ΑΝΑΦΟΡΙΚΑ ΜΕ ΤΗΝ ΑΙΤΗΣΗ ΤΗΣ ΕΤΑΙΡΕΙΑΣ ΓΙΩΡΓΟΣ ΚΑΙ ΕΛΕΝΗ ΧΡΙΣΤΟΦΙΔΗ ΛΙΜΙΤΕΔ (ΗΕ 39581) ΓΙΑ ΑΔΕΙΑ ΓΙΑ ΤΗΝ ΚΑΤΑΧΩΡΙΣΗ ΑΙΤΗΣΗΣ, ΓΙΑ ΤΗΝ ΕΚΔΟΣΗ ΠΡΟΝΟΜΙΑΚΟΥ ΕΝΤΑΛΜΑΤΟΣ MANDAMUS, Πολιτική Αίτηση Αρ. 201/2026, 16/10/2026
print
Τίτλος:
ΑΝΑΦΟΡΙΚΑ ΜΕ ΤΗΝ ΑΙΤΗΣΗ ΤΗΣ ΕΤΑΙΡΕΙΑΣ ΓΙΩΡΓΟΣ ΚΑΙ ΕΛΕΝΗ ΧΡΙΣΤΟΦΙΔΗ ΛΙΜΙΤΕΔ (ΗΕ 39581) ΓΙΑ ΑΔΕΙΑ ΓΙΑ ΤΗΝ ΚΑΤΑΧΩΡΙΣΗ ΑΙΤΗΣΗΣ, ΓΙΑ ΤΗΝ ΕΚΔΟΣΗ ΠΡΟΝΟΜΙΑΚΟΥ ΕΝΤΑΛΜΑΤΟΣ MANDAMUS, Πολιτική Αίτηση Αρ. 201/2026, 16/10/2026

ΑΝΩΤΑΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΚΥΠΡΟΥ

ΠΡΩΤΟΒΑΘΜΙΑ ΔΙΚΑΙΟΔΟΣΙΑ

(Πολιτική Αίτηση Αρ.  201/2026)

(i-justice)

 

16 Οκτωβρίου, 2026

 

[Ι. ΙΩΑΝΝΙΔΗΣ, Δ.]

 

ΑΝΑΦΟΡΙΚΑ ΜΕ ΤΟ ΑΡΘΡΟ 155.4 ΤΟΥ ΣΥΝΤΑΓΜΑΤΟΣ ΚΑΙ ΤΑ ΑΡΘΡΑ 3 ΚΑΙ 9 ΤΟΥ ΠΕΡΙ ΑΠΟΝΟΜΗΣ ΤΗΣ ΔΙΚΑΙΟΣΥΝΗΣ (ΠΟΙΚΙΛΑΙ ΔΙΑΤΑΞΕΙΣ) ΝΟΜΟΥ ΤΟΥ 1964

 

ΚΑΙ

 

ΑΝΑΦΟΡΙΚΑ ΜΕ ΤΟΝ ΠΕΡΙ ΑΝΩΤΑΤΟΥ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟΥ (ΔΙΚΑΙΟΔΟΣΙΑ ΕΚΔΟΣΗΣ ΕΝΤΑΛΜΑΤΩΝ ΠΡΟΝΟΜΙΑΚΗΣ ΦΥΣΕΩΣ) ΔΙΑΔΙΚΑΣΤΙΚΟ ΚΑΝΟΝΙΣΜΟ ΤΟΥ 2018

 

ΚΑΙ

 

ΑΝΑΦΟΡΙΚΑ ΜΕ ΤΗΝ ΑΙΤΗΣΗ ΤΗΣ ΕΤΑΙΡΕΙΑΣ ΓΙΩΡΓΟΣ ΚΑΙ ΕΛΕΝΗ ΧΡΙΣΤΟΦΙΔΗ ΛΙΜΙΤΕΔ (ΗΕ 39581) ΓΙΑ ΑΔΕΙΑ ΓΙΑ ΤΗΝ ΚΑΤΑΧΩΡΙΣΗ ΑΙΤΗΣΗΣ, ΓΙΑ ΤΗΝ ΕΚΔΟΣΗ ΠΡΟΝΟΜΙΑΚΟΥ ΕΝΤΑΛΜΑΤΟΣ MANDAMUS

 

 

KAI

ΑΝΑΦΟΡΙΚΑ ME THN  ΑΠΟΦΑΣΗ ΤΟΥ ΤΜΗΜΑΤΟΣ ΤΕΛΩΝΕΙΩΝ ΗΜΕΡΟΜΗΝΙΑΣ 13/8/2026 ΓΙΑ ΚΑΤΑΚΡΑΤΗΣΗ ΤΩΝ ΚΑΤΑΣΧΕΘΕΝΤΩΝ ΕΜΠΟΡΕΥΜΑΤΩΝ ΤΗΣ ΠΙΟ ΠΑΝΩ ΕΤΑΙΡΕΙΑΣ ΜΕ ΣΚΟΠΟ ΤΗΝ ΚΑΤΑΧΩΡΙΣΗ ΠΟΙΝΙΚΗΣ ΥΠΟΘΕΣΗΣ

 

__________________________

 

Χ. Αλεξάνδρου (κα) και Π. Χατζηπέτρος, για Δημητρίου και Δημητρίου ΔΕΠΕ για την Αιτήτρια.

__________________________

 

Α Π Ο Φ Α Σ Η

(Δοθείσα αυθημερόν)

 

Ι. ΙΩΑΝΝΙΔΗΣ, Δ.    Η αιτήτρια είναι η κυπριακή εταιρεία ΓΙΩΡΓΟΣ ΚΑΙ ΕΛΕΝΗ ΧΡΙΣΤΟΦΙΔΗ ΛΙΜΙΤΕΔ,  η οποία δραστηροποιείται από το 1990 στο χώρο της κοσμηματοποιίας και εμπορίας κοσμημάτων και ωρολογίων, υπό την επωνυμία «Fabulous Jewellers».  Διατηρεί καταστήματα στη Λάρνακα (Ωκεανίας 14)  και στη Λεμεσό (εντός του My Mall Limassol).

 

          Το Τμήμα Τελωνείων, συμφώνως ταις διατάξεσι του περί Ελέγχου της Διακίνησης Εμπορευμάτων που Παραβιάζουν Δικαιώματα Διανοητικής Ιδιοκτησίας Νόμος του 2018, Ν.61(Ι)/2018 (άρθρο 14), πραγματοποίησε στις 16/4/2025 και 12/5/2025 έρευνα στα πιο πάνω καταστήματα της αιτήτριας για να διερευνηθεί το ενδεχόμενο παράβασης δικαιωμάτων διανοητικής ιδιοκτησίας δυνάμει του άρθρου 15 του πιο πάνω Νόμου, το οποίο έχει ως εξής:

 

«Αδίκημα σε σχέση με κατοχή κ.τ.λ. εμπορευμάτων που παραβιάζουν δικαιώματα διανοητικής ιδιοκτησίας

15.-(1) Οποιοδήποτε πρόσωπο αποκτά κατοχή ή με οποιοδήποτε τρόπο ενέχεται στη μεταγωγή, μεταφορά, αποθήκευση, στέγαση, φύλαξη ή απόκρυψη οποιωνδήποτε εμπορευμάτων ή εμπορεύεται οποιαδήποτε εμπορεύματα που παραβιάζουν δικαιώματα διανοητικής ιδιοκτησίας, είναι ένοχο ποινικού αδικήματος και, σε περίπτωση καταδίκης του, υπόκειται σε χρηματική ποινή, η οποία δεν υπερβαίνει τις πενήντα χιλιάδες ευρώ (€50.000) ή σε φυλάκιση η οποία δεν υπερβαίνει τα πέντε (5) χρόνια ή και στις δύο αυτές ποινές.

(2) Τηρουμένων των διατάξεων του παρόντος Νόμου, εμπορεύματα, που εμπίπτουν στις περιπτώσεις που αναφέρονται στο εδάφιο (1), υπόκεινται σε δήμευση, σύμφωνα με τις σχετικές διατάξεις του εκάστοτε σε ισχύ περί Τελωνειακού Κώδικα Νόμου.»

 

 

 

Από τις πιο πάνω πραγματοποιηθείσες έρευνες, εντοπίστηκαν και κατακρατήθηκαν ωρολόγια και κοσμήματα (χρυσά και ασημένια) συγκεκριμένων εμπορικών σημάτων.  Ενημερώθηκαν σχετικά οι κάτοχοι των εν λόγω εμπορικών σημάτων, οι οποίοι και απήντησαν ότι 39 ωρολόγια και 205 κοσμήματα (128 ασημένια και 77 χρυσά) παραβιάζουν δικαιώματα διανοητικής ιδιοκτησίας τους.

 

 

Το Τμήμα Τελωνείων συμφώνως ταις διατάξεσι του περί Τελωνειακού Κώδικα Νόμου του 2004, Ν.94(Ι)/2004  (άρθρα 103 και 104), κατέσχεσε τα ωρολόγια και τα κοσμήματα που παραβιάζουν δικαιώματα διανοητικής ιδιοκτησίας και προς τούτο εξέδωσε και παρέδωσε στην αιτήτρια σχετικές αποδείξεις κατάσχεσης.  Τα υπόλοιπα εμπορεύματα, τα οποία δεν παραβίαζαν δικαιώματα διανοητικής ιδιοκτησίας, αποδεσμεύτηκαν και επιστράφηκαν στην αιτήτρια. 

 

Αρχικά, οι δικηγόροι της αιτήτριας με μίαν πολυσέλιδη επιστολή ημερομηνίας 30.7.2025 προς το Τμήμα Τελωνείων, αμφισβήτησαν το νόμιμο όλων των ενεργειών του Τμήματος και εκάλεσαν αυτό να επιστρέψει αμέσως τα κατασχεθέντα, επιφυλάσσοντας ταυτόχρονα κάθε νόμιμο δικαίωμα της.  Με μεταγενέστερες επιστολές τους αμφισβήτησαν, ως είχαν κάθε δικαίωμα, τις κατασχέσεις παραθέτοντας συγκεκριμένους λόγους.  Ουσιαστικά η θέση τους για τα κατασχεθέντα ωρολόγια είναι ότι αυτά είναι αυθεντικά, ενώ για τα κατασχεθέντα κοσμήματα είχαν προβάλει τη θέση ότι αυτά  «αποτελούν αυθεντικές, χειροποίητες δημιουργίες στις οποίες δεν γίνεται καμία αναφορά ούτε χρήση των ονομάτων γνωστών οίκων». 

 

 

Με επιστολή τους ημερομηνίας 19.12.2025 προς το Τμήμα Τελωνείων, είχαν διαμαρτυρηθεί για το γεγονός ότι δεν είχαν λάβει οιανδήποτε απάντηση και εκάλεσαν το Τμήμα Τελωνείων «όπως απαντήσει άμεσα στην επιστολή τους και επιστρέψει τα εμπορεύματα τους πάραυτα». Το παράπονο τους κοινοποιήθηκε και στον Υπουργό Οικονομικών με επιστολή ημερομηνίας 18.5.2026.

 

Τόσο το Τμήμα Τελωνείων όσο και το Υπουργείο Οικονομικών απήντησαν στις πιο πάνω επιστολές των δικηγόρων της αιτήτριας, απορρίπτοντας τις θέσεις της τελευταίας.  Ό,τι εδώ ενδιαφέρει είναι το περιεχόμενο της επιστολής ημερομηνίας 13.8.2026 του Τμήματος Τελωνείων. Το τελευταίο, αφού κάνει αναφορά στα διαδραματισθέντα, καταλήγει ως εξής:

 

«Δεδομένου ότι οι πελάτες σας παρέλειψαν ή αρνήθηκαν μέχρι σήμερα να ζητήσουν εξώδικη διευθέτηση των διαπραχθέντων αδικημάτων στα πλαίσια της εφαρμογής του περί Ελέγχου της Διακίνησης Εμπορευμάτων που Παραβιάζουν Δικαιώματα Διανοητικής Ιδιοκτησίας Νόμου αρ.61(Ι)/2018, το Τμήμα Τελωνείων προτίθεται να προχωρήσει στην καταχώριση ποινικής υπόθεσης εναντίον τους.  Τα κατασχεθέντα εμπορεύματα θα αποτελούν τεκμήρια στα πλαίσια της δικαστικής διαδικασίας.  Επίσης κατά την ίδια διαδικασία θα γίνει δυνατή η παράδοση των ζητηθέντων στοιχείων ή εγγράφων μετά από αίτημα των δικηγόρων υπεράσπισης.»

 

 

Με την υπό εκδίκαση μονομερή αίτηση, η πιο πάνω εταιρεία αξιώνει από το Ανώτατο Δικαστήριο άδεια για να καταχωρίσει αίτηση δια κλήσεως για την έκδοση προνομιακού εντάλματος Mandamus με το οποίο να διατάσσεται η Διευθύντρια του Τμήματος Τελωνείων και/ή το Τμήμα Τελωνείων «όπως επιστρέψουν αμέσως στην Αιτήτρια και/ή στους δεόντως εξουσιοδοτημένους αντιπροσώπους της, όλα τα εμπορεύματα που κατασχέθηκαν από τα καταστήματα της και κρατούνται παράνομα από το Τμήμα Τελωνείων.»  Η Αίτηση συνοδεύεται από έκθεση στην οποία παρατίθενται οι νομικοί λόγοι επί των οποίων αυτή βασίζεται, ενώ υποστηρίζεται από ένορκη δήλωση του Γιώργου Χριστοφίδη, Διευθυντή της αιτήτριας.  Έχω μελετήσει το περιεχόμενο τόσο της έκθεσης όσο και της ένορκης δήλωσης και θα κάνω ειδική αναφορά σε αυτό όπου ήθελε κριθεί αναγκαίο.  Το ίδιο ισχύει και για το περιεχόμενο της γραπτής εμπεριστατωμένης αγόρευσης των ευπαίδευτων δικηγόρων της αιτήτριας, το οποίο αναπτύχθηκε με τον προφορικό λόγο σήμερα.

 

Δεν χρειάζεται να επαναλάβω τα όσα ισχύουν σε σχέση με την έκδοση του προνομιακού εντάλματος Mandamus.  Στην Αναφορικά με την Αίτηση των Alpha Panareti Public Limited κ.ά., Πολ. Αίτ. Αρ.256/2025, ημερ.31.10.2025, παρατίθενται, με παραπομπή σε νομολογία, οι προϋποθέσεις έκδοσης τέτοιου προνομιακού εντάλματος, θεραπεία η οποία χορηγείται κατ΄εξαίρεση και κατά προνόμιο (Αναφορικά με την Αίτηση των Boris Minths  κ.ά. για Άδεια για την Καταχώριση Αίτησης για την έκδοση Εντάλματος Certiorari, Πολ. Έφ. Αρ. 25/2023, ημερ.13.7.2023). 

 

Με τον προσήκοντα σεβασμό, δεν διαπιστώνω, έστω για σκοπούς χορήγησης της αιτούμενης άδειας, οτιδήποτε από το οποίο να αποκαλύπτεται παράλειψη εκ μέρους του Τμήματος Τελωνείων να εκτελέσει το καθήκον του.  Το τελευταίο, κατ΄επίκληση συγκεκριμένων προνοιών νόμου, κατέσχεσε εμπορεύματα της αιτήτριας και ουσιαστικά ό,τι τώρα επιδιώκεται με το συγκεκριμένο προνομιακό ένταλμα, είναι να αποφασιστεί ότι η προσέγγιση και οι ενέργειες του Τμήματος Τελωνείων είναι λανθασμένες.  Παρόμοια θέματα εξετάστηκαν και αποφασίστηκαν πρόσφατα στην Αίτηση των Alpha Panareti Public Limited κ.ά., Πολ. Έφ.39/2025, ημερ.20.4.2026, από την οποία παραθέτω το σχετικό απόσπασμα:

 

«Ο πιο πάνω Λόγος Έφεσης φέρνει στο προσκήνιο το κεφαλαιώδες ζήτημα το οποίο άπτεται του δικαιοδοτικού πλαισίου της Αίτησης που αφορά στο κατά πόσο αποκαλύπτεται, στην υπό συζήτηση περίπτωση, οποιαδήποτε παράλειψη εκ μέρους της αρμόδιας αρχής, εν προκειμένω της Εφόρου Εταιρειών, να επιτελέσει το καθήκον της.

 

Όπως προκύπτει από τα όσα είχαν τεθεί ενώπιον του πρωτόδικου Δικαστηρίου, η Έφορος Εταιρειών, απαντώντας σε επιστολή των δικηγόρων των Εφεσειουσών σε σχέση με τις τρεις επιβαρύνσεις, οι οποίες αρχικά είχαν καταχωρηθεί υπέρ της ALPHA BANK CYPRUS LTD και στη συνέχεια μεταβιβάστηκαν από την ALPHA BANK CYPRUS LTD προς όφελος της SKY CAC LIMITED, ανέφερε ότι οι εν λόγω μεταβιβάσεις «έγιναν χωρίς την κοινοποίηση εντύπου ΗΕ 24Ε με βάση τον περί Αγοραπωλησίας Πιστωτικών Διευκολύνσεων και για Συναφή Θέματα Νόμο του 2015 (Ν. 169(Ι)/2015) στον οποίο, γίνεται αναφορά στο Σχέδιο του Διατάγματος Δικαστηρίου στην παράγραφο 4.1 και με βάση σχετικής Γνωμοδότησης της Νομικής Υπηρεσίας της Δημοκρατίας ημερ. 09/01/2023». Στη βάση λοιπόν όλων όσων είχαν τεθεί υπόψη του Δικαστηρίου δεν αποκαλύπτετο οποιαδήποτε παράλειψη εκ μέρους της Εφόρου να επιτελέσει το καθήκον της. Αντιθέτως, η Έφορος φέρεται να έπραξε τούτο, λειτουργώντας κατά τον τρόπο που η ίδια αντιλαμβάνετο ότι ήταν το καθήκον της, εξηγώντας συγχρόνως τη θέση της επί του ζητήματος. Ό,τι συνεπώς εντοπίζεται, στην υπό κρίση περίπτωση, είναι η διαφορετική θεώρηση των πραγμάτων από μέρους των Εφεσειουσών οι οποίες, κατ' ουσίαν, προβάλλουν ότι η προσέγγιση και ο τρόπος που λειτούργησε η Έφορος επί του συγκεκριμένου ζητήματος είναι λανθασμένη, επιδιώκοντας μάλιστα την ακύρωση της γενόμενης εγγραφής. Όπως συναφώς προβάλλουν, ενώ η προκείμενη περίπτωση αφορούσε σε μεταβίβαση εξασφαλίσεων για σκοπούς αναδιοργάνωσης και θα έπρεπε να τύγχαναν εφαρμογής οι πρόνοιες των Άρθρων 90-97 του περί Εταιρειών Νόμου, Κεφ. 113, τελικά η Έφορος προέβηκε, παράνομα ως διατείνονται, σε εγγραφή με βάση τις πρόνοιες του περί Αγοραπωλησίας Πιστωτικών Διευκολύνσεων και για συναφή Θέματα Νόμου του 2015, Ν. 169(Ι)/2015, που, σύμφωνα με το Άρθρο 3, ως είναι η θέση τους, εφαρμόζεται στην πώληση και αγορά πιστωτικών διευκολύνσεων από εκχωρητή σε αγοραστή πιστωτικών διευκολύνσεων. Τούτο, όμως, δεν συνιστά παράλειψη εκ μέρους της Εφόρου να επιτελέσει το καθήκον της κατά τρόπο που θα μπορούσε να αποτελέσει αντικείμενο προώθησης στο πλαίσιο αίτησης ως η υπό κρίση. Αν η Έφορος, λειτουργώντας εντός των παραμέτρων της αρμοδιότητας της, άσκησε ορθά ή λανθασμένα τα καθήκοντα της, θα μπορούσε να αποτελέσει αντικείμενο συζήτησης και δικαστικής κρίσης, στο πλαίσιο άλλων διαδικασιών.»

 

(Η υπογράμμιση γίνεται από το παρόν Δικαστήριο.)

 

Έτη προηγουμένως, ο αείμνηστος Νικήτας, Δ., σχολιάζοντας, στο πλαίσιο αίτησης για έκδοση προνομιακού εντάλματος Mandamus, την αξίωση του αιτητή για έκδοση συγκεκριμένης εντολής προς τον Επίσημο Παραλήπτη, υπέδειξε τα ακόλουθα στην E & G Developments Ltd (Αρ.2) (1995) 1 Α.Α.Δ. 818:

 

«Πρέπει να καταστήσω απόλυτα σαφές ότι το διάταγμα mandamus δεν περιέχει τον όρο που ζήτησε η αιτήτρια με την κρινόμενη αίτηση. Δεν θα ήταν δυνατό για το δικαστήριο αυτό να περιλάβει τέτοια εντολή προς την Επίσημη Παραλήπτρια. Θα έβγαινε έξω από τα δικαιοδοτικά του πλαίσια.   Όπως παρατηρεί ο Basu

"Commentary on the Constitution of India" 5η έκδοση, τόμος 3 στη σελ. 540:

"The only order that the superior Court can make in an application for mandamus against a Tribunal is to direct the inferior tribunal "to hear and determine according to law". It can never dictate the proper order even where it is found there is only one alternative left to the inferior tribunal under the law."

Θα ήταν χρήσιμο προς την ίδια κατεύθυνση να παραθέσουμε την υπόθεση R.V. City of Westminster Assessment Commitee [1940] 3 K.B. 250 στην οποία στηρίζεται το παραπάνω απόσπασμα:

"At the hearing of an objection as to assessment, the valuers of both sides agreed at a particular figure. But the Assessment Committee accepted the figure as suggested by another valuer who was never called as a witness and whose report the persons affected had no opportunity to rebut. The Court gaushed the order of the Assessment Committee as it contravened the principles of natural justice and issued a mandamus directing the Committee to hear and determine according to law. The request on behalf of the applicants that the order of mandamus should direct the tribunal to insert the figure agreed to by the valuers of both parties, because that was the only evidence on the record, was rejected in these words:

"Mr. Carr has invited us to make an order that mandamus should go direct to the assessment committee to enter the figures which were agreed on between the valuers. I do not think we have any power to make such an order in those terms. The only order that we can make in such a case as this is not to direct a mandamus to issue in the nature of an injunction, but to direct a mandamus should go "to hear and determine according to law"....It falls to the assessment committee, in obedience to the mandamus to decide what in law are the fiqures which they are bound on the evidence before them to order to be entered in the provisional list."»

 

Τα πιο πάνω ισχύουν, κατ΄αναλογίαν, και εν προκειμένω.

 

 Όσον αφορά στην κατάσχεση των εμπορευμάτων, συμφωνώ με τους ευπαίδευτους συνηγόρους ότι αυτή δεν συνιστά εκτελεστή διοικητική πράξη για να μπορεί η αιτήτρια να την προσβάλει δυνάμει του Άρθρου 146 του Συντάγματος (Αριστοτέλους κ.ά. ν. Δημοκρατίας (1995) 3 Α.Α.Δ. 279).  Σήμερα οι ευπαίδευτοι συνήγοροι υποστήριξαν ότι τα εμπορεύματα της αιτήτριας «βρίσκονται παράνομα στα χέρια του Τελωνείου».  Ουσιαστικά θεωρούν ότι η αιτήτρια στερείται παράνομα της κατοχής και χρήσης εμπορευμάτων δικής της ιδιοκτησίας.  Σε τέτοια περίπτωση, μπορεί να διεκδικήσει τα εμπορεύματα της και άλλες θεραπείες, μέσω άλλης διαδικασίας, κατ΄επίκληση του αστικού αδικήματος της παράνομης κατακράτησης (Παπαχρυσοστόμου ν. Κώστα Γρηγοριάδη & Συνεταίρων κ.ά. (2015) 1(Γ) Α.Α.Δ. 2755). 

 

Τελειώνοντας, θεωρώ σκόπιμο να προσθέσω και τα ακόλουθα.  Με δεδομένη την πρόθεση του Τμήματος Τελωνείων να καταχωρίσει ποινική υπόθεση εναντίον της αιτήτριας, κατά την εκδίκαση της οποίας θα επιχειρήσει να καταθέσει τα κατασχεθέντα, να υποδείξω απλώς πως η δίωξη των παραβατών ευθύς αμέσως μετά την διαπίστωση της αξιόποινης πράξης τους, συνιστά «αρχή συνυφασμένη με την καλή απονομή της δικαιοσύνης και αυτή τούτη τη δίκαιη δίκη» (M & M Loizou Ltd κ.ά. ν. Jumbo Inv. Ltd (2000) 2 Α.Α.Δ. 717).

 

Δεν δικαιολογείται η χορήγηση της αιτούμενης άδειας.

 

Η αίτηση απορρίπτεται.       

 

 

                                                                   Ι. Ιωαννίδης, Δ.


cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο