα περιουσιακά στοιχεία ή και ποσά που θα είχαν δεσμεύσει, αλλά και να δώσουν στοιχεία των περιουσιακών στοιχείων και λογαριασμών της Αιτήτριας και των άλλων εναγόμενων και των υπολοίπων τους.

 

    Το διάταγμα είχε αρχικά οριστεί επιστρεπτέο στις 22.6.2026.  Στις 22.6.2026 επαναορίστηκε επιστρεπτέο στις 3.7.2026.  Κατά την ημερομηνία αυτή ορίστηκε εκ νέου επιστρεπτέο στις 27.7.2026, αφού εκδόθηκε την ίδια ημέρα διάταγμα υποκατάστατης επίδοσης του στην Αιτήτρια.  Ακόμη και αν θεωρηθεί ότι οι 20 ημέρες ήταν αναγκαίες για να επιτευχθεί η επίδοση και η δυνατότητα στην Αιτήτρια να εμφανιστεί, στη συνέχεια, στις 27.7.2026, χωρίς να γίνεται αναφορά σε οποιαδήποτε περίσταση, το διάταγμα ορίστηκε επιστρεπτέο στις 10.9.2026, 45 ημέρες μετά, την πρώτη ημέρα του νέου Δικαστικού χρόνου, ως η εισήγηση της Καθ’ ης η Αίτηση σε σχετικό ηλεκτρονικό μήνυμα των δικηγόρων της προς το κατώτερο Δικαστήριο.

 

    Το άρθρο 9(3) του Κεφ.6, διαλαμβάνει ότι: «Κανένα διάταγμα το οποίο εκδόθηκε χωρίς ειδοποίηση δεν θα παραμένει σε ισχύ για χρόνο μεγαλύτερο από τον αναγκαίο για επίδοση ειδοποίησης γι’ αυτό σε όλους όσους επηρεάζονται από αυτό και για παροχή δυνατότητας σε αυτούς να εμφανιστούν ενώπιον του Δικαστηρίου και ενστούν σε αυτό …».  Ο ορισμός διατάγματος που εκδίδεται χωρίς ειδοποίηση επιστρεπτέου, ώστε να παρέχεται η ευκαιρία στα πρόσωπα στα οποία απευθύνεται να εμφανιστούν ενώπιον του Δικαστηρίου και να ενστούν, εφόσον το επιθυμούν, είναι υψίστης σημασίας και η παράλειψη να γίνει αυτό συνιστά νομικό σφάλμα αφού παραβιάζει τις πρόνοιες του άρθρου 9(3) του Κεφ.6  (In Re Philippou (1986) 1 C.L.R. 568).  Ακόμα και ο ορισμός τέτοιου διατάγματος και η συνακόλουθη διατήρηση του σε ισχύ για χρόνο πέραν του αναγκαίου για την επίδοση του στον επηρεαζόμενο και την παροχή δυνατότητας σε αυτόν να εμφανιστεί ενώπιον του Δικαστηρίου και να ενστεί έχει το ίδιο αποτέλεσμα (Attorney-General of the Republic and Another (No.2) v. George Savvides (1979) 1 C.L.R. 349, Ανθίμου (1991) 1 Α.Α.Δ. 41, BP Cyprus Ltd (1996) 1 A.A.Δ. 861 και Τράπεζα Κύπρου Λτδ (1999) 1(Β) Α.Α.Δ. 1010).

 

    Όπως αναφέρθηκε στην Τράπεζα Κύπρου Λτδ:

 

«Το διάταγμα διατηρεί την ισχύ του μόνο εφόσον δεν εκτείνεται χρονικά πέραν του διαπιστωθέντος ως αναγκαίου χρόνου.  Η διαπίστωση γίνεται στη βάση των στοιχείων της κάθε περίπτωσης με αναφορά στο πόσο σύντομα μπορεί να γίνει η επίδοση και πόσο σύντομα μπορεί η άλλη πλευρά να εμφανιστεί και να ενστεί.  Μια τέτοια διαπίστωση είναι βέβαια το αποτέλεσμα κρίσης.  Η οποία ωστόσο εντάσσεται σε στενά όρια αφού έχει ως μόνο κριτήριο το "αναγκαίο".  Η διάταξη δεν επιτρέπει τον ορισμό του διατάγματος επιστρεπτέου σε ό,τι το δικαστήριο θα θεωρούσε ως εύλογο χρόνο οπότε θα επιτρεπόταν να ληφθούν υπόψη και άλλοι παράγοντες, όπως το ενδεχομένως βαρύ δικαστικό πρόγραμμα σε συνάρτηση με το περιεχόμενο του διατάγματος».

 

 

    Οι λόγοι που προβλήθηκαν από την Καθ’ ης η Αίτηση στην προσπάθεια της να δικαιολογήσει την απόφαση του κατώτερου Δικαστηρίου να ορίσει το διάταγμα επιστρεπτέο στις 10.9.2026, όπως η ίδια είχε ζητήσει, δεν μπορεί να γίνουν αποδεκτοί. 

 

    Εκτός και αν κατεπείγουσες περιστάσεις δεν το επιτρέπουν, που εδώ δεν υποστηρίχθηκε ότι υφίσταντο, ο διάδικος ο οποίος απευθύνεται μονομερώς στο Δικαστήριο για να εξασφαλίσει διάταγμα, οφείλει να έχει προβεί σε όλες τις προπαρασκευαστικές ενέργειες ώστε να είναι σε θέση, εφόσον το διάταγμα εκδοθεί, να το επιδώσει σε κάθε επηρεαζόμενο πρόσωπο το ταχύτερο.  Αυτό σημαίνει ότι, όταν γνωρίζει ότι θα απαιτηθεί το διάταγμα να επιδοθεί εκτός δικαιοδοσίας, θα πρέπει να είναι έτοιμος να καταχωρίσει αμέσως μετά την έκδοση του αίτηση για άδεια για επίδοση εκτός δικαιοδοσίας και αν πρέπει οιαδήποτε έγγραφα να επιδοθούν σε άλλη γλώσσα οι μεταφράσεις να είναι ήδη έτοιμες. 

   

    Ο καθορισμός του αναγκαίου χρόνου δεν είναι το αποτέλεσμα άσκησης διακριτικής ευχέρειας, αλλά υποχρέωση με μόνο κριτήριο το αναγκαίο.  Εν προκειμένω, το κατώτερο Δικαστήριο δεν άσκησε διακριτική ευχέρεια κατά τρόπο εσφαλμένο, αλλά υπερέβη την εξουσία του, ενεργώντας κατάφωρα εκτός του πλαισίου του άρθρου 9(3) του Κεφ.6.

 

    Δικαιολογημένα κυρίαρχο ζήτημα κατά τη συζήτηση της Αίτησης απετέλεσε το κατά πόσο θα μπορούσε άλλη δικονομική οδός να παράσχει εξίσου αποτελεσματική θεραπεία στην Αιτήτρια και, σε τέτοια περίπτωση, κατά πόσο υφίσταντο εξαιρετικές περιστάσεις που επέτρεπαν την άσκηση της προνομιακής εξουσίας του Ανωτάτου Δικαστηρίου.  Τα δύο ζητήματα είναι τις περισσότερες φορές αλληλένδετα, εφόσον οι εξαιρετικές περιστάσεις συνήθως διασυνδέονται με την αποτελεσματικότητα που μπορεί να προσφέρει λαμβανομένων υπόψη των περιστάσεων της υπόθεσης το εναλλακτικό ένδικο μέσο, σε σύγκριση με την προνομιακή εξουσία του Ανωτάτου Δικαστηρίου (ACP Trading I LLC, Πολ. Έφ. Αρ.8/2024, ημερ.2.7.2024).

 

    Έγινε παραπομπή από την Καθ’ ης η Αίτηση στις πρόνοιες του Μέρους 23.14(1)  των περί Πολιτικής Δικονομίας Διαδικαστικών Κανονισμών του 2023, ότι: «Οποιοσδήποτε διάδικος ή πρόσωπο επηρεάζεται από διάταγμα το οποίο εκδόθηκε σε αίτηση η οποία δεν του επιδόθηκε πριν από την έκδοση του διατάγματος, δύναται να αιτηθεί τον παραμερισμό ή τη διαφοροποίηση του διατάγματος».  Πρόκειται για την πρόνοια την αντίστοιχη της Δ.48, θ.8(4) των Θεσμών Πολιτικής Δικονομίας, για την εμβέλεια της οποίας η νομολογία του Δικαστηρίου αυτού είναι πολύ πλούσια. 

 

    Υπάρχουν αρκετές αποφάσεις αναφορικά με υπέρβαση εξουσίας από το Δικαστήριο στη βάση της παράβασης των προνοιών του άρθρου 9(3) του Κεφ.6, είτε γιατί το μονομερώς εκδοθέν διάταγμα ορίστηκε επιστρεπτέο σε αδικαιολόγητα μακρινή ημερομηνία ή και καθόλου.  Και από αυτές, σε κάποιες εκδόθηκε προνομιακό ένταλμα certiorari με το οποίο ακυρώθηκε το διάταγμα, ενώ σε άλλες θεωρήθηκε ότι η προώθηση άλλου ένδικου μέσου, ενώπιον του κατώτερου Δικαστηρίου που εξέδωσε το διάταγμα, μπορούσε να παράσχει αποτελεσματική θεραπεία στον αιτητή, με αποτέλεσμα η προσφυγή στην προνομιακή δικαιοδοσία του Ανωτάτου Δικαστηρίου να θεωρηθεί πως δεν ήταν δικαιολογημένη.  Επιβεβαίωση ότι η κάθε υπόθεση κρίνεται στη βάση των δικών της περιστάσεων.

 

    Και το ζήτημα στην παρούσα υπόθεση καταλήγει να είναι κατά πόσο, λαμβανομένων υπόψη των περιστάσεων και ιδιαίτερα τη φύση των διαταγμάτων που εκδόθηκαν μονομερώς, η προσφυγή στο ίδιο το κατώτερο Δικαστήριο που τα εξέδωσε, θα μπορούσε να εξασφαλίσει στην Αιτήτρια αποτελεσματική θεραπεία, όπως μπορεί να προσφερθεί στην παρούσα διαδικασία με ένταλμα certiorari και την ακύρωση των διαταγμάτων.

 

    Δεν έχει καθοριστεί η έννοια του όρου «εξαιρετικές περιστάσεις» και κανένας ορισμός δεν μπορεί να είναι εξαντλητικός, με την κάθε περίπτωση να κρίνεται με βάση τα δικά της περιστατικά (P.S.P. Freestyle Ltd (1993) 1 A.A.Δ. 626, 632). 

 

    Οι δικηγόροι της Καθ’ ης η Αίτηση παρέπεμψαν στην Μινέρβα Ασφαλιστική Εταιρεία Δημόσια Λτδ, Πολ. Έφ. Αρ.156/2020, ημερ.23.10.2020, ECLI:CY:AD:2020:D366, όπου παρά το ότι το σχετικό διάταγμα δεν είχε καν οριστεί επιστρεπτέο, η αίτηση για προνομιακό ένταλμα certiorari απορρίφθηκε, εφόσον είχε κριθεί ότι με την έκδοση του διατάγματος δεν είχαν δημιουργηθεί επιπτώσεις που μόνο με την έκδοση προνομιακού εντάλματος θα μπορούσαν να αντιμετωπιστούν αποτελεσματικά.  Επρόκειτο για διάταγμα αναστολής της εκτέλεσης δικαστικής απόφασης μέχρι την εκδίκαση σχετικής αίτησης με κλήση που είχε καταχωριστεί για τον ίδιο σκοπό.   

 

    Ευδιάκριτη είναι η διαφορά, που δικαιολογούσε και τη διαφορετική αντιμετώπιση,  στην Stavros Hotels Aprt. Ltd κ.ά. (Αρ.1) (1994) 1 Α.Α.Δ. 389, όπου είχε επισημανθεί πως το διάταγμα που είχε εκδοθεί δεν ήταν συνηθισμένο, με δραστικές επιπτώσεις στην επιχειρηματική δραστηριότητα των αιτητών, δημιουργώντας πρόβλημα στην επιβίωση τους και όπου η συνέχιση της ισχύος του, έστω για μερικές μέρες ακόμα θα έθετε τους καθ’ ων η αίτηση μπροστά στο φάσμα αδυναμίας κάλυψης στοιχειωδών αναγκών τους.  Είχε με έμφαση σημειωθεί η παράλειψη για οποιαδήποτε πρόνοια που να επιτρέπει τη διάθεση ποσών για την κάλυψη μισθών υπαλλήλων ή και άλλων τρεχόντων εξόδων των καθ’ ων η αίτηση.

 

    Στην LLC Anzhersk Coal, Πολ. Αίτ. Αρ.155/2021, ημερ.26.7.2021, ECLI:CY:AD:2021:D355, εκδόθηκε διάταγμα certiorari στη βάση ότι συνέτρεχαν εξαιρετικές περιστάσεις οι οποίες αφορούσαν στο  μεγάλο χρονικό διάστημα που μεσολαβούσε  μέχρι την ημέρα που το διάταγμα είχε οριστεί επιστρεπτέο σε συνδυασμό με τις δραστικές συνέπειες που επέφερε, το οποίο ουσιαστικά ανέστελλε το διάταγμα εκκαθάρισης της καθ’ ης η αίτηση εταιρείας.  Στην BP Cyprus δόθηκε άδεια για καταχώριση αίτησης certiorari στη βάση ότι συνέτρεχαν εξαιρετικές περιστάσεις οι οποίες συνίσταντο στο μεγάλο χρονικό διάστημα που μεσολαβούσε μέχρι την ημέρα που ορίστηκε για να ακουστούν οι αιτητές ενώπιον του Επαρχιακού Δικαστηρίου σε συνδυασμό προς τις δραστικές επιπτώσεις που εμφανιζόταν να επιφέρει το διάταγμα που εκδόθηκε στις δραστηριότητες των αιτητών. 

 

    Στην παρούσα υπόθεση επρόκειτο για διατάγματα μη αποξένωσης περιουσιακών στοιχείων παγκόσμιας εμβέλειας και αποκάλυψης περιουσιακών στοιχείων και λογαριασμών, όπως περιγράφονται πιο πάνω.  Είχαν προβλεφθεί χαλαρώσεις αναφορικά με τη συνήθη και κανονική πορεία της διεξαγωγής των εργασιών της Αιτήτριας και ευχέρεια για να αποσύρει χρήματα μέχρι συγκεκριμένου ποσού για να πληρώνει τους δικηγόρους της.  Στην προκειμένη περίπτωση δεν διαφάνηκε ότι ισχύουν όσα αναφέρθηκαν στην Stavros Hotels, ωστόσο το διάταγμα ως εκ της φύσης του και παρά τις προβλεπόμενες χαλαρώσεις ήταν δραστικό.  Τούτο δεν θα πρέπει να ιδωθεί χωρίς αναφορά και στο γεγονός ότι η ισχύς του παρατάθηκε για πάρα πολύ μεγάλο χρονικό διάστημα, για 45 ημέρες μετά που βρισκόταν ήδη σε ισχύ για 47 ημέρες.  Τέτοιοι χειρισμοί, που τείνουν να καταστρατηγήσουν δικαιώματα, πρέπει να αντιμετωπίζονται όσο πιο γρήγορα γίνεται.  Οι διάδικοι δεν πρέπει να ενθαρρύνονται, αφού μονομερώς επιτύχουν το σκοπό τους, να παρασύρουν τα κατώτερα Δικαστήρια ώστε να παγιώνεται η προς όφελος τους διαμορφωθείσα κατάσταση.  Σε τέτοιες περιπτώσεις, η προνομιακή εξουσία του Ανωτάτου Δικαστηρίου πρέπει να επεμβαίνει προς αποκατάσταση της νομιμότητας.

 

    Καταλήγω ότι στην υπό εξέταση περίπτωση υπάρχουν εξαιρετικές περιστάσεις.  Τα διατάγματα ήταν τέτοια που, συνεπεία του ορισμού τους επιστρεπτέων με διαταγή να παραμένουν σε ισχύ μέχρι στις 10.9.2026, δημιουργήθηκαν επιπτώσεις που μόνο με την έκδοση προνομιακού εντάλματος θα μπορούσαν να αντιμετωπιστούν αποτελεσματικά.  Επομένως, η από μέρους της Αιτήτριας προσφυγή στην εξαιρετική δικαιοδοσία της έκδοσης προνομιακού εντάλματος ήταν δικαιολογημένη.

 

    Κατά συνέπεια η Αίτηση εγκρίνεται και εκδίδεται προνομιακό ένταλμα certiorari, με το οποίο ακυρώνεται το διάταγμα ημερ.10.6.2026 με έξοδα υπέρ της Αιτήτριας και εναντίον της Καθ’ ης η Αίτηση  όπως θα υπολογιστούν από τον Πρωτοκολλητή και θα εγκριθούν από το Δικαστήριο, πλέον το Φ.Π.Α. αν υπάρχει.

 

 

                                                                      Χ. Μαλαχτός, Δ.                 


cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο