Κώστας Μανώλη v. Συνεργατικό Ταμιευτήριο Λευκωσίας Λτδ, ως μετονομάστηκε σε Κυπριακή Εταιρεία Διαχείρισης Περιουσιακών Στοιχείων Λτδ, Πολιτική Έφεση αρ. 403/2017, 21/10/2026
print
Τίτλος:
Κώστας Μανώλη v. Συνεργατικό Ταμιευτήριο Λευκωσίας Λτδ, ως μετονομάστηκε σε Κυπριακή Εταιρεία Διαχείρισης Περιουσιακών Στοιχείων Λτδ, Πολιτική Έφεση αρ. 403/2017, 21/10/2026

ΑΝΩΤΑΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΚΥΠΡΟΥ

ΔΕΥΤΕΡΟΒΑΘΜΙΑ ΔΙΚΑΙΟΔΟΣΙΑ

(Πολιτική Έφεση αρ. 403/2017)

21 Οκτωβρίου 2026

[ΣΤΑΜΑΤΙΟΥ, Π, ΔΗΜΗΤΡΙΑΔΟΥ- ΑΝΔΡΕΟΥ, ΠΑΝΑΓΙΩΤΟΥ, Δ/στές]

                               

Κώστας Μανώλη

Εφεσείων

ν.

Συνεργατικό Ταμιευτήριο Λευκωσίας Λτδ, ως μετονομάστηκε σε Κυπριακή Εταιρεία Διαχείρισης Περιουσιακών Στοιχείων Λτδ

Εφεσίβλητη

Σταύρος Χρυσταλλένος για τον εφεσείοντα.

Κωνσταντίνος Λαμπριανίδης για Ανδρέας Καρύδης και Σία Δ.Ε.Π.Ε. για εφεσίβλητη.

                               

ΣΤΑΜΑΤΙΟΥ, Π: Η απόφαση του Δικαστηρίου είναι ομόφωνη και θα απαγγελθεί από τον Δικαστή Παναγιώτου.

Α Π Ο Φ Α Σ Η

ΠΑΝΑΓΙΩΤΟΥ, Δ.: Με την παρούσα έφεση αμφισβητείται απόφαση του Επαρχιακού Δικαστηρίου Λευκωσίας με την οποία απορρίφθηκε αίτηση – έφεση του εφεσείοντα για ακύρωση της διαιτητικής απόφασης ημερομηνίας 09/12/2013 που εκδόθηκε εναντίον του και υπέρ της εφεσίβλητης.

Να σημειωθεί ότι σε άλλες δύο υποθέσεις που αφορούν τους ίδιους διαδίκους και πανομοιότυπα επίδικα θέματα πλην των ποσών των δανείων, το Επαρχιακό Δικαστήριο Λευκωσίας με άλλη σύνθεση δικαίωσε τον εφεσείοντα. Εναντίον των πιο πάνω αποφάσεων, η εδώ εφεσίβλητη καταχώρισε εφέσεις.

Απόφαση από το Εφετείο εκδόθηκε στην πρώτη υπόθεση  Συνεργατική Εταιρεία Διαχείρισης Περιουσιακών Στοιχείων Λτδ ν.  Κώστας Μανώλη Πολ. Έφεση 259/2018, ημ. 24.10.2024. Με την εν λόγω απόφαση, το Εφετείο δικαίωσε τον εφεσείοντα στην παρούσα, απορρίπτοντας την έφεση της εδώ εφεσίβλητης και επικυρώνοντας την πρωτόδικη απόφαση με την οποία ακυρώθηκε η διαιτητική διαδικασία. Λέχθηκε από το Εφετείο ότι ορθά το πρωτόδικο Δικαστήριο έκρινε ότι η έκδοση απόφασης με αναφορά στις παραδοχές του εφεσίβλητου χωρίς να ληφθούν υπόψη οι υπόλοιπες υπερασπίσεις του, καθιστούσε τη διαιτητική απόφαση προβληματική σε τέτοιο βαθμό που αναγόταν σε κακό χειρισμό της υπόθεσης από τον Διαιτητή. Τα ίδια λέχθηκαν και στην δεύτερη υπόθεση από το Ανώτατο Δικαστήριο στην απόφαση  Συνεργατική Εταιρεία Διαχείρισης Περιουσιακών Στοιχείων Λτδ ν.  Κώστας Μανώλη Πολ. Έφεση 179/2016, ημ. 08.01.2025 που αφορούσε τα ίδια ακριβώς επίδικα θέματα.      

Όπως και στις πιο πάνω υποθέσεις, έτσι και στην παρούσα, η διαφορά μεταξύ των διαδίκων προέκυψε από συμφωνία δανείου με την οποία η εφεσίβλητη παραχώρησε στον εφεσείοντα πιστωτικές διευκολύνσεις. Λόγω, κατά τους ισχυρισμούς της εφεσίβλητης, παράλειψης του εφεσείοντα να συμμορφωθεί με τους όρους της πιο πάνω δανειακής σύμβασης και να πληρώνει τις δόσεις του, προέκυψε διαφορά μεταξύ των διαδίκων, η οποία παραπέμφθηκε από τον Έφορο Συνεργατικών Εταιρειών σε διαιτησία σύμφωνα με τις πρόνοιες του Άρθρου 52(1) & (2) του Περί Συνεργατικών Εταιρειών Νόμου (Ν.22/85).

Το δικονομικό ιστορικό της διαιτησίας όπως παρατίθεται στην πρωτόδικη απόφαση έχει ως ακολούθως:

1.   Η εφεσίβλητη καταχώρισε έκθεση απαίτησης στη διαιτησία στις 20.03.2012 ενώ ο εφεσείων καταχώρισε υπεράσπιση και ανταπαίτηση στις 20.04.2012 με την οποία πρόσθεσε ως εξ ανταπαιτήσεως εναγόμενο την Allianz Ελλάς Ανώνυμη Ασφαλιστική Εταιρεία.

2.   Η εν λόγω ασφαλιστική εταιρεία εμφανίστηκε υπό διαμαρτυρία στη διαιτησία στις 02.05.2012 και με αίτησή της, ζήτησε την ακύρωση της προσθήκης της ως διαδίκου. Κατόπιν ακρόασης της εν λόγω ενδιάμεσης αίτησης, ο Διαιτητής αποδέχθηκε το αίτημα και διέγραψε την εν λόγω ασφαλιστική εταιρεία από διάδικο στην διαιτησία.

3.   Ο εφεσείων με αίτησή του ημερομηνίας 07.06.2013 ζήτησε την τροποποίηση της υπεράσπισης και ανταπαίτησής του, αίτημα το οποίο εγκρίθηκε από τον Διαιτητή. Ο εφεσείων καταχώρισε τροποποιημένη υπεράσπιση και ανταπαίτηση στις 18.06.2013.

4.   Η εφεσίβλητη καταχώρισε την απάντηση στην υπεράσπιση και υπεράσπιση στην ανταπαίτηση στις 08.07.2013.

5.   Η εφεσίβλητη με αίτησή της ημερομηνίας 18.07.2013 ζήτησε την έκδοση απόφασης στη διαιτησία στη βάση των παραδοχών του εφεσείοντα στα δικόγραφά του. Ο εφεσείων καταχώρισε ένσταση στην εν λόγω αίτηση στις 29.08.2013. Κατόπιν ακρόασης της εν λόγω αίτησης ο Διαιτητής εξέδωσε στις 09.12.2013 διαιτητική απόφαση ενώ παρέμεινε προς εκδίκαση η ανταπαίτηση.

6.   Ο εφεσείων με αίτησή του ημερομηνίας 31.12.2013 ζήτησε όπως οι ενώπιον του Διαιτητή τρεις (3) διαιτησίες, συμπεριλαμβανομένης και της υπό κρίση διαιτησίας, συνενωθούν και η ανταπαίτησή του σε κάθε μια από τις διαιτησίες να συνεκδικαστεί, αίτημα το οποίο έγινε αποδεκτό με τη σύμφωνη γνώμη και της εφεσίβλητης.

7.   Ο εφεσείων στις 10.03.2014 που ήταν ορισμένη η διαιτησία μαζί με τις υπόλοιπες δύο (2) συνεκδικαζόμενες διαιτησίες, ζήτησε άδεια και απέσυρε την ανταπαίτησή του.

Πρωτοδίκως, ο εφεσείων με αίτηση – έφεση, ζήτησε την ακύρωση της πιο πάνω διαιτητικής απόφασης, επικαλούμενος παρατυπίες, υπέρβαση εξουσίας και παραβίαση του δικαιώματος δίκαιης δίκης. Υποστήριξε ότι δεν εξετάστηκαν επαρκώς η υπεράσπιση, η ανταπαίτηση και οι υπόλοιπες ενστάσεις του, και ότι οι παραδοχές στα δικόγραφά του δεν αποτελούσαν σαφή αποδοχή της οφειλής και δεν δικαιολογούσαν έκδοση διαιτητικής απόφασης χωρίς πλήρη ακρόαση.

Η εφεσίβλητη αντέτεινε ότι η διαιτησία διεξήχθη νόμιμα, ο διαιτητής διορίστηκε κανονικά από τον Έφορο Συνεργατικών Εταιρειών και ο εφεσείων συμμετείχε στη διαδικασία χωρίς έγκυρη ένσταση. Υποστήριξε επίσης ότι οι παραδοχές στην τροποποιημένη υπεράσπιση ήταν σαφείς, ότι ο διαιτητής εξέτασε όλα τα σχετικά ζητήματα και ότι ο ίδιος ο εφεσείων απέσυρε αργότερα την ανταπαίτησή του.

Το πρωτόδικο Δικαστήριο στην υπό κρίση απόφασή του, ορθά επισήμανε ότι ο δικαστικός έλεγχος διαιτητικών αποφάσεων είναι περιορισμένος και δικαιολογείται μόνον όταν υπάρχει κακή συμπεριφορά, παράτυπη διαδικασία, υπέρβαση δικαιοδοσίας, παραβίαση της φυσικής δικαιοσύνης ή εμφανές νομικό σφάλμα στην ίδια την απόφαση.

Ως προς τα ζητήματα που τέθηκαν ενώπιόν του, το πρωτόδικο Δικαστήριο, κατέληξε, μεταξύ άλλων, ότι δεν αποδείχθηκε κακή συμπεριφορά, υπέρβαση εξουσίας ή παραβίαση του δικαιώματος δίκαιης δίκης από τον Διαιτητή. Επιπλέον, η διαιτητική απόφαση ήταν νόμιμη, αιτιολογημένη και δεν εμφάνιζε πρόδηλο νομικό ή πραγματικό σφάλμα. Λέχθηκε επίσης ότι η εκδοθείσα κατόπιν παραδοχών στα δικόγραφα διαιτητική απόφαση δεν επηρέαζε την ανταπαίτηση του εφεσείοντα, η οποία τελικώς αποσύρθηκε.  

Στη βάση των πιο πάνω συμπερασμάτων του, το πρωτόδικο Δικαστήριο αποφάνθηκε ότι κανένας λόγος έφεσης δεν θα μπορούσε να γίνει αποδεκτός και απέρριψε την αίτηση–έφεση με έξοδα εναντίον του εφεσείοντα.

 Ο εφεσείων με την παρούσα έφεσή του αμφισβητεί την πιο πάνω απόφαση του πρωτόδικου Δικαστηρίου στο σύνολό της με 16 λόγους έφεσης και ζητεί ουσιαστικά τον παραμερισμό της διαιτητικής απόφασης.

Η βασική θέση του είναι ότι η διαιτητική απόφαση εκδόθηκε στηριζόμενη σε υποτιθέμενες παραδοχές της υπεράσπισης, χωρίς να εξεταστούν συνολικά οι ισχυρισμοί και η ανταπαίτησή του. Κατά τον εφεσείοντα, είχαν εγερθεί ουσιώδη ζητήματα, όπως ότι το δάνειο δεν είχε τερματιστεί και δεν είχε καταστεί απαιτητό και ότι επιπλέον  υπήρχε διαφωνία ως προς το οφειλόμενο υπόλοιπο. Υποστηρίχθηκε επίσης ότι το δάνειο συνδεόταν με υποθήκη και ασφάλεια ζωής και ότι υπήρξε αμέλεια, παράβαση καθήκοντος, συνωμοσία, δόλος, απάτη και ψευδείς παραστάσεις εκ μέρους της εφεσίβλητης. Αναφέρει τέλος ότι οι αξιώσεις της ανταπαίτησης μπορούσαν να οδηγήσουν σε συμψηφισμό ή ακόμη και σε αμφισβήτηση της εγκυρότητας της δανειακής σύμβασης.

Συνοπτικά, ο εφεσείων υποστηρίζει ότι η διαιτησία πάσχει από σοβαρά νομικά και διαδικαστικά σφάλματα, κάτι που απέτυχε να εντοπίσει η πρωτόδικη απόφαση. Ισχυρίζεται ότι στερήθηκε την ευκαιρία να παρουσιάσει πλήρως την υπόθεσή του, ότι η απόφαση εκδόθηκε χωρίς κανονική δίκη και ότι παραβιάστηκαν θεμελιώδεις αρχές της δίκαιης διαιτητικής διαδικασίας. Καταληκτικά, ζητεί να ανατραπεί η πρωτόδικη απόφαση και να παραμεριστεί η διαιτητική απόφαση.

Θα εξετάσουμε εν πρώτοις τον πιο πάνω βασικό ισχυρισμό του εφεσείοντα περί μη εξέτασης από τον Διαιτητή ουσιαστικών υπερασπίσεων που προέβαλε με τα δικόγραφα του,  αφού τυχόν αποδοχή του θα επηρεάσει χωρίς άλλο την νομιμότητα της διαιτητικής διαδικασίας και θα καταστήσει άνευ αντικειμένου την εξέταση των υπολοίπων θέσεων του εφεσείοντα όπως προβάλλονται στους λόγους έφεσης.  

Όπως ορθά ανέφερε το πρωτόδικο Δικαστήριο, η ακύρωση της υπό κρίση διαιτητικής απόφασης θα μπορούσε να γίνει δυνάμει των προνοιών του άρθρου 20.2 του Περί Διαιτησίας Νόμου (Κεφ. 4), το οποίο καθορίζει ότι η διαιτητική απόφαση μπορεί να ακυρωθεί αν ο διαιτητής:

α.      επιδείξει κακή συμπεριφορά, ή

β.      χειρισθεί κακώς την υπόθεση, ή

γ.       η διαιτησία διεξήχθη παράτυπα, ή

δ.      η διαιτητική απόφαση εκδόθηκε παράτυπα

Πέραν των περιπτώσεων που συνιστούν ηθικά ή αντιδεοντολογικά ανάρμοστη συμπεριφορά, η έννοια του όρου «απρεπής συμπεριφορά» “misconduct” επεκτείνεται και στις περιπτώσεις λανθασμένης λήψης ή αποκλεισμού μαρτυρίας, στην εσφαλμένη αποδοχή εξωγενούς μαρτυρίας για την ερμηνεία σύμβασης, στην παράβαση βασικού δικονομικού κανόνα που κλονίζει το θεμέλιο της διαδικασίας αλλά και γενικότερα στην πλημμελή εκτέλεση των καθηκόντων του Διαιτητή (βλ. Σολωμού ν. Laiki Cyprialife (2010) 1Α Α.Α.Δ 687, 697). Περιλαμβάνει επίσης τις περιπτώσεις όπου ο διαιτητής παραλείπει ή αποτυγχάνει να αποφασίσει επί όλων των διαφορών που παραπέμφθηκαν ενώπιόν του ως και περιπτώσεις που ο διαιτητής παραβιάζει τις αρχές φυσικής δικαιοσύνης με το να ακούει ή απλώς να συζητεί τις θέσεις ενός μόνο μέρους στην απουσία του άλλου (βλ. Halsbury’s Laws of England 3rd \ ed. Vol. 2 p. 57-59 και Russell on Arbitration 24th ed. P. 505-529).

Προσεκτική μελέτη της σχετικής νομολογίας καταδεικνύει ότι η σύγχρονη τάση είναι να περιοριστούν οι λόγοι ακύρωσης μιας διαιτητικής απόφασης. Έχει λεχθεί στην πιο πάνω υπόθεση Σολωμού ότι η αγγλική νομολογία έχει σταδιακά περιορίσει αντί να επεκτείνει τις περιστάσεις που αποτελούν απρεπή συμπεριφορά (misconduct) με εξαίρεση βέβαια τις περιπτώσεις παραβίασης των αρχών φυσικής δικαιοσύνης.  

Είναι επίσης σταθερή αρχή της νομολογίας ότι η λανθασμένη προσέγγιση του διαιτητή στα θέματα που καλείται να αποφασίσει δεν συνιστά από μόνη της κακό χειρισμό της υπόθεσης. Απαιτείται επί του προκειμένου η προσέγγιση να είναι τέτοιας μορφής που να παραβιάζει τους κανόνες φυσικής δικαιοσύνης. Σχετική είναι η απόφαση Σολωμού (ανωτέρω), στην οποία λέχθηκαν τα εξής χαρακτηριστικά:

«Και δεν είναι τυχαίο που η νομολογία, όπως συνοψίζεται και στις αρχές που διατυπώνονται στις αυθεντίες, αφορά κυρίως υποθέσεις όπου το ζητούμενο είναι η συμμόρφωση του διαιτητή με τους κανόνες της φυσικής δικαιοσύνης (ίδε Galatis v. Savvides a.a. (1966) 1 C.L.R. 87 και την αγγλική νομολογία που εξετάζεται εκεί). Οι υποχρεώσεις του διαιτητή όμως δεν σταματούν εκεί. Με δεδομένο ότι, όπως υπεδείχθη από τον Πική, Π., στην υπόθεση Τράπεζα Κύπρου Λτδ v. Dynacon Ltd κ.ά. (1999) 1(B) Α.Α.Δ. 717,  «Το έργο των διαιτητών είναι οιονεί δικαστικό», «Δικαστική είναι και η αποστολή τους.», βασική ευθύνη του διαιτητή είναι και η υποχρέωση να ενεργήσει στα πλαίσια των όρων εντολής του»

Στην ίδια απόφαση Σολωμού (ανωτέρω) παρατίθεται το πιο κάτω απόσπασμα του Lord Goddard στην αγγλική απόφαση Mediterranean Eastern Export Co Ltd v. Fortress Fabrics (Manchester) Ltd [1948] 2 All E.R. 186, σ. 189:

«If an arbitrator has acted within the terms of his submission and has not violated any rules of what is so often called natural justice, the Courts should be slow indeed to set aside his award.»

Οι πιο πάνω αρχές επιβεβαιώθηκαν στην κυπριακή υπόθεση Χ.Α. Παπαέλληνας Εμπορική Δημόσια Εταιρεία ν. Yiannis Charalambides Shopping Center Ltd (2011) 1Γ Α.Α.Δ 1720.

Σχετική είναι και η υπόθεση Κλεοβούλου ν. ΣΤΕΛΜΕΚ Λτδ, Πολ. Έφεση 304/2010, ημ. 10/7/2015, στην οποία συνοψίστηκαν ως ακολούθως οι αρχές παραμερισμού διαιτητικής απόφασης:

«Η παραπομπή διαφοράς σε διαιτησία και η όλη φιλοσοφία του μηχανισμού επίλυσης διαφορών στα πλαίσια διαδικασίας διαιτητικής μορφής, συνίσταται ακριβώς στην ανάγκη για ταχεία και τελεσίδικη επίλυση της διαφοράς. Τα Δικαστήρια είναι κατά κανόνα απρόθυμα να επεμβαίνουν στις διαιτητικές διαδικασίες, εκτός όπου νομοθετικά παρέχεται ειδικά τέτοια δυνατότητα. Οι αποφάσεις των διαιτητών ανατρέπονται δικαστικά στις περιπτώσεις όπου ο διαιτητής υπερέβη τη δικαιοδοσία του ή ενήργησε κατά τρόπο εμφανώς ενάντια στις αρχές της φυσικής δικαιοσύνης. Όπως εντοπίζεται στην απόφαση Σολωμού ν. Laiki Cyprialife Ltd (2010) 1 ΑΑΔ 687, ο διαιτητής βαρύνεται με την υποχρέωση να ενεργήσει στα πλαίσια των όρων εντολής του και το ζητούμενο είναι η συμμόρφωσή του με τους κανόνες της φυσικής δικαιοσύνης σε όλη την πορεία της οιονεί δικαστικής αποστολής του. Πέραν της υποχρέωσης αυτής ο διαιτητής είναι δεσμευμένος να συμμορφώνεται και με τις βασικές αρχές του δικαίου. Άλλωστε η διαιτησία διεξάγεται πάντοτε σύμφωνα με τις καθιερωμένες νομικές αρχές και ο κάθε διαιτητής είναι υποχρεωμένος να τηρεί τους δικονομικούς κανόνες που εφαρμόζονται στις δικαστικές διαδικασίες, προκειμένου να εξασφαλίζεται η ισονομία, βασική αρχή του δικαίου. Η πλημμελής εκτέλεση των καθηκόντων του διαιτητή συνιστά λόγο ακύρωσης του τελικού πορίσματός του και η κατάλληλη θεραπεία εξαρτάται από τη φύση της πλημμέλειας και τις περιστάσεις της υπόθεσης (Halsbury's Laws of England, 4η έκδοση, τόμος 2, παράγραφοι 670, 692, 693).»

Στην υπό κρίση περίπτωση, προκύπτει από την υπεράσπιση και ανταπαίτηση που ο εφεσείων καταχώρισε στη διαιτητική διαδικασία, ότι γίνεται παραδεκτή η δανειακή σύμβαση, στην οποία η εφεσίβλητη στήριζε την απαίτησή της, καθώς και το οφειλόμενο υπόλοιπο, μειωμένο κατά €1.475,12. Στοιχείο που υπέδειξε ο Διαιτητής προκειμένου να εκδώσει την επίδικη διαιτητική απόφαση κατόπιν ενδιάμεσης αίτησης της εφεσίβλητης, στηριζόμενος ακριβώς στις εν λόγω παραδοχές στα δικόγραφα του εφεσείοντα.

Όμως είναι σαφές ότι οι εν λόγω παραδοχές δεν ήταν τέτοιας φύσης που να καθιστούσαν χωρίς άλλο δικαιολογημένη την έκδοση απόφασης χωρίς να ακουστούν οι υπόλοιποι ισχυρισμοί του εφεσείοντα με τους οποίους αμφισβητείτο η όλη διαδικασία δανειοδότησης και συνεπακόλουθα η εγκυρότητα της δανειακής σύμβασης.  

Είναι επί του προκειμένου λανθασμένη η πρωτόδικη κατάληξη ότι ο εφεσείων με την υπεράσπιση και ανταπαίτησή του   προέβαλε ισχυρισμούς που δεν συνδέονταν με ζητήματα εγκυρότητας της επίδικης συμφωνίας δανείου. Ο διαιτητής όφειλε, κατά την κρίση μας, να εξετάσει και τους υπόλοιπους ισχυρισμούς της υπεράσπισης και ανταπαίτησης, όπως τον μη νόμιμο τερματισμό της δανειακής σύμβασης με αποτέλεσμα να μην καταστεί οφειλόμενο και απαιτητό το ποσό που η εφεσίβλητη αξίωνε. Όφειλε επίσης να εξετάσει και τα υπόλοιπα ζητήματα που έθεσε ο εφεσείων, όπως το θέμα της κατ’ ισχυρισμό αμέλειας, της συνωμοσίας, του δόλου, της απάτης και των ψευδών παραστάσεων εκ μέρους της εφεσίβλητης, που σχετίζονταν μεταξύ άλλων με την ασφάλιση του εφεσείοντος. Είναι δε εμφανές ότι αν οι εν λόγω ισχυρισμοί κρίνονταν βάσιμοι μετά από κανονική διαιτητική διαδικασία θα επηρέαζαν τη νομιμότητα της όλης δανειακής διαδικασίας αλλά και της ίδιας της δανειακής σύμβασης.

Το γεγονός της μετέπειτα απόσυρσης της ανταπαίτησης του εφεσείοντα δεν επηρεάζει την πιο πάνω κατάληξη. Οι ισχυρισμοί που προβάλλονται στην ανταπαίτηση ήταν ενώπιον του Διαιτητή κατά την έκδοση της διαιτητικής απόφασης.

Επιπλέον, οι αξιώσεις του εφεσείοντα όπως τέθηκαν στην ανταπαίτησή του δεν ήταν οι μοναδικοί ισχυρισμοί που εγέρθηκαν από τον εφεσείοντα. Αντιθέτως, στα δικόγραφα του εφεσείοντα εντοπίζεται σειρά άλλων ισχυρισμών που συνιστούν ουσιαστικές υπερασπίσεις ως προς την εγκυρότητα της δανειακής σύμβασης ώστε να μην δικαιολογείτο ο Διαιτητής να τις παραβλέψει και να προχωρήσει στην έκδοση διαιτητικής απόφασης, στηριζόμενος μόνο σε κατ’ ισχυρισμό παραδοχές του εφεσείοντα.

Ως αποτέλεσμα, κρίνουμε ορθή τη θέση του εφεσείοντα ότι η πιο πάνω παράλειψη του Διαιτητή έρχεται σε αντίθεση με τους κανόνες της φυσικής δικαιοσύνης και υποσκάπτει τα θεμέλια της νομιμότητας της διαιτητικής απόφασης, καθιστώντας την προβληματική και ατελή σε τέτοιο βαθμό που να ανάγεται σε κακό χειρισμό της υπόθεσης από τον Διαιτητή.

Tο πρωτόδικο Δικαστήριο απορρίπτοντας την αίτηση – έφεση του εφεσείοντα για παραμερισμό της διαιτητικής απόφασης, απέτυχε να δώσει τη δέουσα βαρύτητα στο πιο πάνω γεγονός της μη εξέτασης όλων των επιδίκων θεμάτων από τον Διαιτητή, με συνέπεια να καθίσταται αναγκαία η επέμβαση του Εφετείου για ανατροπή της πρωτόδικης κατάληξης.

Για τους λόγους που αναφέραμε, η έφεση γίνεται αποδεκτή. Η πρωτόδικη απόφαση ακυρώνεται στο σύνολο της μαζί με την πρωτόδικη διαταγή για τα έξοδα.

Εκδίδεται διάταγμα με το οποίο παραμερίζεται η υπό κρίση διαιτητική απόφαση λόγω παράλειψης του Διαιτητή να αποφασίσει επί όλων των διαφορών που παραπέμφθηκαν ενώπιόν του με επακόλουθο να παραβιαστούν κατά την υπό κρίση διαιτητική διαδικασία οι αρχές φυσικής δικαιοσύνης.

Επιδικάζονται υπέρ του εφεσείοντα και εναντίον της εφεσίβλητης τα έξοδα της παρούσας έφεσης, τα οποία ανέρχονται στο ποσό των €3.000 πλέον ΦΠΑ καθώς και τα έξοδα της πρωτόδικης διαδικασίας ως θα υπολογιστούν από τον πρωτοκολλητή του Επαρχιακού Δικαστηρίου Λευκωσίας.

 

 

Κ. Σταματίου, Π

 

 

Λ. Δημητριάδου - Ανδρέου, Δ

 

 

Αλ. Παναγιώτου, Δ.

 


cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο