ΑΝΩΤΑΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΚΥΠΡΟΥ
ΔΕΥΤΕΡΟΒΑΘΜΙΑ ΔΙΚΑΙΟΔΟΣΙΑ
(Πολιτική Έφεση αρ. 443/2017)
22 Οκτωβρίου 2026
[ΣΤΑΜΑΤΙΟΥ, Π, ΔΗΜΗΤΡΙΑΔΟΥ- ΑΝΔΡΕΟΥ, ΠΑΝΑΓΙΩΤΟΥ, Δ/στές]
Κεντρική Ασφαλιστική Εταιρεία Λτδ
Εφεσείουσα
ν.
Κωνσταντίνος Νικόλα
Εφεσίβλητος
Φ. Χατζηϊωάννου για Α.Κ. Χατζηϊωάννου & Σία για την εφεσείουσα.
Στ. Ερωτοκρίτου για Ανδρέας Π. Ερωτοκρίτου & Σία Δ.Ε.Π.Ε. για εφεσίβλητο.
ΣΤΑΜΑΤΙΟΥ, Π: Η απόφαση του Δικαστηρίου είναι ομόφωνη και θα απαγγελθεί από τον Δικαστή Παναγιώτου.
Α Π Ο Φ Α Σ Η
ΠΑΝΑΓΙΩΤΟΥ, Δ.: Στις 12/07/2010 ο εφεσίβλητος οδηγούσε το μοτοποδήλατό του στην οδό Βυζαντίου στην Έγκωμη της Επαρχίας Λευκωσίας, προσπερνώντας έξι ακινητοποιημένα οχήματα.
Αποτελεί κοινό τόπο, ότι τα εν λόγω οχήματα ήταν ακινητοποιημένα λόγω τροχαίας κίνησης στην οδό Βυζαντίου προς την κατεύθυνση που ο εφεσίβλητος οδηγούσε το μοτοποδήλατό του. Είναι επίσης παραδεκτό ότι ο εφεσίβλητος, επιχειρούσε με το μοτοποδήλατό του προσπέρασμα των εν λόγω οχημάτων, κάνοντας χρήση της αντίθετης λωρίδας κυκλοφορίας και ότι κανένα άλλο όχημα δεν κινείτο εντός της εν λόγω λωρίδας κυκλοφορίας που χρησιμοποίησε, στην προσπάθειά του να προσπεράσει, τα σε αναμονή οχήματα.
Σύμφωνα με την εκδοχή του εφεσίβλητου, την ίδια ώρα, πρόσωπο που οδηγούσε αυτοκίνητο, το οποίο ήταν ασφαλισμένο στην εφεσείουσα ασφαλιστική εταιρεία, εισήλθε χωρίς να ελέγξει την τροχαία κίνηση στην οδό Βυζαντίου, από την πάροδο της οδού Καλλιμάχου που ελέγχεται με «ΑΛΤ», η οποία βρισκόταν στα δεξιά σε σχέση με την πορεία του εφεσίβλητου. Αποτέλεσμα ήταν να εισέλθει στη λωρίδα κυκλοφορίας στην οποία οδηγούσε ο εφεσίβλητος τη μοτοσικλέτα του, προσπερνώντας τα ακινητοποιημένα οχήματα και να ανακόψει την πορεία της. Ο εφεσίβλητος, προ του κινδύνου της σύγκρουσης, αναγκάστηκε να χρησιμοποιήσει απότομα τα φρένα του και να ελιχθεί για αποφυγή του ατυχήματος, με αποτέλεσμα το μοτοποδήλατό του να ανατραπεί στην άσφαλτο, να υποστεί ζημιές και ο ίδιος να τραυματιστεί. Σημειώνεται ότι το μοτοποδήλατο ανατράπηκε χωρίς να υπάρξει σύγκρουση. Παρόλα αυτά ο εφεσίβλητος υπέστη κάταγμα πλευράς και εκδορές, με πόνους και ανικανότητα εργασίας για περίπου δυόμισι μήνες.
Αποτέλεσμα των πιο πάνω ήταν η καταχώριση αγωγής από τον εφεσίβλητο εναντίον της εφεσείουσας ασφαλιστικής εταιρείας στο Επαρχιακό Δικαστήριο Λευκωσίας (το πρωτόδικο Δικαστήριο). Ο εφεσίβλητος ισχυρίστηκε ότι η εφεσείουσα ως ασφαλιστής του οχήματος που του απέκοψε την πορεία και του οδηγού του εν λόγω οχήματος που ήταν αμελής, υποχρεούτο δυνάμει του να τον αποζημιώσει για τη ζημιά και βλάβη που υπέστη. Με την αγωγή του αιτήθηκε συγκεκριμένα €4.600,00 ως ειδικές αποζημιώσεις καθώς και γενικές αποζημιώσεις για τα τραύματά του.
Η εφεσείουσα με την υπεράσπιση της παραδέχθηκε την ταυτότητα των οχημάτων και των οδηγών, καθώς και ό,τι συνέβη το ατύχημα. Αρνήθηκε όμως τις ζημιές που επικαλέστηκε ο εφεσίβλητος και, ότι, ο ασφαλισμένος από την ίδια οδηγός, ενήργησε αμελώς ή ότι το ατύχημα συνέβη όπως το περιγράφει ο εφεσίβλητος.
Ειδικότερα, απέδωσε αποκλειστική ή συντρέχουσα αμέλεια στον εφεσίβλητο, ισχυριζόμενη ότι οδηγούσε με υπερβολική ταχύτητα, δεν αντιλήφθηκε εγκαίρως το άλλο όχημα, κινήθηκε στη δεξιά πλευρά ή στο αντίθετο ρεύμα προσπερνώντας σειρά αυτοκινήτων, δεν προέβη στον αναγκαίο ελιγμό, δεν χρησιμοποίησε αποτελεσματικά τα φρένα του, έχασε τον έλεγχο της μοτοσικλέτας και γενικά οδηγούσε χωρίς τη δέουσα φροντίδα και προσοχή.
Το πρωτόδικο Δικαστήριο μετά από ακροαματική διαδικασία, αποδέχθηκε πλήρως τη μαρτυρία του εφεσίβλητου και του αστυνομικού εξεταστή, ενώ απέρριψε τη μαρτυρία του οδηγού του άλλου οχήματος λόγω ουσιωδών αντιφάσεων.
Σύμφωνα με τα ευρήματα του πρωτόδικου Δικαστηρίου, ο εφεσίβλητος (Μ.Ε.1) προσπερνούσε νόμιμα τα ακινητοποιημένα οχήματα με το μοτοποδήλατό του. Ο ασφαλισμένος οδηγός (Μ.Υ.1) εισήλθε από τη δεξιά πάροδο στην κύρια οδό χωρίς να σταματήσει στο σήμα «ΑΛΤ» και χωρίς επαρκή έλεγχο της τροχαίας, ανακόπτοντας την πορεία του εφεσίβλητου. Ο εφεσίβλητος φρέναρε για να αποφύγει τη σύγκρουση, με αποτέλεσμα την ανατροπή του μοτοποδηλάτου και τον τραυματισμό του, χωρίς να υπάρξει επαφή μεταξύ των δύο οχημάτων.
Στην βάση των πιο πάνω ευρημάτων, το πρωτόδικο Δικαστήριο έκρινε ότι ο Μ.Υ.1 έφερε αποκλειστική ευθύνη για το ατύχημα, επειδή εισήλθε στον κύριο δρόμο χωρίς τον απαιτούμενο έλεγχο. Δεν καταλογίστηκε συντρέχουσα αμέλεια στον εφεσίβλητο, καθώς το προσπέρασμα κρίθηκε νόμιμη και το φρενάρισμά του εύλογη αντίδραση σε αιφνίδιο κίνδυνο.
Ως αποτέλεσμα των πιο πάνω συμπερασμάτων του, το πρωτόδικο Δικαστήριο επεδίκασε υπέρ του εφεσίβλητου €5.000,00 ως γενικές αποζημιώσεις για πόνο, οδύνη και ταλαιπωρία και €3.928,40 ως ειδικές αποζημιώσεις, πλέον τόκους και έξοδα.
Η εφεσείουσα με την παρούσα έφεση, αμφισβητεί την πιο πάνω πρωτόδικη απόφαση, προβάλλοντας 5 συνολικά λόγους έφεσης.
Με τον 1ο λόγο έφεσης η εφεσείουσα ισχυρίζεται εσφαλμένη αξιολόγηση της μαρτυρίας του εφεσίβλητου (Μ.Ε.1). Υποστηρίζεται ότι το πρωτόδικο Δικαστήριο αποδέχθηκε επιφανειακά τη μαρτυρία του, χωρίς επαρκή αιτιολογία και χωρίς να εξετάσει τις αντιφάσεις του για το σημείο αλλαγής λωρίδας, την κίνησή του στην αντίθετη λωρίδα για περίπου 100 μέτρα και το κατά πόσο το όχημα του άλλου οδηγού (Μ.Υ.1) είχε εξέλθει από την πάροδο.
Με τον 2ο λόγο έφεσης η εφεσείουσα επικαλείται εσφαλμένη αξιολόγηση της μαρτυρίας του οδηγού του οχήματος που εξήλθε από την πάροδο (Μ.Υ.1). Προβάλλεται ότι το πρωτόδικο Δικαστήριο αδικαιολόγητα θεώρησε παράλογο τον τρόπο με τον οποίο έλεγξε τον δρόμο πριν στρίψει αριστερά και στηρίχθηκε σε εσφαλμένες παραδοχές για την έξοδο του οχήματός του στην κύρια οδό. Τονίζεται ότι ακόμη και ο εφεσίβλητος παραδέχθηκε πως το όχημα δεν είχε εξέλθει ολόκληρο από την πάροδο.
Με τον 3ο λόγο έφεσης, η εφεσείουσα ισχυρίζεται εσφαλμένο πραγματικό εύρημα από το πρωτόδικο Δικαστήριο για την κίνηση του Μ.Υ.1. Αμφισβητείται συγκεκριμένα, το συμπέρασμα ότι ο Μ.Υ.1 εισήλθε στην οδό Βυζαντίου, κινήθηκε αριστερά και ανέκοψε την πορεία του ενάγοντα. Κατά την εφεσείουσα, το ουσιώδες ζήτημα ήταν αν το όχημα εξήλθε μόνο μερικώς ή καθόλου από την πάροδο και αν πράγματι εμπόδιζε την πορεία της μοτοσικλέτας.
Με τον 4ο λόγο έφεσης η εφεσείουσα ισχυρίζεται ότι το πρωτόδικο Δικαστήριο παρέλειψε να καθορίσει το σημείο εισόδου του εφεσίβλητου στην αντίθετη λωρίδα. Υποστηρίζεται ότι η έλλειψη σχετικού ευρήματος οδήγησε σε λανθασμένη αξιολόγηση της μαρτυρίας και σε εσφαλμένο επιμερισμό της ευθύνης.
Με τον 5ο λόγο έφεσης αμφισβητείται η απόδοση πλήρους ευθύνης στον Μ.Υ.1. Είναι η θέση της εφεσείουσας ότι τα στοιχεία για το πλάτος του δρόμου και το σημείο πτώσης υποδεικνύουν πως ο εφεσίβλητος κινείτο στη δεξιά, αντίθετη λωρίδα ή ότι είχε χώρο να διέλθει. Επικαλείται επίσης την παρατεταμένη κίνησή του στο αντίθετο ρεύμα και την άμεση απώλεια ελέγχου της μοτοσικλέτας ως στοιχεία αποκλειστικής ή συντρέχουσας αμέλειάς του.
Η βασική επιχειρηματολογία της εφεσείουσας όπως προκύπτει από τους λόγους έφεσης και την αγόρευση της συνηγόρου της στηρίζεται σε δύο πυλώνες. Ο πρώτος είναι ότι η πρωτόδικη απόφαση στηρίχθηκε σε ανεπαρκή ή αντιφατική αξιολόγηση της μαρτυρίας και ο δεύτερος ότι εσφαλμένα κατέληξε στην πλήρη απαλλαγή του Μ.Ε.1 από κάθε ευθύνη.
Η θέση του εφεσίβλητου όπως προκύπτει από την αγόρευση του συνηγόρου του, είναι ότι κανένας από τους πέντε λόγους έφεσης δεν ευσταθεί. Ισχυρίστηκε ότι η αντίδραση του εφεσίβλητου ήταν εύλογη υπό την πίεση της στιγμής και ότι δεν στοιχειοθετείται συντρέχουσα αμέλεια εκ μέρους του. Τα επιχειρήματα της εφεσείουσας ότι δεν υπήρξε σύγκρουση και ότι το προσπέρασμα ήταν παράνομο, χαρακτηρίζονται αβάσιμα και αντίθετα προς τα ευρήματα του πρωτόδικου Δικαστηρίου.
Με επίκληση της σχετικής νομολογίας για την περιορισμένη επέμβαση του Εφετείου σε ζητήματα αξιοπιστίας μαρτύρων, ο συνήγορος του εφεσιβλήτου ισχυρίστηκε ότι η πρωτόδικη απόφαση είναι ορθή και επαρκώς αιτιολογημένη, ζητώντας την απόρριψη της έφεσης με έξοδα εις βάρος της εφεσείουσας.
Σημειώνουμε ότι οι τέσσερεις πρώτοι λόγοι έφεσης αφορούν τον τρόπο αξιολόγησης της μαρτυρίας και την εξαγωγή ευρημάτων από το πρωτόδικο Δικαστήριο.
Θεωρούμε χρήσιμο να επαναλάβουμε εδώ τη σαφή και σταθερή νομολογιακή αρχή ότι η αξιολόγηση της αξιοπιστίας των μαρτύρων είναι έργο κατ’ εξοχήν του πρωτόδικου Δικαστηρίου, το οποίο είχε την ευκαιρία να τους ακούσει και να παρακολουθήσει τη συμπεριφορά τους στο εδώλιο του μάρτυρα. Εάν ήταν εύλογα επιτρεπτό στο πρωτόδικο Δικαστήριο να προβεί στα ευρήματα τα οποία παραθέτει στην απόφασή του σε σχέση με την αξιοπιστία, το Εφετείο δεν επεμβαίνει. Χαρακτηριστικό των παραπάνω αρχών είναι το εξής απόσπασμα από την απόφαση :
«Θεωρούμε αναγκαίο να επαναλάβουμε την αρχή που έχει εγκαθιδρυθεί από τη νομολογία μας, ότι η αξιοπιστία των μαρτύρων και τα επακόλουθα ευρήματα ως προς τα πραγματικά γεγονότα είναι κατ' εξοχή έργο του πρωτόδικου Δικαστηρίου, που είναι σε καλύτερη θέση, μέσα στη ζωντανή ατμόσφαιρα της δίκης, να αξιολογήσει τη μαρτυρία στο σωστό της πλαίσιο. Το Εφετείο επεμβαίνει μόνο στις ακραίες περιπτώσεις, όταν η κατάληξη του πρωτόδικου Δικαστηρίου εμφανίζεται αυθαίρετη, ή, έχοντας υπόψη το σύνολο της μαρτυρίας, δεν είναι εύλογα επιτρεπτή, ή είναι πρόδηλα λανθασμένη - (βλ., μεταξύ άλλων, Polykarpou v. Polykarpou (1982) 1 C.L.R. 182, σελ. 194, 195· και Papadopoulos v. Stavrou (1982) 1 C.L.R. 321)»
Οι αρχές που ρυθμίζουν την περιορισμένη επέμβαση του Εφετείου στην αξιολόγηση και τα συμπεράσματα αξιοπιστίας των μαρτύρων από το πρωτόδικο Δικαστήριο έχουν συνοψισθεί στην υπόθεση , από την οποία μεταφέρουμε το πιο κάτω χαρακτηριστικό απόσπασμα:
"Στο δικό μας σύστημα η αξιολόγηση της αξιοπιστίας των μαρτύρων ανήκει κατ’ εξοχήν στο πρωτόδικο δικαστήριο το οποίο είχε την ευκαιρία να ακούσει τους μάρτυρες και να παρακολουθήσει τη συμπεριφορά τους στο εδώλιο του μάρτυρα. Κατά κανόνα το Εφετείο σπάνια επεμβαίνει στο να αποφασίσει περί της αξιοπιστίας ενός μάρτυρα. Ευχέρεια για τον παραγκωνισμό ευρημάτων περί της αξιοπιστίας παρέχεται μόνο όταν καταφαίνονται εξ αντικειμένου ανυπόστατα ή όταν είναι παράλογα ή αυθαίρετα ή δεν υποστηρίζονται από τη μαρτυρία που το πρωτόδικο δικαστήριο έχει αποδεχθεί ως αξιόπιστη. Εάν ήταν εύλογα επιτρεπτό στο πρωτόδικο δικαστήριο να κάμει τα ευρήματα τα οποία έκαμε σε σχέση με την αξιοπιστία το Εφετείο δεν επεμβαίνει."
Προκύπτει από την πιο πάνω νομολογία ότι χρειάζονται ιδιαίτερα πειστικοί λόγοι για την αναίρεση της πρωτόδικης κρίσης ως προς την αξιολόγηση της μαρτυρίας και το Εφετείο επεμβαίνει μόνον όταν τα λάθη στην αξιολόγηση είναι τόσο σημαντικά, ώστε να οδηγούν εμφανώς το Δικαστήριο σε λανθασμένα ευρήματα (βλ. επίσης και ).
Στην παρούσα περίπτωση, αφού εξετάσαμε με λεπτομέρεια την ενώπιον του πρωτόδικου Δικαστηρίου μαρτυρία, κρίνουμε ότι το πρωτόδικο Δικαστήριο παραθέτει επαρκείς εξηγήσεις για τους λόγους για τους οποίους αποδέχθηκε τη μαρτυρία του εφεσίβλητου και του αστυνομικού εξεταστή για το ατύχημα και γιατί απέρριψε αυτή του ασφαλισμένου από την εφεσείουσα οδηγού.
Ειδικότερα ως προς τις συνθήκες του ατυχήματος το πρωτόδικο Δικαστήριο έκρινε τον εφεσίβλητο αξιόπιστο, επειδή η εκδοχή του συμφωνούσε με την πραγματική μαρτυρία, τα κοινώς αποδεκτά γεγονότα και την κοινή λογική. Αντίθετα, δικαιολογημένα έκρινε τον ασφαλισμένο οδηγό αναξιόπιστο λόγω των αντιφατικών εκδοχών που παρουσίασε στο Δικαστήριο. Η αξιολόγηση της μαρτυρίας έγινε από το πρωτόδικο Δικαστήριο χωρίς να προκύπτει ανακολουθία ή πλημμελής εκτίμηση των ενώπιόν του δεδομένων.
Κρίνουμε ενόψει των πιο πάνω ότι δεν συντρέχει κανένας λόγος επέμβασής μας στα πρωτόδικα συμπεράσματα ως προς την αξιολόγηση της μαρτυρίας και τη συνακόλουθη εξαγωγή ευρημάτων αναφορικά με τις συνθήκες του ατυχήματος.
Ενόψει τούτου, οι λόγοι έφεσης 1 έως 4 κρίνονται ως αβάσιμοι και απορρίπτονται.
Απομένει η εξέταση του 5ου λόγου έφεσης με τον οποίο προσβάλλεται το πρωτόδικο συμπέρασμα περί μη απόδειξης συντρέχουσας αμέλειας από τον εφεσίβλητο. Είναι η θέση του συνηγόρου για την εφεσείουσα ότι η είσοδος του εφεσίβλητου στο αντίθετο ρεύμα για προσπέρασμα των ακινητοποιημένων οχημάτων, συνιστούσε συντρέχουσα αμέλεια λόγω προβλεπτού κινδύνου να εξέλθει κάποιο όχημα από την πάροδο, και εισερχόμενο στη λωρίδα κυκλοφορίας που οδηγούσε ο εφεσίβλητος να του ανακόψει την πορεία.
Βασική αρχή της νομολογίας είναι ότι η ευθύνη επιμερίζεται κάτω από το πρίσμα της κοινής λογικής και της καθημερινής εμπειρίας. Οι εκατέρωθεν παραλείψεις συνεκτιμούνται όχι μικροσκοπικά αλλά από την πλατιά γωνιά του μέσου συνετού πολίτη ( και ).
Έχει επίσης νομολογηθεί ότι ο καταμερισμός ευθύνης αποτελεί έργο του πρωτόδικου Δικαστηρίου. Επέμβαση του Εφετείου δικαιολογείται μόνο εφόσον καταδεικνύεται ότι το πρωτόδικο Δικαστήριο, είτε εφάρμοσε εσφαλμένη αρχή δικαίου, είτε παραγνώρισε ουσιώδες γεγονός ή παράγοντα έτσι ώστε να προκύπτει έκδηλο σφάλμα (βλ. μεταξύ άλλων ).
Ο συνήγορος της εφεσείουσας επικαλέστηκε επί του προκειμένου τον , σύμφωνα με τον οποίον απαγορεύεται η προσπέραση οχημάτων, μεταξύ άλλων περιπτώσεων, και στην περίπτωση προσέγγισης σε συμβολή δρόμων. Ως αποτέλεσμα, θα πρέπει κατά τον συνήγορο, να αποδοθεί συντρέχουσα αμέλεια στον εφεσίβλητο, ο οποίος προσπερνούσε παράνομα και κατά παράβαση των πιο πάνω Κανονισμών, τα ακινητοποιημένα οχήματα στην οδό Βυζαντίου με το μοτοποδήλατό του.
Πρέπει εδώ να διευκρινίσουμε, ότι, σύμφωνα με την νομολογία, η παραβίαση των πιο πάνω Κανονισμών περί Τροχαίας Κίνησης δεν συνιστά χωρίς άλλο οδική αμέλεια. Το Ανώτατο Δικαστήριο σε σειρά αποφάσεών του έχει ξεκαθαρίσει ότι το κατά πόσο ένας οδηγός ήταν αμελής κρίνεται από το σύνολο των περιστάσεων της υπόθεσης και όχι από μια απλή τεχνική παράβαση. Το γεγονός ότι κάποιος οδηγός παραβίασε έναν κανονισμό δεν σημαίνει ότι το Δικαστήριο θα τον κρίνει αυτόματα υπόλογο για το αστικό αδίκημα της αμέλειας. Η παραβίαση λειτουργεί ως ένα από τα στοιχεία που θα συνεκτιμήσει το Δικαστήριο για να αποφασίσει αν ο οδηγός επέδειξε τη δέουσα επιμέλεια που θα αναμενόταν από έναν μέσο συνετό άνθρωπο υπό τις ίδιες περιστάσεις.
Σχετική είναι η απόφαση , στην οποία τονίστηκε ότι η υπερβολική ταχύτητα αφ' εαυτής δεν αποτελεί απόδειξη αμέλειας. Αντίστοιχα, η τήρηση του ορίου ταχύτητας δεν απαλλάσσει έναν οδηγό αν οι συνθήκες π.χ. σκότος, κίνηση, στενότητα δρόμου, παρουσία παιδιών στο πεζοδρόμιο, επέβαλλαν να κινείται πιο προσεκτικά.
Με αυτή την έννοια, ακόμη και η τήρηση των Κανονισμών Τροχαίας Κίνησης δεν σημαίνει χωρίς άλλο ότι κάποιος οδηγός δεν είναι αμελής. Στην υπόθεση , το Ανώτατο Δικαστήριο εξέτασε την περίπτωση όπου η κίνηση των υπόλοιπων οχημάτων έπρεπε να «δημιουργήσει την υποψία» στον οδηγό ότι κάποιος ενδέχεται να εισέλθει στη διασταύρωση. Κρίθηκε ότι η τυφλή εμπιστοσύνη στην προτεραιότητα που νομίμως έχει ένας οδηγός, χωρίς όμως ταυτόχρονη παρατήρηση του δρόμου, συνιστά αμέλεια.
Το κριτήριο της αμέλειας είναι αντικειμενικό και μέτρο ο προσεκτικός και όχι ο τέλειος οδηγός (βλ. ). Η Κυπριακή νομολογία, ακολουθώντας αυτή την αρχή, εφαρμόζει πάντα το αντικειμενικό κριτήριο για το πώς θα ενεργούσε ο μέσος συνετός οδηγός. Αν ο μέσος συνετός οδηγός θα μπορούσε να αποφύγει το ατύχημα, ανεξάρτητα από το ποιος παραβίασε τους Κανονισμούς Τροχαίας, τότε καταλογίζεται αμέλεια ή συντρέχουσα αμέλεια (βλ. και ανωτέρω).
Ως προς την πρόβλεψη να προκύψει κίνδυνος, αυτή συναρτάται με τις κοινές εμπειρίες και την λογική συνέπεια (βλ. ανωτέρω). Μελέτη της Νομολογίας τόσο Αγγλικής όσο και Κυπριακής, καταδεικνύει ως βασική αρχή ότι αν η δυνατότητα να προκύψει κίνδυνος είναι λογικά εμφανής, τότε το να μην πάρει ένας οδηγός τις αναγκαίες προφυλάξεις συνιστά αμέλεια, αλλά αν η δυνατότητα να προκύψει κίνδυνος είναι μόνο μια απλή πιθανότητα που δεν θα περνούσε από το μυαλό ενός μέσου λογικού ανθρώπου, τότε το να μην πάρει ένας οδηγός πρόσθετες προφυλάξεις δεν αποτελεί αμέλεια (βλ. και.
Αναφορικά με την απόδοση συντρέχουσας αμέλειας είναι σημαντικό να λεχθεί ότι αυτή δεν στηρίζεται στην ύπαρξη καθήκοντος του ζημιωθέντος προς τον εναγόμενο. Εκείνο που είναι αναγκαίο να αποδειχθεί όταν εγείρεται ισχυρισμός συντρέχουσας αμέλειας, είναι ότι αυτός που ζημιώθηκε δεν πήρε για το δικό του συμφέρον λογικές προφυλάξεις και συνέβαλε έτσι με την έλλειψη φροντίδας, στη ζημιά του. Δεν πρόκειται στην ουσία για υπεράσπιση αλλά για συνθήκη, δυνάμει της οποίας μειώνονται αναλογικά οι αποζημιώσεις που δικαιούται ο ενάγοντας (βλ. ).
Το βάρος απόδειξης της ύπαρξης συντρέχουσας αμέλειας, φέρει ο εναγόμενος που την επικαλείται. Ωστόσο, το Δικαστήριο μπορεί να συμπεράνει την ύπαρξη συντρέχουσας αμέλειας από τη μαρτυρία του ιδίου του ενάγοντα ή από τα γεγονότα που στοιχειοθετούν το συμβάν όπως διαπιστώνονται από το Δικαστήριο (βλ. ).
Προηγούμενη νομολογία δεν είναι δεσμευτική αφού κάθε υπόθεση κρίνεται με τα δικά της περιστατικά και τις ιδιαίτερες συνθήκες που επικρατούν στον δρόμο κατά την ώρα του ατυχήματος. Η αναφορά σε παλαιότερες αποφάσεις μπορεί ωστόσο να είναι χρήσιμη αφού καταδεικνύει την διαχρονική εξέλιξη της νομολογίας ως προς την γενικότερη αξιολόγησης της οδικής συμπεριφοράς των οδηγών που χρησιμοποιούν τον δρόμο κάτω από συγκεκριμένες συνθήκες.
Η υπόθεση ανωτέρω αφορούσε σύγκρουση μοτοποδηλάτου με αυτοκίνητο που διασταύρωνε λεωφόρο, κατά την έξοδό του από πάροδο ελεγχόμενη με σήμα Αλτ, ανακόπτοντας την πορεία του μοτοποδηλάτου, το οποίο προσπερνούσε από δεξιά, σειρά σταματημένων αυτοκινήτων επί της λεωφόρου. Η απόδοση αποκλειστικής ευθύνης για την πρόκληση του ατυχήματος στον οδηγό του αυτοκινήτου, ανατράπηκε κατ' έφεση. Η ευθύνη επιμερίστηκε από το Ανώτατο Δικαστήριο σε ποσοστό 25% στην οδηγό του μοτοποδηλάτου και σε 75% στον οδηγό του αυτοκινήτου.
Βέβαια η πιο πάνω υπόθεση διαφέρει από την παρούσα στο ότι η σύγκρουση της μοτοσικλέτας έγινε με όχημα που διασταύρωνε τον κύριο δρόμο μετά από προτεραιότητα που του δόθηκε από τα ακινητοποιημένα οχήματα που προσπερνούσε ο μοτοσικλετιστής. Η συντρέχουσα αμέλεια στον μοτοσικλετιστή αποδόθηκε γιατί η ακινητοποίηση των οχημάτων στο ύψος της διασταύρωσης θα έπρεπε να του δημιουργήσει την υποψία ότι οφειλόταν ενδεχομένως στην πρόθεση των οδηγών να δώσουν προτεραιότητα σε οχήματα της παρόδου, προκειμένου αυτά να διασταυρώσουν. Σχετικές είναι και οι αποφάσεις και που αφορούσαν παρόμοια γεγονότα με συγκρούσεις οχημάτων που προσπερνούσαν σειρά ακινητοποιημένων αυτοκινήτων, με άλλα οχήματα που εξήλθαν από παρακείμενη πάροδο.
Ανεξαρτήτως του ποσοστού ευθύνης που αποδόθηκε σε καθεμία από τις πιο πάνω υποθέσεις, η αρχή που προκύπτει από τις εν λόγω αποφάσεις, είναι ότι ακόμη και στις περιπτώσεις νόμιμης προσπέρασης ακινητοποιημένων οχημάτων από μοτοσικλέτα, ο οδηγός της μοτοσικλέτας οφείλει να είναι ιδιαίτερα προσεκτικός, ελέγχοντας όλες τις συνθήκες του δρόμου και την πιθανότητα κάποιο όχημα να εισέλθει από πάροδο στον κύριο δρόμο και να του αποκόψει την πορεία.
Στην υπό κρίση περίπτωση δεν υπάρχει αμφιβολία ότι γενεσιουργός αιτία του ατυχήματος ήταν η είσοδος στην οδό Βυζαντίου του οχήματος που οδηγούσε ο ασφαλισμένος στην εφεσείουσα οδηγός, χωρίς να ελέγξει την κίνηση με αποτέλεσμα να ανακόψει την πορεία του εφεσίβλητου που προσπερνούσε σειρά ακινητοποιημένων οχημάτων στην ίδια οδό.
Το κρίσιμο ερώτημα που πρέπει να απαντηθεί είναι κατά πόσον ο ίδιος ο εφεσίβλητος, όφειλε να υπολογίσει την είσοδο του οχήματος στην οδό Βυζαντίου, και παραγνωρίζοντας αυτό το ενδεχόμενο, συνέβαλε στη ζημιά του.
Κρίνουμε, ότι, υπό τις περιστάσεις που επικρατούσαν στον δρόμο την συγκεκριμένη στιγμή, διαγράφεται με σαφήνεια η παράλειψη του εφεσίβλητου να λάβει μέτρα για την δική του ασφάλεια που δικαιολογούν την απόδοση συντρέχουσας αμέλειας στον ίδιο. Ο εφεσίβλητος όφειλε να υπολογίσει όταν αποφάσισε να προσπεράσει τα ακινητοποιημένα οχήματα στην οδό Βυζαντίου, εισερχόμενος στην αντίθετη λωρίδα κυκλοφορίας, την πιθανότητα κάποιο όχημα να εισέλθει από την πάροδο της οδού Καλλινίκου στην οδό Βυζαντίου. Η δεξιά πάροδος της οδού Καλλινίκου ήταν εμφανής στον εφεσίβλητο και η είσοδος από αυτή στην οδό Βυζαντίου από άλλο όχημα δεν μπορούσε να αποκλειστεί. Το γεγονός ότι ο οδηγός του ασφαλισμένου στην εφεσείουσα οχήματος δεν έλεγξε επαρκώς την κίνηση στον δρόμο και δεν αντιλήφθηκε στα αριστερά του, το μοτοποδήλατό του εφεσίβλητου, που εκείνη τη στιγμή προσπερνούσε τα ακινητοποιημένα οχήματα στην πορεία του, συνιστά μεν την γενεσιουργό αιτία του ατυχήματος, αλλά δεν απαλλάσσει τον εφεσίβλητο από την ευθύνη που είχε να υπολογίσει το ενδεχόμενο αυτό καθότι αυτή η πιθανότητα να εισέλθει δηλαδή κάποιο όχημα από την πάροδο στον κύριο δρόμο δεν μπορούσε να αποκλειστεί.
Το πρωτόδικο Δικαστήριο δεν έλαβε δεόντως υπόψη του αυτό το στοιχείο, αποδίδοντας αποκλειστική ευθύνη για το ατύχημα στον οδηγό του οχήματος που εισήλθε στην οδό Βυζαντίου. Έπεται πως ο καταμερισμός της ευθύνης από το πρωτόδικο Δικαστήριο ήταν εσφαλμένος και πρέπει να παραμερισθεί. Θεωρούμε υπό τας περιστάσεις ότι ο εφεσίβλητος φέρει συντρέχουσα αμέλεια σε ποσοστό 20% για το ατύχημα.
Έχοντας υπόψη όλα τα πιο πάνω, η ευθύνη των διαδίκων καταμερίζεται σε 80% στον οδηγό του ασφαλισμένου από την εφεσείουσα οχήματος και σε 20% στον εφεσίβλητο. Έπεται ότι η πρωτόδικη απόφαση και τα επιδικασθέντα ποσά θα πρέπει να τροποποιηθούν ανάλογα.
Ως αποτέλεσμα, εκδίδεται απόφαση υπέρ του εφεσίβλητου- ενάγοντα και εναντίον της εφεσείουσας – εναγομένης ως ακολούθως:
· €4.000,00 ως γενικές αποζημιώσεις για πόνο, οδύνη και ταλαιπωρία και,
· €3.142,72 ως ειδικές αποζημιώσεις, πλέον τόκους και έξοδα.
Η πρωτόδικη επιδίκαση τόκου και εξόδων παραμένουν όπως καθορίστηκαν από το πρωτόδικο Δικαστήριο. Δεν επιδικάζονται έξοδα στην παρούσα λόγω μερικής επιτυχίας της έφεσης.
Κ. Σταματίου, Π
Λ. Δημητριάδου - Ανδρέου, Δ
Αλ. Παναγιώτου, Δ.
cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο