MAJET ESTANBOLI KALAZ ν. ΚΥΠΡΙΑΚΗ ΔΗΜΟΚΡΑΤΙΑ, ΜΕΣΩ ΤΟΥ ΤΜΗΜΑΤΟΣ ΑΡΧΕΙΟΥ ΠΛΗΘΥΣΜΟΥ ΚΑΙ ΜΕΤΑΝΑΣΤΕΥΣΗΣ, Υποθ. Αρ. 2138/2023, 13/1/2026
print
Τίτλος:
MAJET ESTANBOLI KALAZ ν. ΚΥΠΡΙΑΚΗ ΔΗΜΟΚΡΑΤΙΑ, ΜΕΣΩ ΤΟΥ ΤΜΗΜΑΤΟΣ ΑΡΧΕΙΟΥ ΠΛΗΘΥΣΜΟΥ ΚΑΙ ΜΕΤΑΝΑΣΤΕΥΣΗΣ, Υποθ. Αρ. 2138/2023, 13/1/2026

 

ΔΙΟΙΚΗΤΙΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ                                 

(Υποθ. Αρ. 2138/2023)

 

 13 Ιανουαρίου 2026

[ΚΩΜΟΔΡΟΜΟΣ, Πρόεδρος]

 

ΑΝΑΦΟΡΙΚΑ ΜΕ ΤΟ ΑΡΘΡΟ 146 ΤΟΥ ΣΥΝΤΑΓΜΑΤΟΣ

         

                MAJET ESTANBOLI KALAZ                                                                                                      Αιτητής

                                                  ΚΑΙ

ΚΥΠΡΙΑΚΗ ΔΗΜΟΚΡΑΤΙΑ,  ΜΕΣΩ

ΤΟΥ ΤΜΗΜΑΤΟΣ ΑΡΧΕΙΟΥ ΠΛΗΘΥΣΜΟΥ ΚΑΙ ΜΕΤΑΝΑΣΤΕΥΣΗΣ

 

Καθ’ ων  η Αίτηση

 

                                                                  

 

Κ. Ποταμίτου (κα), για Ανδρέας Κ. Καρεκλάς & Συνεργάτες, για Αιτητή

Π. Κωνσταντίνου, για Γενικό Εισαγγελέα της Δημοκρατίας, για Καθ’ ων η Αίτηση

ΑΠΟΦΑΣΗ

 

ΚΩΜΟΔΡΟΜΟΣ, Π.Δ.Δ.: Προσβάλλεται ως άκυρη, παράνομη και στερημένη οποιουδήποτε εννόμου αποτελέσματος η πράξη και/ή απόφαση των καθ’ ων η αίτηση, η οποία περιέχεται σε σχετική επιστολή του Τμήματος Αρχείου Πληθυσμού και Μετανάστευσης («το Τμήμα»), ημερομηνίας 9.11.2023, και σύμφωνα με την οποία απορρίφθηκε η αίτηση του αιτητή για έκδοση άδειας προσωρινής διαμονής και απασχόλησης ως μέλους οικογένειας Κύπριου πολίτη, καθότι, όπως αναφέρεται στην εν λόγω επιστολή, «[.] δεν αντλείτε δικαίωμα διαμονής στη Δημοκρατία από Κύπριο Πολίτη». Καλείτο δε ο αιτητής όπως διευθετήσει την παραμονή του στη Δημοκρατία εντός τριάντα (30) ημερών ως επισκέπτης ή ως εργαζόμενος.

 

Ο αιτητής, γεννηθείς κατά το έτος 1974, αφίχθηκε για πρώτη φορά στην Κυπριακή Δημοκρατία παράνομα κατά το έτος 2008 και στις 15.7.2008 εισήλθε στις ελεύθερες περιοχές από τις κατεχόμενες περιοχές της Δημοκρατίας.

 

Την 1.8.2008, ο αιτητής υπέβαλε αίτηση ασύλου, η οποία απορρίφθηκε από την Υπηρεσία Ασύλου, όπως απορρίφθηκε στη συνέχεια, στις 18.3.2010, και η Προσφυγή του στην Αναθεωρητική Αρχή Προσφύγων.

 

Στις 10.7.2009, ο αιτητής τέλεσε πολιτικό γάμο με Ελληνοκύπρια, ενώ στις 13.8.2010, το Τμήμα εξέδωσε άδεια παραμονής στον αιτητή με ισχύ μέχρι τις 7.3.2012.

 

Στις 17.10.2016, το Οικογενειακό Δικαστήριο Πάφου εξέδωσε διάταγμα λύσης του γάμου του αιτητή. Προηγουμένως, με απόφασή του που περιέχεται σε σχετική επιστολή ημερομηνίας 19.8.2014, το Τμήμα είχε απορρίψει την αίτηση του αιτητή, ημερομηνίας 30.9.2013, για έκδοση άδειας προσωρινής παραμονής του στη Δημοκρατία, καθότι διαπιστώθηκε ότι αυτός δεν συζούσε κάτω από την ίδια στέγη, με την προαναφερθείσα Ελληνοκύπρια σύζυγό του. Καλείτο δε ο αιτητής, μέσω επιστολής που εστάλη στον δικηγόρο του, ημερομηνίας 10.6.2015, να διευθετήσει το νόμιμο της παραμονής του στη χώρα, ανεξάρτητα από το ζήτημα της συμβίωσης με την σύζυγό του.

 

Εν συνεχεία, σύμφωνα με τα ενώπιον μου τεθέντα, εκδίδετο κατά διαστήματα από τους καθ’ ων η αίτηση ανανεωμένη άδεια διαμονής του αιτητή στη Δημοκρατία, με την τελευταία εξ’ αυτών να έχει ισχύ μέχρι τις 27.7.2019.

 

Στις 30.1.2019, ο αιτητής υπέβαλε αίτηση για απόκτηση της Κυπριακής υπηκοότητας δια πολιτογραφήσεως, η οποία απορρίφθηκε από τον Υπουργό Εσωτερικών στις 13.9.2022. Προηγουμένως, το Τμήμα εξέδιδε άδεια παραμονής του αιτητή στη Δημοκρατία, ως άλλου υπηκόου τρίτης χώρας που διατηρεί δικαίωμα διαμονής στη Δημοκρατία από Κύπριο πολίτη με σκοπό την εργασία, η ισχύς της οποίας ανανεωνόταν κατά διαστήματα, με την τελευταία εξ’ αυτών να έχει ισχύ μέχρι τις 19.7.2023.

 

Στις 13.7.2023, ο αιτητής υπέβαλε εκ νέου αίτηση για εξασφάλιση άδειας παραμονής και απασχόλησης ως μέλος οικογένειας Κύπριου πολίτη. Η αίτηση απορρίφθηκε με την επίδικη απόφαση ημερομηνίας 9.11.2023, κατά της οποίας καταχωρήθηκε η υπό κρίση προσφυγή στις 20.12.2023.

Ο αιτητής, όπως προκύπτει από τη γραπτή αγόρευση της συνηγόρου του, ισχυρίζεται ότι η προσβαλλόμενη απόφαση πάσχει λόγω εμφιλοχώρησης νομικής και πραγματικής πλάνης, ελλιπούς και/ή μη δεόυσας έρευνας, αλλά και μη επαρκούς αιτιολόγησής της. Προβάλλονται επίσης και προωθούνται ως αυτοτελείς λόγοι ακύρωσης, ισχυρισμοί περί παραβίασης του δικαιώματος προηγούμενης ακρόασης, κατάχρησης και/ή υπέρβασης εξουσίας εκ μέρους των καθ’ ων η αίτηση και κακής ενάσκησης της διακριτικής τους ευχέρειας.

 

Από την πλευρά τους, οι καθ' ων η αίτηση ισχυρίζονται ότι η προσβαλλόμενη απόφαση λήφθηκε ορθά και σύννομα, μετά από διενέργεια της δέουσας έρευνας, κατ' ορθή ενάσκηση της διακριτικής τους εξουσίας και ουδεμία πλάνη εμφιλοχώρησε, πόσω δε μάλλον ουσιώδης, κατά τη λήψη αυτής. Όλα τα γεγονότα αξιολογήθηκαν δεόντως και η αιτιολογία της προσβαλλόμενης απόφασης υπήρξε πλήρης και/ή επαρκής και, εν πάση περιπτώσει, συμπληρώνεται από τον οικείο διοικητικό φάκελο. Περαιτέρω δε, ούτε και ζήτημα παραβίασης του δικαιώματος ακρόασης του αιτητή μπορεί να τίθεται εν προκειμένω.

 

Εξάλλου, προδικαστική ένσταση που ηγέρθη από τους καθ’ ων η αίτηση περί εκπροθέσμου, αποσύρθηκε, ορθώς, κατά το στάδιο των διευκρινίσεων και απορρίφθηκε.

 

Έχω εξετάσει την προσβαλλόμενη απόφαση υπό το πρίσμα του διοικητικού φακέλου και, γενικότερα, όλων των στοιχείων που τέθηκαν ενώπιον του Δικαστηρίου, τα οποία αποτέλεσαν το υπόβαθρο για προώθηση των εκατέρωθεν θέσεων, είτε κατά είτε υπέρ της νομιμότητας της τελικής κατάληξης των καθ’ ων η αίτηση.

 

Θα πρέπει εξ' αρχής να τονιστεί ότι αδίκως διαμαρτύρεται η πλευρά του αιτητή ότι δεν παρασχέθηκε σε αυτόν το δικαίωμα προηγούμενης ακρόασης. Έχει αναγνωριστεί από τη νομολογία ότι το δικαίωμα προηγούμενης ακρόασης υπάρχει όπου ο νόμος ρητά το αναγνωρίζει ή ρητά το επιβάλλει ή σε περιπτώσεις τιμωρητικής φύσης (Φροσούλλα Μυλωνά ν. Δημοκρατίας, Υποθ. Αρ. 1488/2010, ημερ. 30.1.2015, Αριστείδου ν. Δημοκρατίας, Υποθ. Αρ. 232/2008, ημερ. 30.4.2010). Όπως λέχθηκε χαρακτηριστικά στην Παντελής Χριστοφόρου κ.α. ν. Δημοκρατίας, Συνεκδ. Υποθ. Αρ. 2013/12 κ.α., ημερ. 28.1.2014, «το άρθρο 43(1), οριοθετεί ρητά το δικαίωμα ακρόασης ως ισχύον «εκτός από τις περιπτώσεις τις οποίες ο νόμος προβλέπει ρητά». Άτομα συνεπώς στα οποία ο νόμος δεν δίδει προηγούμενο δικαίωμα ακρόασης δεν καλύπτονται, (G.P. Iron & Wood Makers Ltd v. Δημοκρατίας (2008) 3 Α.Α.Δ. 155).». Η υπό εξέταση περίπτωση δεν εμπίπτει στο πεδίο εφαρμογής του περί των Γενικών Αρχών του Διοικητικού Δικαίου Νόμου (Ν.158(Ι)/1999) και δη του άρθρου 43(1) αυτού: σύμφωνα με το εν λόγω άρθρο, το δικαίωμα προηγούμενης ακρόασης παρέχεται «σε κάθε πρόσωπο που θα επηρεαστεί από την έκδοση πράξης ή από τη λήψη διοικητικού μέτρου που είναι πειθαρχικής φύσης ή που έχει το χαρακτήρα της κύρωσης ή που είναι άλλως πως δυσμενούς φύσης». Όπως λέχθηκε στην Παντελής Χριστοφόρου κ.α., ανωτέρω, αναφορικά με την ερμηνεία της εν λόγω διάταξης -

 

«Το άρθρο 43(1) του Νόμου αρ. 158(Ι)/1999, ταξινομεί τις περιπτώσεις παροχής προηγούμενου δικαιώματος ακρόασης όταν η έκδοση πράξης ή το διοικητικό μέτρο που θα ληφθεί είναι «... πειθαρχικής φύσης ή που έχει το χαρακτήρα κύρωσης ή που είναι άλλως πως δυσμενούς φύσης.». Η ερμηνευτική άσκηση που πρέπει να γίνει οφείλει να συμπλέει με την έννοια του κειμένου και η φράση «άλλως πως δυσμενούς φύσης», πρέπει να διαβαστεί ejusdem generis με τις προηγούμενες λέξεις που σαφώς υποδηλώνουν ότι το διοικητικό μέτρο ή η απόφαση επηρεάζει τη σχέση του διοικούμενου με την διοίκηση πειθαρχικώς ή που ενέχει κύρωση, περιέχοντας δηλαδή μομφή ως προς τον τρόπο ενάσκησης των καθηκόντων του διοικούμενου ή άπτεται της προσωπικότητας και αξιοπρέπειας του.  Με άλλα λόγια, το «άλλως πως δυσμενούς φύσης», διαβάζεται ως ανήκον στην ίδια κατηγορία με τα προηγηθέντα και όχι ανεξάρτητα και αυτόνομα.».

 

Είναι σαφές ότι και στην υπό κρίση περίπτωση, η προσβαλλόμενη απόφαση σαφώς και δεν εμπίπτει στην εμβέλεια της διάταξης του άρθρου 43(1), αφού δεν αποτελεί ούτε κύρωση αλλ' ούτε μέτρο πειθαρχικής φύσης (βλ. και τις αποφάσεις του παρόντος Δικαστηρίου στις THE VEGETABLES PRODUCERS AND EXPORTERS LTD ν. Δημοκρατίας, Υποθ. Αρ. 34/2018, ημερ. 30.6.2020, Σολωμού ν. Δημοκρατίας, Υποθ. Αρ. 1606/2015, ημερ. 6.9.2018 και πολύ πρόσφατα στην Ανδρέας Νικολάου κ.α. ν. Δημοκρατίας, Υποθ. Αρ. 1576/2022 (i-Justice), ημερ. 12.1.2026).

 

Ενόψει των πιο πάνω, ο συγκεκριμένος προβαλλόμενος λόγος ακύρωσης κρίνεται αβάσιμος και απορρίπτεται.

 

Όπως έχει προαναφερθεί, στην επίδικη επιστολή του Τμήματος προς τον αιτητή, ημερομηνίας 9.11.2023, αναφέρεται ότι η αίτηση του αιτητή ημερομηνίας 13.7.2023 για έκδοση άδειας προσωρινής διαμονής και απασχόλησης ως μέλος οικογένειας Κύπριου πολίτη, απορρίφθηκε καθότι αυτός δεν διατηρεί δικαίωμα διαμονής από Κύπριο πολίτη. Πέραν όμως τούτου, ουδέν. Πουθενά δεν αναφέρεται, έστω στοιχειωδώς, ο λόγος για τον οποίο οι καθ' ων η αίτηση κατέληξαν σε αυτή την διαπίστωση, ήτοι γιατί έκριναν ότι ο αιτητής δεν διατηρεί δικαίωμα διαμονής από Κύπριο πολίτη, αλλ' ούτε και γίνεται οποιαδήποτε αναφορά σε νομική βάση της προσβαλλόμενης απόφασης. Απουσιάζει, δηλαδή, οποιαδήποτε αναφορά στους πραγματικούς και νομικούς λόγους λήψης της επίδικης κρίσης, με αποτέλεσμα να μην καθίσταται αντιληπτό το σκεπτικό και/ή ο συλλογισμός της Διοίκησης και/ή ο λόγος για τον οποίο αποφασίστηκε η απόρριψη της αίτησης του αιτητή. Μάλιστα, η σύγχυση και η ασάφεια επιτείνονται από το υπηρεσιακό σημείωμα Λειτουργού του Τμήματος, ημερομηνίας 29.8.2023 (παράρτημα 15 στο δικόγραφο της ένστασης), το οποίο ετοιμάστηκε στο πλαίσιο εξέτασης της επίδικης αίτησης του αιτητή και στο οποίο αναφέρεται ότι η αίτηση απορρίφθηκε, καθότι «[.] όπως προκύπτει από το Μεταναστευτικό Ιστορικό του αλλοδαπού αυτός καταχράστηκε τις υπάρχουσες διαδικασίες με απώτερο σκοπό την εξασφάλιση της παραμονής του στη Δημοκρατία». Βεβαίως, η συγκεκριμένη αιτιολογία είναι άσχετη και/ή ξεκάθαρα διαφοροποιείται από τον λόγο απόρριψης της αίτησης, ο οποίος εκτίθεται στην επίδικη επιστολή ημερομηνίας 9.11.2023. Ούτε και καθίσταται αντιληπτό πως η δοθείσα αιτιολογία σχετίζεται με την αναφορά της Λειτουργού, στο ίδιο σημείωμα, ότι το ζεύγος «δεν έχει εισέλθει σε μια κοινή σοβαρή μακροπρόθεσμη νομική ή οικονομική δέσμευση από κοινού, δεν μοιράζονται γονικές υποχρεώσεις και ο γάμος δεν είχε διαρκέσει για μεγάλο χρονικό διάστημα». Υπενθυμίζεται ότι αυτό που εξετάζεται εν προκειμένω είναι γιατί ο αιτητής δεν αντλεί δικαίωμα διαμονής στη Δημοκρατία από Κύπριο πολίτη και όχι η γνησιότητα του γάμου του με την προαναφερθείσα Ελληνοκύπρια.

 

Αντίθετα, αυτό που καθίσταται εύκολα αντιληπτό, είναι ότι πρόκειται για μια παντελώς αναιτιολόγητη απόφαση, της οποίας είναι ανέφικτος ο δικαστικός έλεγχος, ως η νομολογία πάγια και διαχρονικά επιτάσσει (L.A.S. BOATING LTD, ν. Δημοκρατίας, ΕΔΔ 37/2017, ημερ. 26.10.2023, Στέφανος Φράγκου ν. Δημοκρατίας (1998) 3 Α.Α.Δ. 270). Έχει, όμως, κατ' επανάληψη νομολογηθεί η ανάγκη για σαφή αιτιολόγηση της διοικητικής πράξης, ούτως ώστε να μην αφήνονται αμφιβολίες ως προς το ποιος ήταν ο πραγματικός λόγος που οδήγησε το διοικητικό όργανο στη λήψη της απόφασης (βλ. και άρθρο 28(1) του Νόμου 158(Ι)/1999). Θα πρέπει, σε αντίθεση με ό,τι συμβαίνει εν προκειμένω, να παρατίθενται οι πραγματικοί και νομικοί λόγοι που αποτέλεσαν το έρεισμα της διοικητικής απόφασης (Φράγκου, ανωτέρω). Αντίθετα, αιτιολογία που διατυπώνεται κατά τρόπο γενικό και αόριστο, ούτως ώστε να μην προκύπτει πως και στη βάση ποιων πραγματικών γεγονότων και νομοθετικών διατάξεων διαμορφώθηκε η κρίση της Διοίκησης, είναι αόριστη και ελλιπής, εφόσον το Δικαστήριο δεν έχει στη διάθεσή του συγκεκριμένα στοιχεία επιδεκτικά δικαστικής εκτίμησης και άσκησης δικαστικού ελέγχου (Χρίστος Πετρώνδας ν. Δημοκρατίας (1969) 3 Α.Α.Δ. 214, Παπαγεωργίου ν. Δημοκρατίας (1984) 3 Α.Α.Δ. 1348).

 

Ούτε και υφίσταται δυνατότητα συμπλήρωσης της αιτιολογίας από το περιεχόμενο του οικείου διοικητικού φακέλου, ως ο συνήγορος των καθ’ ων η αίτηση αόριστα και γενικά ισχυρίζεται. Μάλιστα, όπως έχει ήδη λεχθεί, η κατάσταση περιπλέκεται και το πρόβλημα έλλειψης αιτιολογίας επιτείνεται από το προαναφερθέν υπηρεσιακό σημείωμα ημερομηνίας 29.8.2023, το οποίο, σε κάθε περίπτωση, δεν βοηθά στη συμπλήρωση της αιτιολογίας της επίδικης απόφασης, αφού ουδέν αναφέρεται σε σχέση με τον συγκεκριμένο λόγο απόρριψης της αίτησης του αιτητή, που περιέχεται στην επίδικη επιστολή ημερομηνίας 9.11.2023.

 

Περαιτέρω, την έλλειψη επαρκούς αιτιολόγησης της προσβαλλόμενης απόφασης δεν μπορεί να συμπληρώσει η  γραπτή αγόρευση των καθ' ων η αίτηση. Τα όσα γενικόλογα αναφέρονται στην εν λόγω αγόρευση σε σχέση με το ζήτημα της επάρκειας της δοθείσας αιτιολογίας, ουδόλως καλύπτουν το υφιστάμενο κενό αιτιολόγησης της προσβαλλόμενης απόφασης. Υπενθυμίζεται, συναφώς, ότι κατά πάγια νομολογία, η συμπλήρωση της αιτιολογίας από το διοικητικό φάκελο, επιτρέπεται μόνον όταν τα απαιτούμενα στοιχεία προκύπτουν από το φάκελο κατά τρόπο βέβαιο και αναντίλεκτο (Χρίστος Παναγιωτίδης ν. Δημοκρατίας (1998) 3 Α.Α.Δ. 342). Εν προκειμένω, δεν έγινε από τους καθ' ων η αίτηση παραπομπή σε οποιοδήποτε άλλο στοιχείο ή/και έγγραφο του διοικητικού φακέλου που να στοιχειοθετεί τη νομική και πραγματική βάση της προσβαλλόμενης απόφασης. Εν πάση δε περιπτώσει, τα όσα, έστω αόριστα και γενικόλογα, αναφέρονται στην γραπτή αγόρευση των καθ' ων η αίτηση, όπως λ.χ. ότι ο αιτητής «δεν πληρούσε τις αντικειμενικές προϋποθέσεις του νόμου για να αποκτήσει άδεια παραμονής ως μέλος οικογένειας πολίτη της Ένωσης», ουδόλως διαφοροποιούν τα πράγματα και ουδόλως μπορούν να καλύψουν την πλήρη απουσία αιτιολογίας της επίδικης απόφασης, αλλά μάλλον συνιστούν αποτυχημένη απόπειρα εισαγωγής αιτιολογίας εκ των υστέρων, η οποία βεβαίως και είναι ανεπίτρεπτη: κατά τη νομολογία, η αιτιολογία της διοικητικής πράξης θα πρέπει να δίδεται κατά το χρόνο λήψης και/ή έκδοσης της εν λόγω πράξης από το αρμόδιο διοικητικό όργανο και ισχυρισμοί που προβάλλονται εκ των υστέρων από τους δικηγόρους δεν μπορούν να αποτελέσουν μέρος της αιτιολογίας της προσβαλλόμενης απόφασης (βλ. Χριστίνα Τσιαντή κ.α. ν. Διευθυντή Τμήματος Πολεοδομίας και Οικήσεως (2008) 4 Α.Α.Δ. 824, καθώς και τις αποφάσεις του παρόντος Δικαστηρίου στην C. LIASIDES EXHIBITIONWISE LTD ν. Δημοκρατίας, Υποθ. Αρ. 230/2018, ημερ. 9.9.2022, MENDEL CENTER FOR BIOMEDICAL SCIENCES ν. Δημοκρατίας, Υποθ. Αρ. 412/2018, ημερ. 10.5.2022 και Μ.Α. ν. Δημοκρατίας, Υποθ. Αρ. 1038/2020, ημερ. 22.9.2023).

 

Ούτε, βεβαίως, και συνιστά έργο του Δικαστηρίου η πρωτογενής αξιολόγηση των στοιχείων του φακέλου για να εντοπίσει το σκεπτικό της Διοίκησης και/ή τη νομική βάση της προσβαλλόμενης απόφασης, προκειμένου να κρίνει αν η επίδικη κρίση είναι επαρκώς αιτιολογημένη (Συμεωνίδου κ.α. ν. Κυπριακή Δημοκρατία (1997) 3 Α.Α.Δ. 145, Κ.A. Preston v. Υπουργείου Εσωτερικών, Ε.Δ.Δ. αρ.189/19, ημερ. 10.12.2020). Κάτι τέτοιο, υπό το φως και της προεκτεθείσας νομολογίας, θα εξέφευγε των ορίων της ίδιας της φύσης του αναθεωρητικού ελέγχου του Δικαστηρίου τούτου. Εν προκειμένω, επαναλαμβάνω, απαιτείτο παράθεση του σκεπτικού της Διοίκησης και/ή των πραγματικών λόγων και των νομοθετικών διατάξεων, που αποτέλεσαν το έρεισμα της διοικητικής απόφασης (Φράγκου, ανωτέρω). Ιδιαίτερα δε από τη στιγμή που οι καθ’ ων η αίτηση, με την προηγούμενη συμπεριφορά τους, όπως προκύπτει από τον διοικητικό φάκελο και το προαναφερθέν υπηρεσιακό σημείωμα, κατ’ επανάληψη, και συγκεκριμένα τέσσερεις φορές, μετά την δικαστική διάλυση του γάμου του αιτητή, είχαν εγκρίνει την αίτησή του για χορήγηση άδειας διαμονής της στη Δημοκρατία, ως άλλου υπηκόου τρίτης χώρας που διατηρεί δικαίωμα διαμονής στη Δημοκρατία από Κύπριο πολίτη με σκοπό την εργασία.

 

Η ανάγκη για σαφή και επαρκή αιτιολόγηση της διοικητικής πράξης, ώστε να μην αφήνονται αμφιβολίες ως προς το ποιος ήταν ο πραγματικός λόγος που οδήγησε το διοικητικό όργανο στη λήψη της απόφασης, είναι απαραίτητη. Θα πρέπει να παρατίθενται οι πραγματικοί και νομικοί λόγοι που αποτέλεσαν το έρεισμα της διοικητικής απόφασης και να τίθενται με την απαιτούμενη σαφήνεια τα κριτήρια βάσει των οποίων η Διοίκηση άσκησε τη διακριτική της ευχέρεια, ούτως ώστε και καθίσταται εφικτός ο δικαστικός έλεγχος και να αποκαλύπτεται η επάρκεια της διενεργηθείσας έρευνας. Αυτό δεν έγινε στην υπό κρίση περίπτωση.

 

Αξίζει να σημειωθεί ότι την ίδια προσέγγιση ακολούθησε το Δικαστήριο τούτο πρόσφατα, στην J.W. ν. Δημοκρατίας, Υποθ. Αρ. 935/2022 (i-Justice), ημερ. 14.1.2025, στην M.M.R. ν. Δημοκρατίας, Υποθ. Αρ. 2142/2022 (i-Justice), ημερ. 24.6.2025, αλλά και και ακόμα πιο πρόσφατα στην Ε.Ε.Α. ν. Δημοκρατίας, Υποθ. Αρ. 2253/2022 (i-Justice), ημερ. 23.10.2025, σε υποθέσεις με παρόμοια γεγονότα με αυτά της παρούσας περίπτωσης, όπου διαπιστώθηκε βάσιμος λόγος ακύρωσης σε σχέση με την δοθείσα αιτιολογία. Έφεση κατ' αυτών των αποφάσεων δεν ασκήθηκε.

 

Καταλήγω, λοιπόν, ότι υφίσταται εν προκειμένω κενό αιτιολόγησης της επίδικης απόφασης, αλλά και, σε άμεση συνάρτηση και στη βάση των πιο πάνω ευρημάτων, κενό έρευνας.

 

Αυτές οι διαπιστώσεις αναπόφευκτα οδηγούν στην ακύρωση της προσβαλλόμενης πράξης, χωρίς να απαιτείται η εξέταση άλλων ζητημάτων που έχουν εγερθεί.

 

Η προσφυγή επιτυγχάνει και η προσβαλλόμενη απόφαση ακυρώνεται. Επιδικάζονται €2000 έξοδα υπέρ του αιτητή και εναντίον των καθ’ ων η αίτηση, πλέον Φ.Π.Α..  

 

 

 

 

Φ. ΚΩΜΟΔΡΟΜΟΣ, Π.Δ.Δ.


cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο