ΧΡΙΣΤΑΚΗΣ ΠΕΝΤΟΤΖΙΗΣ ν. ΚΥΠΡΙΑΚΗΣ ΔΗΜΟΚΡΑΤΙΑΣ, ΜΕΣΩ ΣΥΜΒΟΥΛΙΟΥ ΕΦΕΣΕΩΝ, ΑΡΧΗΓΟΥ ΑΣΤΥΝΟΜΙΑΣ ΚΑΙ ΥΠΟΥΡΓΕΙΟΥ ΔΙΚΑΙΟΣΥΝΗΣ ΚΑΙ ΔΗΜΟΣΙΑΣ ΤΑΞΗΣ, Υπόθεση αρ. 1158/2018, 29/1/2026
print
Τίτλος:
ΧΡΙΣΤΑΚΗΣ ΠΕΝΤΟΤΖΙΗΣ ν. ΚΥΠΡΙΑΚΗΣ ΔΗΜΟΚΡΑΤΙΑΣ, ΜΕΣΩ ΣΥΜΒΟΥΛΙΟΥ ΕΦΕΣΕΩΝ, ΑΡΧΗΓΟΥ ΑΣΤΥΝΟΜΙΑΣ ΚΑΙ ΥΠΟΥΡΓΕΙΟΥ ΔΙΚΑΙΟΣΥΝΗΣ ΚΑΙ ΔΗΜΟΣΙΑΣ ΤΑΞΗΣ, Υπόθεση αρ. 1158/2018, 29/1/2026

ΔΙΟΙΚΗΤΙΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ

Υπόθεση αρ. 1158/2018

 

29 Ιανουαρίου, 2026

[Α. ΖΕΡΒΟΥ, Δ.Δ.Δ.]

Αναφορικά με τα Άρθρα 146, 12, 25, 28, 29 και 30 του Συντάγματος.

 

Μεταξύ:

ΧΡΙΣΤΑΚΗΣ ΠΕΝΤΟΤΖΙΗΣ

Αιτητής,

ΚΑΙ

ΚΥΠΡΙΑΚΗΣ ΔΗΜΟΚΡΑΤΙΑΣ, ΜΕΣΩ

ΣΥΜΒΟΥΛΙΟΥ ΕΦΕΣΕΩΝ, ΑΡΧΗΓΟΥ ΑΣΤΥΝΟΜΙΑΣ ΚΑΙ

ΥΠΟΥΡΓΕΙΟΥ ΔΙΚΑΙΟΣΥΝΗΣ ΚΑΙ ΔΗΜΟΣΙΑΣ ΤΑΞΗΣ

Καθ’ ων η αίτηση.

------------

 

Ρ. Χρυσοστόμου (κα), για Σωτήρης Αργυρού και Συνεταίροι Δ.Ε.Π.Ε., για τον αιτητή.

Μ. Κοτσώνη (κα), Δικηγόρος της Δημοκρατίας, για τους καθ’ ων η αίτηση.

 

Α Π Ο Φ Α Σ Η

 

Α. ΖΕΡΒΟΥ, Δ.Δ.Δ.:    Με την παρούσα προσφυγή ο αιτητής ζητά από το Δικαστήριο την ακόλουθη θεραπεία:

 

«Α. Δήλωση και/ή απόφαση του Σεβαστού Δικαστηρίου, δια της οποίας να κηρύσσεται άκυρη, παράνομη και στερημένη έννομου αποτελέσματος η πειθαρχική διαδικασία και/ή απόφαση των Καθ’ ων η αίτηση και/ή εκπροσώπου τους και/ή εντεταλμένου από αυτούς οργάνου ημερομηνίας 24/05/2018, καθώς και η οποιαδήποτε προηγηθείσα διαδικασία διά της οποίας ο Αιτητής κρίθηκε ένοχος 2 κατηγοριών για Ανάρμοστη και Καταπιεστική συμπεριφορά κατά παράβαση των περί Αστυνομίας (Πειθαρχικοί) Κανονισμοί του 1989.

Β. Οποιαδήποτε περαιτέρω και/ή άλλη θεραπεία την οποία το Ανώτατο Δικαστήριο θεωρήσει και/ή κρίνει εύλογη, ορθή και δίκαιη υπό τις περιστάσεις».

 

Ο αιτητής προσλήφθηκε στην Αστυνομία το 1989 και, κατά τον ουσιώδη για την παρούσα προσφυγή χρόνο, έφερε τον βαθμό του Υπαστυνόμου και υπηρετούσε στη Διεύθυνση Ασφάλειας Αεροδρομίων (Δ.ΑΣ.Α) στον Αερολιμένα Λάρνακας ως υπεύθυνος του Ουλαμού Ταχείας Επέμβασης (Ο.Τ.Ε.).

 

Με επιστολή ημερομηνίας 08.06.2016, ο Διευθυντής Δ.ΑΣ.Α. κοινοποίησε στον Αρχηγό Αστυνομίας ημερολόγιο ενεργείας του Ανώτερου Υπαστυνόμου Χ.Τ., Υποδιευθυντή Δ.ΑΣ.Α. και Διοικητή Αεροδρομίου Λάρνακας ίδιας ημερομηνίας, 08.06.2016, στο οποίο αναφέρεται ανάρμοστη και απρεπής συμπεριφορά του αιτητή.  Ο Διευθυντής Δ.ΑΣ.Α. με την εν λόγω επιστολή εισηγήθηκε την άμεση μετάθεση του αιτητή και ταυτόχρονα τον ορισμό Αξιωματικού για τη διεξαγωγή έρευνας με σκοπό την πειθαρχική του δίωξη, καθότι, ως αναφέρεται στην επιστολή, εκ πρώτης όψεως προέκυπταν πειθαρχικά αδικήματα εκ μέρους του αιτητή.

 

Σύμφωνα με το ημερολόγιο ενεργείας του Υποδιευθυντή Δ.ΑΣ.Α., το βράδυ της 07.06.2016 αυτός επισκέφθηκε τον Αερολιμένα Λάρνακας για αιφνιδιαστικό έλεγχο του προσωπικού και των μέτρων ασφαλείας.  Κατά τον έλεγχο στην Πύλη 13 διαπίστωσε ότι το επί καθήκοντι μέλος της Εθνικής Φρουράς πηγαινοερχόταν στον δρόμο μπροστά από την Πύλη χωρίς το υπηρεσιακό του όπλο, το οποίο ήταν ακουμπισμένο στον τοίχο μέσα στην Πύλη.  Ακολούθως, μετέβη στο γραφείο του Αξιωματικού Υπηρεσίας και στην παρουσία του Υπαστυνόμου Α.Ν. επικοινώνησε τηλεφωνικώς με το γραφείο του Ο.Τ.Ε. και ζήτησε να μιλήσει με τον αιτητή για να τον ενημερώσει για το επεισόδιο.  Όπως πληροφορήθηκε από τον Αστυφύλακα που απάντησε, ο αιτητής εκείνη την ώρα βρισκόταν σε περιπολία και ως εκ τούτου ο Υποδιευθυντής ζήτησε να ενημερωθεί ο αιτητής για το επεισόδιο, να μεταβεί στην Πύλη 13 για έλεγχο και να αυξήσει τους ελέγχους.  Στη συνέχεια, ο Υποδιευθυντής μαζί με τον Υπαστυνόμο Α.Ν μετέβη για έλεγχο των εσωτερικών σημείων και των πεζών περιπολιών.  Ενώ βρίσκονταν στον χώρο αναχωρήσεων για έλεγχο του επί καθήκοντι μέλους της Εθνικής Φρουράς, Επιλοχία Κ.Σ., ο οποίος κατά τον χρόνο εκείνο συνομιλούσε με πολίτη, στο μέρος παρουσιάστηκε ο αιτητής ο οποίος με έξαλλο ύφος και με δυνατή φωνή, απευθυνόμενος στον Υποδιευθυντή εξύβρισε την Αστυνομία[1], δηλώνοντας πως δεν πρόκειται να κάνει παρατήρηση σε κανένα.  Ο Υποδιευθυντής, όπως περαιτέρω καταγράφεται στο ημερολόγιο ενεργείας, τον κάλεσε σε τάξη αλλά ο αιτητής συνέχισε.  Σε σχετική δε προειδοποίηση ότι θα καταγγελθεί, ο αιτητής απάντησε στον Υποδιευθυντή να κάνει ότι θέλει.  Ο Υπαστυνόμος Α.Ν., ο οποίος ήταν παρών, επίσης κάλεσε τον αιτητή να σταματήσει να συμπεριφέρεται έτσι απέναντι στον Υποδιευθυντή, με τον αιτητή να του απαντά ότι εκείνον δεν τον διόρισαν δικηγόρο του Υποδιευθυντή.  Το ημερολόγιο ενεργείας καταλήγει με την εισήγηση για πειθαρχική δίωξη του αιτητή και για άμεση μετάθεσή του καθότι τυχόν παραμονή του στη Δ.ΑΣ.Α. την περίοδο εκείνη, με τα αυξημένα μέτρα ασφαλείας που λαμβάνονταν για την τρομοκρατία, θα είχε αρνητικά αποτελέσματα ως προς την ομαλή λειτουργία του Αερολιμένα.

 

Την ίδια ημέρα, στις 08.06.2016, διορίστηκε Ερευνών Αξιωματικός για τη διενέργεια έρευνας και στη συνέχεια σχηματίστηκε η πειθαρχική υπόθεση Δ.ΑΣ.Α. αρ 1/2016.

 

Παράλληλα αποφασίστηκε για υπηρεσιακούς λόγους η μετάθεση του αιτητή από τη Δ.ΑΣ.Α. Αερολιμένα Λάρνακας στην Υπηρεσία Αλλοδαπών και Μετανάστευσης και συγκεκριμένα στον χώρο κράτησης απαγορευμένων μεταναστών στη Μενόγεια.  Συγκεκριμένα, ως αναφέρεται στην απόφαση, για τη μετάθεση του αιτητή λήφθηκαν υπόψη οι ανάγκες της υπηρεσίας για την εύρυθμη και αποτελεσματική λειτουργία της Αστυνομίας, η εναλλαξιμότητα των μελών και η καλύτερη αξιοποίησή τους και επιπλέον ο τόπος διαμονής του αιτητή, η πολύ καλή εκ μέρους του γνώση της Αγγλικής και Αραβικής γλώσσας και η εμπειρία του σε διοικητικά καθήκοντα Ακολούθησε η έκδοση σχετικής διαταγής και ο αιτητής μετακινήθηκε στα νέα του καθήκοντα στις 10.06.2018.

 

Ο ερευνών αξιωματικός, μετά την ολοκλήρωσή της έρευνας του στο πλαίσιο της οποία λήφθηκαν καταθέσεις από όλους τους εμπλεκομένους, συμπεριλαμβανομένου του αιτητή, υπέβαλε το πόρισμά του με εισήγηση την πειθαρχική δίωξη του αιτητή για τα αδικήματα της ανάρμοστης συμπεριφοράς και της καταπιεστικής συμπεριφοράς.

 

Στις 09.08.2016 ο Βοηθός Αρχηγός Αστυνομίας διόρισε τον Ανώτερο Αστυνόμο Δ.Δ. ως Προεδρεύοντα Αξιωματικό για να εκδικάσει την εναντίον του αιτητή πειθαρχική υπόθεση.

 

Με επιστολή ημερομηνίας 09.04.2017 ο αιτητής ζήτησε από τον Βοηθό Αρχηγό την αντικατάσταση του Προεδρεύοντα, επικαλούμενος έγκυρες πληροφορίες που έλαβε, σύμφωνα με τις οποίες ο εν λόγω Ανώτερος Αστυνόμος και ο Υποδιευθυντής Δ.ΑΣ.Α. (καταγγέλλων στην εναντίον του υπόθεση) είναι χωριανοί, δηλαδή κατάγονται και οι δύο από το χωριό Καμινάρια και διατηρούν φιλικές σχέσεις.

Με απαντητική επιστολή, ημερομηνίας 13.04.2017, ο Βοηθός Αρχηγός πληροφόρησε τον αιτητή ότι τα όσα επικαλέστηκε στην επιστολή του ημερομηνίας 09.04.2017 διερευνήθηκαν και δεν τίθεται θέμα ο Προεδρεύων Αξιωματικός να κωλύεται με βάση τις πρόνοιες του άρθρου 42(2) του Ν.158(Ι)/1999 που κωδικοποιεί τις Γενικές Αρχές του Διοικητικού Δικαίου και ως εκ τούτου δεν τίθεται θέμα παραβίασης της αρχής της αμεροληψίας.

 

Η εκδίκαση της πειθαρχικής υπόθεσης, στην οποία κλήθηκαν ως μάρτυρες και κατέθεσαν ο Υποδιευθυντής Δ.ΑΣ.Α. (ΜΚ1), ο Επιλοχίας Κ.Σ. (ΜΚ2) και ο Υπαστυνόμος Α.Ν. (ΜΚ3) ολοκληρώθηκε στις 18.12.2017.  Ο αιτητής κρίθηκε ένοχος στις 2 κατηγορίες που αντιμετώπισε, για την κάθε μία εκ των οποίων του επιβλήθηκε χρηματική ποινή €100.

 

Εναντίον της καταδικαστικής απόφασης και των ποινών που του επιβλήθηκαν, ο αιτητής καταχώρισε έφεση στο Συμβούλιο Εφέσεων (έφεση αρ. 9/2017), το οποίο με απόφαση ημερομηνίας 24.05.2015 επικύρωσε την καταδίκη του αιτητή και για τις δύο κατηγορίες και την ποινή των €100 στην πρώτη κατηγορία, ενώ στη δεύτερη κατηγορία δεν επέβαλε οποιαδήποτε ποινή.

 

Στις 02.08.2018 ο αιτητής καταχώρισε την παρούσα προσφυγή, αιτούμενος ως ανωτέρω.

 

Διά της γραπτής αγόρευσης των ευπαιδεύτων δικηγόρων του ο αιτητής διατείνεται, καταρχάς, ότι η προσβαλλόμενη απόφαση πάσχει λόγω κατάχρησης εξουσίας.  Συγκεκριμένα, κατά την εισήγηση, ο Υποδιευθυντής της Δ.ΑΣ.Α κατά κατάχρηση εξουσίας διέταξε τον αιτητή να συντάξει αυτός έκθεση γεγονότων σε σχέση με περιστατικό το οποίο δεν εκτυλίχθηκε ενώπιόν του, ενώ όφειλε ο ίδιος ο Υποδιευθυντής να συντάξει την εν λόγω έκθεση.  Στο πλαίσιο του ίδιου λόγους ακύρωσης και επισημαίνοντας, αφενός, το γεγονός της μετάθεσής του μόλις 3 ημέρες μετά το περιστατικό που οδήγησε στην καταδίκη του και, αφετέρου, τις σχετικές με τις πειθαρχικές ποινές πρόνοιες του περί Αστυνομίας Νόμου του 2004 (Ν.73(I)/2004) και των περί Αστυνομίας (Πειθαρχικών) Κανονισμών του 1989 (Κ.Δ.Π.53/89), ο αιτητής διατείνεται περαιτέρω ότι του επιβλήθηκε η ποινή της άμεσης μετάθεσης, χωρίς να έχει προηγουμένως καταχωρηθεί εναντίον του πειθαρχική υπόθεση.  Η δε πειθαρχική καταδίκη του που ακολούθησε και η επιβολή χρηματικής ποινής συνιστά, κατά τη θέση του αιτητή, εκ δευτέρου τιμωρία του, κατά παράβαση του Άρθρου 12 του Συντάγματος και των αρχών της καλής πίστης και της νομιμότητας.

 

Ακολούθως, με εκτενή παραπομπή σε σχετική βιβλιογραφία και νομολογία ως προς τις αρχές της φυσικής δικαιοσύνης και το δικαίωμα προηγούμενης ακρόασης, όπως αυτό κατοχυρώνεται στο άρθρο 43 του περί των Γενικών Αρχών του Διοικητικού Δικαίου Νόμου, ο αιτητής διατείνεται πως ουδέποτε κλήθηκε να υποβάλει τις παραστάσεις του είτε πριν τη λήψη απόφασης για την άμεση μετάθεσή του, είτε πριν από την εναντίον του έναρξη πειθαρχικής δίωξης.

 

Με τον τρίτο λόγο ακύρωσης ο αιτητής επικαλείται παραβίαση του άρθρου 44 του Ν.158(Ι)/99, ισχυριζόμενος παράλειψη του Διευθυντή της Δ.ΑΣ.Α. να ασκήσει τη διακριτική του ευχέρεια και να εξετάσει ο ίδιος τα γεγονότα της υπόθεσης μετά την εναντίον του αιτητή καταγγελία, ώστε να εξαγάγει τα δικά του συμπεράσματα.  Αντ’ αυτού, κατά την εισήγηση, ο Διευθυντής της Δ.ΑΣ.Α., κατευθυνόμενος από την καταγγελία του Υποδιευθυντή, προώθησε την υπόθεση στους ιεραρχικά ανωτέρους του, ούτως ώστε να επιληφθούν εκείνοι του ζητήματος.  

 

Ακολούθως, ο αιτητής εγείρει ζήτημα παραβίασης των αρχών της φυσικής δικαιοσύνης και συγκεκριμένα της αρχής της αμεροληψίας, ισχυριζόμενος ότι ο καταγγέλλων και ο Προεδρεύων είναι συγχωριανοί και διατηρούν φιλικές σχέσεις, γεγονός για το οποίο αιτήθηκε γραπτώς την εξαίρεση του Προεδρεύοντος, αίτημα το οποίο απορρίφθηκε με συνοπτική αιτιολογία.

 

Ο αιτητής εγείρει, τέλος, ζήτημα έλλειψης επαρκούς έρευνας και πλάνης στην αξιολόγηση του ενώπιον του Πειθαρχικού Συμβουλίου μαρτυρικού υλικού, το οποίο, κατά την εισήγηση, αντιμετωπίστηκε επιφανειακά.

 

Οι καθ’ ων η αίτηση απορρίπτουν τους λόγους ακύρωσης και αντιτείνουν ότι η προσβαλλόμενη απόφαση και η διαδικασία που ακολουθήθηκε ήταν ορθές και νόμιμες.  Ειδικότερα, ότι δεν αποδεικνύεται κατάχρηση εξουσίας, στον αιτητή δόθηκε το δικαίωμα ακρόασης πριν αποφασιστεί η πειθαρχική του δίωξη, ότι οι καθ’ ων η αίτηση έδρασαν εντός των ορίων της διακριτικής τους ευχέρειας, ότι δεν έχει στοιχειοθετηθεί η κατά τον ισχυρισμό του αιτητή ιδιάζουσα σχέση ώστε να στοιχειοθετείται παράβαση της αρχής της αμεροληψίας, ότι διενεργήθηκε η δέουσα έρευνα και ότι η προσβαλλόμενη απόφαση είναι απαλλαγμένη από οποιαδήποτε πλάνη.

 

Αξιολογώντας τις εκατέρωθεν θέσεις και ισχυρισμούς θα πρέπει καταρχάς να υπομνησθεί ότι, ως και ο ίδιος ο αιτητής αναγνωρίζει με την απαντητική αγόρευση των ευπαιδεύτων δικηγόρων του, με την προσφυγή δεν αμφισβητείται η απόφαση για μετάθεσή του στα Κρατητήρια της Μενόγειας.  Σημειώνει μεν ο αιτητής ότι αναφέρεται στην εν λόγω μετάθεση, την οποία χαρακτηρίζει ως δυσμενή, προς υποστήριξη του λόγου ακύρωσης που προωθεί περί διπλής τιμωρίας για το ίδιο αδίκημα, πλην, όμως, ελλείψει αμφισβήτησης της απόφασης για μετάθεση, αυτή καλύπτεται από το τεκμήριο της νομιμότητας και ως εκ τούτου αποκλείεται ο υπό του Δικαστηρίου παρεμπίπτων έλεγχος του κύρους αυτής ώστε να διαπιστωθεί κατά πόσον, πράγματι, ως κατ’ ουσίαν είναι ο ισχυρισμός του αιτητή, αυτή συνιστούσε πειθαρχική μετάθεση και όχι μετάθεση για τις ανάγκες της υπηρεσίας.  Ως εκ τούτου, ο ισχυρισμός περί εκ δευτέρου τιμωρίας του αιτητή, κατά παράβαση του Άρθρου 12 του Συντάγματος, απορρίπτεται.  Για τον ίδιο λόγο απορρίπτεται και ο ισχυρισμός του αιτητή ότι δεν του δόθηκε το δικαίωμα ακρόασης πριν αποφασιστεί η άμεση μετάθεσή του.

 

Ακολούθως, θα πρέπει να υπομνησθεί ότι ο αιτητής δεν καταδικάστηκε για το αδίκημα της απείθειας ώστε το Δικαστήριο να προχωρήσει να εξετάσει τους ισχυρισμούς του σε σχέση με το νόμιμο ή εύλογο της διαταγής που του δόθηκε από τον Υποδιευθυντή Δ.ΑΣ.Α., η οποία κατά τον αιτητή προκάλεσε το επίδικο επεισόδιο.  

 

Οι κατηγορίες τις οποίες ο αιτητής αντιμετώπισε και με την προσβαλλόμενη απόφαση κρίθηκε ότι στοιχειοθετούνται, αφορούσαν τα αδικήματα της ανάρμοστης συμπεριφοράς και της καταπιεστικής συμπεριφοράς βάσει των παραγράφων 1 και 3(β) του Πειθαρχικού Κώδικα της Αστυνομίας, αντίστοιχα, που προβλέπουν τα ακόλουθα:

 

 

          «1. ΑΝΑΡΜΟΣΤΗ ΣΥΜΠΕΡΙΦΟΡΑ

          Δηλαδή, αν μέλος της Δύναμης ενεργεί κατά τρόπο απρεπή ή επιζήμιο για την πειθαρχία ή κατά τρόπο που εύλογα είναι δυνατόν να δυσφημήσει τη Δύναμη.

[…]

3. ΚΑΤΑΠΙΕΣΤΙΚΗ ΣΥΜΠΕΡΙΦΟΡΑ

          Δηλαδή, αν μέλος της Δύναμης:

[…]

(β) Χρησιμοποιεί αισχρή, υβριστική ή προσβλητική γλώσσα προς άλλο μέλος της Δύναμης.».

 

Ως εκ τούτου, οι όποιοι ισχυρισμοί του αιτητή ως προς τους λόγους που τον οδήγησαν να επιδείξει τη συμπεριφορά για την οποία καταδικάστηκε και η κατ’ ισχυρισμόν κατάχρηση εξουσίας, απορρίπτονται ως αβάσιμοι.  Είναι δε εν πάση περιπτώσει και αδιάφοροι καθότι, ακόμα και αν ο αιτητής θεωρούσε ότι η διαταγή που του δόθηκε δεν ήταν σύμφωνη με τη συνήθη διαδικασία σύνταξης έκθεσης γεγονότων ή υποβολής αναφοράς, και πάλι η συμπεριφορά του προς ανώτερό του Αξιωματικό δεν ήταν καθοιονδήποτε τρόπο επιτρεπτή ή αποδεκτή.  Όπως αναφέρθηκε και στην απόφαση του Προεδρεύοντα Αξιωματικού για την επιβολή της ποινής στον αιτητή:

«Η Αστυνομία […] είναι ένα πειθαρχημένο Σώμα και έχουμε όλοι καθήκον να υπερασπιζόμαστε το καλό της όνομα.  Εκεί που παρατηρούνται προβλήματα απειθαρχίας, θα πρέπει να αντιμετωπίζονται κατά τέτοιο τρόπο, που να μην αφήνει κανένα περιθώριο σε οποιονδήποτε να συμπεραίνει ότι τέτοιες συμπεριφορές μπορούν να περάσουν απαρατήρητες ή να γίνουν ανεκτές.

Η Πειθαρχία είναι ο ακρογωνιαίος λίθος για την εύρυθμη λειτουργία της Αστυνομίας και κάθε άλλου πειθαρχημένου Σώματος.  Τα Πειθαρχικά Δικαστήρια πρέπει να επιβάλλουν τέτοιες ποινές, που να μην επιτρέπουν στους παραβάτες των Πειθαρχικών Κανονισμών τη διάπραξη νέων πειθαρχικών αδικημάτων και να λειτουργούν αποτρεπτικά στην πιθανότητα διάπραξης παρόμοιων αδικημάτων από τα υπόλοιπα μέλη, ενισχύοντας το αίσθημα της πειθαρχίας.  Οι ποινές που θα επιβάλλουν, θα πρέπει να είναι αποτρεπτικές, να μην αφήνουν περιθώρια κλονισμού της εμπιστοσύνης του Κοινού προς την Αστυνομία και να εξυπηρετούν ταυτόχρονα δύο άλλους σκοπούς της γενικής και ειδικής πρόληψης».

 

Σημειώνεται ότι και στην Αστυνομία ισχύουν κατ’ αναλογία τα κριθέντα στην απόφαση Κυριάκος Φυρίλλα ν Υπουργού Άμυνας, ΕΔΔ αρ. 3/18, ημερ. 12.12.2023, στην οποία εξετάστηκε διεξοδικά το ερώτημα πότε ένας κατώτερος έχει δικαίωμα να αρνηθεί διαταγή ανωτέρου του στον στρατό, με το Δικαστήριο να επισημαίνει ότι, λόγω της εγγενούς φύσης του στρατεύματος, όλη η στρατιωτική οργάνωση βασίζεται στην άμεση υπακοή στις διαταγές των ανωτέρων.

Ως προς τους σχετικούς με τη διαδικασία που ακολουθήθηκε λόγους ακύρωσης, δεν διαπιστώνω παράβαση ούτε του άρθρου 43 ούτε του άρθρου 44 του Ν.158(Ι)/99.  Λαμβάνοντας υπόψη τη σοβαρότητα του θέματος, ορθώς ο Διευθυντής Δ.ΑΣ.Α., μετά που έλαβε γνώση για το επίδικο περιστατικό, προώθησε στον Αρχηγό Αστυνομίας το ημερολόγιο ενεργείας του Υποδιευθυντή Δ.ΑΣ.Α. εισηγούμενος τον ορισμό Ερευνώντος Αξιωματικού για τη διεξαγωγή έρευνας, στο πλαίσιο της οποίας κλήθηκε και ο αιτητής για κατάθεση.  

 

Αναφορικώς με την κατ’ ισχυρισμό παραβίαση της αρχής της αμεροληψίας, επισημαίνεται ότι είναι κατ’ αρχήν ορθή η θέση του αιτητή ότι, κατά νομική επιταγή και γενική αρχή του διοικητικού δικαίου, δεν πρέπει να μετέχουν στη σύνθεση και στη λειτουργία διοικητικού οργάνου πρόσωπα, των οποίων η συμμετοχή, λόγω της σχέσης τους με πρόσωπα ή την υπό εξέταση υπόθεση, δημιουργεί αμφιβολίες ως προς το αμερόληπτο της κρίσης τους και τούτο κρίνεται αντικειμενικά, βάσει της αντίληψης του κοινού εξωτερικού παρατηρητή και όχι υποκειμενικά, στη βάση πραγματικού επηρεασμού. 

 

Πλην, όμως, ο αιτητής εν προκειμένω ήγειρε γενικά και αόριστα το ζήτημα, επικαλούμενος την καταγωγή του Προεδρεύοντος και του Υποδιευθυντή Δ.ΑΣ.Α. από το ίδιο χωριό και «έγκυρες πληροφορίες», βάσει των οποίων οι δύο διατηρούν μεταξύ τους φιλικές σχέσεις.  Οι εν λόγω πληροφορίες δεν συγκεκριμενοποιήθηκαν, ούτε επιχειρήθηκε να αποδειχθούν με την προσαγωγή κατάλληλης μαρτυρίας σε οποιοδήποτε στάδιο, έστω και στο πλαίσιο της παρούσας προσφυγής. 

 

Η αιτιολογία για την απόρριψη του αιτήματος του αιτητή για την αντικατάσταση του Προεδρεύοντα ήταν, πράγματι, λακωνική.  Πλην, όμως, όπως κατ’ επανάληψη έχει νομολογηθεί, οι ισχυρισμοί περί έλλειψης αμεροληψίας και προκατάληψης πρέπει να αποδεικνύονται αυστηρά και το βάρος απόδειξης το φέρει ο αιτητής (Ευθύμιος Μπουλούτας κ.ά. ν Επιτροπής Κεφαλαιαγοράς Κύπρου, ΕΔΔ αρ. 8/21 κ.ά., ημερ. 15.10.2025).

 

Τούτου δοθέντος δεν αποδέχομαι τη θέση του αιτητή ότι η κοινή καταγωγή από ένα χωριό της Κύπρου, όσο μικρό και αν είναι αυτό (όπως επισημαίνεται στην απαντητική αγόρευση του αιτητή), δημιουργεί, δίχως άλλο, ζήτημα παραβίασης της αρχής της αμεροληψίας, ελλείψει μάλιστα οποιασδήποτε άλλης μαρτυρίας περί στενών φιλικών σχέσεων που θα μπορούσαν να χαρακτηριστούν ως ιδιάζουσα σχέση, η οποία δικαιολογεί τη μη συμμετοχή στη λήψη απόφασης.

 

Αναλύοντας την έννοια του ιδιαίτερου δεσμού ή του ιδιάζοντος χαρακτήρα της σχέσης, ως λόγους μεροληψίας του διοικητικού οργάνου (λόγοι που έχουν κωδικοποιηθεί και στο άρθρο 42(1) και (2) του Ν.158(Ι)/99)[2] ο Ι. Γ Μαθιουδάκης, στο σύγγραμμα Η Αρχή της Αμεροληψίας της Διοίκησης,[3] αναφέρει σχετικώς τα ακόλουθα:

 

«Τα επίθετα του «ιδιαίτερου» ή «ιδιάζοντος» επικεντρώνονται στη σφοδρότητα, με την οποία πρέπει να απαντώνται τα χαρακτηριστικά της φιλικής ή εχθρικής σχέσης μεταξύ του οργάνου και του ενδιαφερομένου.  Το γνώρισμα αυτό εκφράζει και τον βαθμό της αμεσότητας και σπουδαιότητας της σχέσης του οργάνου.»

 

Στο πλαίσιο του τελευταίου λόγου ακύρωσης ο αιτητής αφενός επαναφέρει το ζήτημα της εσφαλμένης, κατά τη θέση του, διαταγής που του δόθηκε και, κατά τον ισχυρισμό του, προκάλεσε την αντίδρασή του, ζήτημα το οποίο θεωρεί ότι δεν αξιολογήθηκε και αφετέρου εγείρει ζήτημα αξιοπιστίας του ΜΚ3, ο οποίος, κατά τον ισχυρισμό, διατηρούσε καλές σχέσεις με τον ΜΚ1/καταγγέλλοντα και ως εκ τούτου εσφαλμένα η μαρτυρία του κρίθηκε από το Πειθαρχικό Συμβούλιο αξιόπιστη, κατά παραγνώριση της μαρτυρίας του ΜΚ2.

 

Ως προς τη διαταγή που δόθηκε στον αιτητή και τις κατ’ ισχυρισμό σχέσεις του ΜΚ3 με τον ΜΚ1, ισχύουν καταρχάς τα ανωτέρω αποφασισθέντα ως προς το αντικείμενο της παρούσας προσφυγής και το βάρος απόδειξης των εγειρομένων λόγων ακύρωσης.  Εν πάση δε περιπτώσει επισημαίνεται ότι, όπως προκύπτει από τον διοικητικό φάκελο και τα πρακτικά της δικασίμου της 28.12.2016, κατόπιν αιτήματος του δικηγόρου του αιτητή, οι εν λόγω 2 μάρτυρες αποφασίστηκε να εξεταστούν και αντεξεταστούν την ίδια ημέρα ώστε να κριθεί η αλήθεια του περιεχομένου των προφορικών τους καταθέσεων χωρίς περιθώριο ή οποιαδήποτε υπόνοια προσυνεννόησης.

Ακολούθως θα πρέπει να υπομνησθεί πως δεν είναι έργο του Δικαστηρίου να επαναξιολογήσει τη δοθείσα μαρτυρία, όπως κατ’ ουσίαν επιχειρεί ο αιτητής, ούτε να υπεισέλθει στην υποκειμενική εκτίμηση των γεγονότων και στα συμπεράσματα αξιοπιστίας από το πειθαρχικό όργανο (Σαλώμη Κρητιώτη ν. Δημοκρατίας (1999) 3 Α.Α.Δ. 778, Παναγιώτης Κατσαντώνη ν Δημοκρατίας, ΕΔΔ αρ. 35/18, ημερ. 26.06.2024).  Ως εκ τούτου, ορθώς το Συμβούλιο Εφέσεων, με παραπομπή σε σχετική νομολογία, επεσήμανε ότι η αξιολόγηση της μαρτυρίας αποτελούσε αρμοδιότητα του Προεδρεύοντος Αξιωματικού.

 

Όπως διαπιστώνω από τα πρακτικά της πειθαρχικής διαδικασίας, ο Προεδρεύων Αξιωματικός κατέγραψε ορθά τη μαρτυρία που προσκομίστηκε εκατέρωθεν και προχώρησε στην αξιολόγηση αυτής, καθοδηγούμενος από τις νομολογιακές αρχές που διέπουν τα ζητήματα αξιολόγησης μαρτυρίας.  Επισημαίνοντας ότι είχε την ευκαιρία να παρακολουθήσει με προσοχή όλους τους μάρτυρες κατηγορίας, ενώ έδιναν ένορκη μαρτυρία ενώπιόν του, κατέληξε αιτιολογημένα στους λόγους που τον οδήγησαν να αποδεχθεί τη μαρτυρία των ΜΚ1 και ΜΚ3 και επεξήγησε επαρκώς τους λόγους που δεν αποδέχθηκε τη μαρτυρία του αιτητή αλλά και τη βαρύτητα που προσέδωσε στη μαρτυρία του ΜΚ2.  Συγκεκριμένα καταγράφονται τα ακόλουθα στην απόφαση (η υπογράμμιση είναι του κειμένου):

 

«Οι μάρτυρες κατηγορίας ΜΚ1 και ΜΚ3 δεν είχαν κανένα λόγο, αλλά ούτε και κίνητρο να πουν ψέματα στο Δικαστήριο για τα όσα ήδη είχαν βιώσει σε σχέση με την συγκεκριμένη υπόθεση.  Δεν έχω κανένα λόγο να θεωρήσω ότι οι δύο αυτοί μάρτυρες επινόησαν τα όσα καταλογίζουν στο υπό κατηγορία μέλος.  Μέσα από την μαρτυρία τους προκύπτει το σύνολο της συμπεριφοράς που καταλογίζεται στον κατηγορούμενο.  Είναι γεγονός ότι κάποιες μικροαντιφάσεις στην μαρτυρία μεταξύ τους είναι εύλογο να υπάρχουν γιατί ο κάθε ένας είναι φυσιολογικό να θυμάται κάποιες λεπτομέρειες με διαφορετικό τρόπο.

 

Η νομολογία δέχεται ότι οι μικροαντιφάσεις σε λεπτομέρειες στη συνήθη πορεία των πραγμάτων, θεωρούνται ότι ενδυναμώνουν μια μαρτυρία που κατά τα άλλα είναι πειστική και καταδείχνουν ανυπαρξία προσχεδιασμού ή συνεννόησης μεταξύ των μαρτύρων (βλ. Γιαννίδης ν Αστυνομίας (2002) 2 Α.Α.Δ. 143 και Ιωάννου ν Δημοκρατίας (2011) 2 Α.Α.Δ. 104).

 

Είναι γεγονός ότι ο κατηγορούμενος με τον τρόπο και το έντονο ύφος που μίλησε στον προϊστάμενο του πράγμα που και ο ίδιος παραδέχτηκε προκύπτει ουσιαστικά η ανάρμοστη συμπεριφορά υπό τις περιστάσεις και ήταν εύλογο δυνατό να δυσφημήσει την Αστυνομία.  Δεν παραδέχτηκε όμως το ότι εκστόμισε το υβριστικό λεξιλόγιο που αναφέρεται στις κατηγορίες.

Ο κατηγορούμενος στην κατάθεσή του αναφέρεται σε γεγονότα και πρόσωπα άσχετα με την συγκεκριμένη υπόθεση.  Στα όσα αναφέρει είναι εμφανές το στοιχείο της υπερβολής και της έντονης προσπάθειας να δικαιολογήσει την στάση του απέναντι στον ΜΚ1.  Φαίνεται να ένιωθε πικρία για άλλο περιστατικό σε σχέση με το οποίο δεν βρήκε την ανταπόκριση που ανέμενε και αυτό τον οδήγησε σε έντονα αισθήματα κατά της υπηρεσίας και των προϊσταμένων του.  Αυτός φαίνεται να ήταν και ο λόγος για τον οποίο αντέδρασε με τρόπο υπερβολικό κατά τον επίδικο χρόνο.  Δεν δέχομαι τη μαρτυρία του και θεωρώ ότι τα όσα ισχυρίζεται αναφέρθηκαν μόνο για να βοηθήσουν την θέση του και όχι για να διαφωτίσουν το δικαστήριο για τα πραγματικά γεγονότα.

 

Από την άλλη αποδέχομαι την μαρτυρία των ΜΚ 1 και 3 για τους λόγους που έχω αναφέρει πιο πάνω.  Όσον αφορά την μαρτυρία του ΜΚ2 είναι φανερό ότι δεν μπορεί να προσφέρει οτιδήποτε ουσιαστικό αναφορικά με την κρίση των επίδικων γεγονότων αφού, όπως ισχυρίστηκε, η θέση στην οποία ευρισκόταν δεν του επέτρεπε να ακούσει ολοκληρωμένα τη συνομιλία

 

Με βάση τα ανωτέρω καταλήγω ότι ο Προεδρεύων Αξιωματικός προέβη σε μια ολοκληρωμένη και εμπεριστατωμένη αξιολόγηση των μαρτύρων που κατέθεσαν στη διαδικασία, καταλήγοντας σε εύλογα και πλήρως αιτιολογημένα συμπεράσματα και ευρήματα, ούτως ώστε να μην δικαιολογείται η παρέμβαση του Δικαστηρίου.

 

Συνακόλουθα, δεν έχει στοιχειοθετηθεί οποιοσδήποτε λόγος ακύρωσης και η προσφυγή απορρίπτεται, με €1.700 έξοδα εναντίον του αιτητή.

 

Α. ΖΕΡΒΟΥ, Δ.Δ.Δ.



[1] Οι συγκεκριμένες ύβρεις καταγράφονται στο ημερολόγιο ενεργείας και δεν κρίνω σκόπιμο να τις επαναλάβω για τους σκοπούς της παρούσας απόφασης.

[2] 42.—(1) Κάθε διοικητικό όργανο που μετέχει στην παραγωγή διοικητικής πράξης πρέπει να παρέχει τα εχέγγυα της αμερόληπτης κρίσης.

(2) Δε μετέχει στην παραγωγή διοικητικής πράξης πρόσωπο που έχει ιδιάζουσα σχέση ή συγγενικό δεσμό εξ αίματος ή εξ αγχιστείας μέχρι και του τέταρτου βαθμού ή βρίσκεται σε οξεία έχθρα με το άτομο που αφορά η εξεταζόμενη υπόθεση ή που έχει συμφέρον για την έκβασή της.

[3] Εκδόσεις Ανιόν, 2008, παρ. 233


cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο