ΑΝΩΤΑΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΚΥΠΡΟΥ
ΠΡΩΤΟΒΑΘΜΙΑ ΔΙΚΑΙΟΔΟΣΙΑ
(Πολιτική Aίτηση Αρ. 228/2025)
(i-Justice)
27 Οκτωβρίου, 2026
[ΙΩΑΝΝΙΔΗΣ, Δ]
ΑΝΑΦΟΡΙΚΑ ΜΕ ΤΟ ΑΡΘΡΟ 155.4 ΤΟΥ ΣΥΝΤΑΓΜΑΤΟΣ ΤΗΣ ΚΥΠΡΙΑΚΗΣ ΔΗΜΟΚΡΑΤΙΑΣ ΚΑΙ ΤΑ ΑΡΘΡΑ 3 ΚΑΙ 9 ΤΟΥ ΠΕΡΙ ΑΠΟΝΟΜΗΣ ΤΗΣ ΔΙΚΑΙΟΣΥΝΗΣ (ΠΟΙΚΙΛΑΙ ΔΙΑΤΑΞΕΙΣ) ΝΟΜΟΥ ΤΟΥ 1964, ΩΣ ΤΡΟΠΟΠΟΙΗΘΗΚΕ
ΚΑΙ
ΑΝΑΦΟΡΙΚΑ ΜΕ ΤΟΝ ΠΕΡΙ ΑΝΩΤΑΤΟΥ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟΥ (ΔΙΚΑΙΟΔΟΣΙΑ ΕΚΔΟΣΗΣ ΕΝΤΑΛΜΑΤΩΝ ΠΡΟΝΟΜΙΑΚΗΣ ΦΥΣΕΩΣ) ΔΙΑΔΙΚΑΣΤΙΚΟ ΚΑΝΟΝΙΣΜΟ ΤΟΥ 2018
ΚΑΙ
ΑΝΑΦΟΡΙΚΑ ΜΕ ΤΗΝ ΑΙΤΗΣΗ ΔΙΑ ΚΛΗΣΕΩΣ ΤΩΝ Χ.Τ. ΚΑΙ Κ.Τ. ΓΙΑ ΤΗΝ ΕΚΔΟΣΗ ΠΡΟΝΟΜΙΑΚΟΥ ΕΝΤΑΛΜΑΤΟΣ CERTIORARI
KAI
ΑΝΑΦΟΡΙΚΑ ΜΕ ΤΟ ΕΝΤΑΛΜΑ ΕΡΕΥΝΑΣ ΗΜΕΡ. 25/6/2025 ΤΟ ΟΠΟΙΟ ΕΞΕΔΟΘΗ ΑΠΟ ΤΟ ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΥΚΩΣΙΑΣ ΔΥΝΑΜΕΙ ΤΟΥ ΠΕΡΙ ΠΟΙΝΙΚΗΣ ΔΙΚΟΝΟΜΙΑΣ ΝΟΜΟΥ, ΚΕΦ. 155, ΑΡΘΡΑ 25-28 ΣΕ ΣΧΕΣΗ ΜΕ ΤΗΝ ΚΑΤΟΙΚΙΑ ΤΩΝ ΑΙΤΗΤΩΝ ΣΤΗΝ ΟΔΟ [ ]
_________________
Ηλ. Στεφάνου με Γ. Νεάρχου και Φ. Μαλά (κα), για Ηλίας Α. Στεφάνου Δ.Ε.Π.Ε., για τους Αιτητές.
Ν. Κέκκος, Ανώτερος Δικηγόρος της Δημοκρατίας με B. Mπίσσα, Δικηγόρο της Δημοκρατίας Α΄, με Μ. Φωτιάδου (κα), Δικηγόρο της Δημοκρατίας και Ελ. Κωνσταντίνου (κα), Δημόσιο Κατήγορο, για Γενικό Εισαγγελέα.
_________________
Α Π Ο Φ Α Σ Η
ΙΩΑΝΝΙΔΗΣ, Δ.:- Η Αστυνομία, η οποία έχει καθήκον να διερευνά και εξιχνιάζει εγκλήματα, διερευνούσε σοβαρή υπόθεση η οποία αφορά σε κατ΄ επανάληψη εγκλήματα που έχουν να κάνουν με «εμπορία και διακίνηση ναρκωτικών, παροχή προστασίας, και παροχή υπηρεσιών παράνομου τζόγου». Οι εν λόγω παράνομες δραστηριότητες φέρονται να αποφέρουν τεράστια χρηματικά ποσά, ενώ ο ιθύνων νους της όλης παράνομης δραστηριότητας, φέρεται να είναι συγκεκριμένος κατάδικος (πρώτος ύποπτος), ο οποίος εκτίει ποινή φυλάκισης στις Κεντρικές Φυλακές της Κυπριακής Δημοκρατίας, με τον τελευταίο να φέρεται να χρησιμοποιεί, από τις Κεντρικές Φυλακές, «έξυπνη τηλεφωνική συσκευή», και μάλιστα με αγγλικό αριθμό κλήσης για ευνόητους λόγους.
Με την εν λόγω συσκευή, φέρεται να επικοινωνεί με πρόσωπα εκτός των Κεντρικών Φυλακών. Συγκεκριμένα, με τη δεύτερη αιτήτρια (Κ.Τ., σύζυγο του πρώτου αιτητή), και με άλλο πρόσωπο (2η ύποπτη-Ν.Τ.). Η εν λόγω επικοινωνία μάλιστα φέρεται «να είναι συνεχής και να περιλαμβάνει κλήσεις, βιντεοκλήσεις, γραπτά και ηχητικά μηνύματα, φωτογραφίες μέσω κρυπτογραφημένων εφαρμογών, όπως Whats App και Signal». Στο πλαίσιο της εν λόγω επικοινωνίας, ο κατάδικος «δίδει οδηγίες/προβαίνει σε διευθετήσεις για τη διαχείριση και αποθήκευση των πιο πάνω αναφερόμενων παράνομων χρημάτων». Συγκεκριμένα, «Η είσπραξη/παραλαβή των παράνομων χρημάτων από μέρη, υποστατικά και πρόσωπα, γίνεται από τον Ο.Φ. @ Μ., στην βάση οδηγιών του 1ου ύποπτου. Ακολούθως, ο Ο.Φ. τα μεταφέρει και τα παραδίδει στην 2η ύποπτη.» Το συνολικό χρηματικό ποσό που παραδίδεται εβδομαδιαίως, προϊόν της παράνομης δραστηριότητας, φέρεται να ανέρχεται στις €50.000 περίπου, ενώ το χρηματικό ποσό το οποίο εισπράχθηκε τους τελευταίους έξι μήνες φέρεται να πλησιάζει το €1.000.000.
Η 2η ύποπτη – Ν.Τ., θυγατέρα των αιτητών, μετά την παραλαβή των χρηματικών ποσών, φέρεται να διαμοιράζει αυτά, κατόπιν οδηγιών και/ή συνεννόησης με τον πιο πάνω κατάδικο, με τον οποίο διατηρεί σχέση, ως ακολούθως:
· «Για τα έξοδα του Ινστιτούτου Αισθητικής της ιδίας, με την ονομασία Nat΄s Spa Center, που βρίσκεται στην οδό Θεμιστοκλή Δέρβη 1Α στη Λευκωσία
· Για προσωπικά έξοδα της ιδίας
· Χρηματικά ποσά παραδίδονται στην 3η, 4ον και 5ον ύποπτο, οι οποίοι είναι οι γονείς και ο αδελφός της 2ης ύποπτης
· Για την πληρωμή συνεργατών του 1ου υπόπτου.»
Περαιτέρω, χρηματικό ποσό φυλάσσεται για λογαριασμό του κατάδικου, σε «διαφορετικούς χώρους», ως εξής:
· «Στην κατοικία των υπόπτων 3 και 4 στην οδό [ ],
· Στο διαμέρισμα της 2ης ύποπτης, στην οδό [ ],
· Στο διαμέρισμα του 5ου υπόπτου, στην οδό [ ],
· Στο κοσμηματοπωλείο με την ονομασία «Χρυσούλλης Τζιαπιούρας ΛΤΔ» ιδιοκτησίας των υπόπτων 3 και 4, στην οδό Ευαγόρου αρ. 19Α, στη Λευκωσία, Τ.Κ. 1065, το οποίο διαχειρίζεται ο 5ος ύποπτος».
(Οι ύποπτοι 3 και 4 είναι οι εδώ αιτητές).
Τα πιο πάνω, και άλλα, περιέχονται στην Ένορκη Δήλωση του Υπαστυνόμου Κυριάκου Θεοδωρίδη, η οποία υποστήριζε αίτημα της Αστυνομίας για έκδοση του προσβαλλόμενου εντάλματος έρευνας στην κατοικία των αιτητών/συζύγων, στην πιο πάνω διεύθυνση. Στην εν λόγω Ένορκη Δήλωση γίνεται αναφορά πως όλα τα πιο πάνω προήλθαν από πληροφορία «υψίστης αξιοπιστίας» που δόθηκε στην Αστυνομία στις 18.6.2025 (δηλαδή λίγες ημέρες πριν από την έκδοση του προσβαλλόμενου εντάλματος έρευνας). Ο πληροφοριοδότης, ο οποίος στην Ένορκη Δήλωση του Υπαστυνόμου Κυριάκου Θεοδωρίδη αποκαλείται «η πηγή», χωρίς να διευκρινίζεται το φύλο, φέρεται να αντλεί τα όσα ανέφερε από «την άμεση γνώση και άμεση πρόσβαση στο Ινστιτούτο Αισθητικής της 2ης ύποπτης και στο οικογενειακό της περιβάλλον».
Τέλος, στην Ένορκη Δήλωση του Υπαστυνόμου Κυριάκου Θεοδωρίδη, καταγράφεται πως η πιο πάνω «πηγή», έδωσε συμπληρωματική πληροφορία στην Αστυνομία, στις 20.6.2025, σύμφωνα με την οποία η 2η ύποπτη-Ν.Τ., συνεργάζεται με τρεις συγκεκριμένους δεσμοφύλακες των Κεντρικών Φυλακών, τους οποίους και κατονομάζει, στους οποίους αυτή δίδει χρηματικά ποσά, προκειμένου ο πιο πάνω κατάδικος να έχει ευνοϊκή μεταχείριση καθ΄ ον χρόνο εκτίει ποινή φυλάκισης στις Κεντρικές Φυλακές. Η ευνοϊκή αυτή μεταχείριση συνίσταται (α) σε μεταφορά ναρκωτικών και άλλων ουσιών «σύμφωνα πάντα με τις καθημερινές ανάγκες του κατάδικου», και (β) σε «ενημέρωση του κατάδικου από τη 2η ύποπτη, κατόπιν πληροφόρησης των 3 δεσμοφυλάκων, έτσι ώστε αυτός να αποκρύψει παράνομες ουσίες ή αντικείμενα που έχει στην κατοχή του (ναρκωτικά, κινητό τηλέφωνο), σε περίπτωση έρευνας».
Μάλιστα στην Ένορκη Δήλωση που υποστήριζε το αίτημα, καταγράφεται πως στην παρουσία της «πηγής», η 2η ύποπτη έδωσε σε συγκεκριμένο δεσμοφύλακα των Κεντρικών Φυλακών (τον Β.Μ., 6ο ύποπτο), το χρηματικό ποσό των €1.000 σε μετρητά, για να έχει ο ιθύνων νους (κατάδικος) ευνοϊκή μεταχείριση και κάλυψη στις Κεντρικές Φυλακές, από τις οποίες φέρεται να προβαίνει στην όλη παράνομη δραστηριότητα.
Στo πλαίσιo διερεύνησης της πιο πάνω σοβαρής υπόθεσης, η Αστυνομία αξίωσε δικαστικά εντάλματα έρευνας των πιο κάτω υποστατικών, ως ακολούθως:
· «[ ], Τμήμα Φυλακών, (1ος ύποπτος)
· Οδός [ ] (2η ύποπτη)
· «Ινστιτούτο Αισθητικής Nat΄s Spa Center, στην οδό Θεμιστοκλή Δέρβη 1Α στη Λευκωσία, Τ.Κ.1065, (2η ύποπτη)
· Οδός [ ], (3η και 4ος ύποπτοι)
· Οδός [ ], Κοσμηματοπωλείο με την ονομασία «Χρυσούλλης Τζιαπούρας ΛΤΔ» Ευαγόρου αρ. 19Α, στη Λευκωσία Τ.Κ.1065, (5ος ύποπτος)
· Οδός [ ], (6ος ύποπτος)
· Οδός [ ], (7η ύποπτη)
· Οδός [ ], (8η ύποπτη).»
Τα εντάλματα έρευνας αξιώθηκαν αφού, σύμφωνα με την Ένορκη Δήλωση που υποστήριζε το αίτημα «δημιουργείται εύλογη αιτία να πιστεύεται ότι στους πιο πάνω τόπους υπάρχουν και θα εντοπιστούν χρηματικά ποσά σε μετρητά, κινητά τηλέφωνα και πίνακας, καθώς και οτιδήποτε άλλο σχετίζεται και θα παρέχει απόδειξη ως προς την διάπραξη των ακόλουθων ποινικών αδικημάτων: …» Ένα από τα εκδοθέντα εντάλματα έρευνας αφορούσε στην κατοικία των αιτητών, στην οδό [ ]. Με το εκδοθέν ένταλμα έρευνας εξουσιοδοτήθηκε η κατάσχεση χρηματικών ποσών σε μετρητά, κινητών τηλεφώνων και πίνακα ζωγραφικής μεγάλης χρηματικής αξίας.
Στο πλαίσιο της μονομερούς Αίτησης με Αρ. 181/2025, δόθηκε άδεια στους αιτητές να καταχωρίσουν Αίτηση διά κλήσεως για την έκδοση Προνομιακού Εντάλματος Certiorari, με το οποίο να ακυρώνεται το πιο πάνω ένταλμα έρευνας. Το Ανώτατο Δικαστήριο δίδοντας την άδεια, διαπίστωσε πως «υπάρχει εκ πρώτης όψεως και/ή συζητήσιμο θέμα σε σχέση με το κατά πόσο το ίδιο το κατώτερο Δικαστήριο θα μπορούσε να είχε ικανοποιηθεί ότι υπήρχε ενώπιον του επαρκής μαρτυρία που δικαιολογούσε την έκδοση του εντάλματος έρευνας, συμπεριλαμβανομένης και της προϋπόθεσης που αφορά σε αναγκαιότητα έκδοσης αυτού.»
Ως γνωστό, όταν το Δικαστήριο καλείται να εξετάσει κατά πόσο δικαιολογείται η χορήγηση ή όχι της αιτούμενης άδειας, αυτό δεν εμβαθύνει στην υπόθεση. Συνεπώς, εκεί όπου δίδεται άδεια, είναι δυνατόν, στο πλαίσιο ακρόασης της Αίτησης διά κλήσεως που ακολουθεί, «να διαλυθούν οι πρώτες θετικές εντυπώσεις» (Lindos Constructions Ltd (1989) 1(E) Α.Α.Δ. 648). Πρόσφατα στην Αναφορικά με την Αίτηση της Αρετής Χαριδήμου & Συνεργάτες Δ.Ε.Π.Ε. κ.ά., για την έκδοση προνομιακού εντάλματος certiorari, Πολ. Έφ. Αρ. 37/25, ημερ. 6/10/2026 επαναλαμβάνεται ότι η χορηγηθείσα άδεια «δεν διαφοροποιεί τα δεδομένα, ούτε προσθέτει άλλη δυναμική στην υπόθεση των αιτητών».
Η Αίτηση διά κλήσεως καταχωρίστηκε ως οι οδηγίες του Δικαστηρίου. Ο Γενικός Εισαγγελέας εμφανίστηκε και καταχώρισε ένσταση, η οποία βασίζεται σε δεκατρείς λόγους, το περιεχόμενο των οποίων έχω θέσει ενώπιον μου. Η ένσταση υποστηρίζεται από Ένορκη Δήλωση του Υπαστυνόμου Κυριάκου Θεοδωρίδη, δηλαδή του προσώπου που είχε προβεί στην Ένορκη Δήλωση προς υποστήριξη του αιτήματος για έκδοση του προσβαλλόμενου εντάλματος έρευνας. Και οι δύο πλευρές κατέθεσαν εμπεριστατωμένες γραπτές αγορεύσεις, το περιεχόμενο των οποίων ανέπτυξαν με τον προφορικό λόγο. Έχω θέσει ενώπιον μου τις θέσεις τους και θα κάνω ειδική αναφορά σε αυτές, όπου ήθελε κριθεί αναγκαίο.
Στο σημείο αυτό θεωρώ σκόπιμο να αναφέρω ότι κατά την ακρόαση της αιτήσεως, για λόγους που καταγράφονται στο τηρηθέν πρακτικό, οι ευπαίδευτοι συνήγοροι των αιτητών δήλωσαν πως «με δεδομένο ότι η πλευρά της Δημοκρατίας δήλωσε ενώπιον του Ανώτατου Δικαστηρίου ότι δεν θα χρησιμοποιήσει οποιοδήποτε υλικό που υπήρχε από τους αιτητές και τρίτα πρόσωπα στα κινητά, θεωρώ ότι είναι άνευ σημασίας η οποιαδήποτε συζήτηση εδώ για τα κινητά τηλέφωνα και στο βαθμό που η Αίτηση αφορά κινητά τηλέφωνα εγκαταλείπεται». Περαιτέρω, δήλωσαν πως «Στο βαθμό που φανεί ότι το Δικαστήριο δίδοντας την άδεια, έδωσε άδεια και για το ζήτημα το οποίο αναπτύσσεται στη σελ. 13 της αγόρευσης μας που αφορά τη βάση της έκδοσης του αιτήματος εις ότι αφορά το άρθρο 27(β), του περί Ποινικής Δικονομίας Νόμου, δηλαδή για “αντικείμενα που θα παράσχουν απόδειξη για τη διάπραξη των αδικημάτων”, δηλαδή ότι δεν αποδείχθηκε αδίκημα για να συζητούμε, αποσύρεται και δεν χρειάζεται να εξεταστεί από το Δικαστήριο σας.» Συνεπώς, η Αίτηση θα εξεταστεί και θα περιοριστεί υπό το φως και των πιο πάνω δηλώσεων.
Κριτής των προϋποθέσεων για την έκδοση εντάλματος έρευνας, είναι πάντοτε το κατώτερο Δικαστήριο. Το ίδιο ισχύει και για την έκδοση εντάλματος σύλληψης. Εάν το κατώτερο Δικαστήριο θα μπορούσε, στη βάση του μαρτυρικού υλικού που ετέθη ενώπιον του, να καταλήξει εύλογα και δικαιολογημένα στην ύπαρξη των προϋποθέσεων, το Ανώτατο Δικαστήριο δεν επεμβαίνει στην άσκηση της εν λόγω διακριτικής του ευχέρειας. Tο πιο κάτω απόσπασμα από την Aeroporos & Another v. Police (1987) 2 C.L.R. 232, ισχύει, κατ΄ αναλογίαν, και εδώ:
«Having taken into consideration the material on the record, which the Judge had before him, we are of the view that he could reasonably and justifiably, in the exercise of his discretion, reach the conclusion that there existed reasonable suspicion and his discretion was over wise wulicially».
Στην Αναφορικά με την Αίτηση της Εταιρείας Ο.Π.Α.Π. Κύπρου Λτδ, Πολ. Έφεση Αρ. 133/2018, ημερ. 17.12.2018, επαναλαμβάνεται ότι το Ανώτατο Δικαστήριο δεν υποκαθιστά την κρίση του κατώτερου Δικαστηρίου και ότι το κριτήριο είναι:
«… κατά πόσο ο εκδώσας το ένταλμα δικαστής θα μπορούσε να ικανοποιηθεί στη βάση της μαρτυρίας που τέθηκε ενώπιον για την ύπαρξη εύλογων λόγων να πιστεύεται ότι τα αναζητούμενα θα εντοπίζονταν στα υποστατικά των οποίων επιδιωκόταν η έρευνα και θα παρείχαν βοήθεια στη στοιχειοθέτηση αδικήματος.»
Παρόμοια προσέγγιση υπήρξε και στην Αναφορικά με την Αίτηση του Ανδρέα Γεωργίου, Πολ. Έφ. Αρ. 15/2024, ημερ. 17.10.2024, από την οποία παραθέτω το σχετικό απόσπασμα:
«Με δεδομένο ότι το κατώτερο Δικαστήριο λειτούργησε εντός των πλαισίων της δικαιοδοσίας του, δεν βλέπουμε πως το πρωτόδικο Δικαστήριο, στο πλαίσιο πάντα του ελέγχου νομιμότητας που προβαίνει σε διαδικασίες του είδους, θα μπορούσε ουσιαστικά να αντικαταστήσει την κρίση του κατώτερου Δικαστηρίου για την τεθείσα υπόψη του μαρτυρία και την προσέγγιση του τελευταίου για το ζήτημα. ….»
Επανέρχομαι στην Ένορκη Δήλωση του Υπαστυνόμου Κυριάκου Θεοδωρίδη, η οποία ήταν και το μαρτυρικό υλικό επί του οποίου βασίστηκε το κατώτερο Δικαστήριο για να εκδώσει το προσβαλλόμενο ένταλμα έρευνας. Στο σημείο αυτό θεωρώ σκόπιμο να επαναλάβω ότι οι Ένορκες Δηλώσεις προς υποστήριξη αιτημάτων που αφορούν σε έκδοση εντάλματος έρευνας ή σύλληψης, θα πρέπει να προσεγγίζονται πρακτικά και με γνώμονα την κοινή λογική. Προς τούτο παραπέμπω στην Αναφορικά με την Αίτηση των 1. Θ.Γ., 2. Κ.Π. και 3. Γ.Γ. για Άδεια για την Καταχώριση Αίτησης για την Έκδοση Εντάλματος Φύσεως Certiorari, Πολ. Έφ. Αρ. 11/2025, ημερ. 21.7.2025, όπου τονίζονται τα ακόλουθα:
«Ολοκληρώνοντας επιθυμούμε να επαναλάβουμε τα πιο κάτω, τα οποία έχουν επισημανθεί στην υπόθεση Αναφορικά με την Αίτηση του Κ.Ν., Πολιτική Έφεση Αρ. 366/2021, ημερ. 5/4/2023, ECLI:CY:AD:2023:A184, ως προς τον τρόπο που θα πρέπει να προσεγγίζονται οι ένορκες δηλώσεις που υποστηρίζουν αιτήματα για εντάλματα έρευνας και σύλληψης:
«δεν αναμένεται στον όρκο που παρουσιάζει η Αστυνομία λεπτομερέστατη καταγραφή και ανάλυση όλων των στοιχείων. Πρέπει να λαμβάνεται υπόψη ότι οι ένορκες αυτές δηλώσεις ετοιμάζονται από αστυνομικά όργανα σε χρόνο που δεν έχουν, βεβαίως, στην κατοχή τους όλα τα γεγονότα και δεν μπορεί να απαιτείται επίπεδο σύνταξης που χαρακτηρίζει συγγραφή του όρκου από δικηγόρο, ή επίπεδο ποιότητας ενός δικογράφου. Η ουσία είναι ότι αυτές οι ένορκες δηλώσεις πρέπει να προσεγγίζονται πρακτικά, με γνώμονα την κοινή λογική. Επί του θέματος αυτού μας βρίσκουν απόλυτα σύμφωνους τα όσα, ταυτόσημα, έχουν αναφερθεί στην Πολιτική Έφεση Αρ. 119/2017, Αναφορικά με την αίτηση του Κωνσταντίνου, ημερ. 26/9/2017 με παραπομπή στις αποφάσεις R. v. Sanchez, 1994 CanLII ημερ. 26/9/2017 με παραπομπή στις αποφάσεις R. v. Sanchez, 1994 CanLII 5271, Re Lubell and the Queen (1973) 11 CCC (2d) 188 (Ont. H.C.).»
Εν προκειμένω, στην Ένορκη Δήλωση, η οποία, ειρήσθω εν παρόδω, καλύπτει τρεις τυπωμένες σελίδες, γίνεται αναφορά ότι η δεύτερη αιτήτρια φέρεται να έχει συνεχή τηλεφωνική επικοινωνία και συνεννόηση με τον κατάδικο, και στη βάση αυτής της επικοινωνίας και συνεννόησης, ο κατάδικος της δίδει οδηγίες/προβαίνει σε διευθετήσεις «για τη διαχείριση και αποθήκευση των πιο πάνω αναφερόμενων παράνομων χρημάτων». Όταν δε η 2η ύποπτη-Ν.Τ., η οποία επίσης έχει συνεχή τηλεφωνική επικοινωνία με τον κατάδικο, παραλαμβάνει, κατόπιν συνεννόησης με αυτόν, μιασμένα χρήματα, μέρος αυτών παραδίδει στους αιτητές (γονείς της) και στον αδελφό της, Χ.Τ.. Τέτοια χρήματα φυλάσσονται για λογαριασμό του κατάδικου στην κατοικία των αιτητών σε σχέση με την οποία εξεδόθη το προσβαλλόμενο ένταλμα έρευνας, στην κατοικία του αδελφού της Χ.Τ., και σε άλλους τόπους. Τέλος, σύμφωνα πάντα με το μαρτυρικό υλικό, ο κατάδικος σε τακτά χρονικά διαστήματα προσφέρει στην οικογένεια Τ. δώρα μεγάλης αξίας, μεταξύ των οποίων και ένα πίνακα ζωγραφικής τον οποίο δώρισε στη δεύτερη αιτήτρια. Ο εν λόγω πίνακας, σύμφωνα πάντα με την πηγή, «απεικονίζει δύο πρόσωπα σε γκρι φόντο, με κυρίαρχα χρώματα στο κάτω μέρος το μωβ και το ροζ».
Ως ελέχθη, στην Ένορκη Δήλωση του Υπαστυνόμου Κυριάκου Θεοδωρίδη, γίνεται αναφορά στην ύπαρξη πληροφοριοδότη, ο οποίος ορθά δεν κατονομάζεται. Μάλιστα, αυτός αποκαλείται «πηγή». Τα όσα δε η «πηγή» ανέφερε στην Αστυνομία προκύπτουν, σύμφωνα πάντα με την Ένορκη Δήλωση, από «άμεση γνώση και άμεση πρόσβαση στο Ινστιτούτο Αισθητικής της 2ης ύποπτης και στο οικογενειακό της περιβάλλον». Άμεση γνώση, σημαίνει γνώση ή αντίληψη για κάτι, η οποία αποκτάται χωρίς την παρεμβολή πηγών τρίτων. Εν προκειμένω, η άμεση γνώση συνοδευόταν/υποστηριζόταν από άμεση πρόσβαση στο περιβάλλον της οικογένειας Τ.. Όσον αφορά στο αξιόπιστο ή όχι του εν λόγω πληροφοριοδότη, κάτι για το οποίο γίνεται αναφορά στην Ένορκη Δήλωση του Υπαστυνόμου Κυριάκου Θεοδωρίδη, φαίνεται πως αυτός, σύμφωνα πάντα με την Αστυνομία, δεν είναι ένας επιπόλαιος ή απερίσκεπτος πληροφοριοδότης, αφού, ως είχε καταγραφεί, είχε δώσει και στο παρελθόν αρκετές σημαντικές πληροφορίες οι οποίες και επαληθεύτηκαν. Εν κατακλείδι, πρόκειται για πληροφοριοδότη ο οποίος, πέρα από την άμεση γνώση, φέρεται να συνδέεται με την οικογένεια Τ., και δεν νομίζω να ήταν ορθό να είχαν δοθεί περαιτέρω λεπτομέρειες στο στάδιο εκείνο, κάτι που θα φωτογράφιζε την ταυτότητα της «πηγής». Ας μην ξεχνάμε πως στο στάδιο όπου αξιώνεται ένταλμα έρευνας, όχι μόνο δεν απαιτείται, αλλά δεν θα πρέπει να δίδονται τέτοιες λεπτομέρειες οι οποίες θα καθιστούσαν το ανακριτικό έργο αναποτελεσματικό, με αποτέλεσμα το γενικό συμφέρον στην καταστολή του εγκλήματος να παραβλάπτεται ανεπανόρθωτα (Βλ. κατ΄ αναλογίαν, Συμιλλίδης ν. Αστυνομίας (Αρ.2) (1997) 2 Α.Α.Δ.)
Εύστοχα οι ευπαίδευτοι συνήγοροι που εκπροσωπούν τον Γενικό Εισαγγελέα παρέπεμψαν στην υπόθεση Illinois v. Gates, 462 U.S. 213 (1983), απόφαση του Ανωτάτου Δικαστηρίου των Ηνωμένων Πολιτειών Αμερικής, όπου εξετάστηκε η επάρκεια του μαρτυρικού υλικού, το οποίο εκεί προερχόταν από ανώνυμη επιστολή. Αποφασίστηκε, μεταξύ άλλων, πως είναι αρκετό να προκύπτει από το μαρτυρικό υλικό εύλογη πιθανότητα ότι ο συντάξας την ανώνυμη επιστολή, είχε αντλήσει τα όσα κατέγραψε σε αυτήν, είτε από τους ίδιους τους εμπλεκόμενους στην παρανομία είτε από κάποιο πρόσωπο που αυτοί εμπιστεύονταν. Τα πιο πάνω ισχύουν κατ΄ αναλογία και εν προκειμένω. Παρατίθεται ένα μικρό απόσπασμα από την εκτενή απόφαση:
«… Βut, as discussed previously, supra, at 235, 76 L Ed 2d, at 546, probable cause does not demand the certainty we associate with formal trials. It is enough that there was a fair probability that the writer of the anonymous letter had obtained his entire story either from the Gateses or someone they trusted. Αnd corroboration of major portions of the letter’s predictions provides just the probability. It is apparent, therefore, that the judge issuing the warrant had a “substantial basis for … conclude[ing]” that probable cause to search the Gateses΄home and car existed. The judgment of the Supreme Court of Illinois therefore must be reversed.»
[Η υπογράμμιση γίνεται από το παρόν Δικαστήριο]
Mετά που επιφυλάχθηκε η απόφαση στην παρούσα αίτηση, εξεδόθη η απόφαση του Ανωτάτου Δικαστηρίου (σε δεύτερο βαθμό) στην Αναφορικά με την Αίτηση της Ν.Τ. για την Έκδοση Προνομιακού Εντάλματος Certiorari, Πολ. Έφ. Αρ. 9/2026, ημερ. 17.7.2026. Σημειώνεται πως αυτή αφορούσε στην ίδια υπό διερεύνηση υπόθεση, με τη μεγάλη όμως διαφορά ότι εκεί το εκδοθέν ένταλμα έρευνας, σε σχέση με τραπεζικές θυρίδες της θυγατέρας των αιτητών-Ν.Τ., εξεδόθη στη βάση άλλης Ένορκης Δήλωσης, από άλλο μέλος της Αστυνομίας, και μάλιστα με διαφορετικό περιεχόμενο. Ωστόσο, και στην εν λόγω απόφαση, με την οποία επικυρώθηκε η πρωτόδικη κρίση, επαναλαμβάνεται ότι:
«Δεν απαιτείται, βεβαίως, να κατονομάζεται ο πληροφοριοδότης, αλλά θα πρέπει να υπάρχει κάποιου είδους τεκμηρίωση από πού και με ποιο τρόπο η πληροφορία οδήγησε στα καταληκτικά αποτελέσματα. Ούτε, βεβαίως, απαιτείται καταγραφή στοιχείων με αποδεικτική αξία σε υψηλό επίπεδο (βλ. CPS Freight Services Ltd v. Γενικού Εισαγγελέα (2016) 1 Α.Α.Δ. 652). Έστω, όμως, και σε χαμηλό επίπεδο πρέπει να δοθούν στοιχεία και όχι απλά συμπεράσματα ή καταλήξεις.»
Τέλος, επειδή και οι δύο πλευρές έκαναν αναφορά, για διαφορετικούς λόγους, στην πρωτόδικη απόφαση του Ανώτατου Δικαστηρίου στην Αναφορικά με την Αίτηση του Νεοκλέους για Άδεια Καταχώρισης Αίτησης για την Έκδοση Προνομιακού Εντάλματος Certiorari, Πολ. Αίτ. Αρ. 182/2021, ημερ. 29.9.2021, ECLI:CY:AD:2021:D429, θα σημειώσω απλώς πως η κάθε υπόθεση εξετάζεται στη βάση των δικών της ιδιαίτερων γεγονότων. Από μελέτη της πιο πάνω απόφασης, προκύπτει πως και εκεί ο πληροφοριοδότης είχε άμεση γνώση των όσων ανέφερε στην Αστυνομία. Παραθέτω το σχετικό απόσπασμα από την απόφαση:
«Ως προς το περιεχόμενο του όρκου του αστυφύλακα αναφορικά με τη μαρτυρία που υπάρχει, πρόκειται για γεγονότα που απεκάλυψε στην Αστυνομία άτομο που εργαζόταν μαζί με τον αιτητή σε νυχτερινό κέντρο στην Αγία Νάπα και ότι ανέφερε είναι γεγονότα που ο ίδιος αντιλήφθηκε. Δεν πρόκειται για γενικά και αόριστα συμπεράσματα ενός πληροφοριοδότη, όπως εισηγήθηκε ο αιτητής, παρά το ότι θα μπορούσε να ήταν πιο λεπτομερής.»
Μελετώντας το περιεχόμενο της Ένορκης Δήλωσης, την οποία προσεγγίζω ως ενιαίο σύνολο, καταλήγω πως ενώπιον του κατώτερου Δικαστηρίου είχαν τεθεί συγκεκριμένα στοιχεία και γεγονότα, και όχι «συμπεράσματα ή καταλήξεις».
Μάλιστα, από το πιο πάνω μαρτυρικό υλικό, το οποίο, επαναλαμβάνω, δεν ήταν αόριστο ή προϊόν συμπερασμάτων ή καταλήξεων, προκύπτει και διασύνδεση της δεύτερης αιτήτριας με τη διαχείριση και αποθήκευση, κατόπιν οδηγιών του κατάδικου, των μιασμένων χρημάτων. Όταν δε η θυγατέρα των αιτητών, 2η ύποπτη, παραλαμβάνει τα μιασμένα χρήματα, παραδίδει, κατόπιν συνεννόησης με τον κατάδικο, μέρος αυτών, στους γονείς της, δηλαδή στους αιτητές.
Δεν χρειάζεται να αποφασίσω, για σκοπούς της παρούσας Αίτησης, κατά πόσο το μαρτυρικό υλικό ενέπλεκε και τους δύο αιτητές στη διαχείριση και αποθήκευση μιασμένων χρημάτων, ούτε στα όσα είχαν λεχθεί σε σχέση με το πιο πάνω θέμα στην Αναφορικά με την Αίτηση διά κλήσεως της Ν.Τ. για την Έκδοση Προνομιακού Εντάλματος Certiorari, Πολ. Αίτ. Αρ. 191/2025, ημερ. 9.10.2026. Και τούτο γιατί, σύμφωνα με το μαρτυρικό υλικό, μιασμένα χρήματα φυλάσσονται και στην συγκεκριμένη κατοικία των αιτητών, για λογαριασμό του κατάδικου.
Όσον αφορά στην «εύλογη αιτία να πιστεύεται» ότι σε συγκεκριμένο «τόπο» υπάρχει οτιδήποτε για το οποίο γίνεται αναφορά στο άρθρο 27 του περί Ποινικής Δικονομίας Νόμου, Κεφ. 155 (Σύνδεσμος για Πρόληψη της Βίας στα Γήπεδα (1997) 1(Β) Α.Α.Δ. 1014), θεωρώ σκόπιμο να παραπέμψω και στην Moran v. Γενικού Εισαγγελέα της Δημοκρατίας (2016) 1(Α) Α.Α.Δ. 926, όπου λέχθηκαν τα ακόλουθα:
«Από τα προαναφερόμενα στοιχεία είμαστε ικανοποιημένοι ότι ο ίδιος ο Δικαστής που εξέδωσε το ένταλμα έρευνας, ικανοποιήθηκε ως προς την ύπαρξη εύλογων υποψιών που δικαιολογούσαν την έκδοση του εντάλματος. Επιπρόσθετα, είμαστε ικανοποιημένοι ότι, με βάση την ένορκη δήλωση που είχε ενώπιόν του το Δικαστήριο, δημιουργείτο εύλογη αιτία να πιστεύεται ότι στην οικία, τα υποστατικά και τα οχήματα του Εφεσείοντα φυλάσσονταν τα αναφερόμενα στο ένταλμα, τεκμήρια και έγγραφα που σχετίζονται με την υπό διερεύνηση υπόθεση εναντίον του Εφεσείοντα. Σημειώνουμε, συναφώς, ότι στο Σύγγραμμα Γεώργιος Μ. Πικής - Ποινική Δικονομία στην Κύπρο, Δεύτερη Αναθεωρημένη Έκδοση, στις σελίδες 69 και 70, αναγράφεται ότι: «η πιθανότητα ύπαρξης οποιουδήποτε τεκμηρίου στα υποστατικά, συνδεομένου με τη διάπραξη αδικήματος, αποτελεί ικανοποιητικό λόγο για την έκδοση εντάλματος» (δική μας η υπογράμμιση). Η προαναφερόμενη θέση βασίζεται στο Άρθρο 27(β) του Κεφ. 155.»
Στην Αναφορικά με την Αίτηση του Ανδρέα Γεωργίου (ανωτέρω), δεν γινόταν ρητή αναφορά ότι τα υπό αναζήτηση αντικείμενα βρίσκονταν στον τόπο διαμονής και στο όχημα του εφεσίβλητου. Το Ανώτατο Δικαστήριο, πρωτόδικα, έκανε δεκτή την Αίτηση. Στο πλαίσιο έφεσης που καταχώρισε ο Γενικός Εισαγγελέας, η οποία και έγινε δεκτή, σημειώθηκαν τα ακόλουθα:
«Στην υπό συζήτηση περίπτωση, έστω και αν δεν γινόταν ρητή αναφορά στον όρκο ότι τα υπό αναζήτηση αντικείμενα (κινητό τηλέφωνο - κάρτες κινητής τηλεφωνίας SIM CARDS) βρίσκονταν στη συγκεκριμένη διεύθυνση όπου διαμένει ο Εφεσίβλητος και στο όχημα του τελευταίου, η διασύνδεση τέτοιων αντικειμένων, καθημερινής χρήσης, με την οικία και το όχημα του, σε αντιδιαστολή με την περίπτωση της Σιακαλλής (Αρ.1) (2001) 1(Α) Α.Α.Δ., όπου το ένταλμα αφορούσε ελεγχόμενα φάρμακα (ναρκωτικά), αποτελεί μια καθόλα εύλογη πιθανότητα. Υπο το σύνολο όλων όσων είχαν τεθεί υπόψη του Δικαστηρίου μέσω της ένορκης δήλωσης που υποστύλωνε το αίτημα για την έκδοση του σχετικού εντάλματος έρευνας, ειδικότερα για το κινητό τηλέφωνο - κάρτες κινητής τηλεφωνίας SIM CARDS, αντικείμενων θεωρούμενων πλέον καθημερινής χρήσης, σε συνδυασμό με το γεγονός ότι η επικοινωνία των φερόμενων ως εμπλεκόμενων στην διάπραξη συγκεκριμένων αδικημάτων, γινόταν με συγκεκριμένο τρόπο, τηλεφωνικά, αποτελούν παράγοντες και παραμέτρους που θα μπορούσαν να δικαιολογήσουν στο μυαλό του Δικαστή, ενώπιον του οποίου τέθηκε το αίτημα, εύλογη υπόνοια και υποψία ότι τα πιο πάνω αντικείμενα, θα μπορούσαν να βρίσκονταν σε συγκεκριμένη οικία και υποστατικά που διαμένει ο Εφεσίβλητος ή στο όχημα του τελευταίου. Υπό τις περιστάσεις της παρούσας υπόθεσης, τούτο δεν αποτελεί μια γενική και αόριστη υπόθεση. Άλλωστε, χαμηλό είναι το ύψος του πήχη που πρέπει να υπερπηδηθεί για τη δημιουργία σχετικής και εύλογης υπόνοιας και υποψίας προς τούτο, ως κατ' επανάληψη έχουν ερμηνευτεί οι πρόνοιες του άρθρου 27 του Κεφ. 155.»
[Η υπογράμμιση γίνεται από το παρόν Δικαστήριο]
Εν προκειμένω, το μαρτυρικό υλικό έκανε ρητή αναφορά σε φύλαξη μιασμένων χρημάτων στην συγκεκριμένη κατοικία των αιτητών.
Στην Αναφορικά με την Αίτηση του Mohammed Shafeeq Mohammed κ.ά. για την Καταχώριση Αίτησης για την Έκδοση Εντάλματος Certiorari, Πολ. Αίτηση Αρ. 187/2021, ημερ. 13.9.2021, ECLI:CY:AD:2021:D405, υπεδείχθη ότι:
«Το μαρτυρικό υλικό είχε τη δυναμική και επέτρεπε στο κατώτερο Δικαστήριο να διαμορφώσει την απαραίτητη εύλογη υπόνοια ότι το τηλέφωνο που ουσιαστικά αναζητείτο φυλασσόταν ή ήταν κρυμμένο σε οποιοδήποτε μέρος στην πτέρυγα 5Α. Δεν επρόκειτο για κατάληξη στην οποία το κατώτερο Δικαστήριο θα μπορούσε να αχθεί με φαντασία, όπως εισηγήθηκε ο δικηγόρος των Αιτητών. Εφόσον, σύμφωνα με τη μαρτυρία υπήρχε ελεύθερη πρόσβαση σε όλα τα κελιά της πτέρυγας και στην ίδια πτέρυγα κρατείτο και ο συγκατηγορούμενος του Αιτητή 1, ο Αιτητής αρ.15 στον κατάλογο των Αιτητών, δεν έχει καταδειχτεί εκ πρώτης όψεως, ούτε συζητήσιμο ζήτημα ότι απουσίαζε εύλογη υπόνοια ότι το τηλέφωνο μπορούσε να απέκρυπτε ο Αιτητής 1 στο κελί του ή οπουδήποτε αλλού σε χώρο που μπορούσε να έχει πρόσβαση, δηλαδή σε όλη την πτέρυγα 5Α, με τη συνδρομή ή όχι οποιουδήποτε άλλου υπόδικου. Επρόκειτο η πτέρυγα 5Α για χώρο ελεγχόμενο και περιορισμένο. Εφόσον το τηλέφωνο θεάθηκε εκεί, ήταν εύλογο ότι κάπου εκεί μέσα πρέπει να φυλασσόταν. Το κατώτερο Δικαστήριο νομιμοποιείτο να καταλήξει σε τέτοια υπόνοια, η οποία ήταν εύλογη και απόλυτα δικαιολογημένη στη βάση των ενώπιον του στοιχείων, οπόταν, η επέκταση της έρευνας σε όλους τους χώρους της πτέρυγας 5Α ήταν αναγκαία και απαραίτητη.»
[Η υπογράμμιση γίνεται από το παρόν Δικαστήριο]
Όσον αφορά στον χρόνο που ο πληροφοριοδότης/πηγή έλαβε γνώση για τα όσα απεκάλυψε στην Αστυνομία, σημειώνω τα ακόλουθα. Εάν κάποιος μελετήσει το περιεχόμενο της Ένορκης Δήλωσης που χρησιμοποιήθηκε, εύκολα διαπιστώνει πως τα κατ΄ ισχυρισμόν γεγονότα συνέχιζαν να λαμβάνουν χώρα μέχρι και την ημερομηνία που ο πληροφοριοδότης έδωσε την πληροφορία. Ενδεικτικά αναφέρω πως στην Ένορκη Δήλωση καταγράφεται ότι ο κατάδικος «διατηρεί εντός του Τμήματος Φυλακών έξυπνη τηλεφωνική συσκευή, με την οποία βρίσκεται σε διαρκή τηλεφωνική επικοινωνία με τη 2η ύποπτη και με τη μητέρα της», δηλαδή τη δεύτερη αιτήτρια. Ακόμη ότι η εν λόγω επικοινωνία του κατάδικου είναι «συνεχής» και στη βάση αυτής «δίδει οδηγίες/προβαίνει σε διευθετήσεις για τη διαχείριση και αποθήκευση των πιο πάνω αναφερομένων παράνομων χρημάτων». Παρόμοιοι ισχυρισμοί είχαν προβληθεί και απορριφθεί και στην Αναφορικά με την Αίτηση των 1. Θ.Γ., 2. Κ. Π. και 3. Γ.Γ. για Άδεια για την Καταχώριση Αίτησης για την Έκδοση Εντάλματος Φύσεως Certiorari, Πολ. Έφ. Αρ. 11/2025, ημερ. 21.7.2025.
Καταλήγω πως, από το σύνολο του μαρτυρικού υλικού και των στοιχείων που είχαν τεθεί ενώπιον του κατώτερου Δικαστηρίου, αυτό μπορούσε να καταλήξει ότι «Υπάρχει εύλογη αιτία να πιστεύεται ότι στην οικία και υποστατικά των αιτητών που βρίσκονται στην οδό [ ]», αποκρύπτονται μιασμένα χρήματα και τα άλλα συγκεκριμένα αντικείμενα, τα οποία εκάλυψε το προσβαλλόμενο ένταλμα έρευνας και ότι αυτά «θα παράσχουν απόδειξη» για τη διάπραξη των σοβαρών, οργανωμένων και κατ΄ επανάληψη εγκλημάτων που διερευνούσε η Αστυνομία. Όσον αφορά στα κινητά τηλέφωνα, επαναλαμβάνω, η Αίτηση εγκαταλείφθηκε.
Όσον αφορά στην αναγκαιότητα έκδοσης του προσβαλλόμενου εντάλματος έρευνας, για την οποία το κατώτερο Δικαστήριο επίσης ικανοποιήθηκε, θα είμαι σύντομος. Η υπόθεση που διερευνούσε η Αστυνομία, ως ελέχθη, ήταν εξαιρετικά σοβαρή, με αρκετά πρόσωπα αναμεμειγμένα και με συγκεκριμένο ρόλο έκαστος. Μάλιστα ο ιθύνων νους της όλης παράνομης δραστηριότητας φέρεται να είναι κατάδικος, ο οποίος εκτίει ποινή φυλάκισης στις Κεντρικές Φυλακές, με τον οποίο η δεύτερη αιτήτρια, αλλά και η θυγατέρα της (2η ύποπτη), φέρεται να έχει διαρκή τηλεφωνική επικοινωνία, με απώτερο στόχο την οικονομική διαχείριση και αποθήκευση των χρηματικών ποσών που παράνομα και συστηματικά εξασφαλίζονται. Ο κίνδυνος μεταφοράς, απόκρυψης ή αποξένωσης χρημάτων, προϊόν της εγκληματικής δραστηριότητας, είτε από τους αιτητές, είτε από τρίτα πρόσωπα, ήταν υπαρκτός.
Δικαιολογημένα είχε καταγραφεί στην Ένορκη Δήλωση που χρησιμοποιήθηκε για την έκδοση του προσβαλλόμενου εντάλματος έρευνας πως «η έκδοση των αιτούμενων ενταλμάτων έρευνας είναι ανάλογη, αφού σε περίπτωση μη έκδοσης τους, ο κίνδυνος απόκρυψης ή/και καταστροφής των τεκμηρίων από τους ύποπτους ή άλλα πρόσωπα είναι ορατός, με αποτέλεσμα τη μη αποτελεσματική διερεύνηση της παρούσας υπόθεσης». Το πιο κάτω απόσπασμα από την υπόθεση Mohammed (ανωτέρω), ισχύει, κατ’ αναλογίαν, και εν προκειμένω:
«Περαιτέρω, η σοβαρότητα των εγκλημάτων στα οποία η έρευνα αφορούσε και το δημόσιο συμφέρον στην εξιχνίαση τους, σε αντιπαραβολή με το μέγεθος της ενόχλησης που η έρευνα θα μπορούσε να προκαλέσει στους κρατούμενους στην πτέρυγα αυτή, καθιστούσε την έκδοση του εντάλματος μέτρο αναλογικό και καμιά συνταγματική παραβίαση δεν εγείρεται, έστω εκ πρώτης όψεως.»
Η δε Αστυνομία, ως ελέχθη, απετάθη στο κατώτερο Δικαστήριο για έκδοση του εντάλματος έρευνας, αμελλητί.
Όπως και στην Αναφορικά με την Αίτηση του Χ.Π. (ανωτέρω), το κατώτερο Δικαστήριο ενομιμοποιείτο να εκδώσει το επίδικο ένταλμα έρευνας, στη βάση του συγκεκριμένου μαρτυρικού υλικού που είχε τεθεί ενώπιον του. Να επαναλάβω ότι με το Προνομιακό Ένταλμα Certiorari, δεν εξετάζεται η ορθότητα των αποφάσεων των κατώτερων Δικαστηρίων.
Εν κατακλείδι, η Αίτηση διά κλήσεως για ακύρωση του εντάλματος έρευνας απορρίπτεται, αφού για την έκδοση του «τηρήθηκε ο νόμος και η νομολογία που διέπει το θέμα» (Μηλιώτης (2006) 1(Α) Α.Α.Δ. 12).
Οι αιτητές καταδικάζονται στα έξοδα, όπως αυτά θα υπολογισθούν από τον Πρωτοκολλητή και εγκριθούν από το Δικαστήριο.
Ι. ΙΩΑΝΝΙΔΗΣ, Δ.
/ΣΓεωργίου
cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο