THU TRANG NGUYEN ν. ΚΥΠΡΙΑΚΗ ΔΗΜΟΚΡΑΤΙΑ, ΜΕΣΩ ΥΠΟΥΡΓΟΥ ΕΣΩΤΕΡΙΚΩΝ κ.α., Υποθ. Αρ. 2109/2022, 5/1/2026
print
Τίτλος:
THU TRANG NGUYEN ν. ΚΥΠΡΙΑΚΗ ΔΗΜΟΚΡΑΤΙΑ, ΜΕΣΩ ΥΠΟΥΡΓΟΥ ΕΣΩΤΕΡΙΚΩΝ κ.α., Υποθ. Αρ. 2109/2022, 5/1/2026

 

ΔΙΟΙΚΗΤΙΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ                                 

(Υποθ. Αρ. 2109/2022 (i-Justice))

 

 5 Ιανουαρίου 2026

[ΚΩΜΟΔΡΟΜΟΣ, Πρόεδρος]

 

ΑΝΑΦΟΡΙΚΑ ΜΕ ΤΟ ΑΡΘΡΟ 146 ΤΟΥ ΣΥΝΤΑΓΜΑΤΟΣ

         

                THU TRANG NGUYEN                                                                                                  Αιτήτρια

                                                  ΚΑΙ

ΚΥΠΡΙΑΚΗ ΔΗΜΟΚΡΑΤΙΑ,  ΜΕΣΩ

1.   ΥΠΟΥΡΓΟΥ ΕΣΩΤΕΡΙΚΩΝ

2.   ΔΙΕΥΘΥΝΤΡΙΑΣ ΤΜΗΜΑΤΟΣ ΑΡΧΕΙΟΥ ΠΛΗΘΥΣΜΟΥ ΚΑΙ ΜΕΤΑΝΑΣΤΕΥΣΗΣ

 

Καθ’ ων  η Αίτηση

 

                                                                  

 

Χ. Χριστούδιας, για Νίκος Α. Λοΐζου & Χρίστος Χ. Χριστούδιας για Αιτήτρια

Α. Ελευθερίου, για Γενικό Εισαγγελέα της Δημοκρατίας, για Καθ’ ων η Αίτηση

ΑΠΟΦΑΣΗ

 

ΚΩΜΟΔΡΟΜΟΣ, Π.Δ.Δ.: Προσβάλλεται ως άκυρη, παράνομη και στερημένη οποιουδήποτε εννόμου αποτελέσματος η πράξη και/ή απόφαση των καθ’ ων η αίτηση, η οποία περιέχεται σε σχετική επιστολή του Τμήματος Αρχείου Πληθυσμού και Μετανάστευσης («το Τμήμα»), ημερομηνίας 8.11.2022, και σύμφωνα με την οποία ο γάμος της αιτήτριας με τον κ. Φρίξο Λαμπριανού κρίθηκε ως γάμος ευκαιρίας (“marriage of convenience”, όπως αναφέρεται στη σχετική επιστολή). Τονίζεται ότι, συνεπεία της κήρυξης του γάμου της αιτήτριας ως εικονικού και/ή γάμου ευκαιρίας, το Τμήμα απέστειλε σε αυτήν και δεύτερη επιστολή, ημερομηνίας 16.11.2022, με την οποία την ενημέρωνε ότι δεν είχε δικαίωμα υποβολής νέας αίτησης παραμονής στην Κυπριακή Δημοκρατία ως μέλος οικογένειας Κύπριου πολίτη και την καλούσε όπως αναχωρήσει εντός δεκατεσσάρων (14) ημερών από τη Δημοκρατία.

 

Η αιτήτρια είναι υπήκοος Βιετνάμ, η οποία αφίχθηκε στη Δημοκρατία στις 12.9.2008 για να εργαστεί ως οικιακή βοηθός και προς τούτο, το Τμήμα εξέδωσε σχετική άδεια παραμονής στην αιτήτρια, με ισχύ μέχρι και τις 12.9.2015.

 

Στις 24.4.2015, η αιτήτρια υπέβαλε αίτηση παροχής διεθνούς προστασίας, η οποία απορρίφθηκε από την Υπηρεσία Ασύλου, στις 25.6.2015, όπως στη συνέχεια απορρίφθηκε από την Αναθεωρητική Αρχή Προσφύγων και η διοικητική προσφυγή που είχε καταχωρήσει η αιτήτρια κατά της πιο πάνω απόφασης.

 

Ακολούθως, υπεβλήθη στους καθ’ ων η αίτηση σχετικό αίτημα από τον κ. Φρίξο Λαμπριανού για αλλαγή εργοδότη της αιτήτριας, προκειμένου η αιτήτρια να εργοδοτηθεί από το συγκεκριμένο πρόσωπο. Το αίτημα απορρίφθηκε από τους καθ’ ων η αίτηση, στις 3.8.2015, όπως στη συνέχεια, στις 11.12.2015 απορρίφθηκε και δεύτερο, πανομοιότυπο, αίτημα του ιδίου προσώπου, για τους ιδίους λόγους, ήτοι καθότι η αιτήτρια δεν εδικαιούτο αλλαγή εργοδότη.

 

Εν συνεχεία, εστάλη στην αιτήτρια επιστολή του Τμήματος, ημερομηνίας 26.5.2016, με την οποία η τελευταία ενημερωνόταν ότι, μετά την απορριπτική απόφαση επί της αίτησής της για άδεια παραμονής υπό το καθεστώς του πρόσφυγα, αυτή όφειλε να αναχωρήσει άμεσα από τη Δημοκρατία.

 

Στις 14.9.2016, τα στοιχεία της αιτήτριας καταχωρήθηκαν στον κατάλογο αναζητούμενων προσώπων.

 

Στις 5.1.2018, η αιτήτρια τέλεσε πολιτικό γάμο με τον κ. Φρίξο Λαμπριανού, Κύπριο πολίτη. Συνεπεία τούτου, το Τμήμα εξέδωσε άδεια παραμονής στην αιτήτρια ως σύζυγο Κύπριου πολίτη, με ισχύ μέχρι τις 6.7.2022.

 

Ωστόσο, στις 7.11.2022 ο γάμος της αιτήτριας κρίθηκε εικονικός (ευκαιριακός γάμος). Σχετικές επιστολές, ημερομηνίας 8.11.2022, εστάλησαν τόσο στην αιτήτρια όσο και στον σύζυγό της, στις οποίες εκτίθεντο οι λόγοι της εν λόγω απόφασης.

 

Κατά της πιο πάνω απόφασης, η αιτήτρια καταχώρησε την υπό κρίση προσφυγή στις 29.11.2022, ενώ στις 12.1.2023, τα στοιχεία της αιτήτριας καταχωρήθηκαν στον κατάλογο αναζητούμενων προσώπων.

 

Στην εμπροσθοφυλακή της επιχειρηματολογίας του συνηγόρου της αιτήτριας, βρίσκεται ο ισχυρισμός ότι δεν διενεργήθηκε εκ μέρους των καθ’ ων η αίτηση η δέουσα έρευνα πριν από τη λήψη της επίδικης απόφασης, η οποία πάσχει καθότι εκδόθηκε κατά παράβαση των διατάξεων του περί Αλλοδαπών και Μεταναστεύσεως Νόμου (Κεφ.105), ως αυτός ίσχυε κατά τον ουσιώδη χρόνο. Στο πλαίσιο αυτό, γίνεται, μεταξύ άλλων, αναφορά σε «θέατρο του παραλόγου», καθότι ο γάμος της αιτήτριας κρίθηκε εικονικός στις 8.11.2022, ενώ είχε προηγηθεί η διάλυσή του, στις 26.9.2022, με την υπό του Οικογενειακού Δικαστηρίου Λευκωσίας έκδοση διαζυγίου. Κατά τον κ. Χριστούδια, πρόκειται για μια παράνομη απόφαση, εκδοθείσα υπό πλάνη και με «αλλότρια ελατήρια για να μη χορηγηθεί στην αιτήτρια άδεια παραμονής και εργασίας σαν πρώην σύζυγος Κύπριου πολίτη την οποία δικαούται με βάση το νόμο 7(Ι)/2007». Περαιτέρω, στο ίδιο πάντα πλαίσιο, προβάλλεται ότι δεν εξετάστηκαν επαρκώς τα γεγονότα που περιβάλλουν τον γάμο της αιτήτριας, ενώ δεν λήφθηκαν υπόψη και/ή αγνοήθηκαν οι προσωπικές περιστάσεις και/ή η συμπεριφορά του ζεύγους καθόλη τη διάρκεια του γάμου του, ο οποίος, σε κάθε περίπτωση, είναι γνήσιος και πραγματικός. Υποβάλλεται συναφώς ότι η αιτήτρια συμβίωνε αρμονικά με τον σύζυγό της κάτω από την ίδια στέγη και υπάρχουν προς τούτο πιστοποιητικά κοινοτάρχη που βεβαιώνουν τη συμβίωση του ζεύγους.

 

Περαιτέρω, ο συνήγορος της αιτήτριας ισχυρίζεται ότι εσφαλμένα αναφέρεται στην επίδικη απόφαση ως νομική της βάση το άρθρο 7Α του Κεφ. 105, εφόσον το εν λόγω άρθρο προβλέπει τις περιπτώσεις εικονικού γάμου και όχι γάμου ευκαιρίας, που είναι εδώ η περίπτωση. Με αποτέλεσμα, να υπάρχει «δυσαρμονία μεταξύ του λόγου που κηρύχθηκε ο γάμος, γάμος ευκαιρίας και του Άρθρου 7Α του Νόμου».

 

Τα πιο πάνω, σύμφωνα πάντα με τον ευπαίδευτο συνήγορο της αιτήτριας, στοιχειοθετούν και έτερο λόγο ακύρωσης περί εμφιλοχώρησης πραγματικής, αλλά και νομικής πλάνης των καθ’ ων η αίτηση, λόγω εσφαλμένης ερμηνείας και εφαρμογής των διατάξεων του περί Αλλοδαπών και Μεταναστεύσεως Νόμου (Κεφ.105), η οποία και απέληξε σε πάσχουσα και/ή εσφαλμένη διαδικασία.

 

Έτερος προβαλλόμενος λόγος ακύρωσης που προωθείται, σε άμεση συνάρτηση με τα αμέσως πιο πάνω, έγκειται στον ισχυρισμό περί ανεπαρκούς και/ή ελλιπούς αιτιολογίας της επίδικης απόφασης, ενώ ως αυτοτελής λόγος ακύρωσης, εγείρεται και ο ισχυρισμός περί εμφιλοχώρησης πραγματικής αλλά και νομικής πλάνης των καθ’ ων η αίτηση, λόγω εσφαλμένης ερμηνείας και εφαρμογής του άρθρου 7Α(3) του περί Αλλοδαπών και Μεταναστεύσεως Νόμου (Κεφ.105).

 

Οι πιο πάνω ενέργειες των καθ’ ων η αίτηση, ως υποβάλλει ο συνήγορος των αιτητών, αποτελούν σαφή καταστρατήγηση και/ή παραβίαση της αρχής της χρηστής διοίκησης και της καλής πίστης και αντίκεινται στα άρθρα 50, 51 και 52 του περί των Γενικών Αρχών του Διοικητικού Δικαίου Νόμου (Ν.158(Ι)/1999).

 

Τέλος, ως αυτοτελής λόγος ακύρωσης προβάλλεται ο ισχυρισμός περί αναρμοδιότητας του οργάνου που εξέδωσε την προσβαλλόμενη απόφαση και, σε άμεση συνάρτηση, ο ισχυρισμός περί παντελούς έλλειψης πρακτικού λήψης της απόφασης από το αρμόδιο όργανο.

 

Από την πλευρά τους, οι καθ’ ων η αίτηση ισχυρίζονται ότι η προσβαλλόμενη απόφαση λήφθηκε ορθά και σύννομα, από το αρμόδιο προς τούτο όργανο, μετά από διενέργεια της δέουσας έρευνας, κατ’ ορθή ενάσκηση της διακριτικής τους εξουσίας, είναι δε αυτή πλήρως και/ή δεόντως αιτιολογημένη και ουδεμία πλάνη εμφιλοχώρησε κατά τη λήψη της.

 

Τονίζει ο ευπαίδευτος δικηγόρος της Δημοκρατίας ότι εν προκειμένω, οι καθ’ ων η αίτηση ορθώς ερμήνευσαν και εφάρμοσαν τις διατάξεις του Κεφ. 105 και δη του άρθρου 7Α, και, στη βάση των ενώπιον τους στοιχείων, κατόπιν διενέργειας επιτόπιων ερευνών, ορθά και νόμιμα έλαβαν την επίδικη απόφαση περί της εικονικότητας του γάμου του ζεύγους. Προς επίρρωση της επιχειρηματολογίας του, ο κ. Ελευθερίου κάνει εκτενή αναφορά στις ενέργειες που προέβησαν οι καθ’ ων η αίτηση για τη διακρίβωση της γνησιότητας του γάμου.

 

Ειδικότερα δε ως προς τους ισχυρισμούς περί ασυμβατότητας του άρθρου 7Α του Κεφ. 105 με την κήρυξη του γάμου της αιτήτριας ως ευκαιριακού, ο συνήγορος των καθ’ ων η αίτηση υποβάλλει ότι, σε κάθε περίπτωση, παραμένει αδιαμφισβήτητο γεγονός ότι στην επίδικη επιστολή ημερομηνίας 8.11.2022, γίνεται ρητή αναφορά στο εν λόγω άρθρο, με αποτέλεσμα να μην υπάρχει αμφιβολία ότι η υπό εξέταση περίπτωση συνιστά περίπτωση εικονικού γάμου και αυτό ενισχύεται και από το γεγονός ότι στην επιστολή που εστάλη στον σύζυγο της αιτήτριας, γίνεται ακριβώς αναφορά σε εικονικό γάμο.

 

Επιπρόσθετα, δια της γραπτής αγόρευσης του συνηγόρου των καθ’ ων η αίτηση, εγείρεται για πρώτη φορά προδικαστική ένσταση, με την οποία προβάλλεται ο ισχυρισμός ότι η αιτήτρια στερείται του απαιτούμενου εννόμου συμφέροντος προς καταχώρηση και προώθηση της προσφυγής της, καθότι η προσφυγή καταχωρήθηκε μόνο από αυτήν και όχι και από τον σύζυγό που είναι ομού φορείς των ίδιων δικαιωμάτων. Δεύτερη δε προδικαστική ένσταση, σε άμεση διασύνδεση με την πρώτη, έγκειται στον ισχυρισμό περί κατάχρησης διαδικασίας εκ μέρους της αιτήτριας, η οποία δεν έχει εξατομικευμένο και ίδιον έννομο συμφέρον προς καταχώρηση της υπό κρίση προσφυγής.

 

Έχω εξετάσει την προσβαλλόμενη απόφαση υπό το πρίσμα του διοικητικού φακέλου και, γενικότερα, όλων των στοιχείων που τέθηκαν ενώπιον του Δικαστηρίου, τα οποία αποτέλεσαν το υπόβαθρο για προώθηση των εκατέρωθεν θέσεων, είτε κατά είτε υπέρ της νομιμότητας της τελικής κατάληξης των καθ’ ων η αίτηση.

 

Εν πρώτοις, οι προδικαστικές ενστάσεις κρίνονται προδήλως αβάσιμες και απορρίπτονται. Το γεγονός ότι η αιτήτρια επέλεξε να αμφισβητήσει μόνη της την απόφαση κήρυξης του γάμου της ως εικονικού ή/και ευκαιριακού, ουδόλως τής αποστερεί την απαιτούμενη νομιμοποίηση προς καταχώρηση και προώθηση της παρούσας προσφυγής, εφόσον η επίδικη απόφαση προδήλως την αφορά και την επηρεάζει άμεσα και προσωπικά, διαμορφώνοντας ωσαύτως μιαν ειδική έννομη σχέση μεταξύ αυτής και της αιτήτριας και επιφέροντας έννομες συνέπειες που δεν υφίσταντο πριν την έκδοσή της (Παναγιώτης Καλλής ν. Επιστημονικού Τεχνικού Επιμελητηρίου Κύπρου, Ε.Δ.Δ. 126/2019, ημερ. 23.9.2024, The Onisi Ltd ν. Δημοκρατίας, Α.Ε. 202A/2010, ημερ. 13.2.2017, Κουλέντη ν. Δημοκρατίας, Α.Ε. 92/2014, ημερ. 2.12.2020).

 

Συνεπώς, έχει η αιτήτρια το απαιτούμενο έννομο συμφέρον προς καταχώρηση της υπό κρίση προσφυγής δυνάμει του Άρθρου 146 του Συντάγματος και δεν μπορεί να τίθεται ως προϋπόθεση προς άσκηση του συγκεκριμένου ενδίκου μέσου η ομού, μετά του συζύγου της αιτήτριας, αμφισβήτηση της προσβαλλόμενης απόφασης. Διαφορετική προσέγγιση θα απέληγε σε αντινομικά αποτέλεσματα και θα επέφερε αδικαιολόγητο και ανεπίτρεπτο περιορισμό του εννόμου συμφέροντος, εφόσον η δυνατότητα καταχώρησης προσφυγής προς αμφισβήτηση της ορθότητας και νομιμότητας της απόφασης κήρυξης του γάμου ως εικονικού, θα εξαρτόταν από τη βούληση όχι μόνον του ενός αλλά και των δυο συζύγων.

 

Κατά συνέπεια, η πρώτη προδικαστική ένσταση απορρίπτεται ως αβάσιμη.

 

Περαιτέρω δε, ενόψει των πιο πάνω και για τους ίδιους λόγους, δεν μπορεί να ευσταθεί και απορρίπτεται και η δεύτερη, άρρηκτα συνδεδεμένη με την πρώτη, προδικαστική ένσταση περί κατάχρησης διαδικασίας εκ μέρους της αιτήτριας.

 

Προχωρώ τώρα στην εξέταση των εγειρόμενων λόγων ακύρωσης που προωθούνται:

 

Εν πρώτοις, κρίνεται αβάσιμος ο ισχυρισμός περί αναρμοδιότητας του οργάνου που έλαβε την επίδικη απόφαση. Όπως προκύπτει από το παράρτημα 15 του δικογράφου της ένστασης και την εκεί περιεχόμενη υπηρεσιακή Οδηγία, ημερομηνίας 7.11.2022, την επίδικη απόφαση έλαβε η Διευθύντρια του Τμήματος, ενώπιον της οποίας είχε τεθεί Σημείωμα ημερομηνίας 7.11.2022, που είχε ετοιμαστεί από συγκεκριμένη Λειτουργό του Τμήματος προς την Διευθύντρια (επίσης παράρτημα 15 στην ένσταση). Στο εν λόγω Σημείωμα, περιέχονταν προς έγκριση, οι συστάσεις της Συμβουλευτικής Επιτροπής για τους Εικονικούς Γάμους αναφορικά με τις υποθέσεις που είχαν εξεταστεί στη συνεδρία της Επιτροπής, ημερομηνίας 3.11.2022, μεταξύ των οποίων και η περίπτωση της αιτήτριας, για την οποία είχε υποβληθεί εισήγηση περί εικονικότητας του γάμου της. Όπως προκύπτει από την προαναφερθείσα Οδηγία, οι εν λόγω συστάσεις ρητά εγκρίθηκαν από την Διευθύντρια. Μάλιστα, στο υποβληθέν Σημείωμα γίνεται ρητή αναφορά και στα πρακτικά της συγκεκριμένης συνεδρίας της Συμβουλευτικής Επιτροπής για τους Εικονικούς Γάμους, τα οποία και επισυνάφθηκαν στο εν λόγω Σημείωμα και τέθηκαν ενώπιον της Διευθύντριας (περιέχονται και αυτά στο παράρτημα 15 της ένστασης).

 

Στη βάση των πιο πάνω, και ενόψει του τεκμηρίου της κανονικότητας που υπάρχει υπέρ των πράξεων της Διοίκησης, λαμβάνοντας υπόψη ότι το εν λόγω Σημείωμα και οι σχετικές εισηγήσεις για κάθε περίπτωση (περιλαμβανομένης και αυτής της αιτήτριας) απευθύνονται στην ίδια την Διευθύντρια του Τμήματος, κρίνω ότι η επίδικη απόφαση σαφώς και προέρχεται από το αρμόδιο όργανο, ήτοι την Διευθύντρια, ενώ τίποτε περί του αντιθέτου δεν έχει αποδειχθεί. Όπως τονίστηκε σε σωρεία αποφάσεων του Ανωτάτου Δικαστηρίου, όπως για παράδειγμα στη Μαυρονύχη v. Δημοκρατίας, Υποθ. Αρ. 801/1999, ημερ. 12.3.2001, η Διοίκηση τεκμαίρεται πως λειτουργεί σύμφωνα με το νόμο, εκτός όπου καθαρά αποδεικνύεται πως τούτο δε συμβαίνει. Και εν προκειμένω, τίποτε δεν δείχνει πως κάτι τέτοιο δεν συνέβη (βλ. και Χριστίνα Μιχαηλίδου ν. Δημοκρατίας (2009) 4 Α.Α.Δ. 929). Στο πλαίσιο δε της κανονικότητας των διοικητικών πράξεων, επί των οποίων υπάρχει μαχητό τεκμήριο, δεν νοείται ανατροπή του με τα όσα επιχειρηματολογεί η πλευρά της αιτήτριας. Και βεβαίως, το γεγονός ότι την επίδικη επιστολή, ημερομηνίας 8.11.2022, δια της οποίας γνωστοποιήθηκε στην αιτήτρια η απορριπτική απόφαση της Διοίκησης, υπογράφει λειτουργός του Τμήματος, δεν αναιρεί το γεγονός ότι την επίδικη απόφαση έλαβε η ίδια η Διευθύντρια (βλ. και τις αποφάσεις του παρόντος Δικαστηρίου στις S.R. v. Δημοκρατίας, Υποθ. Αρ. 804/2021, ημερ. 9.12.2024, C.R. ν. Δημοκρατίας, Υποθ. Αρ.945/2020, ημερ. 28.2.2023 και Ιωάννου ν. Δημοκρατίας, Υποθ. Αρ. 1714/2018, ημερ. 20.6.2020).

 

Περαιτέρω, με την υπό της Διευθύντριας έγκριση της προηγηθείσας εισήγησης της Συμβουλευτικής Επιτροπής για τους Εικονικούς Γάμους, τεκμαίρεται κατ' αρχήν δικαίου, ότι η Διευθύντρια συμφώνησε με όλα όσα τέθηκαν ενώπιον της υπό τύπο έκθεσης, ενεργώντας όχι ως να εξέταζε έφεση, αλλά επαναδιερευνώντας το σύνολο των γεγονότων (Tsouloftas v. Republic (1983) 3 C.L.R. 426, Γ.Μ. Μακρή Λτδ ν. Αναθεωρητικής Αρχής  Αδειών (1994) 4 Α.Α.Δ. 817). Η δε σύμφωνος γνώμη της Διευθύντριας και η έγκριση της προηγηθείσας εισήγησης δεν μειώνει την επάρκεια της αιτιολόγησης. Αντίθετα, στην απορριπτική απόφαση, ενσωματώνεται και η εισήγηση της Επιτροπής αναφορικά και με την περίπτωση της αιτήτριας, την οποία η Διευθύντρια υιοθέτησε χωρίς οποιαδήποτε διαφωνία ή διαφοροποίηση (Μενέλαος Χειμώνας ν. Δημοκρατίας, Υποθ. Αρ. 6447/2013, ημερ. 30.9.2015, Rosy Oolad v. Δημοκρατίας, Υποθ. Αρ. 730/2019, ημερ. 27.6.2022, Cabardo v. Δημοκρατίας, Υποθ. Αρ. 1514/2019, ημερ. 6.5.2022, C.R., ανωτέρω).

 

Ως εκ των πιο πάνω, στερείται ερείσματος και απορρίπτεται ο ισχυρισμός περί αναρμοδιότητας του οργάνου που έλαβε την επίδικη απόφαση, όπως επίσης και ο ισχυρισμός περί μη τήρησης άρτιου πρακτικού αναφορικά με τη λήψη της επίδικης απόφασης, δεδομένης της ύπαρξης των προαναφερθέντων πρακτικών της συνεδρίας της Συμβουλευτικής Επιτροπής για τους Εικονικούς Γάμους, ημερομηνίας 3.11.2022, τα οποία και τέθηκαν ενώπιον του αποφασίζοντος οργάνου και προδήλως λήφθηκαν υπόψη κατά τη διαμόρφωση της επίδικης κρίσης.

 

Ως προς την εξέταση των λοιπών εγειρόμενων λόγων ακύρωσης που προωθούνται, επισημαίνω τα εξής:

 

Εξ’ αρχής θα πρέπει να τονιστεί ότι το γεγονός ότι ο γάμος της αιτήτριας, πράγματι, διαλύθηκε με απόφαση του Οικογενειακού Δικαστηρίου Λευκωσίας ημερομηνίας 26.9.2022, ενώ στη συνέχεια έλαβε χώρα η κήρυξή του ως εικονικού, στις 8.11.2022, ουδόλως επιδρά στη νομιμότητα και εγκυρότητα της προσβαλλόμενης απόφασης, αλλ’ ούτε και επηρεάζει την περαιτέρω εξέταση της παρούσας προσφυγής: με την επίδικη απόφαση, ο γάμος της αιτήτριας, ο οποίος τελέστηκε στις 5.1.2018, κρίθηκε εικονικός και, συνακόλουθα, ως ανυπόστατος, μη δυνάμενος ωσαύτως, εξ’ υπαρχής, να επιφέρει οποιαδήποτε αποτελέσματα, σύμφωνα και με το οικείο νομοθετικό πλαίσιο. Σχετικό είναι το άρθρο 19 του περί Γάμου Νόμου (Ν.104(Ι)/2003), σύμφωνα με το οποίο (στο βαθμό που εδώ ενδιαφέρει)-

 

«19. (1) Γάµος είναι ανυπόστατος-

[...]

(γ) αν είναι εικονικός·

[...]

 

(2) Για τους σκοπούς του παρόντος άρθρου, «εικονικός γάµος» έχει την έννοια που αποδίδεται στον όρο αυτό στον περί Αλλοδαπών και Μεταναστεύσεως Νόµο.

 

(3) Τηρουµένων των διατάξεων του άρθρου 25, ο ανυπόστατος γάµος δεν έχει εξ υπαρχής οποιαδήποτε αποτελέσματα.».

 

Εν προκειμένω, η απόφαση κήρυξης του γάμου της αιτήτριας ως εικονικού ανατρέχει στο χρόνο τέλεσής του και βεβαίως επιφέρει έννομες συνέπειες, οι οποίες ουδόλως επηρεάζονται από το γεγονός ότι εκ των υστέρων ο εν λόγω γάμος κρίθηκε εικονικός. Επισημαίνεται δε εκ νέου ότι, συνεπεία της κήρυξης του γάμου της αιτήτριας ως εικονικού και/ή γάμου ευκαιρίας, το Τμήμα απέστειλε σε αυτήν επιστολή ημερομηνίας 16.11.2022, με την οποία την ενημέρωνε ότι δεν είχε πλέον δικαίωμα υποβολής νέας αίτησης παραμονής στη Δημοκρατία ως μέλος οικογένειας Κύπριου πολίτη και την καλούσε όπως αναχωρήσει εντός δεκατεσσάρων (14) ημερών από τη χώρα. Διαφορετική προσέγγιση επί του ζητήματος, θα απέληγε σε καταστρατήγηση του οικείου νομοθετικού πλαισίου ή και σε κατάχρηση διαδικασιών εκ μέρους προσώπων που, προκειμένου να αποφύγουν τις συνέπειες της κήρυξης του γάμου τους ως εικονικού, κυρίως ως προς τη δυνατότητα διαμονής τους στη Δημοκρατία, επιλέγουν να προχωρήσουν σε λύση του γάμου τους πριν από την διαπίστωση της Διοίκησης περί της εικονικότητας του εν λόγω γάμου.

 

Ως εκ των πιο πάνω, δεν τίθεται ζήτημα κακής ερμηνείας και εφαρμογής των προνοιών του Κεφ. 105 εκ μέρους των καθ’ ων η αίτηση, λόγω της προηγούμενης διάλυσης του γάμου της αιτήτριας, ως η σχετική εισήγηση του κ. Χριστούδια.

 

Περαιτέρω, δεν μπορώ να συμφωνήσω ούτε με την εισήγηση του δικηγόρου της αιτήτριας ότι οι καθ’ ων η αίτηση, πεπλανημένα και κατ’ εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή του άρθρου 7Α του Κεφ. 105, έκριναν τον γάμο της αιτήτριας ως γάμο ευκαιρίας (“marriage of convenience”), δεδομένου του λεκτικού του εν λόγω άρθρου όπου γίνεται αναφορά σε εικονικό γάμο, έννοια ουσιωδώς διαφορετική, σύμφωνα πάντα με την πλευρά της αιτήτριας. Πράγματι, στην, διατυπωμένη στην αγγλική γλώσσα, επιστολή που εστάλη στην αιτήτρια, ημερομηνίας 8.11.2022, γίνεται αναφορά σε γάμο ευκαιρίας (“marriage of convenience”). Ωστόσο, αυτό ουδόλως αναιρεί το αδιαμφισβήτητο γεγονός, ως εξάλλου αναφέρεται και στην επίδικη επιστολή, ότι η προσβαλλόμενη απόφαση λήφθηκε στη βάση των διατάξεων 7Α του Κεφ. 105, το οποίο φέρει πλαγιότιτλο «Εικονικός γάμος» και στο οποίο καμία άλλη περίπτωση δεν ρυθμίζεται παρά μόνο οι περιπτώσεις εικονικού γάμου. Είναι πρόδηλο εν προκειμένω ότι πρόκειται για απόφαση κήρυξης γάμου ως εικονικού, η δε αγγλική φράση “marriage of convenience”, που χρησιμοποιήθηκε στην επιστολή προς την αιτήτρια μάλλον συνιστά προσπάθεια μετάφρασης του νομικού όρου «εικονικός γάμος» στην αγγλική γλώσσα και τυχόν αποδοχή άλλης προσέγγισης επ’ αυτού του ζητήματος, πέραν του ότι θα ήταν εσφαλμένη, θα κινδύνευε να χαρακτηριστεί ως τυπολατρία, εφόσον επί της ουσίας η επίδικη απόφαση αφορά σε κήρυξη γάμου ως εικονικού. Εξάλλου, επισημαίνεται ότι στην αντίστοιχη, γραμμένη στα ελληνικά και με πανομοιότυπο περιεχόμενο, επιστολή που εστάλη στον Κύπριο σύζυγο της αιτήτριας, γίνεται ρητή αναφορά σε «εικονικό γάμο».

 

Συνεπώς, και γι’ αυτό το λόγο δεν μπορεί να τίθεται ζήτημα εσφαλμένης και/ή πεπλανημένης ερμηνείας των διατάξεων του Κεφ. 105 εκ μέρους των καθ’ ων η αίτηση.

 

Όπως αναγράφεται στην επίδικη επιστολή που εστάλη στην αιτήτρια, ημερομηνίας 8.11.2022 (παρόμοια επιστολή, ίδιας ημερομηνίας, εστάλη και στον σύζυγο της αιτήτριας, στην ελληνική γλώσσα), ο γάμος της κρίθηκε εικονικός σύμφωνα με το άρθρο 7Α(3)(α), (γ), (δ), (ε), (ζ) και (θ) του Κεφ. 105, στη βάση των πιο κάτω στοιχείων:

 

·                    Το ζεύγος δεν διέμενε κάτω από την ίδια στέγη·

·        Υπήρχε έλλειψη κατάλληλης συμβολής στην αντιμετώπιση των υποχρεώσεων που απορρέουν από το γάμο·

·        Οι δηλώσεις της αιτήτριας και του συζύγου της αναφορικά με προσωπικά τους στοιχεία ή αναφορικά με άλλες σημαντικές πληροφορίες προσωπικού χαρακτήρα που τους αφορούν,  οι οποίες ήσαν αντιφατικές·

·        Δεν υπήρχε κοινή γλώσσα επικοινωνίας·

·        Υπήρχαν ενδείξεις ότι ένας ή και οι δύο σύζυγοι είχαν στο παρελθόν συνάψει εικονικό γάμο ή παρουσίαζαν προβλήματα όσον αφορά την άδεια διαμονής τους στη Δημοκρατία·

·        Υπήρχαν άλλες πληροφορίες, οι οποίες ήγειραν βάσιμες υποψίες ότι ο γάμος του ζεύγους ήταν εικονικός (οικογενειακό, κοινωνικό, φιλικό περιβάλλον και άλλες πληροφορίες).

Σύμφωνα με το άρθρο 7Α του Κεφ. 105, επί του οποίου στηρίχθηκε η επίδικη απόφαση, στο βαθμό που εδώ ενδιαφέρει-

 

«(1) Αν ο Διευθυντής διαπιστώσει µε βάση τα στοιχεία που αναφέρονται στο εδάφιο (3) του παρόντος άρθρου ή µε οποιοδήποτε άλλο τρόπο και αφού συµβουλευθεί τη Συµβουλευτική Επιτροπή που ιδρύεται µε το άρθρο 7Β του παρόντος Νόµου, ότι αλλοδαπός συνήψε εικονικό γάµο, τότε-

(α) Απαγορεύει στον εν λόγω αλλοδαπό να παραµείνει στη Δηµοκρατία·

(β) ακυρώνει ή δεν ανανεώνει την άδεια διαµονής που παραχωρήθηκε στον αλλοδαπό και διατάζει την απέλασή του σύµφωνα µε τις διατάξεις του άρθρου 14, και για σκοπούς του παρόντος Νόµου, ο εν λόγω εικονικός γάµος, κανένα έννοµο αποτέλεσµα παράγει.

 

(2) Ο Διευθυντής ή εκπρόσωπός του δύναται να καλέσει σε συνέντευξη µαζί ή χωριστά τους δύο συζύγους ή οποιοδήποτε πρόσωπο είναι σε θέση να του δώσει πληροφορίες, για να διαπιστώσει αν ο γάµος είναι εικονικός.

 

(3) Στοιχεία που τείνουν να καταδείξουν ότι ένας γάµος είναι εικονικός είναι κυρίως τα ακόλουθα:

(α) Το ζεύγος δε συζεί κάτω από την ίδια στέγη·

[...]

(γ) η έλλειψη κατάλληλης συµβολής στην αντιµετώπιση των υποχρεώσεων που απορρέουν από το γάµο·

(δ) οι δηλώσεις των συζύγων αναφορικά µε στοιχεία της ταυτότητάς τους (όνοµα, διεύθυνση διαµονής, ιθαγένεια και επάγγελµα), τις περιστάσεις της πρώτης τους γνωριµίας ή αναφορικά µε άλλες σηµαντικές πληροφορίες προσωπικού χαρακτήρα που τους αφορούν είναι αντιφατικές·

(ε) οι σύζυγοι δεν µιλούν κοινή γλώσσα ή κοινώς αντιληπτή γλώσσα προς ικανοποίηση του Διευθυντή

(ζ) υπάρχουν ενδείξεις ότι ο ένας ή και οι δύο σύζυγοι έχουν στο παρελθόν συνάψει εικονικό γάµο ή παρουσιάζουν προβλήµατα σε ότι αφορά την άδεια διαµονής τους στη Δηµοκρατία·

(θ) οποιαδήποτε άλλη πληροφορία η οποία εγείρει βάσιμες υποψίες ότι ο γάμος ή η πολιτική συμβίωση είναι εικονικός/ή.

 

(4) Οι πιο πάνω πληροφορίες δυνατό να προέρχονται από:

 

(α) Δηλώσεις από οποιοδήποτε από τους συζύγους ή από τρίτα πρόσωπα·

(β) έρευνες και συνεντεύξεις που διεξάγει ο Διευθυντής·

(γ) έγγραφα που τέθηκαν υπόψη του Λειτουργού Μετανάστευσης.».

 

Εν προκειμένω, στη βάση του συνόλου των ενώπιον μου τεθέντων στοιχείων, κρίνω ότι οι καθ’ ων η αίτηση ορθώς και εντός των ορίων της διακριτικής τους ευχέρειας εφάρμοσαν τις ανωτέρω διατάξεις και έκριναν ότι υπήρχαν επαρκή στοιχεία που κατεδείκνυαν ότι ο γάμος της αιτήτριας με τον προαναφερθέντα Κύπριο πολίτη ήταν εικονικός. Δεν εντοπίζεται ούτε κενό έρευνας, ούτε κενό αιτιολογίας της επίδικης απόφασης, αλλ’ ούτε εμφιλοχώρηση πλάνης.

 

Ας σημειωθεί ότι πριν από τις έρευνες για τη γνησιότητα του γάμου της αιτήτριας, είχε διαπιστωθεί ότι αυτή παρέμενε παράνομα στη Δημοκρατία και αναζητήθηκε επανειλημμένα από τις αρμόδιες αρχές της Δημοκρατίας, χωρίς αποτέλεσμα.

 

Ειδικότερα όμως ως προς τις έρευνες των καθ' ων η αίτηση αναφορικά με τη γνησιότητα του γάμου της αιτήτριας, προκύπτει ότι αυτές είχαν ξεκινήσει ήδη από το έτος 2019. Συγκεκριμένα, την 31.1.2019, το ζεύγος είχε κληθεί και παρουσιάστηκε στα γραφεία της ΥΑΜ για προσωπικές συνεντεύξεις, οι οποίες διενεργήθηκαν ξεχωριστά. Κατά τη διενέργεια των εν λόγω συνεντεύξεων, όπως αναφέρεται και στα σχετικά πρακτικά της Συμβουλευτικής Επιτροπής για Εικονικούς Γάμους, το ζεύγος περιέπεσε σε αντιφάσεις, μεταξύ άλλων, ως προς τον τρόπο, τον χρόνο και τις συνθήκες γνωριμίας του. Περαιτέρω, στις 26.1.2019, μέλη της ΥΑΜ διενήργησαν έλεγχο στη δηλωθείσα διεύθυνση διαμονής του ζεύγους, όπου εντοπίστηκε μόνο ο Κύπριος: από την έρευνα διαπιστώθηκε ότι αυτός και η αιτήτρια κοιμούνταν σε ξεχωριστά υπνοδωμάτια και σε ξεχωριστά υπνοδωμάτια βρίσκονταν και τα προσωπικά τους αντικείμενα. Δεύτερος επιτόπιος έλεγχος διενεργήθηκε στις 5.5.2022, από τον οποίο τα μέλη της ΥΑΜ διαπίστωσαν ότι η αιτήτρια δεν διανυκτέρευε στο ίδιο μέρος με τον προαναφερθέντα Κύπριο. Ο τελευταίος δήλωσε στα μέλη της ΥΑΜ ότι η αιτήτρια «έχει περίπου ένα χρόνο που δεν διανυκτερεύει στην οικία τους», καθώς και ότι δεν γνωρίζει τη διεύθυνση διαμονής της αιτήτριας. Διαπιστώθηκε επίσης από τους διενεργηθέντες ελέγχους ότι στόχος του Κύπριου ήταν η εργοδότηση της αιτήτριας ως οικιακής βοηθού, λόγω των προβλημάτων υγείας που αυτός αντιμετωπίζει, και της αιτήτριας η εξασφάλιση νόμιμης διαμονής στη Δημοκρατία. Επιπρόσθετα, διαπιστώθηκε ότι το ζεύγος δεν είχε εισέλθει σε μια κοινή σοβαρή μακροπρόθεσμη νομική ή οικονομική δέσμευση, η δε αιτήτρια μιλά με αρκετή δυσκολία την ελληνική και αγγλική γλώσσα και η επικοινωνία μαζί της καθίσταται σχεδόν αδύνατη, ο δε Κύπριος μιλά μόνο ελληνικά. Περαιτέρω, ως αναφέρεται και στην έκθεση την ΥΑΜ, αλλά και στο πρακτικό της συνεδρίας της Συμβουλευτικής Επιτροπής για Εικονικούς Γάμους, ημερομηνίας 3.11.2022, το ζεύγος ανέφερε ότι «παντρεύτηκαν γιατί η αλλοδαπή [σημ.: η αιτήτρια] ήθελε να παραμείνει στη Δημοκρατία να εργαστεί και δεν μπορούσε να το πράξει εάν δεν παντρευόταν», ο δε Κύπριος «για να της εξασφαλίσει την νόμιμη παραμονή της και εκείνος να λαμβάνει τη φροντίδα που χρειάζεται γιατί ως ανάφερε έχει πολλά προβλήματα υγείας». Επιπρόσθετα, ο Κύπριος δήλωσε ότι δεν γνωρίζει οτιδήποτε για το παρελθόν και την οικογενειακή κατάσταση της αιτήτριας, ενώ «αποκρύπτει το γεγονός ότι τέλεσε γάμο με την αλλοδαπή [σημ.: η αιτήτρια] από το οικογενειακό και φιλικό του περιβάλλον και ευρύτερα την κοινωνία και πως τη συστήνει ως οικαική του βοηθό» και δεν επιθυμεί την γνωστοποίηση του γάμου του.

 

Στη βάση όλων των πιο πάνω, η ΥΑΜ εξέφρασε τη θέση ότι ο γάμος του ζεύγους ξεκάθαρα και πέραν πάσης αμφιβολίας τελέστηκε με απώτερο σκοπό την εξασφάλιση και διασφάλιση των συμφερόντων και των δυο και, ιδιαίτερα ενόψει του γεγονότος ότι κατά τον τελευταίο χρόνο δεν υπήρχε συμβίωση του ζεύγους, υπέβαλε την εισήγηση όπως η συγκεκριμένη περίπτωση τεθεί ενώπιον της Συμβουλευτικής Επιτροπής για Εικονικούς Γάμους.

 

Όλα τα πιο πάνω, τα οποία και απέληξαν στη διαμόρφωση της σύστασης της Συμβουλευτικής Επιτροπής για Εικονικούς Γάμους ότι υπήρχαν επαρκή στοιχεία που έτειναν να καταδείξουν ότι ο γάμος της αιτήτριας ήταν εικονικός, αναφέρονται όχι μόνο στο πρακτικά της συνεδρίας της Συμβουλευτικής Επιτροπής, ημερομηνίας 3.11.2022, αλλά και στο Έντυπο Συνοπτικής Παρουσίασης Υπόθεσης ενώπιον της Συμβουλευτικής Επιτροπής, στο οποίο μάλιστα καταγράφεται με επαρκή λεπτομέρεια και το ιστορικό της αιτήτριας στη Δημοκρατία, στην Έκθεση της ΥΑΜ ημερομηνίας 11.5.2022, αλλά και στο Έντυπο Ελέγχου Γνησιότητας του γάμου της αιτήτριας (όλα τα εν λόγω έγγραφα περιέχονται στο παράρτημα 15 της ένστασης). Σχετική είναι επίσης και η επιστολή της Αστυφύλακα Φ. προς τον Διοικητή της ΥΑΜ, ημερομηνίας 25.1.2021 (επίσης παράρτημα 15 στην ένσταση), όπου επαναλαμβάνεται η θέση της ΥΑΜ ότι «πρόκειται για γάμο συμφερόντων ο οποίος τελέστηκε με απώτερο σκοπό την εξασφάλιση της νόμιμης παραμονής της αλλοδαπής στην Δημοκρατία με αντάλλαγμα την διασφάλιση της φροντίδας του Κύπριου ο οποίος πάσχει από σωρεία προβλημάτων υγείας».

 

Στη βάση ων πιο πάνω, τα οποία καταγράφονται αναλυτικά και στο πρακτικό της συνεδρίας της, ημερομηνίας 3.11.2022, η Συμβουλευτική Επιτροπή αποφάσισε να εισηγηθεί στη Διευθύντρια του Τμήματος «ότι υπάρχουν επαρκή στοιχεία που τείνουν να καταδείξουν ότι ο γάμος είναι εικονικός», εισήγηση η οποία έγινε δεκτή και η Διευθύντρια, με την απόφασή της, ημερομηνίας 7.11.2022, έκρινε τον γάμο της αιτήτριας ως εικονικό. Η απόφαση της Συμβουλευτικής Επιτροπής, σύμφωνα με τα πρακτικά της συνεδρίας της, ημερομηνίας 3.11.2022, στηρίχθηκε στο άρθρο 7Α(3) του Κεφ. 105 και αφού λήφθηκαν υπόψη όλοι οι προεκτεθέντες παράγοντες.  

 

Εν συνεχεία, ως ήδη ελέχθη πιο πάνω, η επίδικη απόφαση της Διευθύντριας γνωστοποιήθηκε στην αιτήτρια και στον Κύπριο πολίτη δι' επιστολών ημερομηνίας 8.11.2022, στις οποίες παρατίθενται οι πραγματικοί λόγοι, οι οποίοι και έχουν ήδη εκτεθεί πιο πάνω, αλλά και οι νομοθετικές διατάξεις, που οδήγησαν στην έκδοση της επίδικης πράξης.

 

Λαμβάνοντας υπόψη όλα τα πιο πάνω, εύλογα προκύπτει το ερώτημα σε ποιες άλλες ενέργειες θα έπρεπε να προβούν οι καθ' ων η αίτηση προκειμένου να διαπιστώσουν την εικονικότητα του γάμου της αιτήτριας. Από τα έγγραφα του διοικητικού φακέλου, αλλά και τα παραρτήματα του δικογράφου της ένστασης, προκύπτει το σύνολο των ενεργειών στις οποίες προέβησαν οι καθ’ ων η αίτηση, προκειμένου να ελεγχθεί η γνησιότητα του γάμου, με αποτέλεσμα να στοιχειοθετείται η διενέργεια της δέουσας έρευνας, ώστε να μπορούν να εξαχθούν ασφαλή συμπεράσματα αναφορικά με τη μη γνησιότητα του υπό αναφορά γάμου, ενώ αποκαλύπτεται πλήρως και/ή επαρκώς το σκεπτικό που οδήγησε στην επίδικη διαπίστωση.

 

Ενόψει των πιο πάνω, κρίνεται εύλογη και αιτιολογημένη η διαπίστωση ότι επρόκειτο για εικονικό γάμο. Τεκμαίρεται δε ότι τα στοιχεία τα οποία τέθηκαν ενώπιον της Συμβουλευτικής Επιτροπής ήσαν όλα εκείνα, τα οποία υπάρχουν στο οικείο διοικητικό  φάκελο που κατατέθηκε κατά το στάδιο των διευκρινίσεων και περιλαμβάνει το σύνολο των δεδομένων που αφορούσαν τις σχέσεις του ζεύγους, τις αστυνομικές έρευνες και εκθέσεις, καθώς και τις δηλώσεις και/ή πληροφορίες που είχαν δοθεί (Μενέλαος Χειμώνας, ανωτέρω).

 

Στη βάση δε των πιο πάνω, ως αβάσιμος θα πρέπει να απορριφθεί στην ολότητά του ο προβαλλόμενος λόγος ακύρωσης περί εσφαλμένης και/ή πεπλανημένης εφαρμογής των διατάξεων του Κεφ. 105 και, συνακόλουθα, περί πάσχουσας διαδικασίας που παραβιάζει τις διατάξεις του εν λόγω Νόμου. Συναφώς, παρατίθενται αμέσως κατωτέρω τα όσα αναφέρθηκαν στην απόφαση του Ανωτάτου Δικαστηρίου, στην Ilona Sarkisyan v. Δημοκρατίας, Υποθ. Αρ. 1107/2009, ημερ. 26.10.2010, η οποία εφαρμόζεται και στην παρούσα περίπτωση ως προς τη νομική διάσταση του θέματος, αναφορικά με τα δεδομένα περί της εικονικότητας του γάμου, στη βάση των προνοιών του άρθρου 7Α του Νόμου:

 

«Το άρθρο 7Α του Νόμου που εισήχθηκε στη νομοθεσία με την τροποποίηση που έγινε με το Νόμο 22(Ι)/2001, επιτρέπει στη Διευθύντρια του Τμήματος Αρχείου Πληθυσμού και Μετανάστευσης να απαγορεύσει σε αλλοδαπό να παραμείνει στη Δημοκρατία εφόσον διαπιστώσει με βάση τα στοιχεία που αναφέρονται στο εδάφιο (3) ή και με οποιοδήποτε άλλο τρόπο ότι ο αλλοδαπός συνήψε εικονικό γάμο. Το εδάφιο (3) περιλαμβάνει επτά περιπτώσεις, που δεν είναι βέβαια εξαντλητικές, ως στοιχεία που τείνουν να καταδείξουν την εικονικότητα ενός τέτοιου γάμου. Με βάση δε το εδάφιο (4), οι πληροφορίες που μπορούν να ληφθούν υπόψη μπορούν να προέρχονται από δηλώσεις οιουδήποτε των συζύγων ή από τρίτα πρόσωπα, έρευνες και συνεντεύξεις που διεξάγει η Διευθύντρια και έγγραφα που τίθενται ενώπιον του Λειτουργού Μετανάστευσης.  Προϋπόθεση για οποιαδήποτε ενέργεια της Διευθύντριας, όπως αυτή περιλαμβάνεται στις υποπαραγράφους (α) και (β) του εδαφίου (1) του άρθρου 7Α, είναι και η λήψη προηγούμενης συμβουλής από τη Συμβουλευτική Επιτροπή, η οποία ιδρύθηκε δυνάμει του άρθρου 7Β του Νόμου. Οποιαδήποτε απόφαση της Διευθύντριας υπόκειται σε ιεραρχική προσφυγή ενώπιον του Υπουργού Εσωτερικών εντός είκοσι ημερών από την ημερομηνία έκδοσης της απόφασης δυνάμει του άρθρου 7Γ, ο οποίος και εκδίδει την απόφαση του εντός 90 ημερών από την ημερομηνία άσκησης της ιεραρχικής προσφυγής.».

 

Την ίδια προσέγγιση, με ρητή αναφορά στην Sarkisyan, ανωτέρω, ακολούθησε και το Δικαστήριο τούτο στην Α.Ι. κ.α. ν. Δημοκρατίας, Υποθ. Αρ. 1595/2021, ημερ. 13.3.2024, η οποία και δεν εφεσιβλήθηκε. Άμεσα σχετική με το υπό εξέταση ζήτημα είναι και η έτερη απορριπτική απόφαση του παρόντος Δικαστηρίου στην IKENGHA κ.α. ν. Δημοκρατίας, Υποθ. Αρ. 1353/2019, ημερ. 18.3.2021, καθώς και η απόφαση του Ανωτάτου Δικαστηρίου στην YAVOROV SOLACHKI κ.α. ν. Δημοκρατίας, Υποθ. Αρ. 197/2012, ημερ. 28.11.2014.

 

Ασφαλώς και όλα τα προαναφερθέντα στοιχεία και γεγονότα που αποτέλεσαν τη βάση της επίδικης απόφασης, όπως αυτά προκύπτουν και από τα προαναφερθέντα σημειώματα, αλλά και από το υπό της Συμβουλευτικής Επιτροπής καταρτισθέν Έντυπο Συνοπτικής Παρουσίασης της Υπόθεσης, το προαναφερθέν Έντυπο σχετικά με τον έλεγχο γνησιότητας γάμου, αλλά και από τον οικείο διοικητικό φάκελο, ευλόγως αποτέλεσαν στοιχεία εμπίπτοντα στους παράγοντες  (α), (γ) (δ), (ε), (ζ) και (θ)  του  προεκτεθέντος άρθρου  7Α(3), στα οποία και βασίστηκε η προσβαλλόμενη απόφαση.

 

Όπως έχει αναφερθεί στην Ureef  Mohd Murof Jumil Ubdolh v. Δημοκρατίας, Υποθ. αρ. 1495/05, ημερ. 7.4.2008, «κριτήριο για τη διαπίστωση στοιχείων της εικονικότητας ενός γάμου, για τους σκοπούς του Νόμου, δεν είναι, από μόνες τους, οι δηλώσεις των μερών, αλλά το σύνολο των περιστάσεων, περιλαμβανομένης της συμπεριφοράς και των ενεργειών των μερών, πριν και μετά τη σύναψη του γάμου.» (βλ. και Α.Ι. ανωτέρω). Όπως επίσης και οι πληροφορίες που προέρχονται από έρευνες της Διοίκησης, περιλαμβανομένων και πληροφοριών από τρίτους, που ο Νόμος επιτρέπει να λαμβάνονται υπόψη (βλ. και Kateryna Telsenko κ.α. ν. Δημοκρατίας, Υποθ. Αρ. 1902/2008, ημερ. 14.5.2010).

 

Ενόψει δε των πιο πάνω, οι ισχυρισμοί των αιτητών περί εσφαλμένων και/ή αυθαίρετων συμπερασμάτων της διεξαχθείσας έρευνας της Διοίκησης, αλλά και περί εσφαλμένης ερμηνείας και εφαρμογής των προνοιών του Κεφ. 105, κρίνονται αβάσιμοι και απορριπτέοι.

 

Εν πάση περιπτώσει, τυγχάνει εφαρμογής εν προκειμένω η πάγια και διαχρονική αρχή της ημεδαπής νομολογίας, σύμφωνα με την οποία το ακυρωτικό Δικαστήριο ελέγχει την επάρκεια της έρευνας, χωρίς να επεμβαίνει στους τρόπους ή στα μέσα που επιλέγει η Διοίκηση να διεξάγει την έρευνά της, κατά περίπτωση. Η έκταση, ο τρόπος και η διαδικασία που θα ακολουθηθεί ποικίλλει ανάλογα με το υπό εξέταση ζήτημα και ανάγεται στη διακριτική ευχέρεια της Διοίκησης (Victor Abe v. Δημοκρατίας, Υποθ. Αρ. 144/03, ημερ. 22.2.2004,  Δημοκρατία ν. Κοινότητας Πυργών κ.α. (1996) 3 Α.Α.Δ. 503,  Επιτροπή Εκπαιδευτικής Υπηρεσίας ν. Ζάμπογλου (1997) 3 Α.Α.Δ. 270, Δημοκρατίας κ.α. ν. Μαρίας Πανταζή Ελισσαίου κ.α.(2003)3 Α.Α.Δ. 168). Η εξουσία του Δικαστηρίου περιορίζεται στον έλεγχο νομιμότητας της διοικητικής πράξης, ως εύλογα επιτρεπτής υπό τις περιστάσεις και δεν προβαίνει σε πρωτογενή αξιολόγηση των στοιχείων και ούτε επεκτείνεται στην ουσιαστική κρίση του διοικητικού οργάνου, έστω και αν το ίδιο θα μπορούσε εύλογα να καταλήξει σε διαφορετικά συμπεράσματα (FIRST ELEMENTS EUROCONSULTANTS LTD ν. Δημοκρατίας, Α.Ε. 34/2012, ημερ. 15.12.2017). Επαρκής θεωρείται η έρευνα που επεκτείνεται στη διερεύνηση κάθε σχετικού γεγονότος (Motorways Ltd ν. Υπουργού Οικονομικών κ.α. (1999) 3 Α.Α.Δ. 447, 450), η δε έκταση, ο τρόπος και η διαδικασία επί της έρευνας που θα ακολουθηθεί είναι συνυφασμένη με τα περιστατικά της κάθε υπόθεσης, ποικίλλει ανάλογα με το υπό εξέταση ζήτημα και ανάγεται στη διακριτική ευχέρεια της Διοίκησης (Eurofarm (P. Neophytou) Ltd ν. Δημοκρατίας Α.Ε.142/2015, ημερ. 4.4.2023). Εν τέλει, στερεότυπες μορφές έρευνας δεν υπάρχουν και εκείνο που έχει σημασία είναι η επάρκεια της εφόσον τα δεδομένα εξετάζονται στο σύνολο τους (Motorways Ltd, ανωτέρω, Ηροδότου ν. Δημοκρατίας (2010) 3 Α.Α.Δ. 220).

 

Εντός του πιο πάνω πλαισίου, είναι επιτρεπτή η διερεύνηση κατά χρονικά διαστήματα της γνησιότητας του γάμου που, βεβαίως, άπτεται μεν προσωπικού θεσμού, αλλά όπου συνδέεται ο γάμος με στοιχεία που εκ πρώτης όψεως παρουσιάζονται ύποπτα ή προβληματικά, όπως ότι ο γάμος γίνεται για να δοθεί άδεια παραμονής σε υπήκοο τρίτης χώρας,  επιβάλλεται στις αρχές της Δημοκρατίας η διεξαγωγή έρευνας, ώστε να μην παραμένουν στην επικράτειά της άτομα τα οποία χρησιμοποιούν μεθόδους που δεν είναι νόμιμες (Μενέλαος Χειμώνας, ανωτέρω).

 

Περαιτέρω, από τα πιο πάνω, προκύπτει και η επάρκεια της αιτιολόγησης της επίδικης απόφασης, κατά τρόπο που να καθίσταται ευχερής η διενέργεια του απαιτούμενου δικαστικού ελέγχου (Στέφανος Φράγκου ν. Δημοκρατίας (1998) 3 Α.Α.Δ. 270). Πρόκειται για μια σαφή αιτιολόγηση της διοικητικής πράξης, στην οποία παρατίθενται όχι μόνον οι πραγματικοί, αλλά και οι νομικοί λόγοι που αποτέλεσαν το έρεισμα της διοικητικής απόφασης, ούτως ώστε να μην αφήνονται αμφιβολίες ως προς το ποιος ήταν ο πραγματικός λόγος που οδήγησε το διοικητικό όργανο στη λήψη της απόφασης, ως το άρθρο 28(1) του Νόμου 158(Ι)/1999 επιτάσσει, αλλά και η νομολογία (Λ. Σκυλλουριώτης v. Δήμου Λευκωσίας, Ε.Ε.Δ. 38/2016, ημερ. 1.7.2022, Eurofarm (P. Neophytou) Ltd ν. Δημοκρατίας Α.Ε.142/2015, ημερ. 4.4.2023, ANDRELIA PAPHOS LTD ν. Δημοκρατίας, Ε.Ε.Δ. 49/2019, ημερ. 23.10.2023). Η δε αιτιολογία της επίδικης απόφασης δύναται να συμπληρωθεί και συμπληρώνεται, κατά τρόπο βέβαιο και αναντίλεκτο, από το διοικητικό φάκελο (Χρίστος Παναγιωτίδης ν. Δημοκρατίας (1998) 3 Α.Α.Δ. 342).

 

Συνεπώς, ορθώς εφαρμόστηκαν εν προκειμένω οι σχετικές πρόνοιες του Κεφ. 105 και οι εγειρόμενοι λόγοι ακύρωσης περί μη διενέργειας της δέουσας έρευνας, εμφιλοχωρήσασας πλάνης και πάσχουσας και/ή ελλιπούς αιτιολογίας, κρίνονται αβάσιμοι και απορρίπτονται.

 

Τέλος, λαμβανομένων υπόψη των πρεκτεθεισών διαπιστώσεων, κρίνω ότι δεν μπορούν να έχουν έρεισμα ούτε οι ισχυρισμοί περί παραβίασης της αρχής της καλής πίστης και κατάχρησης και/ή υπέρβασης εξουσίας. Δεδομένης της ύπαρξης συγκεκριμένου νομοθετικού πλαισίου, και δη των προεκτεθεισών διατάξεων του Κεφ. 105 δυνάμει του οποίου ορθώς ενήργησαν οι καθ' ων η αίτηση στην παρούσα υπόθεση, είναι αρκετό να υπομνησθεί εν προκειμένω ότι η αρχή της καλής πίστης, ναι μεν σκοπεί στον αποκλεισμό της αυθαιρεσίας στη διοικητική λειτουργία, δεν υπερφαλαγγίζει, ωστόσο, και δεν μπορεί να υποσκελίσει το ισχύον ρυθμιστικό πλαίσιο και να μεταβάλει την αρχή της σύννομης λειτουργίας της Διοίκησης, ώστε να οδηγεί σε καταστρατήγηση της αρχής της νομιμότητας (G. P. Iron & Wood Makers Ltd ν. Δημοκρατίας Υποθ. Αρ. 959/2004, ημερ. 17.1.2006, Δημοκρατία ν. Παπαφώτη (1997) 3 Α.Α.Δ. 191). Έχει δε η εν λόγω αρχή συμπληρωματικό χαρακτήρα, όπου υφίσταται σχετική νομοθετική πρόνοια ουσιαστικού δικαίου, όπως βεβαίως συμβαίνει στην υπό κρίση περίπτωση (βλ. και O LYKOS SERVICES AND SECURITY SYSTEMS-PRIVATE INVESTIGATORS LTD κ.α. ν. Δημοκρατίας, Ε.Δ.Δ. αρ. 1/16, ημερ. 20.7.2021 και Κεντρική Τράπεζα της Κύπρου ν. Γιαννάκης Τσικκουρής κ.α., Α.Ε.19/11, ημερ. 22.12.2016).

Καταλήγω ότι η απόφαση των καθ' ων η αίτηση, με την οποία ο γάμος της αιτήτριας κηρύχθηκε εικονικός, είναι καθόλα ορθή και νόμιμη και, εν πάση περιπτώσει, εύλογα επιτρεπτή. Δεν έχει στοιχειοθετηθεί λόγος ακύρωσης και επομένως δεν διαπιστώνεται λόγος επέμβασης του Δικαστηρίου.

 

Η προσφυγή απορρίπτεται με €1600 έξοδα υπέρ των καθ' ων η αίτηση και εναντίον της αιτήτριας. Η προσβαλλόμενη απόφαση επικυρώνεται συμφώνως του Άρθρου 146.4(α) του Συντάγματος.

 

 

 

                                                                                                 Φ.ΚΩΜΟΔΡΟΜΟΣ, Π.Δ.Δ.


cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο