Υπόθεση αρ. 151/2025 (Κ)
(i-Justice)
31 Δεκεμβρίου 2025
[ΚΕΛΕΠΕΣΙΗ, Δ.Δ.Δ.]
ΑΝΑΦΟΡΙΚΑ ΜΕ ΤΟ AΡΘΡΟ 146 ΤΟΥ ΣΥΝΤΑΓΜΑΤΟΣ
S. K.
Αιτητή,
και
1.ΚΥΠΡΙΑΚΗΣ ΔΗΜΟΚΡΑΤΙΑΣ, ΔΙΑ ΜΕΣΩ ΤΟΥ ΥΠΟΥΡΓΟΥ ΕΣΩΤΕΡΙΚΩΝ
2.ΚΥΠΡΙΑΚΗΣ ΔΗΜΟΚΡΑΤΙΑΣ, ΜΕΣΩ ΤΗΣ ΔΙΕΥΘΥΝΤΡΙΑ ΤΟΥ ΤΜΗΜΑΤΟΣ ΑΡΧΕΙΟΥ ΠΛΗΘΥΣΜΟΥ ΚΑΙ ΜΕΤΑΝΣΤΕΥΣΗΣ
Καθ’ ων η αίτηση
––––––––––––––––––––––––––––––––
Ρ. Ερωτοκρίτου & Συνεργάτες Δ.Ε.Π.Ε, δικηγόροι για τον αιτητή.
Κ. Χατζηδημητρίου (κα), Δικηγόρος της Δημοκρατίας Α’, δικηγόρος για τους καθ’ ων η αίτηση.
Α Π Ο Φ Α Σ Η
ΚΕΛΕΠΕΣΙΗ, Δ.Δ.Δ.: Τα ουσιώδη γεγονότα που περιβάλλουν την υπό κρίση υπόθεση και τα οποία είναι εκατέρωθεν παραδεκτά έχουν ως ακολούθως:
O αιτητής είναι υπήκοος Ρωσίας, ο οποίος αφίχθηκε παράνομα στη Δημοκρατία μέσω των μη ελεγχόμενων περιοχών και στις 22.7.2024 συνελήφθη στο οδόφραγμα της Οδού Λήδρας καθότι εναντίον του εκκρεμούσε διεθνής αναζήτηση από τις ρωσικές αρχές σε σχέση με αδικήματα τρομοκρατίας και δη ότι το 2016 ο αιτητής ενεργώντας με πρόθεση μετέβηκε στη Συρία και εντάχθηκε στη τζιχαντιστική ένοπλη παράνομη οργάνωση ISIS καθώς και ότι είχε ενεργή συμμετοχή σε ένοπλο σχηματισμό, ο οποίος δρούσε σε συριακό έδαφος. Η σύλληψη του αιτητή διενεργήθηκε δυνάμει προσωρινού εντάλματος σύλληψης, το οποίο εξασφαλίστηκε από το Επαρχιακό Δικαστήριο Λευκωσίας, ενώπιον του οποίου παρουσιάστηκε στις 23.7.2024, με σκοπό την έναρξη της διαδικασίας έκδοσης του στη Ρωσία ως φυγόδικου.
Εκκρεμούσης της αίτησης αρ. 1/24 για έκδοση φυγόδικου, ο αιτητής υπέβαλε στις 13 Σεπτεμβρίου 2024, αίτηση για παραχώρηση καθεστώτος διεθνούς προστασίας, αίτημα το οποίο απορρίφθηκε στις 10.12.24 από την Υπηρεσία Ασύλου. Η εν λόγω απορριπτική απόφαση επιδόθηκε στον αιτητή στις 11.12.2024. Ο αιτητής δεν προσέφυγε κατά της νομιμότητας της πιο πάνω απόφασης.
Κατά την ίδια ημέρα, ήτοι στις 11.12.24 εκδόθηκαν τα πρώτα διατάγματα κράτησης και απέλασης κατά του αιτητή δυνάμει του άρθρου 14 του Κεφ. 105 και του άρθρου 29 του Περί Προσφυγών Νόμου αφού ως αναγράφετο και στα ίδια τα διατάγματα ο αιτητής θεωρείτο ως αιτητής ασύλου.
Ακολούθησε η απόσυρση εκ μέρους του Γενικού Εισαγγελέα της αίτησης για έκδοση φυγόδικου, αφού σύμφωνα και με το πρακτικό του Επαρχιακού Δικαστηρίου ημερομηνίας 12.12.24, το Υπουργείο Δικαιοσύνης με επιστολή του ημερομηνίας 11.12.24, συμφώνησε με την εισήγηση του Γενικού Εισαγγελέα για απόσυρση της αιτήσεως ένεκα δεδικασμένου ήτοι λόγω της ύπαρξης αθωωτικής απόφασης από το Δικαστήριο της Αττάλειας στην Τουρκία.
Εν συνεχεία και δη στις 13.1.2025 ο αιτητής υπέβαλε πρώτη μεταγενέστερη αίτηση για χορήγηση διεθνούς προστασίας, η οποία απορρίφθηκε ως απαράδεκτη από την Υπηρεσία Ασύλου στις 24.1.2025. Κατά της νομιμότητας της πιο πάνω απόφασης ο αιτητής καταχώρησε την Προσφυγή αρ. Τ71/25 στο Διοικητικό Δικαστήριο Διεθνούς Προστασίας, επί της οποίας η έκδοση απόφασης εκκρεμεί μέχρι και σήμερα.
Ακολούθως στις 28.1.2025, η Διευθύντρια του Τμήματος Μετανάστευσης εξέδωσε νέα διατάγματα κράτησης και απέλασης κατά του αιτητή, έρεισμα των οποίων, αποτέλεσε δυνάμει των παραγράφων (κ) και (ζ) του άρθρου 6 (1) του Κεφ. 105 η κήρυξη του αιτητή ως απαγορευμένου μετανάστη ίδιας ημερομηνίας λόγω της παράνομης παραμονής του στη Δημοκρατία από τις 11.1.2025, ημερομηνία κατά την οποία παρήλθε η προθεσμία αναχώρησης του από τη Δημοκρατία καθώς και λόγω του ότι είναι επικίνδυνος για τη δημόσια τάξη και ασφάλεια. Σημειώνεται ότι τα εν λόγω διατάγματα ως και η απόφαση κήρυξης του αιτητή ως απαγορευμένου μετανάστη κοινοποιήθηκαν στον αιτητή στις 28.1.2025.
Με την παρούσα προσφυγή και δια τις αιτούμενες θεραπείες υπό παραγράφους Α-Γ ο αιτητής στρέφεται κατά της νομιμότητας της απόφασης των καθ’ ων η αίτηση ημερομηνίας 28.1.2025 να κηρυχθεί ως απαγορευμένος μετανάστης καθώς και κατά της νομιμότητας των διαταγμάτων κράτησης και απέλασης ίδιας ημερομηνίας. Με τις αιτούμενες θεραπείες υπό παραγράφους Δ και Ε ο αιτητής επιζητεί επιπροσθέτως τα ακόλουθα:
«Δ. Διάταγμα και ή Απόφαση και/ή Δήλωση του Δικαστηρίου αποφασίζον και/ή διατάττον και/ή δηλώνον, ότι η απόφαση της Καθ' ης η Αίτηση 2 ημερ. 28.01.25 η οποία κοινοποιήθηκε στον Αιτητή την 29.01.25 και με την οποία αφαιρείται, παύεται και/ή ανακαλείται από τον Αιτητή το καθεστώς συμπληρωματικής προστασίας που του είχε παρασχεθεί με το περιεχόμενο της επιστολής ημερ. 11.12.24 από τον Καθ' ου η Αίτηση 1, είναι άκυρη, παράνομη και εστερημένη οποιουδήποτε αποτελέσματος.
Ε. Διάταγμα και/ή Απόφαση του Δικαστηρίου και/ή Δήλωση του Δικαστηρίου αποφασίζον και/ή διατάττον και/ή δηλώνον ότι η απόφαση του Καθ' ου η Αίτησης 1, ημερ.11.12.24 που του κοινοποιήθηκε στις 12.12.24 και με την οποία θεωρείται ο Αιτητής σαν παράνομος μετανάστης, δυνάμει του άρθρου 6(1)(ζ) του Κεφ. 105, λόγω του ότι υπάρχουν εύλογες υπόνοιες βασιζόμενες σε πληροφορίες για εμπλοκή του Αιτητή σε εγκληματική οργάνωση που διαπράττει εγκληματικές πράξεις, όπως συνομωσία για διάπραξη κακουργήματος κι άλλες εγκληματικές ενέργειες κατά παράβασίν του άρθρου 5 του Περί Καταπολέμησης Τρομοκρατίας και της Προστασίας των Θυμάτων Νόμου 75(Ι)2Ο19, θεωρούμενες γι' αυτό σαν απειλή για την εθνική ασφάλεια και δημόσια τάξη και γι' αυτό θα απελαθεί δυνάμει διατάγματος απέλασης και κράτησης είναι άκυρη, παράνομη και εστερημένη οποιουδήποτε έννομου συνακόλουθου αποτελέσματος.»
Έχω εξετάσει με προσοχή τις εκατέρωθεν θέσεις των ευπαίδευτων συνηγόρων σε συνάρτηση με το περιεχόμενο των ενώπιον μου διοικητικών φακέλων της υπόθεσης, περιλαμβανομένου και του φακέλου της Υπηρεσίας Ασύλου. Σημειώνεται ότι η πλευρά των καθ΄ων η αίτηση εγείρει ζήτημα μη ορθής δικογράφησης σε σχέση με κάθε ένα εκ των προβαλλόμενων από τον αιτητή ισχυρισμών, κάτι που η πλευρά του αιτητή απορρίπτει. Το ζήτημα όμως αυτό θα εξεταστεί ακολούθως κατά την εξέταση έκαστου προβαλλόμενου λόγου ακύρωσης. Ωστόσο οφείλει εκ προοιμίου να διαπιστωθεί ότι τα νομικά σημεία που περιλαμβάνονται στη γραπτή αγόρευση του αιτητή ως νομικά σημεία της αιτήσεως του δεν συνταυτίζονται με τα νομικά σημεία της Προσφυγής. Σημασία δε έχει ό,τι καταγράφηκε στην ίδια την αίτηση ακυρώσεως.
Αποτελεί κύρια και επαναλαμβανόμενη θέση της πλευράς του αιτητή, η οποία διαπιστώνω ότι δικογραφείται δεόντως στα νομικά σημεία της Προσφυγής αρ. 3, 4,6 και 7 ότι ενώ με τα διατάγματα ημερομηνίας 11.12.24 είχε παρασχεθεί στον αιτητή συμπληρωματική προστασία, αυτή του αφαιρέθηκε αναιτιολόγητα και καταχρηστικά με την έκδοση των διαταγμάτων ημερομηνίας 28.1.25 δια των οποίων καθορίστηκε και σε αντίθεση με ότι προηγουμένως είχε αποφασιστεί ως χώρα απέλασης η χώρα καταγωγής του, ήτοι η Ρωσία. Ως δε περαιτέρω εισηγείται ως αποτέλεσμα της αφαίρεσης αυτής εκτίθεται σε ανυπολόγιστο κίνδυνο η ζωή και η σωματική του ακεραιότητα. Ισχυρίζεται δε ο αιτητής ότι κατά την ανάκληση δεν τηρήθηκε κατά παράβαση του άρθρου 54 του Ν. 158 (Ι)/99 ο τύπος και η διαδικασία που ίσχυαν για την έκδοση της πράξης που ανακλήθηκε και δη ότι η ακύρωση των διαταγμάτων ημερομηνίας 11.12.24 δεν διενεργήθηκε από το εκδώσαν αυτά όργανο, ήτοι τον Υπουργό Εσωτερικών.
Είναι πράγματι γεγονός ότι στην αρχική απόφαση ημερομηνίας 11.12.24 για κήρυξη του αιτητή ως απαγορευμένου μετανάστη καταγράφετο, μεταξύ άλλων, ότι ενόψει του ότι στον αιτητή είχε παραχωρηθεί καθεστώς συμπληρωματικής προστασίας αυτός δεν θα απελαθεί στη χώρα καταγωγής αλλά σε άλλη ασφαλή χώρα η οποία θα τον δεχόταν.
Εντούτοις έχει δίκαιο η πλευρά των καθ΄ων η αίτηση να εισηγείται ότι αυτή η αναφορά διενεργήθηκε εκ παραδρομής και ότι δεν ανταποκρίνεται στα πραγματικά δεδομένα που περιβάλλουν την περίπτωση του αιτητή. Καταρχάς οφείλει να υπομνησθεί, ως ορθώς η πλευρά των καθ΄ων η αίτηση εισηγείται, ότι η εξουσία για έκδοση απόφασης σχετικά με την αναγνώριση και/ή παύση του καθεστώτος συμπληρωματικής προστασίας προνοείται στο άρθρο 19 του περί Προσφύγων Νόμου του 2000 και εναποτίθεται ρητώς στον Προϊστάμενο της Υπηρεσίας Ασύλου. Περαιτέρω αποτελεί αναντίλεκτο γεγονός ότι ο αιτητής υπέβαλε στις 13.9.24 αίτηση για παραχώρηση καθεστώτος διεθνούς προστασίας, αίτημα το οποίο απορρίφθηκε στις 10.12.24 από την Υπηρεσία Ασύλου, ήτοι πριν την έκδοση της πιο πάνω απόφασης ημερομηνίας 11.12.24 για κήρυξη του ως απαγορευμένου μετανάστη. Στα πλαίσια δε του αιτήματος αυτού, ως προκύπτει από τα ερυθρά 115-116 και 151 του Τεκμήριου 2, τα οποία συνιστούν μέρος του σχετικού σημειώματος λειτουργού εξέτασης και την απορριπτική απόφαση της Υπηρεσίας Ασύλου διαπιστώθηκε ότι ο αιτητής δεν πληρεί ούτε και τις προϋποθέσεις για υπαγωγή του στο καθεστώς συμπληρωματικής προστασίας. Ως εκ τούτου και ένεκα της απόρριψης της αιτήσεως του αιτητή για παροχή καθεστώτος διεθνούς προστασίας εκδόθηκε απόφαση επιστροφής του στη Ρωσική Ομοσπονδία. Υπενθυμίζεται ότι ο αιτητής δεν προσέφυγε εναντίον της νομιμότητας της πιο πάνω απόφασης.
Άλλωστε δεν θα μπορούσα να μην παρατηρήσω ότι ακόμα και στα ίδια τα εκδόθεντα διατάγματα ημερομηνίας 11.12.24 (βλ. ερυθρά 154-155, Τεκμηρίου 1 Vol II) τα οποία ερείδοντο στη συγκεκριμένη απόφαση και τα οποία εκδόθηκαν ομοίως από τον Υπουργό Εσωτερικών, ρητώς αναγράφετο ότι ο αιτητής είναι αιτητής διεθνούς προστασίας (αφού δεν είχε ακόμα παρέλθει άπρακτη η προθεσμία των 30 ημέρων για άσκηση Προσφυγής κατά της απορριπτικής απόφασης της Υπηρεσίας Ασύλου) και όχι κάτοχος καθεστώτος συμπληρωματικής προστασίας καθώς και ότι η χώρα απέλασης του αιτητή ήταν η ίδια η Ρωσία.
Επομένως από τα αναντίλεκτα δεδομένα που έχουν τεθεί ενώπιον μου προκύπτει αδιαμφισβήτητα ότι ουδέποτε είχε παραχωρηθεί καθεστώς συμπληρωματικής προστασίας τον αιτητή, ώστε να μην μπορεί να γίνεται λόγος για ανάκληση και/ή αφαίρεση του εν λόγω καθεστώτος με την έκδοση των προσβαλλόμενων διαταγμάτων ημερομηνίας 28.1.25.
Τα πιο πάνω καθιστούν άνευ ουσίας και τη θέση του αιτητή ότι η ανάκληση του καθεστώτος συμπληρωτικής προστασίας διενεργήθηκε από τη Διευθύντρια του Τμήματος και όχι από τον Υπουργό, αφού ως ήδη επεξηγήθηκε ουδέποτε είχε χορηγηθεί τέτοιο καθεστώς στον αιτητή. Εν πάση περιπτώσει, η ακύρωση των διαταγμάτων ημερομηνίας 11.12.24 λόγω, ως η ίδια Διευθύντρια σημειώνει χειρογράφως επί αυτών, έκδοσης των νέων διαταγμάτων ημερομηνίας 28.1.25 βάσει του Κεφ.105 (βλ. ερυθρό 155 Τεκμηρίου 1 Vol II) διενεργήθηκε από πρόσωπο εξουσιοδοτημένο δεόντως από τον Υπουργό, ο οποίος είχε εκδώσει και την αρχικές αποφάσεις ημερομηνίας 11.12.24. Αρκεί δε να αναφέρω ότι ενώπιον μου έχει τεθεί εξουσιοδότηση ημερομηνίας 8.1.21 δια της οποίας δίδεται εξουσιοδότηση από τον Υπουργό Εσωτερικών προς τον εκάστοτε Διευθυντή του Τμήματος να ασκεί τις εξουσίες που του παρέχουν, μεταξύ άλλων, τα άρθρα 14 και 18 ΠΣΤ. Η εξουσιοδότηση αυτή ουδόλως αμφισβητήθηκε από τον αιτητή.
Συνεπώς και επί τη βάσει των ανωτέρω η αιτούμενη θεραπεία υπό παράγραφο Δ της Προσφυγής απορρίπτεται. Δεδομένης της ακύρωσης της αρχικής απόφασης κήρυξης του αιτητή ως απαγορευμένου μετανάστη και των διαταγμάτων ημερομηνίας 11.12.24 και της έκδοσης νέων, τα όσα εκζητούνται δια του αιτητικού Ε της Προσφυγής παρέμειναν άνευ αντικειμένου και συνεπώς το εν λόγω αιτητικό υπόκειται σε απόρριψη.
Περαιτέρω ο αιτητής διατείνεται ότι οι καθ' ων η αίτηση κατά τη λήψη των προσβαλλόμενων πράξεων ενήργησαν υπό πλάνη, ελλιπή έρευνα, αυθαίρετα και με τρόπο κακόπιστο και χωρίς να παράσχουν τη δέουσα αιτιολογία. Ειδικότερα εισηγείται ότι δεν θα έπρεπε ο αιτητής να θεωρηθεί απαγορευμένος μετανάστης διότι αφενός «ουδέποτε παρέμεινε με τη θέληση του στην Δημοκρατία και ουδέποτε του δόθηκε οποιοδήποτε χρονικό όριο από την Δημοκρατία για να αναχωρήσει από αυτήν» και αφετέρου δεν έπρεπε να θεωρηθεί περαιτέρω σαν απειλή για τη δημόσια τάξη και ασφάλεια. Τούτο δε διότι, ως εισηγείται, κρίθηκε κατά παράβαση της αρχής ne bis in idem «την οποία έκαμαν αποδεκτή για την περίπτωση του Αιτητή, η δικαστική εξουσία της Δημοκρατίας και o ανεξάρτητος θεσμός του Γενικού Εισαγγελέα στα πλαίσια της αίτησης έκδοσης του Αιτητή στο Ε.Δ. Λευκωσίας στα πλαίσια της Αίτησης 1/24» επικίνδυνος για τη δημόσια τάξη και ασφάλεια στη βάση υπονοιών που αφορούσαν εγκληματικές πράξεις για τις οποίες, όμως, είχε αθωωθεί τελεσίδικα από τα τουρκικά δικαστήρια. Περαιτέρω δεν συνέτρεχε καμία «μαρτυρία» ως το άρθρο 6(1) (ζ) του Κεφ. 105, ως αυτό ίσχυε κατά τον επίδικο χρόνο, απαιτούσε «την οποία το Υπουργικό Συμβούλιο δυνατό να θεωρήσει επαρκή» ότι ο αιτητής ενδέχεται να συμπεριφερθεί κατά τέτοιο τρόπο που να καταστεί επικίνδυνος στην ησυχία, δημόσια τάξη, έννομη τάξη ή δημόσια ήθη. Προς επίρρωση της θέσης της αυτής, η πλευρά του αιτητή παραθέτει απόσπασμα από τη κατάθεση του αιτητή που, ως αναφέρει, υιοθέτησε το τουρκικό δικαστήριο για να τον αθωώσει και το οποίο κατά τον αιτητή δεικνύει ότι οι υπόνοιες/πληροφορίες αυτές ήταν αβάσιμες. Μετά δε τη νόμιμη διακοπή της διαδικασίας έκδοσης του στη Ρωσία στα πλαίσια της Αίτησης αρ.1/24, συνεχίζει ο αιτητής, θα έπρεπε οι καθ΄ων η αίτηση να του χορηγήσουν καθεστώς διεθνούς προστασίας και όχι παραγνωρίζοντας αυτό το γεγονός να αφαιρέσουν το καθεστώς συμπληρωματικής προστασίας που είχε παρασχεθεί στον αιτητή και να εκδώσουν διάταγμα απέλασης στη χώρα καταγωγής του για την οποία προηγουμένως κρίθηκε ότι δεν δύναται να δικασθεί, θέτοντας με σε κίνδυνο τη ζωή του αιτητή.
Καταρχάς οφείλει να υπομνησθεί ότι εξέταση των νομικών σημείων της Προσφυγής δεικνύει ότι πλην των όσων γενικώς περιλαμβάνονται στο νομικό σημείο 6 της Προσφυγής περί του ότι «ο καθ΄ου η αίτηση 1 αγνόησε παντελώς πως για τις κατ' ισχυρισμόν εγκληματικές πράξεις που αποδόθηκαν στον Αιτητή, τούτος είχε αθωωθεί τελειωτικά και τελεσίδικα από τα τουρκικά δικαστήρια» οι πιο πάνω προεκτεθείσες θέσεις του αιτητή δεν έχουν δεόντως δικογραφηθεί και εξειδικευθεί με την απαιτούμενη σαφήνεια, ως η πάγια νομολογία επιτάσσει και οι απαιτήσεις που θέτει ο Κανονισμός 7 του Διαδικαστικού Κανονισμού του Ανωτάτου Δικαστηρίου. Οι δε γενικές αναφορές που εντοπίζεται στα νομικά σημεία της Προσφυγής ότι οι προσβαλλόμενες αποφάσεις δεν ειναι αιτιολογημένες επαρκώς ή ότι λήφθηκαν χωρίς τη διεξαγωγή δέουσας και επαρκούς έρευνας ή αυθαίρετα και αναρμοδίως και ή υπό πλάνη περί τα πράγματα και τον νόμο, δεν επαρκούν και σε καμία περίπτωση δεν συνιστούν σύμφωνα και με την πάγια νομολογία δέουσα δικογράφηση (Nestoras Hotels Ltd και Δημοκρατίας (Έφεση κατά απόφασης Διοικητικού Δικαστηρίου αρ. 169/18, ημερομηνιας 20/3/24) Δημοκρατία ν. Shalaeva (2010) 3 Α.Α.Δ. 598) Haghilo ν. Δημοκρατίας κ.ά., Α.Ε. 156/12, ημερ. 27.2.2018), ECLI:CY:AD:2018:C91.
Στην απόφαση Δήμος Λευκωσίας και Κοινοπραξία Cybarco Ltd- A. Aristotelous Constructions Ltd (Έφεση Κατά Απόφασης Διοικητικού Δικαστηρίου Αρ. 19/2017, ημερομηνίας 31.10.2023) το Ανώτατο Συνταγματικό Δικαστήριο υπόμνησε εκ νέου ότι η αιτιολόγηση των νομικών σημείων της Προσφυγής είναι απαραίτητη για την εξέταση από μέρους του Διοικητικού Δικαστηρίου των λόγων που προσβάλλουν τη νομιμότητα μιας διοικητικής πράξης και επομένως οποιαδήποτε αοριστία ή ασάφεια επηρεάζει αναπόφευκτα την ορθότητα της νομικής βάσης με αποτέλεσμα να είναι ανεπίδεκτη δικαστικής εκτίμησης. Απόλυτα σχετικά είναι τα όσα λέχθηκαν στην απόφαση του Ανωτάτου Δικαστηρίου Χριστοδουλίδης και Πανεπιστημίου Κύπρου (Αναθεωρητική Έφεση αρ.95/12, ημερομηνίας 6/7/18), ECLI:CY:AD:2018:C344.Τα παραθέτω:
«Στην προκείμενη υπόθεση δεν ήταν αρκετό να τεθεί στα νομικά σημεία της προσφυγής με γενικότητα η παραβίαση του δικαιώματος ακρόασης χωρίς καμία απολύτως εξειδίκευση, κάτω από τη γενικότερη σφαίρα παραβίασης των γενικών αρχών του διοικητικού δικαίου. Κατά παρόμοιο τρόπο, δεν σημαίνει στην ουσία οτιδήποτε η γενική διατύπωση στη δικογραφία ότι η απόφαση λήφθηκε από αναρμόδιο όργανο ή με παράνομη συγκρότηση ή σύνθεση ή λειτουργία ή ότι η όλη διαδικασία που προηγήθηκε της τελικής απόφασης πάσχει από ακυρότητα. Αυτού του είδους οι τοποθετήσεις δεν είναι παρά γενικότητες που μπορούν με ευκολία να τεθούν σε οποιαδήποτε αίτηση ακυρώσεως. Πρέπει, αντίθετα, να αναφέρεται με ακρίβεια και πληρότητα σε τι συνίσταται η συγκεκριμένη παραβίαση που προτείνεται στο νομικό σημείο. Η ακρίβεια βοηθά στην καθαρότητα του δικαστικού λόγου και στην τελεσφόρηση της υπόθεσης κατά τον ορθό και ταχύτερο τρόπο. Επομένως, ορθά το Δικαστήριο έκρινε ότι δεν καλύπτονταν τα θέματα, από τη δικογραφία[..]»
Εν πάση περιπτώσει δεν μπορώ να μην παρατηρήσω τα ακόλουθα ως προς τους εν λόγω ισχυρισμούς του αιτητή:
Ως ορθά η πλευρά των καθ΄ων η αίτηση σημειώνει τα προσβαλλόμενα διατάγματα είχαν ως έρεισμα την απόφαση κήρυξης του αιτητή ως απαγορευμένου μετανάστη, η οποία λήφθηκε στη βάση του ότι συνέτρεχαν, ως ρητώς καταγράφεται, δυο αυτοτελή και ανεξάρτητα αιτιολογικά ερείσματα. Συγκεκριμένα ο αιτητής κηρύχθηκε απαγορευμένος μετανάστης και ως εκ τούτου κρίθηκε επιβεβλημένη η απέλαση του, δυνάμει της παραγράφου (κ) του άρθρου 6 (1) του Κεφ. 105 λόγω της παράνομης παραμονής του στη Δημοκρατία από τις 11.1.2025, ημερομηνία κατά την οποία παρήλθε η προθεσμία αναχώρησης του από τη Δημοκρατία καθώς και δυνάμει της παραγράφου (ζ) του άρθρου 6 (1) του Κεφ. 105 καθότι κρίθηκε επικίνδυνος για τη δημόσια τάξη και ασφάλεια.
Σε ότι αφορά την αιτιολογική κρίση ότι ο αιτητής καθίστατο επικίνδυνος για τη δημόσια τάξη και ασφάλεια, η κα Χατζηδημητρίου δήλωσε κατά το στάδιο των διευκρινήσεων της υπόθεσης ότι η πλευρά των καθ΄ων η αίτηση και σε ότι αφορά το μέρος αυτό της δοθείσας αιτιολογίας που στηρίζει τις προσβαλλόμενες αποφάσεις, δεν θα υπερασπιστεί τη νομιμότητα της και αποδέχεται την ακύρωση της καθότι δεν είναι, ως δήλωσε, επαρκώς αιτιολογημένη.
Ως προς τούτο δεν χρειάζεται να λεχθούν πολλά. Κατά πάγια νομολογία το Δικαστήριο δεν δεσμεύεται από την εκάστοτε δήλωση και/ή στάση των συνήγορων της καθ΄ης η αίτηση να υποστηρίξουν ή μη τη νομιμότητα της προσβαλλόμενης διοικητικής απόφασης ή μέρους αυτής αλλά οφείλει ένεκα και του εξεταστικού χαρακτήρα της διαδικασίας να προβεί και αφού καταλήξει στα δικά του συμπεράσματα, τόσο επί των νομικών ζητημάτων, όσο και επί των γεγονότων, στην έκδοση απόφασης επί της νομιμότητας της επίδικης απόφασης (Δημοκρατίας v Καραγιώργη ( Ε.Δ.Δ ΑΡ. 70/22, ημερομηνίας 17/12/25) Stavros Makris Ltd v. Republic) (1984) 3 C.L.R. 539). Κρίνω ότι πράγματι η αιτιολογική κρίση αυτή δεν έχει επαρκώς και δεόντως αιτιολογηθεί, ώστε να καθίσταται εφικτός ο δικαστικός έλεγχος. Και τούτο διότι δεν επεξηγείται αλλά ούτε και προκύπτει από τα στοιχεία του διοικητικού φακέλου ποια ήταν αυτή η μαρτυρία, ως το άρθρο 6 (1) (ζ) του Κεφ.105 απαιτούσε ενώπιον του Υπουργικού Συμβουλίου η οποία δύνατο να κριθεί επαρκής, άλλη βεβαίως από τα όσα καταγράφονταν στην επιστολή της Γενικής Εισαγγελίας της Ρωσικής Ομοσπονδίας(βλ. ερυθρό 219 του Τεκμηρίου 1 Vol II) δια της οποίας εκζητείτο η έκδοση του αιτητή για να δικαστεί για αδικήματα σε σχέση με συμμετοχή του στην τρομοκρατική οργάνωση ISIS, αφ΄ης στιγμής για τα αδικήματα αυτά η ίδια η Δημοκρατία δια μέσου της νομικής υπηρεσίας στα πλαίσια της αίτησης έκδοσης φυγόδικου αρ. 1/24 δήλωσε ότι αποσύρει την εν λόγω αίτηση λόγω ύπαρξης δεδικασμένου, το οποίο ως επίσης δηλώθηκε (βλ. πρακτικό του Επαρχιακού Δικαστηρίου ημερομηνίας, ερυθρό 170 Τεκμηρίου1 Vol II) προέκυπτε από απόφαση τούρκικου δικαστηρίου, η οποία ως αποτελεί εκατέρωθεν παραδεκτό γεγονός ήταν αθωωτική.
Η πιο πάνω όμως διαπίστωση δεν είναι καταλυτική ώστε από μόνη της να επιφέρει αυτομάτως την ακύρωση της προσβαλλόμενης απόφασης κήρυξης απαγορευμένου μετανάστη και κατά συνέπεια και των επίδικων διαταγμάτων, δεδομένου ότι, ως ήδη υποδείχθηκε, υφίστατο και πρόσθετο αυτοτελές αιτιολογικό έρεισμα της κρίσης ότι ο αιτητής κατέστη απαγορευμένος μετανάστης το οποίο εδράζεται στην παράνομη παραμονή του στη Δημοκρατία από τις 11.1.2025, ημερομηνία κατά την οποία παρήλθε η προθεσμία αναχώρησης του από τη Δημοκρατία. Ως προς τούτο υπενθυμίζεται ότι στην περίπτωση ύπαρξης επάλληλων αιτιολογιών, οι οποίες διατηρούν την αυτοτέλεια και ανεξαρτησία τους, η διοικητική πράξη είναι νόμιμη και επαρκώς αιτιολογημένη αν μία (ή περισσότερες) των αιτιολογιών είναι έγκυρες και μπορούν επαρκώς να στηρίξουν τη διοικητική πράξη (Unitex Trading Co Ltd v Κυπριακής Δημοκρατίας (1992) 4(Β) ΑΑΔ 1338, 1349-1354, GES και Δημοκρατια (Αν. Έφεση αρ. 135/14, ημερ.7/6/21), ECLI:CY:AD:2021:C237 Δήμος Γεροσκήπου ν Primetel Co Ltd, AE 42/12, ημ. 6.7.18) Πορίσματα Νομολογίας του Συμβουλίου της Επικρατείας 1929-1959 σ.189, σύγγραμμα «Η Αίτησις Ακυρώσεως Ενώπιον Του Συμβουλίου της Επικρατείας» Θ. Τσάτσου, βλ. άρθρα 31-32 του Ν.158(Ι)/99).
Εν προκειμένω, ως ορθά υποδεικνύει η πλευρά των καθ΄ων η αίτηση, αλλά αποτελεί ενώπιον μου και παραδεκτό γεγονός, το οποίο επιβεβαιώνεται ευθέως και αναντίλεκτα από το περιεχόμενο του διοικητικού φακέλου, ο αιτητής αφίχθηκε στο έδαφος της Δημοκρατίας παράνομα σε άγνωστο χρόνο και από άγνωστο σημείο και στις 22.7.24 συνελήφθη στο οδόφραγμα της οδού Λήδρας καθότι εναντίον του εκκρεμούσε διεθνής αναζήτηση από τις Ρωσικές Αρχές σε σχέση με αδικήματα τρομοκρατίας. Περαιτέρω συνιστά αναντίλεκτο και δη εκατέρωθεν παραδεκτό γεγονός ότι ο αιτητής υπέβαλε αίτηση για παραχώρηση καθεστώτος διεθνούς προστασίας, αίτηση η οποία απορρίφθηκε από την Υπηρεσία Ασύλου με απόφαση της ημερομηνίας 10.12.24, η οποία ως επιβεβαιώνεται από το ερυθρό 198 του Τεκμηρίου 1 Vol I, το οποίο αποτελεί μέρος των εγγράφων από το μηχανογραφημένο σύστημα της Υπηρεσίας Ασύλου και στο οποίο αποτυπώνεται όλο το ιστορικό των αιτήσεων του αιτητή στην Υπηρεσία Ασύλου, επιδόθηκε στον αιτητή στις 11.12.24. Την παραλαβή της επιστολής αυτής, η οποία φέρει ημερομηνία 11.12.2024, όπως και την κατανόηση του περιεχομένου της, βεβαίωσε, ως αποτυπώνεται στην εν λόγω επιστολή, ιδιοχείρως ο ίδιος ο αιτητής κατά την ίδια ημερομηνία. Μάλιστα, ως παρατηρώ από την εν λόγω επιστολή (ερυθρό 15 Τεκμηρίου 2) δια αυτής ο αιτητής πληροφορείτο τόσο για το δικαίωμα του βάσει του άρθρου 146 Συντάγματος και του άρθρου 12 Α του Ν.73(Ι)/2018 να προσφύγει εντός προθεσμίας 30 ημερών κατά της νομιμότητας της εκδοθείσας απορριπτικής απόφασης στο Διοικητικό Δικαστήριο Διεθνούς Προστασίας όσο και για την έκδοση απόφασης επιστροφής του στη Ρωσία, ενώ δια αυτής παρέχετο μάλιστα στον αιτητή και χρόνος επτά ημερών για οικειοθελή αναχώρηση του από τη Δημοκρατία. Σημειώνεται δε ότι στη ρηθείσα επιστολή ρητώς κατεγράφετο, ότι η εκδοθείσα απόφαση επιστροφής θα αναστέλετο είτε μέχρι την πάροδο άπρακτης της προαναφερθείσας προθεσμίας για άσκηση Προσφυγής κατά της απορριπτικής απόφασης της Υπηρεσίας Ασύλου είτε σε περίπτωση καταχώρησης τέτοιας Προσφυγής μέχρι την έκδοση απόφασης από το Δικαστήριο. Επομένως τα όσα αναφέρονται από τη πλευρά του αιτητή περί του ότι ουδέποτε του δόθηκε οποιοδήποτε χρονικό όριο για να αναχωρήσει από τη Δημοκρατία ουδόλως ευσταθούν και καταρρίπτονται ως προδήλως αβάσιμα.
Εν προκειμένω, η νομιμότητα της πιο πάνω απορριπτικής απόφασης ουδέποτε αμφισβητήθηκε από τον αιτητή. Αυτό δε το γεγονός ήτοι ότι η απορριπτική απόφαση της Υπηρεσίας Ασύλου επιδόθηκε στον αιτητή στις 11.12.24 και ότι ο αιτητής ουδόλως προσέφυγε κατά αυτής είναι που αποτυπώνεται τόσο στα έγγραφα από το μηχανογραφημένο σύστημα της Υπηρεσίας Ασύλου όσο και στο σημείωμα της ΥΑΜ ημερομηνίας 28.1.25 προς τη Διευθύντρια του Τμήματος Μετανάστευσης, τα οποία, ως το περιεχόμενο του διοικητικού φακέλου επιμαρτυρεί, ήταν ενώπιον της Διευθύντριας κατά την έκδοση των διαταγμάτων. Με αυτό ως δεδομένο, το οποίο ουδόλως και κατ΄ ουδένα τρόπο δεν αμφισβητήθηκε από τον αιτητή, διαπιστώνω ότι πράγματι στις 11.1.25 είχε παρέλθει, ως ρητώς καταγράφεται και στη δοθείσα αιτιολογία της απόφασης για κήρυξη του αιτητή ως απαγορευμένου μετανάστη αλλά και του διατάγματος απέλασης, η προθεσμία αναχώρησης του αιτητή από τη Δημοκρατία αφού αναντίλεκτα είχε παρέλθει άπρακτη η προθεσμία για καταχώρηση προσφυγής κατά της κοινοποιηθείσας απορριπτικής απόφασης της Υπηρεσίας Ασύλου. Άλλωστε ούτε και η μεταγενέστερη αίτηση που υπέβαλε ο αιτητής για επανάνοιγμα του φακέλου του και η οποία εν πάση περιπτώσει κρίθηκε ως απαράδεκτη πριν την έκδοση των επίδικων διαταγμάτων ήτοι στις 24.1.25 προσέδιδε στον αιτητή αυτοτελές δικαίωμα παραμονής και διαφοροποιούσε τα δεδομένα (Madber v Δημοκρατίας (Έφεση κατά Απόφασης Διοικητικού Δικαστηρίου αρ. 8/22, ημερομηνίας 17/11/22). Ούτε όμως η γενική και χωρίς οποιαδήποτε άλλη νομική τεκμηρίωση θέση του αιτητή ότι ο αιτητής τελούσε υπό κράτηση στις κεντρικές φυλακές μπορεί να υπέχει οποιασδήποτε νομικής σημασίας ώστε να διαφοροποιήσει, ως επεξηγήθηκε ανωτέρω, το αναντίλεκτο γεγονός της παράνομης παραμονής του αιτητή στη Δημοκρατία.
Καθοριστικό δε παραμένει το αδιαμφισβήτητο γεγονός, το οποίο η πλευρά του αιτητή ουδόλως κατόρθωσε να κλονίσει και το οποίο συνιστά στέρεο έρεισμα της προσβαλλόμενης απόφασης ημερομηνίας 28.1.25 αφού συνιστά νομίμως αυτοτελή και ανεξάρτητο λόγο κήρυξης του αιτητή ως απαγορευμένου μετανάστη ότι ο αιτητής παρέμεινε παράνομα στη Δημοκρατία από τις 11.1.25, ημερομηνία κατά την οποία παρήλθε και η προθεσμία αναχώρησης του, γεγονός που επέτρεπε τόσο την έκδοση απόφασης κήρυξης του αιτητή ως απαγορευμένου μετανάστη στη βάση της παραγράφου (κ) του άρθρου 6 (1) του Κεφ. 105 όσο και υπό αυτή την πτυχή, την έκδοση του διατάγματος απέλασης (βλ. άρθρο 14 (1) Κεφ. 105).
Ούτε και όμως μπορούν να γίνουν αποδέκτες οι εισηγήσεις του αιτητή ότι μετά τη διακοπή της διαδικασίας έκδοσης του ως φυγόδικου, ένεκα της απόσυρσης της σχετικής αίτησης, οι καθ΄ων η αίτηση όφειλαν να μεταχειρισθούν τον αιτητή ως δικαιούχο διεθνούς προστασίας βάσει του περί Προσφύγων Νόμου. Πέραν του γεγονότος ότι η εξέταση ενός τέτοιου ισχυρισμού εκφεύγει της αρμοδιότητας του παρόντος Δικαστηρίου, δεν θα μπορούσα να μην παρατηρήσω ότι η διαδικασία έκδοσης και η διαδικασία καθορισμού του καθεστώτος του πρόσφυγα είναι διακριτές και διαφορετικές διαδικασίες, με διαφορετικούς σκοπούς ενώ διέπονται και από διαφορετικά νομικά κριτήρια (βλ. Προτάσεις του γενικού εισαγγελέα J. Richard de la Tour της 19ης Οκτωβρίου 2023.Αίτηση του Oberlandesgericht Hamm για την έκδοση προδικαστικής αποφάσεως, Προδικαστική παραπομπή –Υπόθεση C-352/22, (Αναφορικά με την αίτηση του Mostafa Mohamed Emam(2017) 1 Α. Α.Α.Δ 290). Άλλωστε το γεγονός της απόσυρσης της αίτησης φυγοδίκου προβλήθηκε για πρώτη φορά στα πλαίσια της μεταγενέστερης αίτησης του αιτητή για επανάνοιγμα του φακέλου του, η οποία όμως κρίθηκε εν τέλει ως απαράδεκτη από την Υπηρεσία Ασύλου και κατά της οποίας ο αιτητής καταχώρησε Προσφυγή στο αρμόδιο Δικαστήριο ήτοι το ΔΔΔΠ, η έκδοση απόφασης επί της οποίας ακόμη εκκρεμεί. Περαιτέρω και πάρα ότι η πλευρά του αιτητή επικαλείται το γεγονός της διακοπής της δικαστικής διαδικασίας έκδοσης του αιτητή στη Ρωσία, το οποίο συμφώνως με το τεκμήριο κανονικότητας αλλά ως άλλωστε και ο ίδιος ο αιτητής παραδέχεται ρητώς δια της απαντητικής του γραπτής αγόρευσης ότι ήταν ενώπιον της Διευθύντριας, τίποτε απολύτως δεν υπέδειξε που να τεκμηριώνει ότι το γεγονός της απόσυρσης της αίτησης έκδοσης λόγω δεδικασμένου συνιστά από μόνο του επαρκή λόγο για τη μη επιστροφή του αιτητή στη Ρωσία ως γεγονός που αυτομάτως παραβιάζει την αρχή της μη επαναπροώθησης. Μάλιστα ως παρατηρώ το ζήτημα αυτό ήτοι η εφαρμογή της αρχής ne bis in idem στη βάση ύπαρξης αθωωτικής απόφασης από τουρκικά δικαστήρια για τα αδικήματα τρομοκρατίας για τα οποία εκζητείται ο αιτητής από τη Ρωσική Ομοσπονδία εξετάστηκε, μεταξύ πολλών άλλων παραμέτρων, από την Υπηρεσία Ασύλου στο πλαίσιο της αρχικής αίτησης του αιτητή για διεθνή προστασία και κατ΄ επέκταση υπό το φως της μη επαναπροώθησης, τα οποία συμφώνως με το τεκμήριο της κανονικότητας ήταν ενώπιον της Διευθύντριας. Παρατίθεται σχετικό απόσπασμα από τη σχετική έκθεση, στην οποία στηρίχθηκε η απόφαση της Υπηρεσίας Ασύλου (ερυθρά 115-51 του Τεκμηρίου 2), η νομιμότητα της οποίας επαναλαμβάνεται παρέμεινε απρόσβλητη:
· «Αρχικά, όπως ισχυρίστηκε o ίδιος και έγινε αποδεκτό ελλείψει εξωτερικών πηγών πληροφόρησης που να καταδεικνύουν το αντίθετο, αθωώθηκε ήδη μία φορά για τις κατηγορίες που αντιμετωπίζει από τα Τουρκικά δικαστήρια. H αρχή ne bis in idem απαγορεύει πολλαπλές ποινικές διαδικασίες και τιμωρίες που βασίζονται σε προηγούμενη τελική απόφαση (bis) που αφορά το ίδιο πρόσωπο και το ίδιο αδίκημα/πράξεις (idem). Συνεπώς, σε περίπτωση που o ΑΔΠ αθωώθηκε τελεσίδικα ακριβώς για τις ίδιες κατηγορίες και πραγματικά περιστατικά που του αποδίδει η Ρωσική Ομοσπονδία, μπορεί να επικαλεσθεί την παραπάνω αρχή. O ΑΔΠ υποστήριξε σχετικά ότι στη Ρωσία δεν υπάρχουν κανόνες (Π.Β. ερυθ. 27/3X), ωστόσο δεν κατέστη δυνατό να βρεθούν εξωτερικές πηγές πληροφόρησης που να υποστηρίζουν ότι η Ρωσική Ομοσπονδία παραβιάζει συστηματικά την εν λόγω αρχή.
· Σχετικά με την παραβίαση της αρχής της δίκαιης δίκης στην Τσετσενία όπως αναφέρουν οι εξωτερικές πηγές πληροφόρησης που ήδη παρατέθηκαν ανωτέρω, επισημαίνεται ότι το προφίλ του ΑΔΠ δεν ανταποκρίνεται στα προφίλ ατόμων των οποίων το δικαίωμα στην δίκαιη δική παραβιάζεται στην Τσετσενία καθώς δεν πρόκειται για άτομο που εξέθεσε τα κακώς κείμενα του ηγέτη της Τσετσενίας Kadyrov.
· Λαμβάνοντας υπόψη την υπόθεση του Rasul Tamaev, φίλου και συγκατηγορούμενου του ΑΔΠ, συνεπώς ατόμου με το πλησιέστερο προφίλ σε εκείνο του αιτητή, παρατηρείται ότι σύμφωνα με εξωτερικές πηγές πληροφόρησης «In 2018, Tamaev and his family returned to Chechnya, where he immediately surrendered to law enforcement agencies and was send to the Moscow. Taking into account his assistance to the investigation and sincere repentance, the Moscow District Military Court (MOVS) sentenced Rasul to five years in prison . He will be released only in 2023 »( ΠΒ. Ερυθ. 90-87). Δεν βρέθηκαν εξωτερικές πηγές που να επιβεβαιώνουν την αποφυλάκιση του, ωστόσο από τις παραπάνω πληροφορίες καθίσταται εμφανές ότι οι Ρωσικές αρχές έλαβαν -ως όφειλαν -υπόψη υπαρκτούς ελαφρυντικούς παράγοντες , ενώ η ποινή φυλάκισης των πέντε χρόνων δεν φαίνεται να ειναι δυσανάλογη δεδομένης της σοβαρότητας του εγκλήματος που παραδέχτηκε ότι διέπραξε, ήτοι συμμετοχή στην τρομοκρατική οργάνωση ISIS. [..]
· Περαιτέρω γίνεται ιδιαίτερη μνεία στο ότι η έκδοση του ΑΔΠ που ζητά η Ρωσική Ομοσπονδία δεν έχει κίνητρα πολιτικά, εθνικά, θρησκευτικά, η φυλετικά (στοιχεία του γενικού φακέλου αρ. 03/01/011/3 Ε). Παρόλο που δεν μπορεί να είναι καθοριστικός παράγοντας στην αξιολόγηση του κινδύνου η διατύπωση αυτή από τις αρχές της χώρας καταγωγής του ΑΔΠ, εντούτοις όπως έχει αναλυθεί διεξοδικά ανωτέρω, δεν διαπιστώθηκε οποιαδήποτε πολιτική, θρησκευτική, εθνική ή φυλετική υποκίνηση των αρχών της Ρωσικής Ομοσπονδίας πίσω από τις κατηγορίες που αποδίδει στον ΑΔΠ.
Υπό το πρίμα των παραπάνω, διαπιστώνεται ότι δεν υπάρχουν βάσιμοι λόγοι να πιστεύεται ότι ο ΑΔΠ σε περίπτωση επιστροφής του στην Ρωσική Ομοσπονδία θα εκτεθεί σε κίνδυνο δίωξης ή σοβαρής βλάβης που να συνδέεται με το προφίλ του ή με τις ποινικές κατηγορίες που αντιμετωπίζει»
(η έμφαση είναι του κειμένου)
Δεν διαλανθάνει της προσοχής μου ότι εκεί που τίθεται πράγματι ζήτημα της εφαρμογής της αρχής ne bis in idem (C-261/09 Criminal Proceeding against Mantello, ημερομηνίας 16.11.2010) τούτο συνιστά λόγο άρνησης στα πλαίσια αίτησης για έκδοση. Η παρούσα ωστόσο διαδικασία, ως ορθά εισηγούνται οι καθ΄ων η αίτηση, αφορά διαδικασία απέλασης στη βάση της κήρυξης του αιτητή ως απαγορευμένου μετανάστη, η οποία συνιστά διοικητικό μέτρο και η οποία εφόσον διαπιστώνεται ότι πληρούνται οι συγκεκριμένες νομοθετικώς προβλεπόμενες προϋποθέσεις, διαφορετικές από αυτές της εκδόσεως, τελεί πάντοτε υπό τον έλεγχο και της αρχής της μη επαναπροώθησης. Χωρίς να είναι δεσμευτική για το παρόν Δικαστήριο ενδεικτική είναι η διάκριση που διενεργείται στην έκθεση της Ευρωπαϊκής Επιτροπής για ποινικά προβλήματα - Επιτροπή Εμπειρογνωμόνων για τη Λειτουργία των Ευρωπαϊκών Συμβάσεων Συνεργασίας σε Ποινικά Θέματα (PC-OC) σχετικά με την αναφυόμενη σχέση μεταξύ έκδοσης και απέλασης όπου καταγράφεται ότι: «It was underlined that, unlike an extradition procedure which is based on international cooperation in criminal matters, usually laid down in treaties, expulsion and deportation procedures are mainly based on national legislation related to immigration and are unilateral by nature. Extradition provides the individual with certain safeguards (rule of speciality, double criminality) which are lacking in case of deportation/expulsion. It was observed however that the procedural rights of the alien (such as the right to a review of the decision) are also protected in cases of deportation/expulsion, as reflected in the extensive case law of the European Court of Human Rights (ECtHR) in this field. The deportation/expulsion procedure seems to focus more on the sovereign right of the state, which, outside the EU context, may use relatively wide discretion as to its immigration policy.»
Συνεπώς το γεγονός ότι ο αιτητής θα απελαθεί στη χώρα καταγωγής του, η οποία συμπίπτει με την αιτούσα την έκδοση χώρα, δεν οδηγεί άνευ ετέρου και αφ΄ ευατής στη διαπίστωση παράβασης της αρχής της μη επαναπροώθησης και σε παράβαση του άρθρου 3 της ΕΣΔΑ αλλά τελεί πάντοτε υπό την αίρεση ότι οφείλεται να καταδειχθεί από τον αιτητή, στο βαθμό που η νομολογια απαιτεί, ότι υπάρχουν σοβαροί και αποδεδειγμένοι λόγοι ότι κατά την επιστροφή του στη χώρα αυτή θα αντιμετωπίσει πραγματικό κίνδυνο βασανιστηρίων ή απάνθρωπη ή εξευτελιστική μεταχείριση ή τιμωρίας.
Εν προκειμένω, ο αιτητής ισχυρίζεται ότι εάν απελαθεί στη χώρα καταγωγής του θα υποστεί βασανιστήρια, απάνθρωπη ή εξευτελιστική μεταχείριση ή τιμωρία, όπως και σοβαρή και προσωπική απειλή κατά της ζωής και της σωματικής του ακεραιότητας ένεκα της γενικής κατάστασης που επικρατεί στη Ρωσία, ήτοι ως επεξηγεί στη βάση του γεγονότος ότι η Ρωσική Ομοσπονδία μετά την εισβολή στην Ουκρανία έχει αποχωρήσει από την ΕΣΔΑ και επομένως, αν απελαθεί εκεί όπου με βεβαιότητα θα δικασθεί, «δεν υπάρχει καμία εξασφάλιση, καμίας διάταξης της ΕΣΔΑ ή των Πρωτοκόλλων και Συμβάσεων του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου». Ως προς τούτο και προς επίρρωση των ισχυρισμών του επικαλείται την απόφαση του Ανωτάτου Δικαστηρίου στην υπόθεση Αναφορικά με την Αίτηση για Έκδοσητου D.A.A.(Πολιτική Έφεση Αρ.214/2021, ημερ.8.7.2022). Περαιτέρω και αναφορικά με τον έτερο παράγοντα που οφείλει το Δικαστήριο, ως εισηγείται να λάβει υπόψη, ήτοι τις περιστάσεις του εκζητούμενου προσώπου, ο αιτητής περιορίζεται στο να επαναλάβει τις ήδη διατυπωθείσες θέσεις του, ήτοι ότι δεν υφίστατο νόμιμη αιτία να θεωρηθεί ως απαγορευμένος μετανάστης ή ως απειλή για τη δημοσία τάξη αλλά ότι οι προσωπικές του περιστάσεις συνηγορούσαν στο να παραχωρηθεί διεθνής προστασία και ή να μην του αφαιρεθεί η συμπληρωματική προστασία που κατείχε.
Η πλευρά των καθ΄ων η αίτηση εν πρώτοις εισηγείται ότι οι εν λόγω λόγοι ακύρωσης και η συναφής γενική επίκληση εκ του αιτητή ότι υπάρχει παραβίαση των άρθρων 2, 3 και 13 ΕΣΔΑ, άρθρο 2 του 4ου Πρωτοκόλλου της ΕΣΔΑ, του άρθρου 4, 18 του Χάρτη Θεμελιωδών δικαιωμάτων της Ευρωπαϊκής Ένωσης και των άρθρων 7,8,13 και 29 του Συντάγματος δεν έχει δικογραφηθεί ως η πάγια νομολογια και ο Κανονισμός 7 του Διαδικαστικού Κανονισμού του Ανωτάτου Δικαστηρίου απαιτεί.
Πράγματι οι ισχυρισμοί αυτοί δεν έχουν δεόντως και επαρκώς δικογραφηθεί παραμένοντας ανεπίδεκτοι δικαστικής εξέτασης. Πλην όμως και δεδομένων των λεχθέντων στη πρόσφατη και δεσμευτική για το παρόν Δικαστήριο απόφαση του Εφετείου Δημοκρατίας και Karsang Dorje Lama (Ε.Δ.Δ αρ. 15/25, ημερομηνίας 4/12/25) ότι «η υποχρέωση τήρησης της αρχής της μη επαναπροώθησης οφείλει να τυγχάνει, σύμφωνα με το ενωσιακό δίκαιο και αυτεπάγγελτης εξέτασης από τα ημεδαπά δικαστήρια όταν εξετάζουν τη νομιμότητα απόφασης επιστροφής (βλ. Υπόθεση Αρ. C-156/23 Ararat, απόφαση ΔΕΕ ημερομηνίας 17.10.2024) ή/και διατάγματος κράτησης προς επιστροφή/απέλαση (βλ. Υπόθεση Αρ. C-313/25 PPU Adrar, απόφαση ΔΕΕ ημερομηνίας 4.9.2025)» προχωρώ, σ΄ αυτή τη βάση, να εξετάσω τους εγειρόμενους ισχυρισμούς του που άπτονται της αρχής της μη επαναπροώθησης.
Εν πρώτοις επισημαίνω ότι η απαγόρευση βασανιστηρίων από την ΕΣΔΑ έχει απόλυτο χαρακτήρα και ισχύει για κάθε πρόσωπο ανεξάρτητα από τις πράξεις του (Chahal v. The United Kingdom [1996] ECHR 54). Κατά πάγια δε νομολογία για να εμπίπτει μία περίπτωση στο πεδίο της αρχής της μη επαναπροώθησης, επιβάλλεται να υπάρχουν σοβαροί και αποδεδειγμένοι λόγοι που να πείθουν ότι ο αιτών θα διατρέξει ουσιαστικό κίνδυνο να υποστεί βασανιστήρια ή άλλη απάνθρωπη ή εξευτελιστική μεταχείριση (ΔΕΕ C-663/21 Bundesamt flir Fremdenwesen und Asyl v ΑΑ, ημερ. 6/7/23). Για να εφαρμοστεί δε το άρθρο 3 ΕΣΔΑ πρέπει να συντρέχουν βάσιμοι λόγοι ώστε να θεωρηθεί ότι πέραν των συνθηκών που επικρατούν στη χώρα προορισμού, ο επικαλούμενος κίνδυνος μεταχείρισης είναι πραγματικός και εξατομικευμένος (βλ. Ευρωπαϊκή Σύμβαση Δικαιωμάτων του Ανθρώπου, Ερμηνεία κατ΄ άρθρο, 2η έκδοση, του Λίνου -Αλέξανδρου Σισιλιανού σελ.145, 146). Ο δε προσφεύγων είναι αυτός που φέρει το βάρος να προσκομίσει στοιχεία ικανά που να αποδεικνύουν τον κίνδυνο κακομεταχείρισης στη χώρα προορισμού (ΕΔΔΑ Ν. κ. Φιλανδιας, 26.7.2005) Dogan v Δημοκρατίας ( 1995) 4 Α.Α.Δ 716). Σχετικά είναι τα όσα έχουν υπομνησθεί στην Αίτηση του Rechtbank C-69/21, ημερομηνίας 22/11/22:
«53.Υπ’ αυτή την οπτική, αφενός, από το άρθρο 6, παράγραφος 1, της οδηγίας 2008/115 προκύπτει ότι, όταν αποδεικνύεται ο παράνομος χαρακτήρας της διαμονής, πρέπει να εκδίδεται απόφαση επιστροφής εις βάρος του υπηκόου τρίτης χώρας, υπό την επιφύλαξη των εξαιρέσεων των παραγράφων 2 έως 5 του άρθρου αυτού και με πλήρη τήρηση των απαιτήσεων του άρθρου 5 της οδηγίας, στη δε απόφαση αυτή πρέπει να προσδιορίζεται, μεταξύ των τρίτων χωρών που διαλαμβάνονται στο άρθρο 3, σημείο 3, της οδηγίας 2008/115, εκείνη προς την οποία πρέπει να απομακρυνθεί ο υπήκοος τρίτης χώρας[..]
56.Επομένως, το άρθρο 5 της οδηγίας 2008/115 δεν επιτρέπει να εκδοθεί απόφαση επιστροφής κατά υπηκόου τρίτης χώρας όταν στην απόφαση αυτή μνημονεύεται, ως χώρα προορισμού, χώρα στην οποία υπάρχουν σοβαροί και αποδεδειγμένοι λόγοι να θεωρηθεί ότι, σε περίπτωση εκτέλεσης της εν λόγω απόφασης, ο ως άνω υπήκοος θα εκτεθεί σε πραγματικό κίνδυνο μεταχείρισης αντίθετης προς το άρθρο 18 ή το άρθρο 19, παράγραφος 2, του Χάρτη.
57. Το άρθρο 19, παράγραφος 2, του Χάρτη ορίζει ότι κανείς δεν μπορεί να απομακρυνθεί όχι μόνον προς κράτος όπου διατρέχει σοβαρό κίνδυνο να του επιβληθεί η ποινή του θανάτου, αλλά και προς κράτος όπου διατρέχει κίνδυνο να υποβληθεί σε βασανιστήρια ή απάνθρωπη ή εξευτελιστική μεταχείριση, κατά την έννοια του άρθρου 4 του Χάρτη[.]
58.Επομένως, όταν υφίστανται σοβαροί και αποδεδειγμένοι λόγοι να θεωρηθεί ότι υπήκοος τρίτης χώρας που διαμένει παρανόμως σε κράτος μέλος θα εκτεθεί, σε περίπτωση επιστροφής σε τρίτη χώρα, σε πραγματικό κίνδυνο απάνθρωπης ή εξευτελιστικής μεταχείρισης, κατά την έννοια του άρθρου 4 του Χάρτη, σε συνδυασμό με το άρθρο 1 και το άρθρο 19, παράγραφος 2, του Χάρτη, δεν μπορεί να εκδοθεί εις βάρος του απόφαση επιστροφής στη χώρα αυτή, για όσο διάστημα εξακολουθεί να υφίσταται τέτοιος κίνδυνος[..].
62.Συγκεκριμένα, υπενθυμίζεται ότι, για να εμπίπτει στο πεδίο εφαρμογής του άρθρου 3 της ΕΣΔΑ, η κακή μεταχείριση πρέπει να υπερβαίνει ένα ελάχιστο όριο σοβαρότητας, η δε εκτίμηση του ελάχιστου αυτού ορίου είναι σχετική και εξαρτάται από το σύνολο των στοιχείων της υπόθεσης[..]»
Οι ισχυρισμοί του αιτητή δεν με βρίσκουν σύμφωνη. Καταρχάς ειναι ορθή η θέση της πλευράς των καθ΄ων η αίτηση ότι την έκδοση της απόφασης στην D.A.A (ανωτέρω) την οποία επικαλέιται ο αιτητής ακολούθησε η έκδοση απόφασης στην υπόθεση B.S και Δημοκρατίας (Πολιτική Έφεση αρ.3/23, ημερομηνίας 22/12/23), ECLI:CY:AD:2023:D33. Στη DAA κρίθηκε ότι στη βάση της απόφασης της Ρωσικής Ομοσπονδίας να αποσυρθεί από την Ε.Σ.Δ.Α., έπαυσε να υφίσταται η διαβεβαίωση που η τελευταία είχε δώσει, σε σχέση με τον εκεί εφεσείοντα, στο πλαίσιο της αίτησης έκδοσης. Κατά συνέπεια κρίθηκε «ότι οι πιο πάνω εγγυήσεις που είχαν δοθεί για τη διασφάλιση, προς όφελος του, συγκεκριμένων θεμελιωδών δικαιωμάτων, περιλαμβανομένου του δικαιώματος για δίκαιη δίκη, εμφανώς, εξέλειπαν».
Τούτη όμως η κρίση ουδόλως μπορεί να θεωρηθεί ότι έθετε γενικό κανόνα, ως επί της ουσίας εισηγείται ο αιτητής, ότι λόγω της απόσυρσης της Ρωσικής Ομοσπονδίας από την Ε.Σ.Δ.Α. κάθε αίτηση για έκδοση φυγοδίκου στην εν λόγω χώρα θα πρέπει να απορρίπτεται και επομένως κατά τον αιτητή και έκαστη απόφαση απέλασης θα πρέπει να ακυρώνεται επειδή οι εγγυήσεις που δίδει δεν θα θεωρούνται πλέον ικανοποιητικές. Το ζήτημα αποσαφηνίστηκε ως ακολούθως από το Ανώτατο Δικαστήριο στην B.S (ανωτέρω) από την οποία παρατίθεται το ακόλουθο απόσπασμα:
«Μέσω του 2ου Λόγου Έφεσης ο Εφεσείων παραπονείται ότι, μολονότι το πρωτόδικο Δικαστήριο έκρινε ορθώς ότι οι προσκομισθείσες εγγυήσεις της Ρωσικής Ομοσπονδίας δεν μπορούσαν να γίνουν αποδεκτές, εντούτοις απέρριψε την Αίτηση.
Το πρωτόδικο Δικαστήριο με παραπομπή στην απόφαση της Ολομέλειας στην υπόθεση Αίτηση για έκδοση του DAA v. Κυπριακής Δημοκρατίας, Πολιτική Έφεση Αρ. 214/2021, ημερ. 8/7/2022, όπου κρίθηκε ότι η παραχώρηση εγγυήσεων από τη Ρωσική Ομοσπονδία για τη διεξαγωγή δίκαιης δίκης με βάση την ΕΣΔΑ, δεν θα μπορούσε, πλέον, να θεωρηθεί επαρκής ενόψει του γεγονότος ότι η Ρωσική Ομοσπονδία έπαυσε να αποτελεί μέλος της ΕΣΔΑ και οι πολίτες της δεν έχουν πρόσβαση στο ΕΔΔΑ, αναγνώρισε και ορθώς, ότι οι όποιες διαβεβαιώσεις από τη χώρα αυτή δεν θα μπορούσαν να θεωρηθούν ως ικανοποιητικές.
Έκρινε, ωστόσο, στη συνέχεια ότι το ζήτημα δεν τελείωνε με την πιο πάνω επισήμανση αφού ο Εκζητούμενος έχει το βάρος να αποδείξει ότι υπάρχουν βάσιμοι λόγοι να πιστεύεται ότι θα υποστεί βασανιστήρια ή κακομεταχείριση ή δεν θα τύχει δίκαιης δίκης ή ότι, γενικά, θα καταπατηθούν τα ανθρώπινα δικαιώματα του.
Δεν πρέπει να λησμονείται ότι σε δικαστική διαδικασία αυτής της μορφής, ήτοι έκδοσης, επιβάλλεται η κατάθεση μαρτυρίας και η υποχρέωση βαρύνει τον αιτητή, τον Εφεσείοντα εν προκειμένω, να αποδείξει ότι υφίστανται βάσιμοι λόγοι να πιστεύεται πως, σε περίπτωση έκδοσης του, θα εκτεθεί σε πραγματικό κίνδυνο παραβίασης των ανθρωπίνων δικαιωμάτων του..[..]
Στην υπό εξέταση περίπτωση, ο Εφεσείων, ο οποίος είχε το βάρος να αποδείξει ότι υπάρχουν βάσιμοι λόγοι να πιστεύεται ότι θα υποστεί δυσμενή μεταχείριση ή παράβαση ανθρώπινου δικαιώματος του ή ότι δεν θα τύχει δίκαιης δίκης, όπως ορθά επεσήμανε το πρωτόδικο Δικαστήριο, δεν προέβαλε οποιοδήποτε ισχυρισμό που να καταδεικνύει οποιοδήποτε κίνδυνο να παραβιασθούν οποιαδήποτε δικαιώματα του εάν παραδοθεί στην πατρίδα του. Δεν επικαλέστηκε ότι η απόδοση του στη Ρωσική Ομοσπονδία ενέχει πραγματικό κίνδυνο δυσμενούς μεταχείρισης ή παραβίασης ανθρώπινου δικαιώματος. Η δε επίκληση από τον ίδιο του γεγονότος ότι οι παρασχεθείσες διαβεβαιώσεις από τη Ρωσική Ομοσπονδία δεν επαρκούν «στην εξάλειψη του αυξημένου κινδύνου που διατρέχει σε περίπτωση έκδοσης του σε υποβολή του σε μεταχείριση αντίθετη με την ΕΣΔΑ και μάλιστα χωρίς να δύναται να τύχει αποτελεσματικής δικαστικής προστασίας», αναντίρρητα υπολείπετο της στοιχειοθέτησης, εκ μέρους του, πραγματικού κινδύνου στη συγκεκριμένη περίπτωση. Υπό το φως των πιο πάνω είναι ορθή, η επισήμανση του πρωτόδικου Δικαστηρίου ότι η γενικευμένη προσέγγιση που ο Εφεσείων εισηγήθηκε, θα είχε, ως αποτέλεσμα, την a priori εξουδετέρωση της υφιστάμενης Ευρωπαϊκής Σύμβασης μεταξύ Κυπριακής Δημοκρατίας και Ρωσικής Ομοσπονδίας καθ’ ην στιγμή η εν λόγω Σύμβαση έχει εξαιρεθεί από το σύνολο των κυρώσεων που επέβαλε το Συμβούλιο της Ευρώπης στη Ρωσική Ομοσπονδία και παρέμεινε σε ισχύ.[..]Ούτε στην υπό συζήτηση περίπτωση, αποτέλεσε ποτέ η θέση του Εφεσείοντα ότι η κατάσταση των ανθρωπίνων δικαιωμάτων στη Ρωσική Ομοσπονδία είναι τέτοια, ώστε να δικαιολογείτο μια προσέγγιση προς την κατεύθυνση γενικότερης απαγόρευσης εκδόσεων προς τη χώρα αυτή επί τη βάσει του κινδύνου δυσμενούς μεταχείρισης και παραβίασης των ανθρωπίνων δικαιωμάτων των εκζητουμένων.
Υπό αυτά τα δεδομένα, η κατάληξη του πρωτόδικου Δικαστηρίου περί μη στοιχειοθέτησης εκ μέρους του Εφεσείοντα πραγματικού κινδύνου δυσμενούς μεταχείρισης ή παράβασης ανθρωπίνου δικαιώματος σε περίπτωση έκδοσης του, καθιστούσε άνευ σημασίας το γεγονός ότι οι όποιες διαβεβαιώσεις από τη Ρωσική Ομοσπονδία πως αυτός δεν θα τύχει δυσμενούς μεταχειρίσεως κατά την εκδίκαση της υπόθεσης του δεν θα μπορούσαν να θεωρηθούν ικανοποιητικές.»
(η έμφαση προστέθηκε)
Συνεπώς και παρά το γεγονός ότι η παραχώρηση εγγυήσεων που εν προκειμένω δόθηκαν στα πλαίσια της διαδικασίας έκδοσης του αιτητή από τη Ρωσική Ομοσπονδία για τη διεξαγωγή δίκαιης δίκης (ερυθρά 219-218 Τεκμηρίου 1 Vol II) σε καμία περίπτωση δεν μπορούν ενόψει του γεγονότος ότι η Ρωσική Ομοσπονδία έπαυσε να αποτελεί μέλος της ΕΣΔΑ να θεωρηθούν ως ικανοποιητικές, τούτο δεν προεξοφλεί, ότι θα έπρεπε εξ αυτού και μόνο του λόγου να παρασχεθεί προστασία στον αιτητή κατ’ εφαρμογή της αρχής τη μη επαναπροώθησης. Τούτο δε αφού ο αιτητής, ο οποίος είχε και το σχετικό βάρος, ουδέν ως ορθά η πλευρά των καθ΄ων η αίτηση υποδεικνύει συγκεκριμενοποίησε, πόσο δε μάλλον τεκμηρίωσε ότι πράγματι εάν απελαθεί, συμφώνως με το άρθρο 14 (2) (α) του Κεφ. 105, στη χώρα καταγωγής του, θα υποστεί βασανιστήρια ή εξευτελιστική ή απάνθρωπη μεταχείριση ή θα τεθεί σε πραγματικό κίνδυνο ή ίδια η ζωή του.
Ούτε και βεβαίως τα όσα διατείνεται ο αιτητής περί του ότι αντί να απελαύνεται στη Ρωσία θα έπρεπε να του είχε παρασχεθεί καθεστώς διεθνούς προστασίας ή να μην του είχε αφαιρεθεί το καθεστως συμπληρωματικής προστασίας που ως διατείνεται κατείχε μπορούν να αποδείξουν έστω και κατά ένα ελάχιστο βαθμό σοβαρότητας ότι παραβιάστηκαν καθ΄ οιονδήποτε τρόπο τα όσα διαφυλάσσονται στο άρθρο 3 ΕΣΔΑ. Πόσο δε μάλλον, όταν οι ισχυρισμοί αυτοί, ως έχει ήδη κριθεί ανωτέρω, στερούνται και πραγματικό έρεισμα.
Ούτε όμως και η γενική αναφορά του αιτητή στην έκδοση της Διεθνούς Αμνηστίας χωρίς οποιαδήποτε άλλη εξειδίκευση ή η απλή και αποσπασματική καταγραφή του αιτητή στα γεγονότα της Προσφυγής ότι ο αιτητής έφυγε από τη Τσετσενία ως πολιτικά διαφωνούντας και/ή ως αντικαθεστωτικός μπορούν με τη γενικότητα που προβλήθηκαν να αποδείξουν την ύπαρξη πραγματικού κίνδυνου να υποστεί ο αιτητής, σε περίπτωση απέλασης στη χώρα καταγωγής του, μεταχείριση κατά παράβαση του άρθρου 3 ΕΣΔΑ, ο οποίος υπενθυμίζεται πρέπει να βασίζεται σε αποδεικτικά στοιχεία και όχι σε γενικούς ισχυρισμούς ή θεωρίες και να είναι πραγματικός και εξατομικευμένος αλλά και ούτε διαφοροποιούν καθ΄ οιονδήποτε τρόπο τα δεδομένα που η Υπηρεσία Ασύλου είχε ενώπιον της κατά την εξέταση της αίτησης του για πολιτικό άσυλο. Ως δε παρατηρώ, στα πλαίσια της εν λόγω αίτησης, οι ισχυρισμοί του αιτητή- ακόμα και τα όσα γενικώς και μόνο εδώ αναφέρει-διερευνήθηκαν και εξετάστηκαν σε εξατομικευμένη βάση, σε συνάρτηση με πληθώρα εξωτερικών πηγών πληροφόρησης καθώς και κατόπιν αναλυτικής εξέτασης των ίδιων των λεγομένων του αιτητή και απορρίφθηκαν. Σημειώνεται ότι η προβληθείσα θέση του αιτητή ότι τασσόταν υπέρ της ανεξαρτητοποίησης της Τσετσενίας, γεγονός που ως ανέφερε είχε γίνει αντιληπτό από τις αρχές, απορρίφθηκε αφού κρίθηκε ότι εξέλιπε η εσωτερική και εξωτερική αξιοπιστία του αιτητή( βλ. ερυθρά 144-141 Τεκμηρίου 2). Το δε γεγονός της απορριπτικής απόφασης της Υπηρεσίας Ασύλου, η νομιμότητα της οποίας παρέμεινε απρόσβλητη ήταν ενώπιον της Διευθύντριας, ενώπιον της οποίας ουδέν άλλο τέθηκε εκ του αιτητή.
Αναφορικά δε με το διάταγμα κράτησης, ως παρατηρώ, ο αιτητής δεν προβάλλει με τη γραπτή του αγόρευση οποιονδήποτε ισχυρισμό προς ακύρωση του. Οι μόνες δε γενικές αναφορές που περιλαμβάνονται στη απαντητική του γραπτή αγόρευση αναφορικά με το διάταγμα κράτησης εξαντλούνται στην επανάληψη των θέσεων του ότι ο ίδιος θα έπρεπε να κατέχει καθεστώς διεθνούς προστασίας και/ή να μην του είχε αφαιρεθεί η συμπληρωματική προστασία, οι οποίες αφενός ως επεξηγήθηκε ανωτέρω στερούνται βασιμότητας αφετέρου ουδόλως μπορούν να αποτελέσουν λόγους για τους οποίους θα μπορούσε να επηρεαστεί καθ΄οιονδήποτε τρόπο η νομιμότητα του διατάγματος κράτησης. Αρκεί να επισημανθεί ότι η έκδοση διατάγματος κράτησης για σκοπούς απέλασης, αποτελεί παρεχόμενη εξουσία του άρθρου 14(1) του Κεφ.105, η οποία σε συνδυασμό με τις πρόνοιες του άρθρου 18 ΠΣΤ(1), επιτρέπεται ιδίως όταν υπάρχει κίνδυνος διαφυγής, εξουσία η οποία κατά την κρίση μου, ασκήθηκε εύλογα επιτρεπτά στην προκειμένη περίπτωση και εντός των επιτρεπτών ορίων εξουσίας της Διευθύντριας. Κατά πάγια νομολογιακή αρχή η κήρυξη ενός προσώπου ως παράνομου εμπεριέχει λογικά, ως έχει νομολογηθεί, τον κίνδυνο διαφυγής ανά πάσα στιγμή (Mensah ν. Κυπριακής Δημοκρατίας (Προσφυγή Αρ.5735/13, ημερομηνίας 09/8/2013), El Khouri v. Δημοκρατίας (Υπόθεση Αρ.716/2014, ημερομηνίας 24/6/2016)Muhammad v Δημοκρατίας (Υπόθ. Αρ. 3/2021, ημερ.24.11.2021), Bibilashvili και Δημοκρατίας (Υπόθεση Αρ. 1954/2022(Κ), ημερομηνίας 20/12/22) πόσο δε μάλλον στην προκειμένη περίπτωση που ως ρητώς καταγράφεται στο εν λόγω διάταγμα ο αιτητής δεν είχε σταθερό τόπο διαμονής κάτι το οποίο αποτελεί ανεξάρτητη αιτιολογική βάση και επιβεβαιώνεται από τα ενώπιον μου στοιχεία (βλ ερυθρό 195 Τεκμηρίου 1Vol 1). Υπενθυμίζεται δε ότι η κράτηση αποσκοπεί στο να διαφυλάξει τη δυνατότητα υλοποίησης και εκτέλεσης του διατάγματος απέλασης (Α.Ε. 89/15 Α.Ν v. Δημοκρατίας, ημερομηνίας 3.6.22) ενώ, ως και η πλευρά των καθ΄ων η αίτηση υποδεικνύει, η πλευρά του αιτητή δεν έχει υποδείξει ποια άλλα μέτρα, λιγότερο επαχθή από την κράτηση, θα μπορούσαν, υπό τα δεδομένα της παρούσας περίπτωσης, να έχουν ληφθεί, τα οποία θα ήταν εξίσου ικανά με την κράτηση, για να εκπληρώσουν τον σκοπό της απέλασής του (Singh v. Δημοκρατίας, Υποθ. Αρ. 43/2022, ημερ. 19.5.2022), ECLI:CY:AD:2022:D229.
Τελικώς ο αιτητής ισχυρίζεται ότι η επιστολή των καθ'ων η αίτηση ημερομηνίας 28.1.2025 δια της οποίας διατάσσεται η απέλαση του και οι λόγοι κράτησης του καταστρατηγεί το άρθρο 14 του Νόμου, αφού δεν πληροφορεί τον αιτητή σε γλώσσα κατανοητή. Καταρχάς οφείλει να αποσαφηνιστεί ότι ο συγκεκριμένος λόγος ακύρωσης ουδόλως περιλαμβάνεται στα νομικά σημεία της Προσφυγής. Η δε γενική αναφορά στα νομικά σημεία της Προσφυγής περί παραβίασης του άρθρου 14 του Κεφαλαίου 105 ουδόλως συνιστά δέουσα δικογράφηση. Εν πάση περιπτώσει δεν θα μπορούσα συνοπτικά να μην παρατηρήσω τα ακόλουθα:
Είναι παραδεκτό εκ μέρους του αιτητή ότι οι αποφάσεις ημερομηνίας 28.1.25 δια της οποίας ο αιτητής ενημερώθηκε για την κήρυξη του ως απαγορευμένου μετανάστη καθώς και για την έκδοση των διαταγμάτων απέλασης και κράτησης, επιδόθηκαν δεόντως στον αιτητή. Αυτό άλλωστε επιβεβαιώνεται και από το ερυθρό 206 του Τεκμηρίου Vol II, το οποίο συνιστά την απόφαση κήρυξης του αιτητή ως απαγορευμένου μετανάστη και στην οποία ως ρητώς καταγράφεται επισυνάπτονταν και τα διατάγματα κράτησης και απέλασης και επί της οποίας τέθηκε σφραγίδα με την καταγραφή ότι στις 28.1.25 και ώρα 16:22, διαβάστηκε στον αιτητή και αυτός κατανόησε το περιεχόμενό της. Περαιτέρω είναι σαφές ότι ο ισχυρισμός του αιτητή ότι τα επίδικα διατάγματα και η απόφαση κήρυξης του ως απαγορευμένου μετανάστη συντάχθηκαν σε γλώσσα μη κατανοητή από τον ίδιο δεν μπορεί να υπέχει τις συνέπειες που εισηγείται ο αιτητής ώστε να οδηγήσει σε ακύρωση των προσβαλλόμενων διαταγμάτων. Τούτο διότι, ως ορθώς εισηγείται η πλευρά των καθ’ ων η αίτηση, καμία βλάβη δεν έχει επέλθει στα δικαιώματα του αιτητή και ούτε έχει επηρεαστεί το δικαίωμα του να καταχωρήσει εντός της καθορισμένης προθεσμίας Προσφυγή δυνάμει του Άρθρου 146 του Συντάγματος προς προσβολή της νομιμότητας των πιο πάνω αποφάσεων. Με δεδομένο, λοιπόν, ότι ο αιτητής, έχει εμπρόθεσμα καταχωρήσει την παρούσα Προσφυγή και συνεπώς ουδέν δυσμενή επηρεασμό υπέστη, οι ισχυρισμοί του περί μη κατανόησης του περιεχόμενου των προσβαλλόμενων διαταγμάτων προβάλλονται αλυσιτελώς (Χατζηγεωργίου v. Δημοκρατίας (2013) 3 Α.Α.Δ 108) KUZICHAVA MARCOU κ.α v Ιατρικού Συμβουλίου Κύπρου (Έφεση κατά Απόφασης Διοικητικού Δικαστηρίου Αρ. 107/2020, ημερομηνίας 1.2.22). Προσθέτως δε παρατηρώ, ότι τα προσβαλλόμενα διατάγματα έχουν συνταχθεί στην ελληνική γλώσσα και η επιστολή ημερομηνίας 28.1.2025, η οποία κοινοποιήθηκε στον αιτητή και στην οποία γίνεται αναφορά στην κήρυξη του ως απαγορευμένου μετανάστη έχει συνταχθεί στην αγγλική γλώσσα, την οποία εύλογα θεωρείται ότι κατανοεί και/ή δεν εμποδιζόταν ο αιτητής να πληροφορηθεί το περιεχόμενο της και το περιεχόμενο των διαταγμάτων εξού και ως υποδείχθηκε ανωτέρω ο αιτητής καταχώρησε εμπρόθεσμα Προσφυγή κατά της νομιμότητας των αποφάσεων της διοίκησης (Τ.Τ.Τ v. Δημοκρατίας (Υπόθεση αρ.1782/22, ημερομηνίας 21/11/22) (G. S. D. A. M. και Δημοκρατίας (Υπόθεση αρ.626/23, ημερομηνίας 9/6/23) R.H v. Δημοκρατίας (Υπόθεση αρ.1228/23, ημερ.13/10/23). Επί τούτου σχετικά είναι τα λεχθέντα στην απόφαση της Πλήρους Ολομέλειας του Ανωτάτου Δικαστηρίου Singh και Δημοκρατίας (2006) 3 Α.Α.Δ,393) τα οποία και παραθέτω: «Η απόφαση που κοινοποιήθηκε στους αιτητές ήταν στα αγγλικά και η αιτιολογία στα ελληνικά. Δεν νομίζουμε όμως ότι αυτό εμπόδιζε οποιονδήποτε αιτητή να πληροφορηθεί, τόσο το περιεχόμενο της απόφασης, όσο και της αιτιολογίας της, ούτε ότι παραβιάστηκαν με τον τρόπο αυτό οποιαδήποτε δικαιώματά τους».
Δεν παρέμεινε οτιδήποτε άλλο προς εξέταση. Στη βάση των ανωτέρω, ουδείς εκ των λόγων ακύρωσης ευσταθεί.
Κατά συνέπεια, η προσφυγή αποτυγχάνει και απορρίπτεται και οι επίδικες αποφάσεις επικυρώνονται με έξοδα €1500 εναντίον του αιτητή και υπέρ των καθ’ ων η αίτηση.
Κελεπέσιη, Δ.Δ.Δ.
cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο