NIHAL AMPITIGODA VIDANALA ν. ΚΥΠΡΙΑΚΗΣ ΔΗΜΟΚΡΑΤΙΑΣ, ΜΕΣΩ ΥΠΟΥΡΓΟΥ ΕΣΩΤΕΡΙΚΩΝ, Υπόθεση αρ. 1286/19, 30/1/2026
print
Τίτλος:
NIHAL AMPITIGODA VIDANALA ν. ΚΥΠΡΙΑΚΗΣ ΔΗΜΟΚΡΑΤΙΑΣ, ΜΕΣΩ ΥΠΟΥΡΓΟΥ ΕΣΩΤΕΡΙΚΩΝ, Υπόθεση αρ. 1286/19, 30/1/2026

ΔΙΟΙΚΗΤΙΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ

Υπόθεση αρ. 1286/19

 

30 Ιανουαρίου, 2026

[Α. ΖΕΡΒΟΥ, Δ.Δ.Δ.]

Αναφορικά με τα Άρθρα 6, 28, 29 και 146 του Συντάγματος.

 

Μεταξύ:

NIHAL AMPITIGODA VIDANALA

Αιτητής,

ΚΑΙ

ΚΥΠΡΙΑΚΗΣ ΔΗΜΟΚΡΑΤΙΑΣ, ΜΕΣΩ

ΥΠΟΥΡΓΟΥ ΕΣΩΤΕΡΙΚΩΝ

Καθ’ ου η αίτηση.

------------

 

Α. Χατζηγεωργίου, για Κλεόπα & Παρασκευά Δ.Ε.Π.Ε., για τον αιτητή.

Α. Ελευθερίου, Δικηγόρος της Δημοκρατίας, για τον καθ’ ου η αίτηση.

 

Α Π Ο Φ Α Σ Η

 

Α. ΖΕΡΒΟΥ, Δ.Δ.Δ.:    Με την παρούσα προσφυγή ο αιτητής αμφισβητεί τη νομιμότητα της απόφασης του Υπουργού Εσωτερικών, η οποία του κοινοποιήθηκε με επιστολή ημερομηνίας 20.06.2019 και με την οποία απορρίφθηκε η αίτησή του για απόκτηση της Κυπριακής υπηκοότητας με πολιτογράφηση.

 

Ο αιτητής, υπήκοος Σρι Λάνκα και γεννηθείς το 1969, αφίχθηκε για πρώτη φορά στην Κυπριακή Δημοκρατία στις 28.10.1998 με άδεια εισόδου για εργασία, εξασφαλίζοντας προς τούτο σχετική άδεια παραμονής με ισχύ μέχρι τις 08.11.2000, η οποία ανανεωνόταν διαδοχικά με σκοπό την εργασία στον ίδιο εργοδότη.

 

Στις 04.02.2003 αναχώρησε από τη Δημοκρατία και στις 28.03.2004 επέστρεψε με άδεια εισόδου για να εργαστεί και πάλι στον ίδιο εργοδότη, εξασφαλίζοντας σχετική άδεια παραμονής μέχρι τις 20.01.2005.  Μαζί του αφίχθηκε στη Δημοκρατία και η σύζυγός του, η οποία επίσης εξασφάλισε άδεια εισόδου και παραμονής για να εργαστεί στον ίδιο εργοδότη με τον σύζυγό της, με ισχύ μέχρι τις 27.03.2005.

 

Έκτοτε και μέχρι (τουλάχιστον) τον χρόνο καταχώρισης της παρούσας προσφυγής, ο αιτητής ανανέωνε διαδοχικά την άδεια παραμονής και εργασίας στον ίδιο εργοδότη.

 

Ο αιτητής απέκτησε με τη σύζυγό του 2 παιδία, τα οποία γεννήθηκαν στη Δημοκρατία το 2005 και το 2008.  Η σύζυγος και τα παιδιά του παρέμειναν στη Δημοκρατία μέχρι και τις 28.08.2009, οπότε και αναχώρησαν.

 

Την 01.06.2017 ο αιτητής υπέβαλε αίτηση (Μ127) για απόκτηση της Κυπριακής υπηκοότητας με πολιτογράφηση, στο πλαίσιο εξέτασης της οποίας λήφθηκαν υπόψη, εκτός από τα απαιτούμενα τυπικά προσόντα, πληροφορίες και απόψεις από τα αρμόδια Τμήματα και Υπηρεσίες και τα όσα ο ίδιος ανέφερε σε προσωπική συνέντευξη που πραγματοποιήθηκε στις 25.10.2018.

 

Η αίτηση εξετάσθηκε από τον Υπουργό Εσωτερικών, ο οποίος αποφάσισε να την απορρίψει καθότι κρίθηκε πως η σχέση του αιτητή με την Κύπρο είναι καθαρά εργασιακή.  Επιπρόσθετα, ως αναφέρεται στην επιστολή ημερομηνίας 20.06.2019, με την οποία η απόφαση κοινοποιήθηκε στον αιτητή, αυτός φαίνεται ότι δεν έχει ενταχθεί επαρκώς στο κυπριακό κοινωνικό σύνολο και το καθεστώς που κατέχει είναι αρκούντως ικανοποιητικό.  Η δε πρόθεσή του να παραμείνει στη Δημοκρατία αμφισβητείται καθότι, ως περαιτέρω αναφέρεται στην επιστολή, η σύζυγός και τα παιδιά του επέστρεψαν μόνιμα στη Σρι Λάνκα, όπου ο αιτητής αποστέλλει το μεγαλύτερο μέρος των εσόδων του.

 

Διά της γραπτής αγόρευσης των ευπαιδεύτων δικηγόρων του ο αιτητής διατείνεται πως ο καθ’ ου η αίτηση παρέλειψε να προβεί σε δέουσα έρευνα και δεν αξιολόγησε δεόντως την αίτησή του.  Συγκεκριμένα, κατά την εισήγηση, όπως διαφαίνεται και από τον λόγο απόρριψης της αίτησης, ο καθ’ ου η αίτηση δεν προέβη σε επαρκή έρευνα προς διαπίστωση των κοινωνικών δεσμών που συνδέουν τον αιτητή με την Κύπρο και ως εκ τούτου δεν είχε ξεκάθαρη εικόνα για το κατά πόσον ο αιτητής συνδέεται άρρηκτα με τη χώρα και έχει ως σκοπό την μόνιμη παραμονή του.  Επικαλούμενος, ακολούθως, πλάνη περί τα πράγματα και τον νόμο, ο αιτητής υποβάλλει τη θέση ότι ο καθ’ ου η αίτηση παρέλειψε να λάβει υπόψη ότι ζει και εργάζεται στην Κύπρο από το 1998, ότι είναι παντρεμένος και έχει 2 ανήλικα τέκνα που γεννήθηκαν στην Κύπρο, ότι οι φίλοι του και τα άτομα που συναναστρέφεται είναι Ελληνοκύπριοι και ότι ο ίδιος ομιλεί την ελληνική γλώσσα.  Με επιπρόσθετους λόγους ακύρωσης διατείνεται ότι η προσβαλλόμενη πράξη είναι παντελώς αναιτιολόγητη και αυθαίρετη και ότι αυτή εκδόθηκε κατά παράβαση του περί Αρχείου Πληθυσμού Νόμου (Ν.141(I)/2002) και καθ’ υπέρβαση της διακριτικής ευχέρειας της Διοίκησης.

 

Οι καθ’ ων η αίτηση, παραπέμποντας σε σχετική νομολογία ως προς τη φύση της πολιτογράφησης, η οποία άπτεται των κυριαρχικών δικαιωμάτων του κράτους και την ευρεία διακριτική ευχέρεια του Υπουργού για έγκριση μίας αίτησης πολιτογράφησης έστω κι αν ο υπήκοος τρίτης χώρας πληροί όλες τις τυπικές προϋποθέσεις του νόμου, αντιτείνουν ότι η προσβαλλόμενη απόφαση είναι ορθή και νόμιμη, το αποτέλεσμα δέουσας έρευνας όλων των ουσιωδών γεγονότων και καλόπιστης άσκησης της διακριτικής ευχέρειας του Υπουργού.  Επιπλέον ότι είναι επαρκώς και δεόντως αιτιολογημένη, με την αιτιολογία να συμπληρώνεται από τον διοικητικό φάκελο.  Ο δε αιτητής απέτυχε, κατά την εισήγηση, να αποσείσει το βάρος απόδειξης των λόγων ακύρωσης.

 

Αξιολογώντας τις εκατέρωθεν θέσεις και επιχειρήματα, επισημαίνεται καταρχάς ότι ούτε το νομικό πλαίσιο που διέπει θέματα πολιτογράφησης, ούτε η ευρεία διακριτική ευχέρεια του Υπουργού Εσωτερικών και το κυριαρχικό δικαίωμα της Δημοκρατίας επί του συγκεκριμένου ζητήματος αμφισβητούνται.

 

Οι σχετικές αρχές, όπως ερμηνεύθηκαν και αναλύθηκαν από τη νομολογία, συνοψίζονται από το Ανώτατο Συνταγματικό Δικαστήριο στην απόφαση Aylin Arakelian v Δημοκρατίας, ΕΔΔ αρ. 130/20, ημερ. 10.03.2025 ως ακολούθως:

 

«Οι διατάξεις που αφορούν την απόκτηση από αλλοδαπό της ιδιότητας του Πολίτη της Δημοκρατίας, δυνάμει πολιτογράφησης, καθορίζονται από το Άρθρο 111 του ως άνω Νόμου 141(Ι)/02, (σε συνδυασμό με τον Τρίτο Πίνακα), το οποίο έχει ως εξής:

 

«111.0 Υπουργός, όταν υποβληθεί σ' αυτόν αίτηση κατά τον καθορισμένο τύπο και τρόπο από οποιοδήποτε αλλοδαπό ενήλικα και με πλήρη ικανότητα, ο οποίος ικανοποιεί τον Υπουργό ότι κατέχει τα προσόντα για πολιτογράφηση σύμφωνα με τις διατάξεις του Τρίτου Πίνακα, δύναται να χορηγήσει σ' αυτόν πιστοποιητικό πολιτογράφησης. Το πρόσωπο αυτό, στο οποίο χορηγείται το πιστοποιητικό πολιτογράφησης, μόλις δώσει επίσημη διαβεβαίωση πίστεως στην Δημοκρατία, στον τύπο που καθορίζεται στο Δεύτερο Πίνακα, καθίσταται πολίτης της Δημοκρατίας κατόπιν πολιτογράφησης, από την ημερομηνία κατά την οποία χορηγείται σ' αυτόν το πιο πάνω πιστοποιητικό:

Νοείται ότι, με πρόταση του Υπουργού σε οποιαδήποτε συγκεκριμένη περίπτωση ή κατηγορία περιπτώσεων, το Υπουργικό Συμβούλιο μπορεί να απορρίψει την αίτηση για χορήγηση πιστοποιητικού πολιτογράφησης, εκτός εάν ο αιτητής αποκηρύξει την ιδιότητα του πολίτη οποιασδήποτε άλλης χώρας την οποία αυτός κατέχει.»

 

Ο Τρίτος Πίνακας έχει ως ακολούθως:

 

«ΠΡΟΣΟΝΤΑ ΓΙΑ ΠΟΛΙΤΟΓΡΑΦΗΣΗ

 

1. Με την τήρηση των διατάξεων της αμέσως προηγούμενης παραγράφου, τα προσόντα για πολιτογράφηση αλλοδαπού που αιτείται τέτοια πολιτογράφηση, είναι τα ακόλουθα:

 

(α) Διαμονή στη Δημοκρατία για όλο το χρονικό διάστημα των αμέσως προηγούμενων 12 μηνών από την ημερομηνία της αίτησης, και

(β) κατά τη διάρκεια των αμέσως προηγούμενων από το πιο πάνω αναφερόμενο δωδεκάμηνο χρονικό διάστημα επτά ετών, είτε διέμενε στη Δημοκρατία, είτε διετέλεσε στη δημόσια υπηρεσία της Δημοκρατίας, είτε μερικώς το ένα και μερικώς το άλλο, για χρονικά διαστήματα που αθροισμένα να μην είναι λιγότερα των τεσσάρων ετών:

Νοείται ότι οι φοιτητές, επισκέπτες και αυτοεργοδοτούμενοι, καθώς και οι αθλητές, προπονητές, τεχνικοί αθλημάτων, οικιακοί βοηθοί, νοσοκόμοι και οι εργαζόμενοι σε Κύπριους ή ξένους εργοδότες ή σε υπεράκτιες εταιρείες, που διαμένουν στη Δημοκρατία αποκλειστικά με σκοπό την εργασία, όπως επίσης και οι σύζυγοι, τα τέκνα ή άλλα εξαρτώμενα τους πρόσωπα, πρέπει, κατά τη διάρκεια των αμέσως προηγούμενων τουλάχιστον επτά ετών να συγκεντρώνουν συνολική διαμονή στη Δημοκρατία τουλάχιστον επτά ετών, από την οποία το ένα έτος αμέσως πριν την ημερομηνία υποβολής της αίτησης τους η διαμονή του να είναι συνεχής,

(γ) είναι καλού χαρακτήρα, και

(δ) έχει πρόθεση σε περίπτωση χορήγησης σ' αυτόν πιστοποιητικού—

(i) να διαμένει στη Δημοκρατία,

(ii) να εισέλθει ή να εξακολουθήσει να διατελεί στη δημόσια υπηρεσία της Δημοκρατίας ή υπηρεσία σε διεθνή οργανισμό του οποίου η Δημοκρατία είναι μέλος ή υπηρεσία σε οποιοδήποτε σύνδεσμο, εταιρεία ή σώμα που ιδρύθηκε στη Δημοκρατία [...]».

 

Με βάση τη νομολογία που στηρίζει την ερμηνεία και εφαρμογή των ως άνω, έχουν διατυπωθεί αρχές, οι οποίες συνοψίζονται, στην απόφαση του Ανωτάτου Συνταγματικού Δικαστηρίου στη Hamdan v. Δημοκρατίας, Ε.Δ.Δ.141/18, 6.3.24:

 

«Η πολιτογράφηση είναι μια εξουσία η οποία ανάγεται στην κυρίαρχη φύση του Κράτους το οποίο και μπορεί να παραχωρήσει υπηκοότητα σε πρόσωπα που επιθυμεί, με μόνο περιορισμό την ανάγκη επίδειξης καλής πίστης (Mohamad ν. Δημοκρατίας (2010) 3 Α.Α.Δ.18, 21).

 

Δεν αναγνωρίζεται απόλυτο δικαίωμα πολιτογράφησης στην Κυπριακή Δημοκρατία, παρά μονάχα προσδοκία πως, διά της δέουσας υποβολής αίτησης, το αίτημα θα αξιολογηθεί προσηκόντως και θα τύχει ανάλογης, καλόπιστης, και εξατομικευμένης κρίσης, κατ' ενάσκηση, πάντα, της παρεχόμενης προς τη Διοίκηση ευρείας διακριτικής ευχέρειας (Alyatim ν. Δημοκρατίας (2016) 3 Α.Α.Δ. 496, 500-501, Amer ν. Δημοκρατίας (2011) 3(Α) Α.Α.Δ. 66, 69, Ήρωα ν. Δημοκρατίας (2005) 3 Α.Α.Δ. 307, 315-316, Ananda Marga Ltd v. Republic (1985) 3(D) C.L.R. 2583, 2587).»

 

Σε επίσης πολύ πρόσφατη απόφαση του Ανωτάτου Συνταγματικού Δικαστηρίου στη Rahimzadeh ν. Δημοκρατίας, Ε.Δ.Δ.119/20, 25.2.25, επιβεβαιώθηκαν τα πιο πάνω και περαιτέρω εκρίθη ότι νομίμως η Διοίκηση βασίσθηκε, για απόρριψη αιτήματος πολιτογράφησης, σε πληροφορίες από κατάλληλες πηγές, για να εξετασθεί το κριτήριο του «καλού χαρακτήρα», με την ακόλουθη κατάληξη:

 

«Υπό το φως των πιο πάνω, κρίνουμε πως η πολύ ευρεία διακριτική εξουσία των Εφεσίβλητων να απορρίψουν την αίτηση του Εφεσείοντα ασκήθηκε ορθά, στη βάση επαρκούς πραγματικού ερείσματος ότι δεν πληρούσε το κριτήριο του καλού χαρακτήρα. Το δε τεκμήριο της καλόπιστης άσκησης της παραμένει έγκυρο, αφού κανένα στοιχείο δεν τέθηκε ενώπιον μας που να αποδεικνύει το αντίθετο.»

[…]

Στη Reyes v. Δημοκρατίας, Α.Ε.181/12, 29.10.18, λέχθηκαν τα ακόλουθα:

«Η ύπαρξη των τυπικών κριτηρίων, δεν οδηγεί βεβαίως αυτομάτως και άνευ ετέρου σε έγκριση. Εκτός από τη βούληση του ατόμου, η οποία εκφράζεται με την υποβολή αίτησης, απαιτούμενο στοιχείο είναι και η έκφραση κυρίαρχης βούλησης της πολιτείας που δύναται να προσδώσει την ιθαγένεια. Συνεπώς, δεν επαρκεί μόνο η συνδρομή των τυπικών προϋποθέσεων του Νόμου, όπως αναλύονται στον Τρίτο Πίνακα του Νόμου. Επιβάλλεται, για την άσκηση της ευρείας διακριτικής ευχέρειας του Υπουργού, να διερευνηθούν και άλλοι παράγοντες, όπως η δυνατότητα ενσωμάτωσης του αιτητή στο Κυπριακό περιβάλλον, η ειλικρινής επιθυμία του να καταστεί Κύπριος πολίτης, λαμβανομένου υπόψη ότι επέδειξε καλή διαγωγή, ότι έμαθε και ομιλεί ικανοποιητικά την Ελληνική γλώσσα, τις γνώσεις του για τον Κυπριακό πολιτισμό, τα ήθη και τα έθιμα και γενικά τη συμμετοχή του στον ντόπιο τρόπο ζωής, βλ. Δίκαιο Ιθαγένειας, Ζωή Παπασιώπη Πασιά, 7η Έκδοση, σελ.124-126. Τα ως άνω δε στοιχεία, εκτιμούνται ελευθέρως με στάθμιση των γενικότερων συμφερόντων του κράτους και σε συνάρτηση με τα τυχόν δημογραφικά, οικονομικά και εθνικά προβλήματα. Εντός του εν λόγω πλαισίου, εντάσσεται και φυσικά δεν αναιρείται, η υποχρέωση καλόπιστης εξέτασης του αιτήματος και διεξαγωγή δέουσας έρευνας.

 

Ο ασκών την εξουσία, δεν παύει να ενεργεί καλόπιστα, όταν η απόφαση του στηρίζεται μόνο σε λογική αμφιβολία και όχι σε οτιδήποτε πέραν αυτής. Εφόσον τηρείται η αρχή της καλής πίστης, η κρίση της Δημοκρατίας αναγνωρίζεται κατά τα άλλα ως απόλυτη (Ήρωα ν. Δημοκρατίας (2005) 3 A.A.Δ.307).

 

Tο τεκμήριο της καλόπιστης άσκησης της διακριτικής ευχέρειας παραμένει έγκυρο, μέχρι απόδειξης του αντιθέτου (Suleiman v. Republic (1987) 3 C.L.R.224).» ».

 

Αξιολογώντας ακολούθως τους εγειρόμενους λόγους ακύρωσης θα πρέπει να υπομνησθεί, αφενός, ότι, σύμφωνα με την πάγια νομολογία του Ανωτάτου Δικαστηρίου, η αναθεωρητική δικαιοδοσία περιορίζεται στον έλεγχο της νομιμότητας της υπό αμφισβήτηση διοικητικής πράξης ως εύλογα επιτρεπτής υπό τις περιστάσεις και δεν επεκτείνεται στην ουσιαστική κρίση του διοικητικού οργάνου, με το Δικαστήριο να μην προβαίνει σε πρωτογενή εκτίμηση των γεγονότων της υπόθεσης (Georghiades v. Republic (1982) 3 C.L.R. 659) και, αφετέρου, ότι το βάρος απόδειξης των εγειρομένων λόγων ακύρωσης το φέρει ο αιτητής (Φάνος Γ. Ιωνίδης ν Δημοκρατίας (1991) 4 Α.Α.Δ. 1459, Άγγελος Καλογήρου ν Υπουργού Οικονομικών κ.ά. (1992) 3 ΑΑΔ 534).

 

Τούτου δοθέντος, με βάση όλα τα ενώπιόν μου στοιχεία, καταλήγω ότι ο αιτητής απέτυχε να καταδείξει οιονδήποτε βάσιμο λόγο ακύρωσης που να δικαιολογεί την επέμβαση του Δικαστηρίου.  Η προσβαλλόμενη απόφαση κρίνεται ως ευλόγως επιτρεπτή, το αποτέλεσμα δέουσας έρευνας και πλήρως αιτιολογημένη.

 

Ειδικότερα, όπως καταγράφεται στο σχετικό Έντυπο Προσωπικής Συνέντευξης, το περιεχόμενο του οποίου δεν αμφισβητείται, η σύζυγος και τα παιδία του αιτητή διαμένουν στη Σρι Λάνκα και ο αιτητής ζει μόνος του σε ενοικιαζόμενο διαμέρισμα, το ενοίκιο για το οποίο καταβάλλει ο εργοδότης του.  Μιλά πολύ λίγο την ελληνική, δεν διατηρεί οποιαδήποτε ακίνητη ιδιοκτησία ή καταθέσεις στη Δημοκρατία, ούτε επικαλέστηκε οποιεσδήποτε δραστηριότητες ή ενέργειες που να αποκαλύπτουν κοινωνικούς δεσμούς στην Κύπρο και την προσαρμογή του στην κυπριακή πραγματικότητα. Κληθείς δε να παρουσιάσει την προσαρμογή του στη νοοτροπία και στα έθιμα της Κύπρου, περιορίστηκε στην λακωνική απάντηση ότι του αρέσει.  Επιπλέον, στο σχετικό πεδίο του Εντύπου (Μέρος 9), στο οποίο καλείται να παρουσιάσει τους εγγυητές που έχει περιλάβει στην αίτησή του και τις σχέσεις που διατηρεί μαζί τους, καταγράφεται η απάντηση ότι δεν γνωρίζει κανέναν.  Στις σχετικές ερωτήσεις αναφορικώς με τις γνώσεις του σχετικά με την Κυπριακή ιστορία και πραγματικότητα έδωσε μεν ορθές απαντήσεις, πλην όμως ακολούθως, κληθείς να αναφέρει τους 2 βασικότερους λόγους για τους οποίους επιθυμεί να λάβει την Κυπριακή ιθαγένεια, περιορίστηκε στην αναφορά πως το επιθυμεί γιατί ξέρει τους συναδέλφους του και γιατί τον βοηθά η εργοδότριά του.  Καταληκτικά δε ανέφερε ότι από τα €1.500, τα οποία λαμβάνει ως μισθό μηνιαίως, τα €1.350 τα αποστέλλει στη χώρα του.

 

Με βάση τα ανωτέρω αξιολογώ ως εύλογες τις διαπιστώσεις, που σημειώνονται στην τελευταία σελίδα του Εντύπου, ότι ο αιτητής έδωσε περιορισμένες και ασαφείς απαντήσεις, από τις οποίες δεν κατάφερε να καταδείξει οποιουσδήποτε βιοτικούς δεσμούς με την Κύπρο, ούτε να πείσει για τους λόγους για τους οποίους επιθυμεί να αποκτήσει την κυπριακή ιθαγένεια και για την μετέπειτα πρόθεσή του να παραμείνει στη Δημοκρατία.  Εύλογη αξιολογώ επίσης την κατάληξη της λειτουργού που διενήργησε τη συνέντευξη πως η σχέση του αιτητή με την Κύπρο είναι καθαρά εργασιακή, δοθέντος ότι αυτός, παρόλο που ζει 20 χρόνια στην Κύπρο, δεν φαίνεται να έχει αναπτύξει κοινωνικούς δεσμούς, δεν μιλά ελληνικά και δεν έχει φίλους Κύπριους εκτός του εργασιακού του χώρου.  Ουδεμία δε πλάνη δεν προκύπτει να έχει εμφιλοχωρήσει, ούτε κακοπιστία στην εξέταση της αίτησής του.

 

Επιπρόσθετα, επισημαίνεται ότι στο πλαίσιο της απαντητικής αγόρευσης του αιτητή, ανεπίτρεπτα εγείρονται και αναλύονται για πρώτη φορά ισχυρισμοί περί παραβίασης του Άρθρου 15 του Συντάγματος και του άρθρου 8 της ΕΣΔΑ, κατ’ επίκληση πεπλανημένης θεώρησης εκ μέρους του καθ’ ου η αίτηση πως η εργασιακή και η κοινωνική/ιδιωτική ζωή διακρίνονται, ισχυρισμοί οι οποίοι δεν δικογραφούνται στην προσφυγή.  Επιπρόσθετα, ανεπίτρεπτα επιχειρήθηκε η προσαγωγή μαρτυρίας ως προς τους λόγους που οδήγησαν τη σύζυγο του αιτητή να επιστρέψει στη Σρι Λάνκα με τα παιδιά τους.

 

Υπενθυμίζεται ότι, βάσει της πάγιας νομολογίας, τα νομικά σημεία στην προσφυγή πρέπει να εξειδικεύονται με σαφήνεια, ώστε να είναι επιδεκτικά δικαστικής εκτίμησης (Δήμος Λευκωσίας ν. Κοινοπραξία Cybarco Ltd - Α. Αristotelous Constructions Ltd, ΕΔΔ αρ. 19/2017, ημερ. 30.10.2023, Δήμος Λάρνακας ν Χρίστου Α. Θεοδούλου, ΕΔΔ αρ. 128/21, ημερ. 14.01.2026).  Ο ρόλος των γραπτών αγορεύσεων στη διοικητική δίκη εξαντλείται στην εξειδίκευση και συγκεκριμενοποίηση των νομικών λόγων που προσδιορίζονται στην προσφυγή και ως εκ τούτου δεν είναι δυνατή η χρήση τους για προβολή νέων πρόσθετων νομικών λόγων.  Ο δε σκοπός συγκεκριμένα της απαντητικής αγόρευσης είναι η απάντηση στους ισχυρισμούς των καθ΄ ων η αίτηση και όχι η έγερση νέων θεμάτων, ούτε βεβαίως η προσκόμιση οποιασδήποτε μαρτυρίας (Khamzaeva v Δημοκρατίας, Υπόθ. αρ. 727/2006, ημερ. 16.07.2007, Λάμπρος Κυπριανού & Υιοί (Εργολάβοι) Λτδ ν Εφόρου ΦΠΑ, Υπόθεση αρ. 1415/06, ημερομηνίας 14.05.2009, Λουκά ν Δημοκρατίας, Υπόθεση αρ. 1625/2007, ημερ. 15.9.2009, Αντωνίου ν Δημοκρατίας (2003) 4Β Α.Α.Δ. 792). 

Συνακόλουθα, η προσφυγή απορρίπτεται και η προσβαλλόμενη απόφαση επικυρώνεται.  Υπέρ των καθ’ ων η αίτηση και εναντίον του αιτητή επιδικάζονται έξοδα ύψους €1.700.

 

Α. ΖΕΡΒΟΥ, Δ.Δ.Δ.


cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο