TANI AOUAD ν. ΚΥΠΡΙΑΚΗ ΔΗΜΟΚΡΑΤΙΑ, ΜΕΣΩ ΥΠΟΥΡΓΕΙΟΥ ΕΣΩΤΕΡΙΚΩΝ, Υπόθεση Αρ. 337/2024, 9/1/2026
print
Τίτλος:
TANI AOUAD ν. ΚΥΠΡΙΑΚΗ ΔΗΜΟΚΡΑΤΙΑ, ΜΕΣΩ ΥΠΟΥΡΓΕΙΟΥ ΕΣΩΤΕΡΙΚΩΝ, Υπόθεση Αρ. 337/2024, 9/1/2026

ΔΙΟΙΚΗΤΙΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ                                                                       

(Υπόθεση Αρ. 337/2024 (i-Justice))

 

9 Ιανουαρίου 2026

[ΚΩΜΟΔΡΟΜΟΣ, Πρόεδρος]

 

ΑΝΑΦΟΡΙΚΑ ΜΕ ΤΟ ΑΡΘΡΟ 146 ΤΟΥ ΣΥΝΤΑΓΜΑΤΟΣ

 

    TANI AOUAD

                                                                             Αιτητής

                                                    ΚΑΙ

ΚΥΠΡΙΑΚΗ ΔΗΜΟΚΡΑΤΙΑ, ΜΕΣΩ

                          ΥΠΟΥΡΓΕΙΟΥ ΕΣΩΤΕΡΙΚΩΝ

Καθ’ ων  η Αίτηση

 

Δ. Τσολακίδης, για Δημήτρης Τσολακίδης Δ.Ε.Π.Ε., για Αιτητή

Ν. Νικολάου (κα), για Γενικό Εισαγγελέα της Δημοκρατίας, για Καθ’ ων η Αίτηση

 

ΑΠΟΦΑΣΗ

 

ΚΩΜΟΔΡΟΜΟΣ, Π.Δ.Δ.: Με την υπό εξέταση προσφυγή, ο αιτητής στρέφεται κατά της νομιμότητας και εγκυρότητας της απόφασης του Υπουργού Εσωτερικών («ο Υπουργός»), που περιέχεται σε επιστολή του Τμήματος Αρχείου Πληθυσμού και Μετανάστευσης («το Τμήμα»), ημερομηνίας 14.12.2023 και σύμφωνα με την οποία απορρίφθηκε η αίτησή του για απόκτηση της Κυπριακής υπηκοότητας με πολιτογράφηση, βάσει, όπως αναφέρεται στην εν λόγω επιστολή, του μεταναστευτικού του ιστορικού και συγκεκριμένα λόγω της τέλεσης τριών (3) γάμων στη Κυπριακή Δημοκρατία, εκ των οποίων ο πρώτος ήταν γάμος ευκαιρίας, για να εξασφαλίσει ο αιτητής την παραμονή του στη Δημοκρατία, ενώ, επιπλέον, δεν είχε αυτός ενταχθεί σε ικανοποιητικό βαθμό στην Κυπριακή κοινωνία.  

 

Ο αιτητής είναι υπήκοος Λιβάνου, γεννηθείς κατά το έτος 1969, ο οποίος στις 2.3.2022, υπέβαλε αίτηση για απόκτηση της Κυπριακής υπηκοότητας δια πολιτογραφήσεως.

 

Στο πλαίσιο εξέτασης της εν λόγω αίτησης, διενεργήθηκε προσωπική συνέντευξη στον αιτητή, στις 13.3.2023, ενώ στη συνέχεια, στις 25.3.2023, ετοιμάστηκε και την 31.3.2023 υποβλήθηκε σχετική Έκθεση στον Υπουργό, ο οποίος τελικά, στις 4.4.2023, αποφάσισε να απορρίψει την αίτηση.

 

Η επίδικη απόφαση εστάλη στον αιτητή διά της προαναφερθείσας επιστολής ημερομηνίας 14.12.2023 και στις 27.2.2024, καταχωρήθηκε η υπό κρίση προσφυγή.

 

Σημειώνεται ότι στις 6.3.2008, όπως προκύπτει από τον σχετικό διοικητικό φάκελο, είχε απορριφθεί από το Τμήμα, αίτηση του αιτητή για έκδοση προσωρινής άδειας διαμονής του στη Δημοκρατία, καθότι διαπιστώθηκε ότι αυτός δεν συζούσε με την τότε Κύπρια σύζυγό του. Καλείτο δε ο αιτητής να αποχωρήσει άμεσα από τη Δημοκρατία.

 

Στην προμετωπίδα της επιχειρηματολογίας του συνηγόρου του αιτητή, βρίσκεται ο ισχυρισμός ότι η επίδικη απόφαση λήφθηκε χωρίς τη διενέργεια της δέουσας έρευνας εκ μέρους των καθ’ ων η αίτηση και υπό καθεστώς πραγματικής πλάνης. Κατά τη σχετική εισήγηση, οι καθ’ ων η αίτηση στήριξαν την επίδικη κρίση τους σε γεγονότα που είχαν λάβει χώρα είκοσι (20) χρόνια πριν από την υποβολή της αίτησης για πολιτογράφηση και δη στο γάμο του αιτητή που έγινε το 2002, για τον οποίο μάλιστα, ως προβάλλει ο κ. Τσολακίδης, δεν υπάρχει οποιοδήποτε μεμπτό στοιχείο ή/και οποιαδήποτε επίσημη απόφαση της Συμβουλευτικής Επιτροπής για Εικονικούς Γάμους ότι επρόκειτο για γάμο ευκαιρίας ή για γάμο που τελέστηκε με μοναδικό σκοπό την παραμονή του αιτητή στη Δημοκρατία. Ο δε αιτητής, συνεχίζει ο συνήγορός του, απάντησε με σχετική άνεση στις ερωτήσεις που του υποβλήθηκαν κατά την προσωπική συνέντευξη και από πουθενά δεν μπορεί να εξαχθεί το συμπέρασμα ότι αυτός δεν έχει ενταχθεί σε ικανοποιητικό βαθμό στην Κυπριακή κοινωνία, καθώς και ότι δεν έχει επαρκείς πόρους για τη συντήρησή του. Όλα τα πιο πάνω, ως υποβάλλει ο κ. Τσολακίδης, πέραν της μη διενέργειας της δέουσας έρευνας, καταδεικνύουν ότι η Διοίκηση ενήργησε μηχανιστικά και καταχρηστικά, κατά παράβαση του νόμου και με απώτερο σκοπό την απόρριψη της αίτησης του αιτητή.

 

Έτερος προβαλλόμενος λόγος ακύρωσης που προωθείται, έγκειται στον ισχυρισμό ότι η προσβαλλόμενη απόφαση εκδόθηκε καθ’ υπέρβαση εξουσίας και παραβίαζει την αρχή της χρηστής διοίκησης και, συνακόλουθα, τα άρθρα 44 και 48 του περί των Γενικών Αρχών του Διοικητικού Δικαίου Νόμου (Ν.158(Ι)/1999).

 

Τέλος, ο συνήγορος του αιτητή ισχυρίζεται ότι η προσβαλλόμενη απόφαση πάσχει, καθότι στερείται αυτή επαρκούς και/ή της δέουσας αιτιολογίας, με αποτέλεσμα να καθίσταται ανέφικτη η διενέργεια του απαιτούμενου δικαστικού ελέγχου.

 

Αντίλογος δεν υπήρξε εκ μέρους των καθ’ ων η αίτηση, οι οποίοι, λόγω της παράλειψης καταχώρησης ένστασης εκ μέρους των συνηγόρων τους και/ή της κατ’ επανάληψη μη συμμόρφωσης με τις σχετικές προς τούτο οδηγίες του Δικαστηρίου, απώλεσαν το δικαίωμα καταχώρησης ένστασης και, κατ’ επέκταση, γραπτής αγόρευσης. Η παρούσα απόφαση εκδόθηκε μετά από εξέταση του περιεχομένου του σχετικού διοικητικού φακέλου που προσκομίστηκε κατά τις διευκρινίσεις από τη συνήγορο των καθ’ ων η αίτηση, καθώς και της αίτησης ακυρώσεως και της γραπτής αγόρευσης του συνηγόρου του αιτητή.

 

Στο άρθρο 111 του περί Αρχείου Πληθυσμού Νόμου (Ν. 141(Ι)/2002), ως αυτός ίσχυε κατά τον ουσιώδη χρόνο («ο Νόμος»), προβλέπεται η διακριτική ευχέρεια του Υπουργού να χορηγήσει πιστοποιητικό πολιτογράφησης σε οποιονδήποτε αλλοδαπό ενήλικα, «ο οποίος ικανοποιεί τον Υπουργό ότι κατέχει τα προσόντα για πολιτογράφηση σύμφωνα με τις διατάξεις του Τρίτου Πίνακα». Με βάση την προεκτεθείσα διάταξη, είναι ξεκάθαρο ότι ο Νόμος παρέχει στον Υπουργό τη διακριτική εξουσία να αποδεχθεί το αίτημα για απόκτηση της Κυπριακής υπηκοότητας με πολιτογράφηση. Αυτό, βεβαίως, σε πλήρη συμβατότητα με την πάγια και διαχρονική νομολογία επί του θέματος, αφού έχει κατ’ επανάληψη τονιστεί μέσα από τις αποφάσεις του Ανωτάτου Δικαστηρίου, και πιο πρόσφατα του Ανωτάτου Συνταγματικού Δικαστηρίου και του Διοικητικού Δικαστηρίου, ότι το ζήτημα της χορήγησης της Κυπριακής υπηκοότητας, άπτεται των κυριαρχικών δικαιωμάτων της Δημοκρατίας να επιλέγει τους πολίτες της και, επομένως, το ακυρωτικό Δικαστήριο δύσκολα επεμβαίνει στην άσκηση τέτοιας εξουσίας. Όπως λέχθηκε στην απόφαση του Ανωτάτου Συνταγματικού Δικαστηρίου στην Oleg Nagorny v. Δημοκρατίας, Ε.Δ.Δ. 205/19, ημερ. 25.10.2024, με αναφορά και στην Rami Makhlouf κ.α. ν. Δημοκρατίας, Ε.Δ.Δ. 21/17, ημερ. 10.9.2024, το δικαίωμα μιας χώρας να ρυθμίζει την είσοδο και παραμονή αλλοδαπών στο έδαφός της, αποτελεί, σύμφωνα με το διεθνές δίκαιο, έκφραση της κυριαρχίας της (βλ. και Moyo and Another v. Republic (1988) 3 CLR 1203) και η διακριτική ευχέρεια του κράτους σε τέτοιες περιπτώσεις «είναι ευρεία, σχεδόν απεριόριστη, νοουμένου ότι ασκείται με καλή πίστη (Michael Kamel Barakat  v. Δημοκρατίας (1991) 4 Α.Α.Δ. 916, Lucien Chlala v. Δημοκρατίας (1991) 4 Α.Α.Δ. 3371)». Στην Reyes v. Δημοκρατίας, Α.Ε. 181/2012, ημερ. 24.10.2018 (βλ. και Ήρωα ν. Δημοκρατίας (2005) 3 Α.Α.Δ. 307), τονίστηκε χαρακτηριστικά ότι, εφόσον τηρείται η αρχή της καλής πίστης, η κρίση της Δημοκρατίας να επιλέξει τα άτομα στα οποία θα παράσχει την υπηκοότητά της, αναγνωρίζεται κατά τα άλλα ως απόλυτη, το δε τεκμήριο της καλόπιστης άσκησης της διακριτικής ευχέρειας παραμένει έγκυρο, μέχρι απόδειξης του αντιθέτου (Suleiman v. Republic (1987) 3 C.L.R. 224).

 

Τονίζεται, επιπρόσθετα, ότι, κατά πάγια επίσης νομολογία, ακόμα και η υφ’ ενός αιτητή κατοχή όλων των υπό του Νόμου προβλεπόμενων τυπικών προσόντων για απόκτηση της Κυπριακής υπηκοότητας, απλώς γεννά το δικαίωμα υποβολής του σχετικού αιτήματος, αλλά δεν παρέχει αφ’ εαυτής δικαίωμα στον αλλοδαπό για απόκτηση της υπηκοότητας (Reyes, ανωτέρω) και δεν οδηγεί αυτομάτως στην έγκριση της αίτησης (AYMAN M. KAMMIS ν. Δημοκρατίας, Υποθ. Αρ. 96/2011, ημερ. 26.3.2015, ECLI:CY:AD:2015:D214, Νabil Mohamed Adel Fattah Amer v. Δημοκρατίας (2011) 3 Α.Α.Δ. 66, Sohrab Bigvand v. Δημοκρατίας, Υποθ. Αρ. 1178/2008, ημερ. 12.11.2009).

Συνεπώς, αυτό που εξετάζεται σε περιπτώσεις ως η υπό κρίση, είναι το κατά πόσον η Διοίκηση, κατά την ενάσκηση της διακριτικής της ευχέρειας, ενεργεί καλόπιστα. Η τήρηση της αρχής της καλής πίστης είναι ο μόνος φραγμός που έθεσε η νομολογία στην ενάσκηση της εν λόγω εξουσίας. Εφόσον η εξουσία ασκείται καλόπιστα και δεν παραβιάζονται τα δικαιώματα του αλλοδαπού, ως αυτά προστατεύονται από το Σύνταγμα και τις διεθνείς συμβάσεις, το Δικαστήριο δεν επεμβαίνει (βλ. Amanda Marga Ltd v. The Republic (1985) 3 C.L.R. 2583, Balalas v. Δημοκρατίας (1988) 3 Α.Α.Δ. 2127 και την απόφαση του Ευρωπαϊκού Δικαστηρίου Moustaquim v. Belgium, Series A, No.193, σελ.19). Υπάρχει δε μαχητό τεκμήριο ότι οποιαδήποτε τέτοια ενέργεια της Διοίκησης, είναι καλόπιστη (Suleiman, ανωτέρω).

 

Εντούτοις, παρατηρώ ότι στην υπό κρίση περίπτωση, η πλευρά του αιτητή σε κανένα σημείο της γραπτής της αγόρευσης δεν ισχυρίζεται, ούτε καν αναφέρει, οτιδήποτε περί παραβίασης της αρχής της καλής πίστης εκ μέρους των καθ’ ων η αίτηση. Με αποτέλεσμα, και υπό το φως της προεκτεθείσας νομολογίας, να διαπιστώνεται από αυτό το στάδιο, ότι δεν έχει πιθανότητες επιτυχίας η υπό εξέταση προσφυγή, η οποία δι’ αυτού και μόνον του λόγου υπόκειται άνευ ετέρου σε απόρριψη (βλ. και τις αποφάσεις του παρόντος Δικαστηρίου στην O.R. v. Δημοκρατίας, Υποθ. Αρ. 789/2023, ημερ. 17.9.2025 και πιο πρόσφατα στην S.Z. v. Δημοκρατίας, Υποθ. Αρ. 2033/2022 (i-Justice), ημερ. 3.10.2025).

 

Εν πάση όμως περιπτώσει, και προς ολοκλήρωση του σκεπτικού του Δικαστηρίου, παρατίθενται και τα εξής:

 

Εν προκειμένω, η αίτηση του αιτητή απορρίφθηκε στη βάση του άρθρου 111 του Νόμου, για τους λόγους που έχουν προεκτεθεί και οι οποίοι αναφέρονται στην επιστολή ημερομηνίας 14.12.2023. Η παρούσα αποτελεί περίπτωση που η αιτιολογία της προσβαλλόμενης απόφασης συμπληρώνεται από τα στοιχεία του διοικητικού φακέλου, συμφώνως του άρθρου 29 του Νόμου 158(Ι)/1999, αλλά και της πάγιας επί του θέματος νομολογίας (Σανταφιανός ν. Δημοκρατίας, Α.Ε. 108/2015, ημερ. 3.6.2022, ECLI:CY:AD:2022:C227, Θεοδωρίδου ν. Δημοκρατίας (1984) 3 Α.Α.Δ. 146, Ιερά Αρχιεπισκοπή Κύπρου κ.α. ν. Δημοκρατίας (1990) 3 Α.Α.Δ. 1171, Διογένους ν. Δημοκρατίας (1999) 4 Α.Α.Δ., 371). Ειδικότερα, τα όσα αναφέρονται στην Έκθεση της Λειτουργού του Τμήματος προς τον Υπουργό, μέσω της Διευθύντριας, ημερομηνίας 25.3.2023, η οποία ετοιμάστηκε στο πλαίσιο εξέτασης της αίτησης του αιτητή για πολιτογράφηση, και με την οποία υποβάλλεται η εισήγηση για απόρριψη της εν λόγω αίτησης, εισήγηση με την οποία ο Υπουργός συμφώνησε, στοιχειοθετούν επαρκώς τη νομιμότητα της προσβαλλόμενης απορριπτικής απόφασης, κατά τρόπο που να παρέχονται στο Δικαστήριο τα απαραίτητα εκείνα, ειδικά και συγκεκριμένα, στοιχεία, που να οδηγούν στη διακρίβωση της νομιμότητας της διοικητικής πράξης (Λ. Σκυλλουριώτης v. Δήμου Λευκωσίας, ΕΕΔ 38/2016, ημερ. 1.7.2022, Eurofarm (P. Neophytou) Ltd ν. Δημοκρατίας Α.Ε.142/2015, ημερ. 4.4.2023, ECLI:CY:AD:2023:A121, ANDRELIA PAPHOS LTD ν. Δημοκρατίας, ΕΕΔ 49/2019, ημερ. 23.10.2023) και να καθίσταται εφικτή η διενέργεια του απαιτούμενου δικαστικού ελέγχου, ως η νομολογία πάγια και διαχρονικά επιτάσσει (Στέφανος Φράγκου ν. Δημοκρατίας (1998) 3 Α.Α.Δ. 270, L.A.S. BOATING LTD ν. Δημοκρατίας, Ε.Δ.Δ. 37/2017, ημερ. 26.10.2023). Στην εν λόγω Έκθεση (σελιδ. 120-116 στον διοικητικό φάκελο που κατατέθηκε και σημειώθηκε ως «Τεκμήριο 1Β»), εκτίθενται στοιχεία αναφορικά με τη διαμονή και εργασία του αιτητή στη Δημοκρατία, καθώς και οι οικογενειακοί και εργασιακοί/οικονομικοί δεσμοί του στη χώρα, καταγράφεται η διαπίστωση ότι αυτός πληροί τα τυπικά προσόντα για πολιτογράφηση, ενώ προκύπτει ότι λήφθηκε υπόψη και η προσωπική συνέντευξη του αιτητή. Στο τέλος δε της Έκθεσης, στο πλαίσιο της υποβληθείσας, δυνάμει του άρθρου 111 του Νόμου, απορριπτικής εισήγησης, διατυπώνεται η θέση ότι προκύπτουν στοιχεία σύμφωνα με τα οποία η πολιτογράφηση του αιτητή δεν θα εξυπηρετούσε το δημόσιο συμφέρον και τα συμφέροντα της πολιτείας, ενώ καταλήγει η εισήγηση ως εξής:

«Το υπό αναφορά πρόσωπο [σημ.: ο αιτητής] φαίνεται πως προσπάθησε να ή/και εξαπάτησε τις αρχές και καταχράστηκε τις διοικητικές διαδικασίες, γεγονός που τον καθιστά αναξιόπιστο. Συγκεκριμένα, ο αιτητής τέλεσε 3 γάμους, ο πρώτος ήταν γάμος ευκαιρίας, για να εξασφαλίσει την παραμονή του στην  Κύπρο καθότι δεν βρέθηκε να συμβιώνει με τη σύζυγο του (Ερ. 149-150/Ι). Το γεγονός αυτό δείχνει επίσης την αστάθεια χαρακτήρα του.

ή/και

Το υπό αναφορά πρόσωπο δεν έχει ενταχθεί σε ικανοποιητικό βαθμό στην κυπριακή κοινωνία. Συγκεκριμένα, δεν γνωρίζει καλά την κυπριακή ιστορία παρόλο που μιλά καλά την Ελληνική γλώσσα. Οι πόροι συντήρησης του δεν είναι επαρκείς. Προηγούμενη αίτηση του για πολιτογράφηση απορρίφθηκε καθότι δεν πληρούσε τα τυπικά προσόντα παραμονής (Ερ. 121/Ι).»

 

Με την πιο πάνω εισήγηση συμφώνησε ο Υπουργός και έλαβε την επίδικη απόφαση.

 

Σημειώνεται συναφώς ότι, όπως προκύπτει από σχετική επιστολή του Υπεύθυνου Κλιμακίου Αλλοδαπών Λευκωσίας προς τον Διοικητή της ΥΑΜ, ημερομηνίας 26.12.2010 (σελιδ. 150-149 στον διοικητικό φάκελο που κατατέθηκε και σημειώθηκε ως «Τεκμήριο 1Α» κατά τις διευκρινίσεις), πράγματι, διενεργήθηκε έρευνα αναφορικά με τη γνησιότητα του γάμου του αιτητή, στο πλαίσιο της οποίας έγιναν και δυο επιτόπιοι έλεγχοι στην δηλωθείσα διεύθυνση διαμονής του ζεύγους, από την οποία προέκυψε η διαπίστωση ότι «ο γάμος του ζεύγους εξ’ αρχής σκοπό είχε να εξασφαλίζει ο αλλοδαπός [σημ.: αιτητής] την νόμιμη παραμονή του στην Κύπρο» και υποβλήθηκε η εισήγηση όπως ο φάκελος του αιτητή αποσταλεί στην Συμβουλευτική Επιτροπή για τους Εικονικούς Γάμους και ο αιτητής κληθεί να αναχωρήσει από τη Δημοκρατία.

 

Έτι δε περαιτέρω, παρατηρώ ότι και στο έντυπο προσωπικής συνέντευξης (αρ. σελίδωσης 108 στον διοικητικό φάκελο που κατατέθηκε και σημειώθηκε ως «Τεκμήριο 1Β» κατά τις διευκρινίσεις), καταγράφεται, μεταξύ άλλων, ότι ο αιτητής δεν απάντησε ορθά στις περισσότερες/όλες ερωτήσεις που του υποβλήθηκαν σχετικά με την κυπριακή ιστορία και πραγματικότητα.

 

Κρίνω ότι η κατάληξη των καθ' ων η αίτηση επί της αιτήσεως του αιτητή στοιχειοθετείται επαρκώς και δεν διαπιστώνεται κενό αιτιολογίας. Λαμβανομένων δε υπόψη των πιο πάνω, περιλαμβανομένου και του ιστορικού του αιτητή στη Δημοκρατία και υπό το φως των αρχών και κατευθυντήριων που έχουν εκτεθεί ανωτέρω και έχοντας βεβαίως ως αφετηρία ότι η πολιτογράφηση είναι μία εξουσία που ανάγεται στην κυρίαρχη φύση του κράτους, το οποίο και μπορεί να παραχωρήσει υπηκοότητα σε πρόσωπα τα οποία επιθυμεί, με μόνο περιορισμό της την ανάγκη επίδειξης καλής πίστης, τα όσα αναφέρει ο συνήγορος του αιτητή στη γραπτή του αγόρευση, ουδόλως μπορούν να προσθέσουν στην επιχειρηματολογία του περί απόφασης παράνομης και/ή πεπλανημένης, ενώ ούτε και εντοπίζεται κενό έρευνας.

 

Αντίθετα, τα προεκτεθέντα καταδεικνύουν τη διενέργεια της δέουσας έρευνας εκ μέρους των καθ’ ων η αίτηση, οι οποίοι, ενεργώντας εντός των ορίων της ορθής ενάσκησης της εξουσίας και διακριτικής τους ευχέρειας, σύννομα και ευλόγως επιτρεπτά έλαβαν υπόψη τους και προσμέτρησαν δεόντως στην τελική τους κρίση, και το ιστορικό του αιτητή ως προς την τέλεση γάμων στη Δημοκρατία (και τα συναφή ευρήματα των αρμοδίων αρχών), αλλά και τη μη ικανοποιητική ένταξή του στην Κυπριακή κοινωνία: πρόκειται για παράγοντες που, σύμφωνα και με τη νομολογία (Angela Siomina Ήρωα ν. Δημοκρατίας (2005)  3 Α.Α.Δ. 307, L.C.W. ν. Δημοκρατίας, Υποθ. Αρ. 1343/2022 (i-Justice), ημερ. 7.4.2025), επιβάλλεται να διερευνώνται και να λαμβάνονται υπόψη από τη Διοίκηση στην τελική της κρίση επί αιτήσεων πολιτογράφησης, πέραν από τη διερεύνηση άλλων λόγων που ενδεχομένως να συγκεντρώνονται στο πρόσωπο του εκάστοτε αιτητή (βλ. και την πρόσφατη απόφαση του Δικαστηρίου τούτου στην Iyad K. H. Aljaiab v. Δημοκρατίας, Υποθ. Αρ. 734/2022 (i-Justice), ημερ. 10.11.2025). Το κράτος οφείλει μεν να προβεί σε εξατομικευμένη εξέταση της κάθε αίτησης, στη βάση όμως ομοιόμορφης πολιτικής, μετά από συνολική έρευνα, τόσο των προσωπικών συνθηκών ενός εκάστου αιτητή, περιλαμβανομένου και του μεταναστευτικού του προφίλ, όσο και της εξακρίβωσης των τυπικών προσόντων παραμονής, αλλά και της διακρίβωσης της ενσωμάτωσης και ένταξής του στο Κυπριακό κοινωνικό σύνολο (Wang v. Δημοκρατίας, Υποθ. Αρ. 1301/2017, ημερ. 28.11.2019).

 

Από όλα τα πιο πάνω, αποκαλύπτεται το σκεπτικό και προκύπτει με επαρκή σαφήνεια το σύνολο των ενεργειών της Διοίκησης που έλαβαν χώρα στο πλαίσιο εξέτασης της αίτησης του αιτητή, καθώς και το σύνολο των στοιχείων που λήφθηκαν υπόψη  για τη διαμόρφωση της τελικής κρίσης των καθ' ων η αίτηση, με αποτέλεσμα η επίδικη, απορριπτική απόφαση, στην οποία βεβαίως περιλαμβάνονται και οι λόγοι απόρριψης της αίτησης, ως αυτοί έχουν προεκτεθεί και περιέχονται στην επιστολή που εστάλη στον αιτητή, να κρίνεται ως επαρκώς και/ή δεόντως αιτιολογημένη, δυνάμενη να υπαχθεί στον απαιτούμενο δικαστικό έλεγχο, ως η νομολογία πάγια και διαχρονικά επιτάσσει (Στέφανος Φράγκου, ανωτέρω).

 

Συνεπώς, κρίνω ότι δεν ευσταθούν και απορρίπτονται οι ισχυρισμοί της πλευράς του αιτητή περί αναιτιολόγητης και/ή μη επαρκώς αιτιολογημένης απόφασης, όπως απορριπτέοι ως αβάσιμοι κρίνονται και οι ισχυρισμοί περί εμφιλοχωρήσασας πραγματικής και/ή νομικής πλάνης και μη διενέργειας της δέουσας έρευνας.

 

Ολοκληρώνοντας, τονίζω εκ νέου ότι η ευχέρεια του κράτους να παράσχει την υπηκοότητά του σε άτομα, είναι κατά πάγια νομολογία αναγνωρισμένη και άπτεται των κυριαρχικών του δικαιωμάτων. Η απόκτηση της Κυπριακής υπηκοότητας συνιστά το ύψιστο καθεστώς που μπορεί να λάβει ένας αλλοδαπός στη Δημοκρατία και αποτελεί βασικό κυριαρχικό δικαίωμα του κράτους να αποφασίσει για τα άτομα που αποτελούν υπηκόους του (Aylin Arakelian v. Δημοκρατίας, Ε.Δ.Δ. 130/20, ημερ. 10.3.2025, Hamdan v. Δημοκρατίας, Ε.Δ.Δ.141/18, ημερ. 6.3.2024, Ήρωα, ανωτέρω).

 

Ενόψει των γεγονότων της υπόθεσης και, γενικότερα, στη βάση του συνόλου των ενώπιον μου στοιχείων, κρίνω ότι οι καθ' ων η αίτηση ενήργησαν νόμιμα και εντός των ορίων της διακριτικής εξουσίας που τους παρέχει ο Νόμος. Κατά συνέπεια, δεν υφίσταται πεδίο επέμβασης του Δικαστηρίου, εφόσον δεν στοιχειοθετείται λόγος ακύρωσης.

 

Η προσφυγή αποτυγχάνει και απορρίπτεται με έξοδα υπέρ των καθ' ων η αίτηση και εναντίον του αιτητή, όπως αυτά θα υπολογιστούν από την Πρωτοκολλητή και εγκριθούν από το Δικαστήριο. Η προσβαλλόμενη απόφαση επικυρώνεται συμφώνως του Άρθρου 146.4(α) του Συντάγματος.

 

Φ. ΚΩΜΟΔΡΟΜΟΣ, Π.Δ.Δ.


cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο