ΔΙΟΙΚΗΤΙΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ
Υπόθεση Αρ. 1493/2021
7 Ιανουαρίου, 2026
[Φ. ΚΑΜΕΝΟΣ, ΔΔΔ.]
Αναφορικά με τα Άρθρα 28, 30 και 146 του Συντάγματος
Μεταξύ:
Γεώργιου Σκορδή
Αιτητή
Και
Κυπριακή Δημοκρατία μέσω Υπουργού Εσωτερικών
Καθ' ων η Αίτηση
.........
Χαρά Σοφοκλέους για Χρίστος Ζαμπάς & Σία ΔΕΠΕ, Δικηγόροι για Αιτητή
Παύλος Βασιλείου, Δικηγόρος της Δημοκρατίας για Γενικό Εισαγγελέα για Καθ’ ων η αίτηση
ΑΠΟΦΑΣΗ
Φ. Καμένος, ΔΔΔ.: Με την παρούσα προσφυγή ζητείται η ακύρωση της ποινής αυστηρής επίπληξης, δυνάμει του εδαφίου (1) του άρθρου 82 του περί Δημόσιας Υπηρεσίας Νόμου του 1990 (εφεξής ο «Νόμος»), η οποία επεβλήθη στις 13.09.2021 στον Αιτητή, υπάλληλο του Επαρχιακού Κτηματολογίου Αμμοχώστου, Κλάδος Εγγραφής του Τμήματος Κτηματολογίου και Χωρομετρίας.
Τα γεγονότα, που αφορά η πειθαρχική καταδίκη του Αιτητή ανάγονται στον ή περί τον Αύγουστο 2018, όταν εξεδόθη πιστοποιητικό ερεύνης του Κτηματολογίου. Οι Καθ΄ων η αίτηση έκριναν ότι αυτό εξεδόθη από τον Αιτητή ενώ η ενέργεια αυτή δεν ήταν εντός τον καθηκόντων του και καταδικάστηκε με την ως άνω ποινή επειδή θεωρήθηκε ότι παρέλειψε να εκτελέσει τα καθήκοντα της θέσης του.
Ως προκύπτει από τα έγγραφα του διοικητικού φακέλου, είχε προηγηθεί ο διορισμός Ερευνώντος Λειτουργού (εφεξής ο «ΕΛ») από τον Υπουργό Εσωτερικών στις 19.03.2019 (Κ.36 διοικητικού φακέλου Τεκμήριο 1). Στις 05.06.2019 με επιστολή ο Γενικός Διευθυντής του Υπουργείου Εσωτερικών (εφεξής ο «ΓΔ») ζήτησε από τον ΕΛ ενημέρωση ως προς την εξέλιξη της έρευνας επισύροντας την προσοχή του στις πρόνοιες της παραγράφου 2 του Μέρους Ι του Δεύτερου Πίνακα του Νόμου (Κ.40 Τεκμηρίου 1). Στις 01.08.2019 εστάλη παρόμοια επιστολή από τον ΓΔ, στην οποία περαιτέρω σημειωνόταν η εκπνοή της προθεσμίας για ολοκλήρωση της έρευνας και η παράκληση όπως ο ΕΛ αιτηθεί παράταση (Κ.42 Τεκμηρίου 1). Στις 18.02.2020 εστάλη νεότερη επιστολή (Κ.43 Τεκμηρίου 1) από τον ΓΔ προς τον ΕΛ, με την καταγραφή ότι αποτελεί την «4η υπενθύμιση» και με αναφορά στις ως άνω επιστολές καθώς και σε επιστολή ημερ. 05.12.2019 (Κ.45 Τεκμηρίου 1) και σε τηλεφωνική επικοινωνία ημερ. 14.01.2020 ζητά επίσπευση της απάντησης του ΕΛ. Απόδειξη της τηλεφωνικής συνομιλίας ημερ. 14.01.2020 βρίσκεται με χειρόγραφη σημείωση επί της επιστολής ημερ. 05.12.2019 ως αυτή είναι συνημμένη στην επιστολή ημερ. 18.02.2020 (άνευ κυανού), η οποία φέρει σφραγίδα «ΕΛΗΦΘΗ 20 Φεβ 2023 Τμήμα Κτηματολογίου και Χωρομετρίας Κεντρικά Γραφεία». Τελικώς, διά επιστολής ημερ. 23.03.2020, ο ΕΛ απέστειλε στον ΓΔ την έκθεσή του ημερ. 20.03.2020 (Κ. 129 Τεκμηρίου 1).
Στις 16.09.2020 ο ΓΔ ζήτησε γνωμάτευση από τον Γενικό Εισαγγελέα (εφεξής ο «ΓΕ») για το ενδεχόμενο διατύπωσης πειθαρχικής κατηγορίας εναντίον του Αιτητή (Κ. 145 Τεκμηρίου 1), γνωμάτευση η οποία δόθηκε με επιστολή ημερ. 21.07.2021 (Κ. 230 Τεκμηρίου 1)[1]. Στη γνωμάτευση ο ΓΔ παραπέμπεται στις πρόνοιες της παραγράφου 6 του Μέρους Ι του Πρώτου Πίνακα του Νόμου, που αφορά παραπτώματα που μπορούν να εκδικασθούν συνοπτικά δυνάμει του άρθρου 82 του Νόμου.
Με επιστολή ημερ. 09.08.2021 (Κ.234 Τεκμηρίου 1), ο Αιτητής κλήθηκε στο γραφείο του Α. Διευθυντή για να εκφράσει τις απόψεις του πριν την τελική απόφαση και επιβολή ποινής.
Στις 09.09.2021 πραγματοποιήθηκε η ακρόαση της υπόθεσης και στις 13.09.2021 εκδόθηκε η προσβαλλόμενη.
Αγορεύοντας, οι ευπαίδευτοι συνήγοροι του Αιτητή εγείρουν λόγους ακύρωσης ως προς το πλημμελές της αιτιολογίας, της όλης διαδικασίας και της υπέρμετρης διάρκειάς της, ισχυρισμούς τους οποίους ο ευπαίδευτος συνήγορος των Καθ’ ων η αίτηση, με τη δική του αγόρευση, απορρίπτει.
Εξέτασα τους ισχυρισμούς των συνηγόρων έχοντας υπόψη και τους διοικητικούς φακέλους που κατατέθηκαν.
Εντός των λόγων ακύρωσης είναι ότι η προσβαλλόμενη εκδόθηκε με υπέρμετρη καθυστέρηση πέραν του ευλόγου, υπό τις περιστάσεις, χρόνου κατά παράβαση των σχετικών προνοιών του Νόμου και των συνταγματικών δικαιωμάτων του Αιτητή για δίκαιη δίκη.
Θεωρώ ότι από την όλη παράθεση των ενεργειών της διοίκησης, τις οποίες εξέθεσα πιο πάνω, ο εν λόγω ισχυρισμός του Αιτητή ευσταθεί. Αυτό διότι δεν μπορεί να γίνει αντιληπτό για ποιο λόγο η όλη υπόθεση, η οποία ήταν συνοπτικώς εξεταζόμενη, χρειάστηκε σχεδόν δυόμιση έτη μέχρι την έκδοση απόφασης. Η διάρκεια της έρευνας ήταν υπό τις περιστάσεις αδικαιολόγητα χρονοβόρα εφόσον ολοκληρώθηκε στα τέλη Μαρτίου 2020, μετά από ένα έτος από τον διορισμό του ΕΛ και ενώ οι καταθέσεις είχαν συμπληρωθεί πολλούς μήνες πριν και χωρίς μάλιστα να είχε ληφθεί οποιαδήποτε παράταση ή με οποιονδήποτε τρόπο να εκτίθενται οι λόγοι που δικαιολογούσαν τον χρόνο αυτό.
Βάσει του άρθρου 81(2)(β) και του Μέρους Ι του Δεύτερου Πίνακα του Νόμου, η έρευνα για περιπτώσεις που δε χρήζουν συνοπτικής εκδίκασης, διεξάγεται το συντομότερο και συμπληρώνεται το αργότερο εντός 60 ημερών εκτός αν δοθεί παράταση. Αν και δεν προβλέπεται προθεσμία ολοκλήρωσης της έρευνας αναφορικά με τα παραπτώματα που εκδικάζονται συνοπτικώς, θεωρώ ότι ακριβώς η φύση τους ως συνοπτικώς εξεταζόμενα, καθιστά ακόμα πιο επάναγκες, αλλά και λογικό και εντός του σκοπού του Νόμου, ότι η όλη έρευνα πρέπει να ολοκληρώνεται συντομότερα των 60 ημερών (που προβλέπεται για τα μη συνοπτικώς εξεταζόμενα), σε δε περίπτωση που απαιτείται περισσότερος χρόνος, αυτό να γίνεται σε δικαιολογημένες περιπτώσεις.
Στην παρούσα, ουδείς λόγος που δικαιολογούσε τον συνολικό χρόνο της έρευνας αλλά και ακολούθως της κλήσης του Αιτητή σε ακρόαση παρετέθη ούτε προκύπτει εκ του φακέλου συνεπώς δε μπορώ παρά να δεχτώ τη βασιμότητα του λόγου ακύρωσης περί υπέρμετρης, υπό τις περιστάσεις, καθυστέρησης. Στο συμπέρασμα αυτό οδηγήθηκα έχοντας λάβει υπόψη και τη σχετική νομολογία, περιλαμβανομένης αυτής την οποία έθεσαν υπόψη μου τα μέρη.
Στην Υποθ. Αρ. 1509/2009 Άννυ Σιακαλλή ν. Υπουργού Εσωτερικών κ.α. ημερ. 21.06.2012 όπου η διάρκεια της όλης διαδικασίας μέχρι την καταδίκη για συνοπτικώς εξεταζόμενο παράπτωμα διήρκεσε περί τα δύομιση έτη (όπως και εδώ), αναφέρθηκε, λίαν σχετικώς με τα εδώ κρινόμενα και με παραπομπή στη σχετική νομολογία:
Κατ΄ αρχάς στον περί Δημόσιας Υπηρεσίας Νόμο, ενώ στο Δεύτερο Πίνακα, Μέρος Ι, Κανονισμός 2, γίνεται ειδική πρόνοια ως προς το χρόνο διεκπεραίωσης έρευνας για πειθαρχικά παραπτώματα τα οποία προνοούνται στα άρθρα 81(2)(β) και 83 του Νόμου, που είναι και τα σοβαρότερα παραπτώματα, εν τούτοις δε γίνεται πρόνοια για παραπτώματα όπως τα εδώ υπό εξέταση τα οποία εκδικάζονται συνοπτικά δυνάμει των άρθρων 81(2)(α) και 82 του Νόμου. Ο χρόνος ο οποίος καθορίζεται εντός του οποίου θα πρέπει να διεκπεραιωθεί η έρευνα για τα πιο σοβαρά αδικήματα, δυνάμει των άρθρων 81(2)(β) και 83 του Νόμου, τα οποία και παραπέμπονται προς εκδίκαση ενώπιον της Επιτροπής Δημόσιας Υπηρεσίας, είναι εξήντα μέρες. Βέβαια, όπως ρητά προνοείται και στο άρθρο 11 του περί των Γενικών Αρχών του Διοικητικού Δικαίου Νόμου αρ. 158(Ι)/1999, οι προθεσμίες που τάσσονται για έκδοση διοικητικής απόφασης, είναι ενδεικτικές, εκτός εάν ρητά ορίζεται στη σχετική νομοθεσία ότι είναι ανατρεπτικές. (Βλ. επίσης Δημοκρατία ν. Pharment Ltd, Αναθεωρητική Έφεση 67/2008 κ.ά., ημερομηνίας 10.1.2011).
Είναι όμως λογικό ότι εφόσον ο νομοθέτης έταξε προθεσμία 60 ημερών για διεκπεραίωση έρευνας διάπραξης των πλέον σοβαρών παραπτωμάτων από εξωτερική διοικητική αρχή, να αναμένεται ότι η ενδοτμηματική, συνοπτική εκδίκαση παραπτωμάτων, όπως τα εδώ υπό εξέταση, θα συμπληρώνεται σε μικρότερο χρονικό διάστημα, από τον ενδεικτικό έστω χρόνο των 60 ημερών.
Στην υπό εξέταση περίπτωση, η έναρξη της πειθαρχικής έρευνας έγινε με εντολή του Υπουργού, ημερομηνίας 14.5.2007, και κατέληξε με την επιβολή ποινής στις 17.11.2009, δηλαδή συμπληρώθηκε σε χρόνο δυόμισι περίπου χρόνων.
Όπως είχε παρατηρήσει το Ανώτατο Δικαστήριο στην υπόθεση Ν. Παυλίδης κ.ά. ν. Πειθαρχικού Συμβουλίου Ιατρών, Συνεκδ. Υποθέσεις αρ. 645, ημερομηνίας 18.7.2007, στις πειθαρχικές διαδικασίες θα πρέπει να ακολουθούνται, όσο είναι δυνατό, τόσο οι κανόνες της ποινικής δικονομίας, όσο και οι κανόνες του ποινικού δικαίου. Στην παλαιότερη δε απόφαση στην υπόθεση Evangelos Petrou v. The Republic (1980) 3 CLR 203, καθαρά είχε επιβεβαιωθεί από το Ανώτατο Δικαστήριο ότι στις διαδικασίες πειθαρχικών διώξεων θα πρέπει να τηρούνται και οι κανόνες και οι αρχές φυσικής δικαιοσύνης. Περαιτέρω, σε άλλες αποφάσεις, όπως για παράδειγμα στην υπόθεση Κωνσταντίνος Μαλλιώτης κ.ά. ν. Ε.Δ.Υ. κ.ά. (1996) ΑΑΔ 227, επιβεβαιώθηκε ότι οι αρχές του Άρθρου 6 της Ευρωπαϊκής Σύμβασης Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων εφαρμόζονται κατ΄ αναλογία και στις πειθαρχικές διαδικασίες με τον ίδιο τρόπο που εφαρμόζονται στις περιπτώσεις κατηγοριών για διάπραξη ποινικών αδικημάτων και θα πρέπει να τηρούνται οι παράμετροι που διασφαλίζουν τη διεξαγωγή μιας ακριβοδίκαιης δίκης. Με αυτά ως δεδομένα, είναι αυτονόητο ότι οι αρχές της δίκαιης δίκης, είτε κάτω από το Άρθρο 6.1 της Συνθήκης το οποίο εφαρμόζεται και σε αστικές υποθέσεις και σε ποινικές, είτε κάτω από το Άρθρο 30.2 του Συντάγματος της Δημοκρατίας, εφαρμόζονται και σε πειθαρχικής φύσεως διαδικασίες.
Όπως δε είχε τονιστεί, μεταξύ άλλων, και στην υπόθεση Paporis v. National Bank of Greece (1986) 1 CLR 578, η τήρηση ή παραβίαση ενός συνταγματικά κατοχυρωμένου δικαιώματος αποτιμάται στο πλαίσιο του συνόλου της δίκης και εκεί διαπιστώνεται.
Επανερχόμενος στα ιδιαίτερα περιστατικά της παρούσας υπόθεσης, σε σχέση με το θέμα τούτο, παρατηρώ τα ακόλουθα:
Αφ΄ εαυτού ο απαιτηθείς χρόνος των δυόμισι ετών για την ενδοτμηματική συνοπτική διερεύνηση υπερβαίνει κατά πολύ τον λογικά απαιτούμενο για μια τέτοια περίπτωση. Πέραν τούτου όμως, το πλέον ανησυχητικό στην περίπτωση έγκειται στους λόγους και τις αιτίες που οδήγησαν στην επιμήκυνση του χρόνου. Όπως διαπιστώνεται από την έκθεση γεγονότων και το χρονικό της όλης υπόθεσης που έχω παραθέσει προηγουμένως, διορίστηκε ερευνών λειτουργός στις 18.5.2007 και, παρά τις επίμονες προσπάθειές του, όπως ο ίδιος ανέφερε, δεν του είχαν διατεθεί οποιεσδήποτε από τις αναγκαίες λεπτομέρειες και στοιχεία για να αρχίσει την έρευνά του. Δόθηκαν δε τελικά σ΄ αυτόν στοιχεία με τον τρόπο και το είδος του υλικού που περιγράφηκε προηγουμένως, με επιστολή 20.9.2007. Ενώ δηλαδή είχε διαταχθεί η έρευνα, αυτή δεν κατέστη δυνατό να αρχίσει παρά τέσσερις ολόκληρους μήνες αργότερα, με υπαιτιότητα της διοίκησης, η οποία, αντί να παράσχει λεπτομέρειες ως προς το αντικείμενο της έρευνας, από το διαθέσιμο στο Υπουργείο υλικό, παρέπεμψε τον ερευνώντα λειτουργό στον παραιτηθέντα Υπουργό. Η διερεύνηση και ετοιμασία έκθεσης από τον ερευνώντα λειτουργό, χρειάστηκε άλλους 16 περίπου ολόκληρους μήνες, χρονικό διάστημα, που και πάλι κρίνεται ως υπέρμετρο. Μεταξύ δε της 26.1.2009 που υποβλήθηκε η έκθεση του ερευνώντος λειτουργού μέχρι την τελική συμπλήρωση της διαδικασίας με την επιβολή της ποινής κατά την 29.9.2009, χρειάστηκε άλλο χρονικό διάστημα οκτώ μηνών. Το μεγαλύτερο μέρος της νέας αυτής καθυστέρησης καταλογίζεται στην εσφαλμένη ενέργεια της εκχώρησης των εξουσιών της αρμόδιας Αρχής προς το Γενικό Διευθυντή του Υπουργείου κατά παράβαση των κανόνων φυσικής δικαιοσύνης, στην ανάκληση αυτής της εκχώρησης και, τελικά, στην εκχώρηση των εξουσιών στο Διευθυντή του Τμήματος Πολεοδομίας και Οικήσεως.
Το δικαίωμα διάγνωσης ποινικής ευθύνης (και κατ΄ επέκταση πειθαρχικής ευθύνης) εντός ευλόγου χρόνου, διασφαλίζεται από το Άρθρο 30.2 του Συντάγματος της Δημοκρατίας και έχει αναλυθεί η σημασία του σε μεγάλο αριθμό αποφάσεων της νομολογίας του Ανωτάτου Δικαστηρίου.
Στην απόφαση του Εφετείου στην υπόθεση Γενικός Εισαγγελέας ν. Κώστα Μέλιου Μενελάου (2004) 2 ΑΑΔ 223, ο τότε Πρόεδρος Αρτεμίδης, ανέφερε και τα ακόλουθα:
"...Το εύλογο διάστημα αποφασίζεται με καθιερωμένα κριτήρια όπως, η πολυπλοκότητα της υπόθεσης, η σημασία για εκείνον που υποβάλλει το αίτημα, η στάση των αρχών και η συμπεριφορά του ιδίου του αιτούντος. Στη Σειρά «Θεσμικά Κείμενα του Συμβουλίου της Ευρώπης» των Donna Gomien, David Harris, Leo Zwaak, σε επιμέλεια και μετάφραση των Γαβριήλ Αμίτση και Έφης Τσατσαρέλη, διαβάζουμε τα εξής σχετικά:
«Η συνολική διάρκεια της διαδικασίας είναι προφανώς αντικειμενικό γεγονός, εφόσον βέβαια είναι γνωστά τα χρονικά της ορόσημα, υπεισέρχονται όμως και άλλοι παράγοντες όταν χρειάζεται να εκτιμηθεί ο εύλογος χαρακτήρας της προθεσμίας. Η Επιτροπή και το Δικαστήριο εφάρμοσαν ειδικότερα τα ακόλουθα κριτήρια:
α. την πολυπλοκότητα της υπόθεσης
β. τη σημασία για τους αιτούντες
γ. τη στάση των αρχών
δ. τη συμπεριφορά του ίδιου του αιτούντα.»
Στην ανάλυση που ακολουθεί, και σε αναφορά με την πολυπλοκότητα της υπόθεσης, επισημαίνεται πως αυτή σχετίζεται ταυτόχρονα με θέματα πραγματικών περιστατικών και δικαίου, όπως η φύση και σοβαρότητα των συγκεκριμένων ζητημάτων και παραβάσεων, ο αριθμός των ζητημάτων και των αξιόποινων πράξεων που μελετώνται στην ίδια υπόθεση, η φυσική και χρονολογική απόσταση ανάμεσα στα γεγονότα ή τα συγκεκριμένα πραγματικά περιστατικά. Σε σχέση δε με τη σημασία που το ζήτημα έχει για τον αιτούντα, σημειώνεται πως εφαρμόζεται γενικά πιο αυστηρό κριτήριο όταν πρόκειται για ποινικές διαδικασίες, ιδιαίτερα όταν ο κατηγορούμενος τελεί υπό προφυλάκιση. Η συμπεριφορά δε αυτού που επικαλείται το δικαίωμα, εδώ του εφεσίβλητου, μη συνεργασίας ή κωλυσιεργίας λαμβάνεται επίσης υπόψη.
Οι ίδιες αρχές επαναλαμβάνονται και στις εκδόσεις του Συμβουλίου της Ευρώπης (Νο.13), αναφορικά με το άρθρο 6 της Σύμβασης, όπου γίνεται παραπομπή σε αποφάσεις, στις οποίες η επίμαχη χρονική περίοδος κρίθηκε εύλογη ή μη ανάλογα με τα ιδιαίτερα περιστατικά στην κάθε υπόθεση. Και αυτή ποικίλλει. Ειδικότερα., στο σύγγραμμα των D.J.Harris, M.O' Boyle, C.Warbrick, Law of the European Convention on Human Rights, διαβάζουμε τα εξής:
«The reasonableness of the length of proceedings in both criminal and non-criminal cases depends on the particular circumstances of the case. There is no absolute time limit. Factors that are always taken into account are the complexity of the case, the conduct of the applicant and the conduct of the competent administrative and judicial authorities. No particular factor is conclusive; the approach must be to examine them separately and then to assess their cumulative effect. Although particular instances of delay attributable to the state may not seem unreasonable, they may be such when taken together. No margin of appreciation doctrine is applied, at least expressly, when determining the reasonableness of the time taken; the European Court simply makes its own assessment of the length of time taken. When it does so, it must bear in mind that Article 6 can only require such expedition as is consistent with the proper administration of Justice.
As to the first of the three factors listed above, a case may be complicated for many reasons, such as the volume of evidence, the number of defendants or changes, the need to obtain expert evidence or evidence from abroad, or the complexity of the legal issues involved."
(Σε μετάφραση):
«To εύλογο του χρόνου της δικαστικής διαδικασίας τόσο στις ποινικές όσο και μη ποινικές υποθέσεις, εξαρτάται από τα ιδιαίτερα περιστατικά της υπόθεσης. Δεν υπάρχει δογματικά καθορισμένο διάστημα. Παράγοντες που πάντοτε λαμβάνονται υπόψη είναι η πολυπλοκότητα της υπόθεσης, η συμπεριφορά του αιτητή και η συμπεριφορά των αρμοδίων διοικητικών και δικαστικών αρχών. Κανένας ειδικός παράγοντας δεν είναι καθοριστικός. Η ορθή προσέγγιση είναι, η εξέταση πρώτα των παραγόντων ξεχωριστά και μετά να υπολογιστούν οι σωρευτικές τους επιπτώσεις. Μολονότι, ειδικές περιπτώσεις αργοπορίας που βαρύνουν την πολιτεία μπορεί να μη φαίνονται εύλογες, δυνατόν να κριθούν εύλογες, αν οι πιο πάνω παράγοντες προσμετρήσουν. Δεν εφαρμόζεται οποιαδήποτε συγκεκριμένη αρχή αναφορικά με το χρονικό τούτο διάστημα, τουλάχιστον ρητά, όταν υπολογίζεται το εύλογο του χρόνου. Το Ευρωπαϊκό Δικαστήριο απλά υπολογίζει το ίδιο το συγκεκριμένο χρονικό διάστημα. Όταν δε το κάνει αυτό, πρέπει να έχει υπόψη του ότι το Άρθρο 6 απαιτεί μόνο τέτοια ταχύτητα η οποία θα είναι συμβατή με τον ορθό τρόπο απονομής της Δικαιοσύνης».
Στην υπό εξέταση περίπτωση, η υπέρμετρη καθυστέρηση προκάλεσε την εκκρεμότητα της πειθαρχικής διαδικασίας εναντίον της αιτήτριας και τη συνεπακόλουθη αβεβαιότητα στη διάγνωση τυχόν ευθύνης ενός ανώτερου διευθυντικού στελέχους στη Δημόσια Υπηρεσία για ένα αδικαιολόγητα μεγάλο χρονικό διάστημα το οποίο καταλογίζεται σε αναίτια καθυστέρηση, παραλείψεις και παρατυπίες από την πλευρά της διοίκησης.
Είμαι της άποψης ότι, υπό αυτές τις συνθήκες υπήρξε παραβίαση των συνταγματικών δικαιωμάτων της αιτήτριας και, επομένως, ευσταθεί και αυτός ο λόγος ακύρωσης».
Και στη παρούσα, λαμβάνοντας υπόψη και τα κριτήρια για το εύλογο του χρόνου που αναφέρθηκαν στην Κώστα Μέλιου Μενελάου (2004) 2 ΑΑΔ 223, είναι εμφανές ότι η παρούσα υπόθεση δε δικαιολογούσε την ολοκλήρωση της όλης διαδικασίας σε 2μιση έτη. Η καθυστέρηση βαραίνει εξ ολοκλήρου τη διοίκηση ενώ ουδείς λόγος που τη δικαιολογούσε παρατίθεται ή προκύπτει εκ του φακέλου. Η υπέρμετρη καθυστέρηση είχε ως αποτέλεσμα την εκκρεμότητα της πειθαρχικής διαδικασίας εναντίον του Αιτητή και τη συνεπακόλουθη αβεβαιότητα στη διάγνωση της τυχόν ευθύνης του για ένα αδικαιολόγητα μεγάλο χρονικό διάστημα, το οποίο καταλογίζεται σε καθυστέρηση και παραλείψεις από την πλευρά της διοίκησης. Ως δε θέτει η πλευρά του Αιτητή, η όλη καθυστέρηση συνεπέφερε και την εκ του άρθρου 80 του Νόμου συνέπεια ότι η ποινή του Αιτητή προβλέπεται να διαγραφεί το 2026 ενώ αν είχε επιβληθεί χωρίς την αδικαιολόγητη καθυστέρηση, θα διαγραφόταν πολύ ενωρίτερα (λογικά εντός του 2024) ώστε να μην μπορεί να αποτελεί στοιχείο κρίσης του.
Ως προς το ζήτημα της ακυρότητας της πειθαρχικής ποινής λόγω υπέρμετρης καθυστέρησης της πειθαρχικής διαδικασίας, σχετικές είναι και οι αποφάσεις στις Υπ. Αρ. 559/2018 Ηρακλέους ν. Δημοκρατίας κ.α. ημερ. 22.10.2021, Υπ. Αρ. 1129/2019 Οδυσσέως ν. Δημοκρατίας ημερ. 26.08.2022 (αποφάσεις Φ. Κωμοδρόμου, ΔΔΔ ως ήταν) και η απόφαση στην Υπόθεση Αρ. 984/2015 Ζαχαριόγλου ν. Δημοκρατίας ημερ. 29.06.2018 (Μ. Καλλιγέρου, ΠΔΔ, ως ήταν) και η απόφαση επί της έφεσης στην τελευταία, ήτοι η ΕΔΔ Αρ. 104/2018 Δημοκρατίας ν. Ζαχαριόγλου ημερ. 25.01.2024 όπου μάλιστα επιβεβαιώθηκε ότι η διάγνωση της πειθαρχικής ευθύνης σε εύλογο χρόνο διασφαλίζεται από το Άρθρο 30.2 του Συντάγματος και το Άρθρο 6.1 της ΕΣΔΑ και η παραβίαση του μπορεί να οδηγήσει, ανάλογα με τα περιστατικά της κάθε υπόθεσης σε ακυρότητα της δίκης και εκεί μάλιστα το ζήτημα του ευλόγου χρόνου εξετάστηκε συνολικά από την κατ’ ισχυρισμό διάπραξη του παραπτώματος (σημ: εδώ ανάγεται στον Αύγουστο 2018, περί τα 7μιση έτη πριν) και αθροίζοντας και τη δικαστική διαδικασία που παρεμβλήθη προς ακύρωση της πειθαρχικής ποινής.
Ως εκ των ανωτέρω, ο συγκεκριμένος λόγος ακύρωσης επιτυγχάνει και παρέλκει η εξέταση των λοιπών. Η προσφυγή γίνεται δεκτή και η προσβαλλόμενη ακυρώνεται με 1.800 ευρώ έξοδα πλέον ΦΠΑ υπέρ του Αιτητή.
Φ. Καμένος, ΔΔΔ
[1] Στη γνωμάτευση αναφέρεται ότι αυτή δίδεται σε απάντηση στην τελευταία επιστολή του ΓΔ ημερ. 31.05.2021, μεταδίδοντας την πληροφορία ότι προηγήθηκε αλληλογραφία μεταξύ ΓΔ και γραφείου του ΓΕ. Η εν λόγω αλληλογραφία δεν ετέθη εντός του φακέλου.
cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο