ΠΑΝΑΓΙΩΤΗΣ ΣΑΜΠΑΝΙΑΣ v. PANOS CHRYSOSTOMOU LIMITED, Πολιτική Έφεση Αρ.389/2016, 19/10/2026
print
Τίτλος:
ΠΑΝΑΓΙΩΤΗΣ ΣΑΜΠΑΝΙΑΣ v. PANOS CHRYSOSTOMOU LIMITED, Πολιτική Έφεση Αρ.389/2016, 19/10/2026

ΑΝΩΤΑΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΚΥΠΡΟΥ

ΔΕΥΤΕΡΟΒΑΘΜΙΑ ΔΙΚΑΙΟΔΟΣΙΑ

 

  Πολιτική Έφεση Αρ.389/2016

 

  19 Οκτωβρίου 2026

 [Κ. ΣΤΑΜΑΤΙΟΥ, Π., Λ. ΔΗΜΗΤΡΙΑΔΟΥ-ΑΝΔΡΕΟΥ, Α. ΔΑΥΙΔ, Δ/στές]

 

ΠΑΝΑΓΙΩΤΗΣ ΣΑΜΠΑΝΙΑΣ

 

              Εφεσείοντας

ν.

 

PANOS CHRYSOSTOMOU LIMITED

              Εφεσίβλητης

………………………………………..

 

Στ. Χριστοφόρου για Στυλιανός Ν. Χριστοφόρου & Σία Δ.Ε.Π.Ε., για τον εφεσείοντα.

 

Α. Χατζηχριστοφή, για Μιχάλης Βορκάς & Συνεργάτες Δ.Ε.Π.Ε., για την εφεσίβλητη.

 

 

Κ. ΣΤΑΜΑΤΙΟΥ, Π.: Η Απόφαση είναι ομόφωνη, θα δοθεί από το

                               Δικαστή Δαυίδ.

 

 

 

 

Α Π Ο Φ Α Σ Η

 

ΔΑΥΙΔ, Δ.: Ο εφεσείων, πρώην εργοδοτούμενος στην εφεσίβλητη εταιρεία, η οποία δραστηριοποιείτο στην παροχή λογιστικών και ελεγκτικών υπηρεσιών, καταχώρισε στο Δικαστήριο Εργατικών Διαφορών Λευκωσίας την αίτηση Αρ.80/2013, αξιώνοντας εναντίον της εφεσίβλητης  αποζημιώσεις συνεπεία παράνομου τερματισμού της απασχόλησής του ως ελεγκτής, πληρωμή αντί προειδοποίησης και συναφή ωφελήματα.

 

Μέσω επιστολής της εφεσίβλητης, ημερομηνίας 30.11.2012, τερματίστηκε με άμεση ισχύ η απασχόληση του εφεσείοντα στην εφεσίβλητη. Αποδόθηκε στον τελευταίο η διατήρηση και εξυπηρέτηση προσωπικών πελατών, παράλληλα με την εργοδότηση του και κατά τις ώρες εργασίας του, καθώς και μη εξουσιοδοτημένη επέμβαση στον ηλεκτρονικό παροχέα (server) των υπολογιστών της εφεσίβλητης.

 

Ο εφεσείων, πέραν του ζητήματος της νομιμότητας του τερματισμού της απασχόλησης του, στο πλαίσιο του οποίου αρνήθηκε τη διάπραξη οποιουδήποτε παραπτώματος που δικαιολογούσε την άμεση απόλυση του, παραπονείτο επίσης ότι δεν του δόθηκε προηγουμένως η ευκαιρία να απαντήσει στις εναντίον του αιτιάσεις. Αντικείμενο διαφωνίας, αποτέλεσε και η συνολική διάρκεια της απασχόλησής του. Επί τούτου, υποστήριξε ότι εργαζόταν από το 2006 στην εταιρεία «Chrysostomou Associates Ltd»  και ότι, από τον Οκτώβριο του 2008, η απασχόληση του συνεχίστηκε στην εφεσίβλητη, χωρίς ουσιαστική μεταβολή ως προς τον τόπο εργασίας, τα καθήκοντα και γενικότερα τους όρους απασχόλησης του, θέση την οποία η εφεσίβλητη αμφισβήτησε, αποδεχόμενη ως χρόνο έναρξης της μεταξύ τους εργασιακής σχέσης, την 1.10.2008.

 

Το ζήτημα του τερματισμού της εργοδότησης του εφεσείοντα στην εφεσίβλητη, ανέκυψε στις 26.11.2012, όταν σε έγγραφο που εκτυπώθηκε από τον ηλεκτρονικό υπολογιστή της Ν. Ιωσήφ, εργοδοτούμενης επίσης στην εφεσίβλητη, μέσω του ελεγκτικού προγράμματος caseware που η εφεσείουσα χρησιμοποιούσε για την ετοιμασία οικονομικών και φορολογικών καταστάσεων των πελατών της, εμφανίστηκε η επωνυμία «AuditPro Services Ltd», αντί της εφεσίβλητης. Το περιστατικό αποτέλεσε αντικείμενο διερεύνησης από τη διεύθυνση, στο πλαίσιο της οποίας δόθηκε οδηγία στους ελεγκτές να μην προβούν σε οποιαδήποτε επέμβαση στο πρόγραμμα μέχρι να εξακριβωθεί η αιτία του προβλήματος. Παρά τη ρητή αυτή οδηγία, ο εφεσείων επανάφερε στο πρόγραμμα την επωνυμία της εφεσίβλητης, ισχυριζόμενος ωστόσο, ότι ενήργησε καλοπροαίρετα. Κατά το ίδιο χρονικό διάστημα προέκυψαν και άλλα περιστατικά, τα οποία, κατά την εφεσίβλητη, καταδείκνυαν ότι ο εφεσείων εξυπηρετούσε προσωπικούς του πελάτες. Μεταξύ αυτών, περιλαμβανόταν τηλεφώνημα από τη Στατιστική Υπηρεσία της Δημοκρατίας σε σχέση με την εταιρεία C.P.7 Ltd, μέσω του οποίου αναζητούντο πληροφορίες για την εν λόγω εταιρεία, η οποία, όμως,  δεν συγκαταλεγόταν στους πελάτες της εφεσίβλητης. Για την τελευταία, ως παραδέχτηκε ο εφεσείων, ενεργούσε ως λογιστής της. Παράλληλα, εντοπίστηκε στο γραφείο του, φάκελος της Tassos Kontos & Sons Motors Ltd, επίσης προσωπικού πελάτη του εφεσείοντα, ο οποίος περιείχε, μεταξύ άλλων, υλικό που είχε διεκπεραιωθεί μέσω του προγράμματος caseware της εφεσίβλητης. Η χρήση των διευκολύνσεων του γραφείου της εργοδότριας του εταιρείας από πλευράς εφεσείοντα, προς εξυπηρέτηση δικών του πελατών, επιβεβαιώθηκε και από πολυσέλιδο ηλεκτρονικό μήνυμα που του αποστάλθηκε από τρίτη εταιρεία (Cavalier), στην ηλεκτρονική διεύθυνση που του παραχωρήθηκε στο πλαίσιο της εργοδότησης του από την εφεσείουσα, με συνημμένες τιμολογιακές καταστάσεις.

 

Το πρωτόδικο Δικαστήριο, απέρριψε στο σύνολο τους τις απαιτήσεις του εφεσείοντα. Ως προς το συνεχές της απασχόλησης του, έκρινε, αφενός ότι ο χρόνος υπηρεσίας του στην εταιρεία Chrysostomou Associates Ltd δεν μπορούσε να υπολογιστεί ως χρόνος υπηρεσίας στην εφεσίβλητη για σκοπούς προσδιορισμού των αποζημιώσεων, καθ’ ότι δεν πρόκυπτε η ύπαρξη συνδεδεμένων εταιρειών με την έννοια του άρθρου 20(γ) του περί Τερματισμού Απασχολήσεως Νόμου του 1967, (Ν.24/1967). Αφετέρου, προβαίνοντας σε εκτενή αναφορά στις πρόνοιες και τους σκοπούς του περί Διατήρησης και Διασφάλισης των Δικαιωμάτων των Εργοδοτουμένων κατά τη Μεταβίβαση Επιχειρήσεων, Εγκαταστάσεων ή Τμημάτων Επιχειρήσεων ή Εγκαταστάσεων Νόμου του 2000, Ν.104(Ι)/2000 και της Οδηγίας 2001/23/ΕΚ περί Προσεγγίσεως των Νομοθεσιών των Κρατών Μελών, σχετικά με τη Διατήρηση των Δικαιωμάτων των Εργαζομένων σε περίπτωση Μεταβιβάσεων Επιχειρήσεων, Εγκαταστάσεων ή Τμημάτων Εγκαταστάσεων ή Επιχειρήσεων και παραπέμποντας σε σχετική νομολογία, κατέληξε ότι η συγκεκριμένη περίπτωση δεν εμπίπτει εντός των προστατευτικών διατάξεων των ως άνω νομοθετημάτων.  Η περίοδος απασχόλησης του εφεσείοντα στην εφεσίβλητη, κατέληξε, ήταν από την 1.10.2008 μέχρι την 30.11.2012, ημερομηνία που τερματίστηκαν κατά τον πιο πάνω τρόπο οι υπηρεσίες του. 

 

Ως προς τις συνθήκες τερματισμού της ως άνω απασχόλησης του, το πρωτόδικο Δικαστήριο, αποδεχόμενο τη μαρτυρία των μαρτύρων της εφεσίβλητης, έκρινε ότι η τελευταία είχε ανατρέψει το μαχητό τεκμήριο του άρθρου 6(1) του περί Τερματισμού Απασχολήσεως Νόμου του 1967, Ν.24/1967 και ότι η συμπεριφορά του εφεσείοντα, συνολικά θεωρούμενη, είχε κλονίσει την εμπιστοσύνη της εφεσίβλητης στο πρόσωπό του σε βαθμό που δικαιολογούσε τον άμεσο τερματισμό της απασχόλησής του δυνάμει του άρθρου 5(ε) και (στ) του Νόμου.  Περαιτέρω, κατέληξε ότι δεν είχε παραβιαστεί το δικαίωμά του εφεσείοντα να ακουστεί, αφού ο τελευταίος είχε επανειλημμένως κληθεί να δώσει εξηγήσεις, τόσο για την αλλαγή της επωνυμίας στο πρόγραμμα caseware όσο και για το τηλεφώνημα της Στατιστικής Υπηρεσίας, ενώ τα στοιχεία του φακέλου που εντοπίστηκε στο γραφείο του (τεκμήριο 9), και αφορούσε την εταιρεία Tassos Kontos & Sons Ltd, κρίθηκαν τόσο ισχυρά και έκδηλα, ώστε να μην αναμένεται ευλόγως από την εφεσίβλητη να του παράσχει περαιτέρω ευκαιρία ακρόασης.

 

O εφεσείων βάλλει κατά της πρωτόδικης απόφασης, προωθώντας πέντε (5) λόγους έφεσης. Με τον 1ο λόγο έφεσης, αμφισβητεί την κατάληξη του πρωτόδικου Δικαστηρίου ότι δεν αποδείχθηκε «μεταβίβαση» της επιχείρησης και, κατ’ επέκταση μεταβίβαση της απασχόλησης του εφεσείοντα από τον προηγούμενο εργοδότη του στην εφεσίβλητη. Με τον 2ο λόγο έφεσης, πλήττεται η κρίση ότι στοιχειοθετήθηκαν βάσιμοι λόγοι πως ο εφεσείοντας ενεργούσε για την «AuditPro Services Ltd», προκρίνοντας πως δεν διερευνήθηκε επαρκώς ποιος πραγματοποίησε την αλλαγή στο πρόγραμμα caseware και ότι η σχετική κατάληξη στηρίχθηκε σε εικασίες και περιστατική μαρτυρία. Με τον συναφή 3ο λόγο έφεσης, προσβάλλεται ειδικότερα η κατάληξη ότι ο εφεσείων ήταν το πρόσωπο που επενέβη στον παροχέα υπολογιστών (server) και αντικατέστησε την επωνυμία της εφεσίβλητης. Ο 4ος λόγος έφεσης στρέφεται κατά του ευρήματος ότι ο εφεσείων εξυπηρετούσε προσωπικούς του πελάτες εν ώρα εργασίας και κατά παράβαση των ρητών οδηγιών της εφεσίβλητης. Τέλος, δια του 5ου λόγου έφεσης,  προσβάλλεται η τελική κατάληξη ότι η συμπεριφορά του εφεσείοντα ήταν τέτοια ώστε να δικαιολογεί τον άμεσο τερματισμό της απασχόλησής του. Ακόμα και αν θεωρηθεί, εξηγεί, ότι διατηρούσε δικούς του πελάτες κατά παράβαση σχετικών οδηγιών, η συμπεριφορά αυτή, στην απουσία μαρτυρίας ότι ο ίδιος προκάλεσε την αλλαγή της επωνυμίας στο πρόγραμμα caseware, καθιστά  τον τερματισμό της απασχόλησης του, μη  ενδεδειγμένη λύση.

 

Πριν από την ενασχόληση με τα ζητήματα που προωθούνται από την πλευρά του εφεσείοντα στην υπό συζήτηση περίπτωση, είναι σημαντικό υπομνήσουμε την καλά εδραιωμένη αρχή, νομοθετικά και νομολογικά, ότι έφεση κατά απόφασης του Δικαστηρίου Εργατικών Διαφορών χωρεί μόνο επί νομικών σημείων (βλ. άρθρο 12 (11Α) του περί Ετήσιων Αδειών Μετ' Απολαβών Νόμου του 1967, Ν.8/1967 και Κανονισμό 16(1) του περί Δικαστηρίου Εργατικών Διαφορών Διαδικαστικού Κανονισμού 1/1999).  

 

Του ως άνω λεχθέντος, κρίνεται σκόπιμη η εξέταση κατά προτεραιότητα, της θέσης της εφεσίβλητης ότι οι λόγοι έφεσης 2 έως 5 θα πρέπει να απορριφθούν ως μη δυνάμενοι να προωθηθούν, αφού δεν αφορούν, ούτε περιορίζονται σε νομικά σημεία, αλλά επιδιώκουν την ανατροπή γεγονότων και των επ’ αυτών ευρημάτων του πρωτόδικου Δικαστηρίου. Άλλωστε, το πρωταρχικό αυτό ζήτημα, αποτελεί δικαιοδοτικό όρο για την εξέταση της έφεσης, δυνάμενο ως τέτοιο να εξεταστεί και αυτεπάγγελτα από το Εφετείο.

 

Ως κατ’ επανάληψη έχει επεξηγηθεί, σε σειρά αποφάσεων, «λόγος έφεσης δεν μπορεί να θεωρηθεί ότι είναι επί νομικού σημείου όταν στρέφεται κατά των ευρημάτων του Δικαστηρίου ως προς τα γεγονότα που περιβάλλουν τον τερματισμό της απασχόλησης και όπου η αιτιολογία η οποία παρέχεται προς υποστήριξη λόγου έφεσης, απολήγει σε αμφισβήτηση των ευρημάτων του Δικαστηρίου αναφορικά με τις υπερβάλλουσες τον τερματισμό συνθήκες» (βλ. In re HjiCostas (1984) 1 C.L.R. 513, Spinneys Cyprus Ltd v. Χρίστου κ.ά (2004) 1Γ Α.Α.Δ. 1833 και Αντέννα Λτδ ν. Κωνσταντίνου (2010) 1Α Α.Α.Δ. 392). Διασαφηνίστηκε, δε, ότι δυνατότητα επέμβασης του εφετείου επί της αξιολόγησης της μαρτυρίας από το Εργατικό Δικαστήριο είναι επιτρεπτή μόνο όπου η αξιολόγηση είναι προϊόν εσφαλμένης νομικής καθοδήγησης (βλ. Kallinika Developing Limited ν. Γεωργίου κ.ά., Πολ. Εφ. 383/14, ημερ. 12.10.2021).

 

Ο προσδιορισμός του «νομικού σημείου» δεν είναι πάντοτε ευχερής, ούτε ο όρος επιδέχεται εξαντλητικού ορισμού. Εμφανίζεται να περιλαμβάνει εφαρμογή του νόμου σε αναντίλεκτα γεγονότα, ζήτημα ερμηνείας και οριοθέτησης του νομοθετικού σκοπού, λανθασμένη άσκηση δικαστικής διακριτικής ευχέρειας ή διακριτικής εξουσίας με βάση λανθασμένες νομικές αρχές, δικαστική ενέργεια χωρίς μαρτυρία, συμπεράσματα που είναι αντίθετα ή δεν συνάδουν με την ενώπιον του πρωτόδικου Δικαστηρίου μαρτυρία, αλλά και άποψη του τελευταίου επί πρωτογενών γεγονότων που δεν μπορεί ευλόγως να υποστηριχθεί (βλ. Λοΐζου v. Stylson Engin. Co Ltd (1998) 1(Δ) Α.Α.Δ.2077, Χρίστου ν. Fairways Larnaca Ltd (2005) 1Α Α.Α.Δ. 300 και Terra Santa College v. Παπαπαρασκευά κ.ά., Πολ. Εφ. 93/13, ημερ. 21.12.2020). Αντίθετα, δικαστικά συμπεράσματα που βασίζονται επί των ευρημάτων πρωτογενών γεγονότων, εντάσσονται στον όρο αυτό (In re HjiCostas (ανωτέρω)).

 

Υπό το πρίσμα των πιο πάνω αρχών, έχοντας εξετάσει τους λόγους έφεσης 2 έως 5, την αιτιολογία και επιχειρηματολογία που τους υποστηρίζει, συγκλίνουμε με τη εισήγηση ότι δεν εγείρουν νομικό σημείο που να προσφέρεται για εξέταση από το παρόν Δικαστήριο. Ειδικότερα, μέσω των λόγων έφεσης 2 και 3, αμφισβητείται το συμπέρασμα που το πρωτόδικο Δικαστήριο εξήγαγε ως προς την εμπλοκή του εφεσείοντα στην επέμβαση στο πρόγραμμα caseware και την αλλαγή της επωνυμίας της εφεσίβλητης. Προς τούτο, η πλευρά του εφεσείοντα επικαλείται, μεταξύ άλλων, τη μαρτυρία του Μ. Σχίζα, εξωτερικού συνεργάτη της εφεσίβλητης σε θέματα ηλεκτρονικών υπολογιστών και δικτύων, ο οποίος, ενώ κατέθεσε ότι η εμφάνιση της επωνυμίας «AuditPro Services Ltd» προϋπέθετε επέμβαση στον server και στο πρόγραμμα, κατά την αντεξέταση του δεν απέκλεισε το ενδεχόμενο η αντικατάσταση της επωνυμίας να είχε γίνει από τη Ν. Ιωσήφ, από τον ηλεκτρονικό υπολογιστή της οποίας είχε εκτυπωθεί το σχετικό έγγραφο. Περαιτέρω, προβάλλει ότι η ιδιότητα του ως του μόνου εξουσιοδοτημένου προσώπου για την ενημέρωση του προγράμματος στον κεντρικό ηλεκτρονικό υπολογιστή του γραφείου δεν αποδείκνυε, αφ' εαυτής, ότι ήταν εκείνος που προέβη στην επίμαχη αλλαγή. Εισηγείται, στη βάση των πιο πάνω αλλά και άλλων στοιχείων, ότι δεν υπήρχε επαρκές αποδεικτικό έρεισμα για να του αποδοθεί η συγκεκριμένη πράξη. Είναι προφανές ότι οι όποιες αιτιάσεις προβάλλονται, ανάγονται στην αποδεικτική επάρκεια των στοιχείων επί των οποίων στηρίχθηκε το σχετικό πρωτόδικο εύρημα, στην αξιολόγηση τους και στα καταληκτικά συμπεράσματα του πρωτόδικου Δικαστηρίου, απολήγοντας, κατά τρόπο ανεπίτρεπτο στην υπό συζήτηση περίπτωση, στην αμφισβήτηση ευρημάτων πρωτογενών γεγονότων. 

 

Το ίδιο ισχύει και για τον 4ο λόγο έφεσης. Η επιχειρηματολογία του εφεσείοντα επικεντρώνεται στην επάρκεια της μαρτυρίας επί της οποίας στηρίχθηκε το εύρημα ότι εξυπηρετούσε προσωπικούς του πελάτες εν ώρα εργασίας, κατά παράβαση των οδηγιών της εφεσίβλητης, αμφισβητώντας ουσιαστικά τα πρωτογενή ευρήματα  του πρωτόδικου Δικαστηρίου επί του ζητήματος, ως εξήχθησαν από την τεθείσα υπόψη του μαρτυρία και στοιχεία ως έγιναν αποδεκτά και αφορούσαν τον τρόπο δράσης του εφεσείοντα σε σχέση με διάφορες εταιρείες που εξυπηρετούσε προσωπικά ως λογιστής, ενίοτε με τη χρήση από μέρους του του ελεγκτικού προγράμματος caseware της εφεσίβλητης.

 

Στην ίδια βάση εδράζεται και ο 5ος λόγος έφεσης. Παρά τη γενική αιτίαση ότι εσφαλμένα κρίθηκε δικαιολογημένος και νόμιμος ο άμεσος τερματισμός της απασχόλησης, η αιτιολογία που προβάλλεται προς υποστήριξή του, δεν λαμβάνει ως δεδομένα τα πρωτόδικα ευρήματα, ώστε να τίθεται ζήτημα κατά πόσο αυτά ήταν, ως νομικό ζήτημα, ικανά να δικαιολογήσουν τον τερματισμό. Αντίθετα, προϋποθέτει την παραδοχή ότι δεν αποδείχθηκε η εμπλοκή του εφεσείοντα στην αλλαγή της επωνυμίας στο πρόγραμμα και, συνακόλουθα, την ανατροπή ουσιώδους πραγματικού ευρήματος επί του οποίου στηρίχθηκε η πρωτόδικη κρίση.

 

Είναι προφανές πως παρά τη διατύπωση των ως άνω λόγων έφεσης, ως σφαλμάτων της πρωτόδικης νομικής κρίσης, στο σύνολό τους, επί της ουσίας πλήττουν την αξιολόγηση της μαρτυρίας και τα συμπεράσματα του πρωτόδικου Δικαστηρίου που εξήχθησαν από αυτήν. Η εξέτασή τους θα απαιτούσε από το Εφετείο να επανέλθει στην αποδεικτική ύλη για να υποκαταστήσει, κατά τρόπο ανεπίτρεπτο, τα ευρήματα και πραγματικά συμπεράσματα του πρωτόδικου Δικαστηρίου με δικά του, υπό τον μανδύα εξέτασης νομικού σημείου.

 

Εν πάση περιπτώσει, είναι αρκετό να σημειωθεί ότι στη βάση όλων όσων τέθηκαν υπόψη του πρωτόδικου Δικαστηρίου και έγιναν αποδεκτά, σωρευτικά θεωρούμενων, η κατάληξη του πρωτόδικου δικαστηρίου ότι η εφεσίβλητη, ως «λογικός εργοδότης», νόμιμα προχώρησε στον άμεσο τερματισμό της εργοδότησης του εφεσείοντα, κρίνεται καθ’ όλα ορθή.  

 

Ως εκ των ανωτέρω, οι λόγοι έφεσης 2 έως 5, ως μη δυνάμενοι να προωθηθούν στο πλαίσιο της παρούσας, οριοθετημένης σε σχέση με το αντικείμενο της διαδικασίας, απορρίπτονται.

 

Παρά το γεγονός ότι η υιοθέτηση της κατάληξης του πρωτόδικου Δικαστηρίου, ότι στην περίπτωση του εφεσείοντα ο άμεσος τερματισμός της απασχόλησης του, υπό τις περιστάσεις που αυτός έγινε ήταν καθ’ όλα νόμιμος, ανάγοντας την ενασχόληση με τον 1ο λόγο έφεσης, εν πολλοίς, σε θεωρητικό ζήτημα, για σκοπούς πληρότητας, κρίνεται ότι επί του ειδικότερου αυτού ζητήματος, θα πρέπει να σημειωθούν τα πιο κάτω.

 

Με την προβολή του 1ου λόγου έφεσης, ουσιαστικά ο εφεσείων παραπονείται ότι το πρωτόδικο Δικαστήριο δεν εφάρμοσε ορθά τον Ν.104(Ι)/2000 και τη σχετική νομολογία όσον αφορά το ζήτημα της μεταβίβασης επιχείρησης, καταλήγοντας ότι δεν υπήρξε μεταβίβαση της απασχόλησης του από τον προηγούμενο εργοδότη του στην εφεσίβλητη.

 

Ως προς το εφαρμοστέο νομικό πλαίσιο, σημειώνουμε ότι σύμφωνα με την επιφύλαξη της παραγράφου 3 του Μέρους Ι του Δεύτερου Πίνακα του περί Τερματισμού Απασχολήσεως Νόμου του 1967, (Ν.24/1967), σε περίπτωση μεταβίβασης επιχείρησης ή τμήματός της σε άλλο εργοδότη ή μετάθεσης εργοδοτουμένου από μια εταιρεία σε άλλη κατά το άρθρο 20(γ) του ως άνω νόμου, η απασχόληση στον πρώτο εργοδότη συνυπολογίζεται ως απασχόληση στον δεύτερο. Ως προς τη «μετάθεση», έχει κριθεί ότι αυτή προϋποθέτει την ύπαρξη «συνδεδεμένων εταιρειών» κατά την έννοια του τελευταίου πιο πάνω άρθρου (βλ. Demades Auto Suppl. (L/ssol) Ltd v. Ιωαννίδου (1996) 1(Α) Α.Α.Δ. 228).

 

Εν προκειμένω, το πρωτόδικο Δικαστήριο εφαρμόζοντας την πιο πάνω αρχή, διαπίστωσε πως ενώ στους γενικούς λόγους της αίτησης ως προηγούμενος εργοδότης αναφερόταν η «Chrysostomou Associates Ltd», από τα στοιχεία των Κοινωνικών Ασφαλίσεων προέκυπτε ως τέτοια η «Panos Chrysostomou Associates Ltd», χωρίς, παράλληλα, να έχει αποδειχθεί ότι επρόκειτο για το ίδιο νομικό πρόσωπο. Περαιτέρω, από τα πιστοποιητικά μετόχων και διευθυντών καταδεικνυόταν  διαφορετική μετοχική και διοικητική σύνθεση της «Chrysostomou Associates Ltd» και της εφεσίβλητης. Ενόψει των πιο πάνω, κατέληξε ότι δεν είχε καταδειχθεί η ύπαρξη συνδεδεμένων εταιρειών και απέκλεισε το ενδεχόμενο «μετάθεσης» του εφεσείοντα.

 

Δεν περιορίστηκε στην ως άνω, ορθή  διαπίστωση. Εξέτασε το ζήτημα και υπό το πρίσμα του Ν.104(Ι)/2000, στον οποίο έστρεψε την προσοχή του ο ευπαίδευτος συνήγορος του εφεσείοντα, νόμου που θεσπίστηκε προς εναρμόνιση της κυπριακής νομοθεσίας με το Κοινοτικό Δίκαιο (Οδηγία 2001/23/ΕΚ). Προέβη, επί τούτου, σε εκτενή αναφορά  στο σχετικό νομοθετικό και νομολογικό πλαίσιο.

 

Εύκολα διακρίνεται ότι σκοπός του Ν.104(Ι)/2000, είναι η διατήρηση και η διασφάλιση των δικαιωμάτων των εργοδοτουμένων σε περίπτωση που μεσολαβήσει «μεταβίβαση» επιχείρησης, ως η έννοια του όρου περιλαμβάνεται στο εν λόγω νομοθέτημα. Ειδικότερα, το άρθρο 3(2) του Ν.104(Ι)/2000, προσδιορίζει ως «μεταβίβαση», τη μεταβίβαση μιας οικονομικής οντότητας η οποία διατηρεί την ταυτότητά της, νοούμενης ως σύνολο οργανωμένων πόρων με σκοπό την άσκηση οικονομικής δραστηριότητας, ανεξαρτήτως αν αυτή είναι κύρια ή δευτερεύουσα. Αποφασιστικό κριτήριο, προκειμένου να διαπιστωθεί «μεταβίβαση», είναι η διατήρηση της ταυτότητας της οικονομικής οντότητας και υπό τον νέο φορέα και όχι η διατήρηση της νομικής ή εταιρικής μορφής υπό την οποία αυτή λειτουργούσε. Η κρίση αυτή προϋποθέτει συνολική εκτίμηση των περιστάσεων της εκάστοτε συγκεκριμένης περίπτωσης.

 

Μεταξύ των παραγόντων που συνεκτιμώνται, συγκαταλέγονται το είδος της επιχείρησης, η μεταβίβαση υλικών και άυλων στοιχείων, η ανάληψη σημαντικού μέρους του εργατικού δυναμικού και της πελατείας, ο βαθμός ομοιότητας των δραστηριοτήτων πριν και μετά τη μεταβίβαση και η τυχόν διακοπή τους. Κανένα από τα στοιχεία αυτά δεν είναι, από μόνο του αποφασιστικό, ούτε μπορεί να αξιολογείται απομονωμένα. Η δε βαρύτητά τους, διαφοροποιείται αναλόγως της φύσης της συγκεκριμένης δραστηριότητας. (βλ. Σαββίδης ν. SSP Catering Cyprus Ltd κ.ά. (2012) 1Α Α.Α.Δ. 2096 και Deloitte Ltd ν. Στυλιανού κ.ά., Πολ. Έφ. 419/2016, ημερ. 16.5.2025).

 

Το παράπονο του εφεσείοντα έγκειται στο γεγονός ότι το πρωτόδικο Δικαστήριο δεν εφάρμοσε ορθά τις πιο πάνω νομοθετικές διατάξεις και τη σχετική νομολογία, υποστηρίζοντας ότι προσέδωσε καθοριστική σημασία στη διαφορετική εταιρική και μετοχική σύνθεση των εμπλεκομένων επιχειρήσεων, αντί να επικεντρωθεί στα ουσιώδη κριτήρια για τη διαπίστωση της διατήρησης της ταυτότητας της οικονομικής οντότητας και, ειδικότερα, στη συνέχιση της ίδιας δραστηριότητας κατ’ εξυπηρέτηση του ιδίου σκοπού, ήτοι την παροχή λογιστικών και ελεγκτικών υπηρεσιών, στον ίδιο χώρο, από το ίδιο προσωπικό, με τους ίδιους πελάτες.

 

Δεν συγκλίνουμε με τη θέση αυτή. Είναι μεν ορθή η θέση του εφεσείοντα ότι η διαφορετική νομική ή εταιρική σύνθεση των εμπλεκομένων φορέων δεν αποτελεί, αφ' εαυτής, κώλυμα για τη διαπίστωση μεταβίβασης. Τέτοια, όμως, δεν ήταν η βάση επί της οποίας κρίθηκε τελικά η υπόθεση.

 

Το πρωτόδικο Δικαστήριο παρέθεσε τα ορθά νομικά κριτήρια και συνεκτίμησε τα στοιχεία που συνηγορούσαν υπέρ της συνέχειας της δραστηριότητας, περιλαμβανομένης της συνέχισης των εργασιών στον ίδιο χώρο, μέσω του πελατολογίου του γραφείου, καθώς και της απασχόλησης του εφεσείοντα, πριν και μετά τον Οκτώβριο του 2008, στον ίδιο χώρο και, ουσιαστικά, με τα ίδια καθήκοντα. Εκείνο που έκρινε ότι δεν είχε αποδειχθεί, ήταν η αναγκαία σύνδεση μεταξύ της οικονομικής οντότητας στην οποία ο εφεσείων απέδιδε την προηγούμενη εργοδότησή του και εκείνης που φερόταν να έχει περιέλθει στην εφεσίβλητη. Πέραν της ήδη επισημανθείσας αναντιστοιχίας ως προς την ταυτότητα του προηγούμενου εργοδότη του εφεσείοντα, η μαρτυρία καταδείκνυε ότι ο κ. Π. Χρυσοστόμου, πριν από την εγγραφή της εφεσίβλητης, δραστηριοποιείτο στον ίδιο χώρο, ως αυτοεργοδοτούμενος ελεγκτής.

 

Η διαφορετική εταιρική ταυτότητα, συνεπώς, δεν αντιμετωπίστηκε ως αυτοτελές νομικό κώλυμα στη μεταβίβαση, αλλά ως μέρος της αποδεικτικής ασάφειας ως προς την ίδια την ταυτότητα της οικονομικής οντότητας που φερόταν να έχει μεταβιβαστεί. Χωρίς τη διακρίβωση της αναγκαίας αυτής αφετηρίας και δεδομένου ότι το βάρος απόδειξης του συνεχούς της απασχόλησης έφερε ο εφεσείων, δεν ήταν δυνατό να διαπιστωθεί με ασφάλεια ότι συγκεκριμένη οικονομική οντότητα διατήρησε την ταυτότητά της υπό τον νέο φορέα, όπως απαιτεί το άρθρο 3(2) του Ν.104(Ι)/2000.

 

Υπό το φως των πιο πάνω, ούτε ο  1ος λόγος έφεσης, θα μπορούσε να έχει επιτυχή κατάληξη και απορρίπτεται.

 

Καταληκτικά, για τους λόγους που πιο πάνω έχουν εξηγηθεί, η έφεση στο σύνολο της, αποτυγχάνει και απορρίπτεται.

 

Επιδικάζονται υπέρ της εφεσίβλητης και εναντίον του εφεσείοντα έξοδα, ύψους €2.200, πλέον ΦΠΑ, αν υπάρχει.

 

 

Κ. ΣΤΑΜΑΤΙΟΥ, Π.

                                                       

Λ. ΔΗΜΗΤΡΙΑΔΟΥ-ΑΝΔΡΕΟΥ, Δ.

                                      

                                                     Α. ΔΑΥΙΔ, Δ.

 

 


cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο