ΔΙΟΙΚΗΤΙΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ
(Συνεκδ. Υποθέσεις αρ. 389/2020, 390/2020
και 393/2020)
20 Ιανουαρίου 2026
[ΓΑΒΡΙΗΛ, Δ.Δ.Δ.]
ΑΝΑΦΟΡΙΚΑ ΜΕ ΤΟ AΡΘΡΟ 146 ΤΟΥ ΣΥΝΤΑΓΜΑΤΟΣ
(Υπόθ. αρ. 389/2020)
ΚΡΙΤΩΝΑ ΤΣΑΓΚΑΡΙΔΗ,
Αιτητής,
v.
ΚΥΠΡΙΑΚΗΣ ΔΗΜΟΚΡΑΤΙΑΣ, ΜΕΣΩ
ΕΠΙΤΡΟΠΗΣ ΔΗΜΟΣΙΑΣ ΥΠΗΡΕΣΙΑΣ
Καθ’ ης η αίτηση.
__________________________________
(Υπόθ. αρ. 390/2020)
ΜΑΡΙΑ ΚΩΝΣΤΑΝΤΙΝΟΥ ΜΙΛΤΙΑΔΟΥΣ,
Αιτήτρια,
v.
ΚΥΠΡΙΑΚΗΣ ΔΗΜΟΚΡΑΤΙΑΣ, ΜΕΣΩ
ΕΠΙΤΡΟΠΗΣ ΔΗΜΟΣΙΑΣ ΥΠΗΡΕΣΙΑΣ
Καθ’ ης η αίτηση.
__________________________________
(Υπόθ. αρ. 393/2020)
ΓΕΩΡΓΙΟΥ ΠΕΡΙΚΛΕΟΥΣ,
Αιτητής,
v.
ΚΥΠΡΙΑΚΗΣ ΔΗΜΟΚΡΑΤΙΑΣ, ΜΕΣΩ
ΕΠΙΤΡΟΠΗΣ ΔΗΜΟΣΙΑΣ ΥΠΗΡΕΣΙΑΣ
Καθ’ ης η αίτηση.
……………………………
Δημήτρης Μιχαήλ, για Δημήτρης Μιχαήλ & Συνεργάτες Δ.Ε.Π.Ε., για τους αιτητές στις προσφυγές 389/2020 και 393/2020.
Κωνσταντίνος Κουννής, για Michael Kyprianou & Co LLC, για την αιτήτρια στην προσφυγή 390/2020.
Ιωάννα Κοτζιάπασιη, Δικηγόρος της Δημοκρατίας, για τον Γενικό Εισαγγελέα της Δημοκρατίας, για τους καθ’ ων η αίτηση.
Ξένια Ευγενίου, για Ανδρέας Σ. Αγγελίδης Δ.Ε.Π.Ε., για το ενδιαφερόμενο μέρος.
Α Π Ο Φ Α Σ Η
ΓΑΒΡΙΗΛ, Δ.Δ.Δ.: Με τις υπό κρίση προσφυγές, οι οποίες συνεκδικάστηκαν κατόπιν έκδοσης σχετικού διατάγματος του Δικαστηρίου, προσβάλλεται η νομιμότητα της απόφασης της Επιτροπής Δημόσιας Υπηρεσίας (στο εξής «ΕΔΥ»), με την οποία προάχθηκε στη μόνιμη θέση Ανώτερου Λειτουργού Φόρου Προστιθέμενης Αξίας, Τμήμα Φορολογίας, από την 1.2.2020, ο Χαράλαμπος Λοΐζου, αντί και/ή στη θέση των αιτητών, όπως η εν λόγω απόφαση δημοσιεύθηκε στην Επίσημη Εφημερίδα της Δημοκρατίας, ημερομηνίας 28.2.2020.
Η πρόταση για την πλήρωση της επίδικης θέσης, υποβλήθηκε από τον Γενικό Διευθυντή του Υπουργείου Οικονομικών προς την ΕΔΥ, στις 13.11.2019. Λόγω του ότι, σύμφωνα με το Σχέδιο Υπηρεσίας, η επίδικη θέση συνιστά θέση προαγωγής, η ΕΔΥ, κατά τη συνεδρία της ημερομηνίας 28.11.2019, αποφάσισε όπως επιληφθεί του θέματος της πλήρωσής της, σε ημερομηνία που θα οριστεί στη συνέχεια, αφού κληθεί να δώσει την σύστασή του και ο Έφορος Φορολογίας.
Η καταληκτική συνεδρία της ΕΔΥ, έλαβε χώρα στις 17.1.2020. Όπως αναφέρεται, τέθηκε ενώπιον της ο κατάλογος των υποψηφίων που είναι προάξιμοι, μεταξύ των οποίων, τόσο οι αιτητές, όσο και το ενδιαφερόμενο μέρος. Ο Έφορος Φορολογίας, σύστησε για προαγωγή το ενδιαφερόμενο μέρος, σύσταση την οποία υιοθέτησε η ΕΔΥ και αποφάσισε την προαγωγή του Χαράλαμπου Λοΐζου, από 1.2.2020, στη θέση Ανώτερου Λειτουργού Φόρου Προστιθέμενης Αξίας.
Παραθέτω αυτούσιο το απόσπασμα από τα πρακτικά συνεδρίας της ΕΔΥ, ημερομηνίας 17.1.2010, στα οποία περιλαμβάνεται και η δοθείσα σύσταση:-
«Η Επιτροπή σημειώνει, σ' ό,τι αφορά τα επιπρόσθετα προσόντα των υποψηφίων με α/α 2-8, ότι αυτά κρίνονται ως σχετικά με τα καθήκοντα της θέσης, όμως δεν απαιτούνται από το Σχέδιο Υπηρεσίας, ούτε αποτελούν πλεονέκτημα και, ως εκ τούτου, τους αποδίδεται η δέουσα βαρύτητα. Σ' ό,τι αφορά την υποψήφια με α/α 10, η οποία διαθέτει PhD in Social Science, η Επιτροπή σημείωσε ότι το εν λόγω προσόν κρίνεται ως μη σχετικό με τα καθήκοντα της θέσης, διαθέτει, όμως, και MBA, το οποίο είναι σχετικό, και, ως εκ τούτου, του αποδίδεται η δέουσα βαρύτητα.
Στη συνέχεια προσήλθε στη συνεδρία ο Έφορος Φορολογίας, κ. Ιωάννης Τσαγκάρης, ο οποίος ενημερώθηκε για τα πιο πάνω και στη διάθεση του οποίου είχαν τεθεί οι Προσωπικοί Φάκελοι και οι Φάκελοι των Ετήσιων Υπηρεσιακών Εκθέσεων των υποψηφίων. Στη διάθεσή του, επίσης, είχε επαρκή χρόνο για να μελετήσει τους εν λόγω Φακέλους.
Ο Έφορος Φορολογίας, προβαίνοντας στη σύστασή του, ανέφερε τα εξής:
«Έχω μελετήσει τους Προσωπικούς Φακέλους και τους Φακέλους των Ετήσιων Υπηρεσιακών Εκθέσεων των υποψηφίων, διαβουλεύτηκα με τους Προϊστάμενους τους και έλαβα επίσης υπόψη τα ακαδημαϊκά ή και άλλα προσόντα τους. Με βάση τα καθιερωμένα κριτήρια στο σύνολό τους - αξία, προσόντα, αρχαιότητα - τις απαιτήσεις της υπό πλήρωση θέσης καθώς και την καταλληλόλητα των υποψηφίων γι' αυτή, συστήνω ως καταλληλότερο για προαγωγή τον Λοΐζου Χαράλαμπο.
Ο Λοΐζου υπερέχει σε αρχαιότητα έναντι των υποψηφίων με αύξοντα αριθμό 2-8, […] Τσαγκαρίδη Κρίτωνα, Περικλέους Γεώργιου […] στην ημερομηνία πρώτου διορισμού τους στη δημόσια υπηρεσία και έναντι των υποψηφίων με αύξοντα αριθμό 9-12, […] Κωνσταντίνου Μαρίας […], στην παρούσα θέση που κατέχουν. Σ' ό,τι αφορά την αξία, είναι αξιολογημένος ως καθόλα εξαίρετος στις Ετήσιες Υπηρεσιακές Εκθέσεις, με έμφαση σ' αυτές των τελευταίων πέντε ετών, στις οποίες αποδίδεται ιδιαίτερη βαρύτητα, έχοντας την ίδια δηλαδή αξία με τους υπόλοιπους υποψηφίους.
Έλαβα υπόψη ότι οι υποψήφιοι με αύξοντα αριθμό 2-8 και 10, που δεν συστήνω, διαθέτουν μεταπτυχιακά διπλώματα ή και επαγγελματικά προσόντα σχετικά με τα καθήκοντα της θέσης, που, όμως δεν απαιτούνται, ούτε αποτελούν πλεονέκτημα ή πρόσθετο προσόν σύμφωνα με το Σχέδιο Υπηρεσίας της θέσης και, ως εκ τούτου τα προσόντα αυτά συνυπολογίστηκαν με τα λοιπά κριτήρια, αφού τους απέδωσα την ανάλογη βαρύτητα. Επιπρόσθετα, οι εν λόγω υποψήφιοι υστερούν σε αρχαιότητα και δεν υπερέχουν σε αξία.
Παρατήρησα, επίσης, ότι η υποψήφια με αύξοντα αριθμό 10, Κωνσταντίνου Μαρία, την οποία δεν συστήνω, διαθέτει και διδακτορικό δίπλωμα, PhD in Social Science, το οποίο όμως δεν είναι σχετικό με τα καθήκοντα της θέσης, δεν αποτελεί πλεονέκτημα και δεν απαιτείται από το Σχέδιο Υπηρεσίας της θέσης. Επίσης, η εν λόγω υποψήφια υστερεί σε αρχαιότητα στην παρούσα θέση που κατέχουν και δεν υπερέχει σε αξία.»
Στο σημείο αυτό ο Έφορος Φορολογίας αποχώρησε από τη συνεδρία.
Στη συνέχεια η Επιτροπή ασχολήθηκε με την αξιολόγηση και σύγκριση των υποψηφίων.
Η Επιτροπή εξέτασε τα ουσιώδη στοιχεία από το Φάκελο Πλήρωσης της θέσης, καθώς και τους Προσωπικούς Φακέλους και τους Φακέλους των Ετήσιων Υπηρεσιακών Εκθέσεων των υποψηφίων, και έλαβε επίσης υπόψη τη σύσταση του Εφόρου Φορολογίας.
Η Επιτροπή έλαβε υπόψη τις Υπηρεσιακές Εκθέσεις των υποψηφίων στο σύνολό τους, με ιδιαίτερη έμφαση στα τελευταία χρόνια.
Η Επιτροπή έλαβε επίσης υπόψη τα προσόντα των υποψηφίων καθώς και την αρχαιότητά τους, η οποία φαίνεται στον ενώπιον της κατάλογο των υποψηφίων.
Η Επιτροπή, αφού έλαβε υπόψη τα τρία κριτήρια -αξία, προσόντα, αρχαιότητα-, σταθμίζοντας και συνεκτιμώντας αυτά στο σύνολό τους και αποδίδοντας σ’ αυτά και σε καθένα από αυτά την ανάλογη βαρύτητα, και αφού έλαβε υπόψη και τη σύσταση του Εφόρου Φορολογίας, έκρινε ότι ο ΛΟΪΖΟΥ Χαράλαμπος υπερέχει των άλλων υποψηφίων, τον επέλεξε ως τον πιο κατάλληλο και αποφάσισε να προσφέρει σ' αυτόν προαγωγή στη μόνιμη θέση Ανώτερου Λειτουργού Φόρου Προστιθέμενης Αξίας, Τμήμα Φορολογίας, από 1.2.20.
Επιλέγοντας τον Λοΐζου, η Επιτροπή έλαβε υπόψη ότι αυτός υπερέχει σε αρχαιότητα που ανάγεται στη θέση πρώτου διορισμού του που κατείχε στη δημόσια υπηρεσία έναντι των υποψηφίων με α/α 2-8 και σε αρχαιότητα που ανάγεται στην παρούσα τους θέση, Λειτουργού Φόρου Προστιθέμενης Αξίας Α', έναντι των υποψηφίων με α/α 9-12.
Περαιτέρω, η Επιτροπή έλαβε υπόψη ότι στο κριτήριο της αξίας, όπως αυτή αντικατοπτρίζεται στις Ετήσιες Υπηρεσιακές Εκθέσεις, με έμφαση σε αυτές των τελευταίων πέντε χρόνων, ο επιλεγείς έχει αξιολογηθεί ως καθόλα εξαίρετος, έχοντας δηλαδή αξιολογηθεί σε ισοδύναμο επίπεδο με τους μη επιλεγέντες ανθυποψηφίους του. Πέραν των πιο πάνω, η Επιτροπή έλαβε υπόψη ότι ο επιλεγείς διαθέτει την υπέρ του σύσταση του Εφόρου Φορολογίας, η οποία συνάδει με τα στοιχεία των Φακέλων.
Σ' ό,τι αφορά τα προσόντα, η Επιτροπή δεν παρέλειψε να λάβει υπόψη ότι επιπρόσθετα προσόντα, είτε μεταπτυχιακά είτε επαγγελματικά, διαθέτουν οι υποψήφιοι με α/α 2-8 και 10, τα οποία, όμως, δεν απαιτούνται, ούτε αποτελούν πρόσθετο προσόν ή πλεονέκτημα σύμφωνα με το Σχέδιο Υπηρεσίας της θέσης, αν και είναι σχετικά με τα καθήκοντα της θέσης, και, ως εκ τούτου, τους απέδωσε την ανάλογη βαρύτητα, συνεκτιμώντας τα με τα υπόλοιπα κριτήρια. Σημειώνεται σχετικά ότι η υποψήφια με α/α 10 διαθέτει και επιπρόσθετο διδακτορικό δίπλωμα, το οποίο όμως δεν είναι σχετικό με τα καθήκοντα της υπό πλήρωση θέσης. Όλοι οι πιο πάνω όμως υποψήφιοι δεν υπερέχουν του επιλεγέντος σε αξία, υστερούν σε αρχαιότητα είτε στη θέση πρώτου διορισμού είτε στην παρούσα τους θέση, Λειτουργού Φόρου Προστιθέμενης Αξίας Α', και, επιπλέον, δεν διαθέτουν τη σύσταση του Εφόρου Φορολογίας.
Σε μια συνεκτίμηση όλων των ενώπιον της στοιχείων, περιλαμβανομένης και της υπέρ του επιλεγέντα σύστασης του Εφόρου Φορολογίας, η Επιτροπή έκρινε ότι αυτός γενικά υπερέχει των λοιπών υποψηφίων.» [1]
Αποτέλεσε θέση των ευπαιδεύτων συνηγόρων των αιτητών και στις τρεις προσφυγές, το πεπλανημένο της σύστασης του Εφόρου Φορολογίας. Κατά τις εισηγήσεις, η δοθείσα υπέρ του ενδιαφερόμενου μέρους, σύσταση είναι αναιτιολόγητη και συγκρούεται με τα στοιχεία των φακέλων, αφού δίδεται βαρύτητα στην αρχαιότητα του ενδιαφερόμενου μέρους που ανάγεται στον αρχικό διορισμό του και όχι στην κατέχουσα θέση, ενώ παραγνωρίζονται τα πρόσθετα προσόντα των αιτητών, τα οποία είναι σχετικά με τα καθήκοντα της θέσης και τα οποία προσθέτουν στην αξία του, σε αντίθεση με το ενδιαφερόμενο μέρος, το οποίο δεν κατέχει κανένα πρόσθετο προσόν. Κατά τις εισηγήσεις, οι αιτητές υπερτερούσαν του ενδιαφερόμενου μέρους στο κριτήριο των προσόντων και κατά συνέπεια, σε αξία.
Αποτέλεσε, πρόσθετα, θέση τους, πως η ΕΔΥ, με την υιοθέτηση της πεπλανημένης και πάσχουσας σύστασης του Εφόρου Φορολογίας, την οποία υιοθέτησε, πλανήθηκε ως προς την επιλογή του καταλληλότερου υποψηφίου για προαγωγή, αφού υπήρξε διαστρεβλωμένη υπηρεσιακή εικόνα, ενώ η ομαδοποίηση των υποψηφίων, στην οποία η ίδια προέβη, δεν αποτελεί δέουσα έρευνα και αποδοκιμάζεται από τη νομολογία.
Ο ευπαίδευτος συνήγορος της αιτήτριας στην προσφυγή 390/2020, υποστήριξε πως, τόσο ο Έφορος Φορολογίας, όσο και η ΕΔΥ παραγνώρισαν τα πρόσθετα προσόντα της, αποδίδοντας σε αυτά μηδαμινή έως μηδενική βαρύτητα, ενώ στην απαντητική γραπτή του αγόρευση, υπέβαλε πως ο διδακτορικός τίτλος σπουδών που αυτή κατέχει στις Κοινωνικές Επιστήμες, λανθασμένα και πεπλανημένα θεωρήθηκε ως μη σχετικός με τα καθήκοντα της επίδικης θέσης, αφού η διατριβή της είχε ως θέμα τη δημόσια διοίκηση της Κύπρου.
Από την πλευρά της, η ευπαίδευτη συνήγορος των καθ΄ ων η αίτηση, με αναφορά σε σχετική νομολογία, υποστήριξε τη νομιμότητα της προσβαλλόμενης απόφασης, υποβάλλοντας πως όλα ουσιώδη στοιχεία από τους διοικητικούς φακέλους, όπως και τα προσόντα των υποψηφίων, ήταν ενώπιον, τόσο του Εφόρου Φορολογίας, όσο και της καθ’ ης η αίτηση, τα οποία εκτιμήθηκαν και λήφθηκαν δεόντως υπόψη. Με αναφορά στις Κωνσταντίνου κ.ά. ν. Αντωνίου κ.ά. (2017) 3 Α.Α.Δ. 907 και Α.Ε. 91/20154 Παπά κ.ά. ν. Δημοκρατίας, ημερομηνίας 25.2.2021, υπέβαλε πως κατοχή επιπρόσθετων ακαδημαϊκών προσόντων, τα οποία δεν απαιτούνται από το Σχέδιο Υπηρεσίας ως πλεονέκτημα ή επιπρόσθετο προσόν, αποτελεί στοιχείο στο οποίο δεν πρέπει να αποδίδεται μεγάλη βαρύτητα, ενώ υπέβαλε πως οι αιτητές δεν απέδειξαν την ύπαρξη έκδηλης υπεροχής έναντι του επιλεχθέντα.
Η ευπαίδευτη συνήγορος που εμφανίστηκε για το ενδιαφερόμενο μέρος, ήγειρε ζήτημα έλλειψης εννόμου συμφέροντος της αιτήτριας στην προσφυγή 390/2020 να εγείρει και να προωθήσει την προσφυγή της, καθότι, η προαγωγή της στην κατέχουσα θέση Λειτουργού Φόρου Προστιθέμενης Αξίας Α΄ από 1.4.2010, ακυρώθηκε στα πλαίσια της Δημητρίου ν. Δημοκρατίας, υπόθ. αρ. 1107/2017, ημερομηνίας 26.10.2021. Όπως αναφέρεται, η ΕΔΥ αποκατέστησε την αιτήτρια, βάσει του άρθρου 45 του Ν. 1/90 στη θέση Λειτουργού Φόρου Προστιθέμενης Αξίας Α΄ από τις 15.5.2017, επισυνάπτοντας στην γραπτή της αγόρευση, αντίγραφο της σχετικής δημοσίευσης στην Επίσημη Εφημερίδα της Δημοκρατίας, ημερομηνίας 29.7.2022. Κατά τις εισηγήσεις, ενόψει της εξέλιξης αυτής, η αιτήτρια στην προσφυγή 390/2020 δεν ήταν δικαιούχος, κατά τον χρόνο υποβολής της πρότασης από την αρμόδια αρχή στην ΕΔΥ, πρόταση ημερομηνίας 13.11.2019, αφού δεν κατείχε την απαιτούμενη από το Σχέδιο Υπηρεσίας τριετή τουλάχιστον υπηρεσία στη θέση Λειτουργού Φόρου Προστιθέμενης Αξίας Α΄. Επί της ουσίας, υποστήριξε τη νομιμότητας της επίδικης απόφασης.
Στην αιτήτρια στην προσφυγή με αρ. 390/2020, δόθηκε το δικαίωμα προς καταχώρηση συμπληρωματικής απαντητικής αγόρευσης, κυρίως ως προς την έγερση του ζητήματος παραδεκτού της προσφυγής της, από το ενδιαφερόμενο μέρος. Αποτέλεσε θέση της πως κατά τον ουσιώδη χρόνο υποβολής της πρότασης της αρμόδιας αρχής προς την ΕΔΥ, ήτοι στις 13.11.2019, η αιτήτρια Κωνσταντίνου κατείχε τη θέση Λειτουργού Φόρου Προστιθέμενης Αξίας Α΄ από την 1.4.2010 και συνεπώς, είχε 9 χρόνια και πέραν των 7 μηνών υπηρεσία στην εν λόγω θέση. Υποβάλλει πως η ακυρωτική απόφαση εκδόθηκε μεταγενέστερα, στις 26.10.2021 και η όποια στη συνέχεια αποκατάστασή της, δεν διαδραματίζει κανένα ρόλο στην παρούσα υπόθεση, αλλά ούτε και θα επηρεάσει, ακόμα και στην περίπτωση που η προσφυγή της επιτύχει και συνεπώς, έχει έννομο συμφέρον να την προωθήσει.
Σύμφωνα με το Σχέδιο Υπηρεσίας, η επίδικη θέση, συνιστά θέση προαγωγής. Απαιτούμενα προσόντα για την διεκδίκηση της θέσης, είναι:
«(1) Τριετής τουλάχιστον υπηρεσία στη θέση Λειτουργού Φόρου Προστιθέμενης Αξίας Α΄
(2) Ακεραιότητα χαρακτήρα, διοικητική και οργανωτική ικανότητα, πρωτοβουλία, υπευθυνότητα και ευθυκρισία».
Προέχει η εξέταση του ζητήματος που εγέρθηκε εκ μέρους του ενδιαφερόμενου μέρους, ως προς την μη ύπαρξη εννόμου συμφέροντος της αιτήτριας στην προσφυγή 390/2020 να προωθήσει την προσφυγή της, λόγω της, στο μεταξύ, ακύρωσης της προαγωγής της στη θέση Λειτουργού Φόρου Προστιθέμενης Αξίας Α΄ και αποκατάστασης της αναδρομικά στην εν λόγω θέση, όχι από 1.4.2010, αλλά αναδρομικά από 15.5.2017.
Για τους λόγους που αναφέρω πιο κάτω, βρίσκω έρεισμα στην εισήγηση.
Στις διατάξεις του άρθρου 35(2), του Ν. 1/90, αναφέρονται τα εξής:-
«(2) Κανένας δημόσιος υπάλληλος δεν προάγεται σε άλλη θέση, εκτός αν—
[...]
(β) κατέχει τα προσόντα που προβλέπονται στο σχέδιο υπηρεσίας για τη θέση κατά το χρόνο κατά τον οποίο λήφθηκε από την Επιτροπή η πρόταση για την πλήρωση της θέσης και κατά το χρόνο που λαμβάνεται η απόφαση·»
Βάσει του Σχεδίου Υπηρεσίας, η τριετής τουλάχιστον κατοχή της θέσης Λειτουργού ΦΠΑ Α΄, αποτελούσε προαπαιτούμενο για την διεκδίκηση της ανώτερης ιεραρχικά θέσης.
Κατά τον ουσιώδη χρόνο, ήτοι κατά την 13.11.2019 που ο Γενικός Διευθυντής του Υπουργείου Οικονομικών, ως αρμόδια αρχή, υπέβαλε την πρόταση για την πλήρωση της επίδικης θέσης, η αιτήτρια Κωνσταντίνου, κατείχε τη θέση Λειτουργού Φόρου Προστιθέμενης Αξίας Α΄ από 1.4.2010. Ομοίως και κατά την 17.1.2020 που η ΕΔΥ έλαβε την απόφαση για την προαγωγή του ενδιαφερόμενου μέρους.
Στη συνέχεια, η προαγωγή της στην προηγούμενη της επίδικης θέση, ήτοι στη θέση Λειτουργού ΦΠΑ Α΄, ακυρώθηκε στα πλαίσια της Δημητρίου (ανωτέρω). Προάχθηκε εκ νέου στην θέση αυτή, στις 29.7.2022, αναδρομικά από 15.5.2017. Βάσει του άρθρου 35(2)(β) του Ν. 1/90, η αιτήτρια απαιτείτο να κατέχει τριετή τουλάχιστον υπηρεσία στην εν λόγω θέση στις 13.11.2019.
Η μετέπειτα εξέλιξη της υπηρεσιακής της κατάστασης, αποτελούσε, μεν, μεταγενέστερο πραγματικό γεγονός, το οποίο, όμως, επηρέαζε ουσιωδώς την υπηρεσία της στην θέση, Λειτουργού ΦΠΑ Α΄, αφού μεταβλήθηκαν τα ουσιαστικά της δεδομένα, αναδρομικά.
Όπως λέχθηκε στην Θεοφυλάκτου ν. Δημοκρατίας (2006) 3 Α.Α.Δ. 322, αλλά και στη Λεοντίου ν. Δημοκρατίας (1997) 3 Α.Α.Δ. 70, ο αναδρομικός διορισμός μεταβάλλει την παρελθούσα πραγματικότητα, αντικαθιστώντας την με την νέα δημιουργηθείσα κατάσταση. Που αυτή ήταν η προαγωγή της αιτήτριας, στην αμέσως προηγούμενη της επίδικης - η τριετής τουλάχιστον κατοχή της οποίας αποτελούσε προαπαιτούμενο, βάσει του Σχεδίου Υπηρεσίας - από 15.5.2017 και δεδομένης της υποβολής της πρότασης την 13.11.2019, η αιτήτρια Κωνσταντίνου, στερούνταν των απαιτούμενων προσόντων για να την διεκδικήσει.
Η εισήγηση της αιτήτριας Κωνσταντίνου πως δεν θα πρέπει να ληφθεί υπόψη η μεταγενέστερη αυτή εξέλιξη της ακύρωσης της θέσης που κατείχε και της αναδρομικής προαγωγής της από την 15.5.2017, δεν είναι σύμφωνη με την νομολογία.
Στην υπόθ. αρ. 732/2009, Καριόλου ν. Κυπριακού Οργανισμού Τουρισμού, ημερομηνίας 11.6.2012, με αναφορά στην Χατζηχάννας ν. Δημοκρατίας (2007) 3 Α.Α.Δ. 373, τέθηκε παρόμοιο ζήτημα, σε σχέση με το εκεί ενδιαφερόμενο μέρος. Αν και αφορούσε σε διαδικασία επανεξέτασης, εντούτοις, η αρχή παραμένει η ίδια. Σε εκείνη την περίπτωση, κατά τη διαδικασία επανεξέτασης πιστώθηκε, κατά πλάνη, στο ενδιαφερόμενο μέρος - που διεκδικούσε προαγωγή στην ανώτερη θέση – αρχαιότητα στην κατώτερη θέση από το 1994, ενώ κατά διαδικασία (άλλης) επανεξέτασης αποκαταστάθηκε σε αυτήν το 2007, γεγονότα που έλαβαν χώρα στο μεσοδιάστημα, μετά τον ουσιώδη χρόνο.
Έτσι και εδώ. Η αναδρομική προαγωγή της αιτήτριας Κωνσταντίνου στην κατώτερη της επίδικης θέση από το 2017, μετέβαλε την παρελθούσα πραγματικότητα και την αντικατέστησε με την νέα δημιουργηθείσα κατάσταση, η σημασία της οποίας έγκειται στα παράγωγά της (Θεοφυλάκτου (ανωτέρω), Κουφτερός ν. Δημοκρατίας (2013) 3 Α.Α.Δ. 646).
Αυτό θα αποτελέσει ζήτημα στην τυχόν επανεξέταση της επίδικης απόφασης, σε περίπτωση επιτυχίας της προσφυγής της αιτήτριας στην 390/2020, αφού κατά τη διαδικασία εκείνη, η νέα πραγματική κατάσταση θα οδηγήσει στην αδυναμία της αιτήτριας να διεκδικήσει την επίδικη θέση, γεγονός που καταδεικνύει την αλυσιτέλεια και μη ύπαρξη οφέλους εκ μέρους της, προς ακύρωση της επίδικης απόφασης.
Κατά συνέπεια, η προσφυγή 390/2020 θα πρέπει να απορριφθεί, ως απαράδεκτη.
Παρά την πιο πάνω κατάληξη σε σχέση με την προσφυγή 390/2020, θα προχωρήσω για σκοπούς πληρότητας, στην εξέταση των εγερθέντων λόγων ακύρωσης, σε σχέση και με τις τρεις προσφυγές.
Παραθέτω σε πίνακα τα θεσμοθετημένα κριτήρια προαγωγής, στη βάση των δεδομένων του ουσιώδους χρόνου:
|
|
Αξία (2014-2018) |
Προσόντα |
Αρχαιότητα |
|
Αιτητής 389/2020 Τσαγκαρίδης |
8 ΕΞ. |
-Bachelor of Arts (Accounting & Economics) – Queens College, N.Y. – U.S.A.
-Master of Business Administration – St. John’s University – U.S.A. |
- 2.4.1996 Λειτουργός ΦΠΑ (Διορισμός)
- 1.7.2008 Λειτουργός ΦΠΑ Α΄ (Προαγωγή)
|
|
Αιτήτρια 390/2020 Κωνσταντίνου |
8 ΕΞ. |
-Δίπλωμα Οργάνωσης και Διοίκησης Επιχειρήσεων – Οικονομικό & Εμπορικό Πανεπιστήμιο – Ελλάδα
-M.B.A. in General Management - Exeter University – U.K.
- Doctor of Social Sciences – Leicester University – U.K.
|
- 2.2.1998 Λειτουργός ΦΠΑ (Διορισμός)
- 1.4.2010 Λειτουργός ΦΠΑ Α΄ (Προαγωγή)
|
|
Αιτητής 393/2020 Περικλέους |
8 ΕΞ. |
-Bachelor of Business Administration – Bernand Baruch College – N.Y. – U.S.A.
-Master in Public Sector Management – C.I.I.M. – Cyprus
-Master of Business Administration – St. John’s University – U.S.A.
|
- 2.4.1996 Λειτουργός ΦΠΑ (Διορισμός)
- 1.7.2008 Λειτουργός ΦΠΑ Α΄ (Προαγωγή)
|
|
Ε.Μ. Λοΐζου |
8 ΕΞ.
|
-B.A. in Accounting and Financial Management – Essex University – U.K. |
- 2.8.1992 Λειτουργός ΦΠΑ (Διορισμός)
- 1.7.2008 Λειτουργός ΦΠΑ Α΄ (Διορισμός)
|
Από τα πιο πάνω, προκύπτει πως οι υποψήφιοι είναι ισάξιοι στο κριτήριο της αξίας, αξιολογηθέντες ως καθόλα εξαίρετοι κατά τα τελευταία πέντε χρόνια τα οποία λήφθηκαν υπόψη.
Σε σχέση με το κριτήριο των προσόντων, διαφαίνεται πως και οι τρεις αιτητές, κατείχαν επιπρόσθετα ακαδημαϊκά προσόντα, σε σχέση με το ενδιαφερόμενο μέρος, τα οποία όμως, δεν απαιτούνται από το Σχέδιο Υπηρεσίας της επίδικης θέσης. Η δε αιτήτρια στην προσφυγή 390/2020, είναι κάτοχος διδακτορικού τίτλου σπουδών, το οποίο καίτοι κρίθηκε ως μη σχετικό - ζήτημα στο οποίο θα επανέλθω - εντούτοις, η κατοχή του δεν θεωρείται από το οικείο Σχέδιο Υπηρεσίας ως πλεονέκτημα ή επιπρόσθετο προσόν.
Τα πρόσθετα, αυτά, προσόντα αξιολογούνται και συσταθμίζονται κατά περίπτωση μαζί με τα υπόλοιπα στοιχεία κρίσης, για την επιλογή του καταλληλότερου υποψηφίου. Σύμφωνα με την νομολογία, εφόσον κρίνονται ως συναφή, δίδεται σε αυτά η ανάλογη βαρύτητα, η οποία δεν μπορεί να είναι, ούτε υπερβολική, αλλά ούτε και εντελώς οριακή (Δημοκρατία κ.ά. v. Αγγελή κ.ά. (1999) 3 Α.Α.Δ. 161, Πούρος κ.ά. v. Χατζηστεφάνου κ.ά. (2001) 3 Α.Α.Δ. 374, Νικολαΐδης v. Δημοκρατίας (2005) 3 Α.Α.Δ. 325, Ζωδιάτης v. Δημοκρατίας (2008) 3 Α.Α.Δ. 406, Δημοκρατία v. Ευαγγέλου (2013) 3 Α.Α.Δ. 414).
Όπως λέχθηκε στην Πούρος (ανωτέρω):-
«… τα πρόσθετα, μη προβλεπόμενα από το σχέδιο υπηρεσίας προσόντα, λαμβάνονται υπόψη εφόσον είναι συναφή προς τα καθήκοντα της θέσης. Απόκειται πια στην αρμόδια αρχή να τα αξιολογήσει και να σταθμίσει την κατά περίπτωση σημασία τους, αποφεύγοντας δύο άκρα: αφενός να μην είναι η βαρύτητα υπερβολική ώστε να φτάνει στο σημείο απόδοσης έκδηλης υπεροχής (και, αφετέρου, να μην είναι εντελώς οριακή, όπως θα ήταν, αν τα πρόσθετα προσόντα δεν είχαν σχέση με τα καθήκοντα της θέσης. Μέσα σε αυτά τα όρια, το Δικαστήριο δεν επεμβαίνει σε ό,τι αφορά την αξιολόγηση και στάθμιση στοιχείων και παραγόντων»
Σε σχέση με την αρχαιότητα, παρατηρείται πως στην κατέχουσα θέση, οι αιτητές στις προσφυγές 389/2020 Τσαγκαρίδης και 393/2020 Περικλέους, όπως και το ενδιαφερόμενο μέρος, έχουν προαχθεί στη θέση Λειτουργού ΦΠΑ Α΄, την ίδια ημερομηνία, ήτοι την 1.7.2008, ενώ σε σχέση με τον αρχικό διορισμό τους στη θέση Λειτουργού ΦΠΑ, οι αιτητές διορίστηκαν στις 2.4.1996, ενώ το ενδιαφερόμενο μέρος στις 3.8.1992. Κατά τις διατάξεις του άρθρου 49 του Ν. 1/90[2], διαπιστώνεται προηγούμενη αρχαιότητα του ενδιαφερόμενου μέρους, έναντι των αιτητών Τσαγκαρίδη και Περικλέους, σε σχέση με τον αρχικό διορισμό τους στη θέση Λειτουργού ΦΠΑ, κατά 3 έτη και 8 μήνες.
Όσον αφορά την αιτήτρια στην προσφυγή 390/2020, προκύπτει υπεροχή του ενδιαφερόμενου μέρους σε αρχαιότητα στην παρούσα θέση, κατά 1 έτος και 9 μήνες.
Όπως έχει ήδη λεχθεί, η επίδικη θέση είναι θέση προαγωγής. Το άρθρο 35(4) των περί Δημόσιας Υπηρεσίας Νόμων του 1990, Ν. 1/90, ως αυτοί ίσχυαν κατά τον ουσιώδη χρόνο, απαιτεί αιτιολογημένες συστάσεις του Προϊσταμένου του Τμήματος στο οποίο υφίσταται η κενή θέση. Συνεπώς, ο Διευθυντής έχει υποχρέωση να αναφέρει ρητώς τους λόγους για τους οποίους θεωρεί καταλληλότερο τον συστηθέντα.
Τα πλαίσια, μέσα στα οποία μπορεί να διατυπωθεί μια σύσταση, ως αυτοτελές και σημαντικό στοιχείο κρίσης, εφόσον στοχεύει στην ορθή καθοδήγηση του αποφασίζοντος και διορίζοντος οργάνου, προς επιλογή του καταλληλότερου υποψηφίου, αποτέλεσαν αντικείμενο πλούσιας νομολογίας. Καθοδηγητική επί τούτου είναι η απόφαση της Πλήρους Ολομέλειας στην Μοδίτης ν. Δημοκρατίας (2002) 3 Α.Α.Δ. 695, η οποία ευθυγράμμισε τη μέχρι τότε διιστάμενη νομολογία επί του ζητήματος, στην οποία αναφέρθηκε ότι η σύσταση του Προϊσταμένου εκδήλως δεν μπορεί να προσθέτει ή να αφαιρεί από την υπηρεσιακή εικόνα των υπαλλήλων και εμπεριέχει μόνο τη συμβουλή ή γνώμη του προϊσταμένου ως προς τον κατάλληλο για προαγωγή στη βάση του συνόλου των κριτηρίων, με δοσμένη την υπηρεσιακή τους εικόνα όπως την αποτυπώνουν οι φάκελοι.
Έχοντας εξετάσει με προσοχή τις αιτιάσεις προς ακύρωση της προσβαλλόμενης πράξης, κρίνεται ότι αυτές δεν ευσταθούν.
Αυτό που προκύπτει από την σύσταση του Εφόρου Φορολογίας, είναι η παράθεση των στοιχείων των φακέλων των υποψηφίων, με αναφορά στα τρία θεσμοθετημένα κριτήρια. Έγινε αναφορά στην ισοδυναμία των αιτητών και του ενδιαφερόμενου μέρους στο κριτήριο της αξίας, στην υπεροχή του ενδιαφερόμενου μέρους έναντι των αιτητών Τσαγκαρίδη και Περικλέους στην ημερομηνία του πρώτου διορισμού τους στη δημόσια υπηρεσία και στην υπεροχή του έναντι της αιτήτριας Κωνσταντίνου στην κατεχόμενη θέση. Ο Έφορος Φορολογίας, αναφέρθηκε επίσης και στα πρόσθετα μη απαιτούμενα προσόντα που κατέχουν οι Τσαγκαρίδης, Περικλέους και Κωνσταντίνου, τα οποία και συνεκτίμησε ως σχετικά με τα καθήκοντα της θέσης, τα οποία, όπως ανέφερε, συνυπολόγισε με τα υπόλοιπα στοιχεία κρίσεως και τους απέδωσε την δέουσα βαρύτητα. Ομοίως, αναφορά έκανε και στο PhD in Social Science που κατέχει η αιτήτρια Κωνσταντίνου, τίτλο τον οποίο προσδιόρισε ως μη σχετικό με τα καθήκοντα της θέσης.
Αυτό που προκύπτει από την δοθείσα, υπέρ του ενδιαφερόμενου μέρους, σύσταση, έναντι των αιτητών Τσαγκαρίδη και Περικλέους, είναι πως η προτίμηση του Εφόρου Φορολογίας βασίστηκε, εν τη ισοδυναμία στο κριτήριο της αξίας και ίδιας αρχαιότητας στην κατέχουσα θέση, στην αρχαιότητα του ενδιαφερόμενου μέρους σε προηγούμενη αρχαιότητα, που ανάγεται στον χρόνο του πρώτου διορισμού τους στη δημόσια υπηρεσία και αφορά σε αρχαιότητα 3 χρόνων και 8 μηνών, έναντι των πρόσθετων μη απαιτούμενων προσόντων, αλλά σχετικών, που κατέχουν οι αιτητές, αναφορά στα οποία και έγινε εκ μέρους του. Σε ό,τι αφορά την αιτήτρια Κωνσταντίνου, ο Έφορος Φορολογίας αναφέρθηκε στα πρόσθετα μη απαιτούμενα προσόντα της, όπως και στο διδακτορικό της δίπλωμα, το οποίο προσδιόρισε ως μη σχετικό, δίδοντας έμφαση στην υπεροχή του ενδιαφερόμενους μέρους σε αρχαιότητα στην κατέχουσα θέση.
Σύμφωνα με την νομολογία, η αρχαιότητα, συνιστά κριτήριο επιλογής που βρίσκει έρεισμα και προσλαμβάνει αποφασιστική αρμοδιότητα, εφόσον οι υποψήφιοι είναι κατά άλλα ίσοι (Δημοκρατία ν. Μιχαηλίδη κ.ά. (1999) 3 Α.Α.Δ. 756, Τρύφωνος κ.ά. ν. Δημοκρατίας (2010) 3 Α.Α.Δ. 377, Ελευθερίου ν. Δημοκρατίας (2012) 3 Α.Α.Δ 120). Πρόσθετα, βάσει της νομολογίας, η αρχαιότητα αποκτά τη δική της σημασία και έχοντας υπόψη ότι η πείρα, προερχόμενη εκ της αρχαιότητας, προσδίδει και επαυξάνει την αξία ενός υποψηφίου (Μουρτζή ν. Δημοκρατίας (2001) 3 Α.Α.Δ. 915), δεν μπορεί παρά να αποτελεί δείκτη υπεροχής.
Στη Θεοκλέους ν. Δημοκρατίας (2019) 3 Α.Α.Δ 778, με αναφορά στην Κωνσταντίνου ν. Αντωνίου (ανωτέρω), επαναλήφθηκε πως κατοχή από τους υποψηφίους επιπρόσθετων ακαδημαϊκών προσόντων, τα οποία δεν θεωρούνται από το οικείο Σχέδιο Υπηρεσίας ως πλεονέκτημα ή επιπρόσθετο προσόν, αποτελεί στοιχείο στο οποίο δεν πρέπει να αποδίδεται μεγάλη βαρύτητα, αφού, αφ΄ εαυτών τα εν λόγω προσόντα, δεν αποδεικνύουν έκδηλη υπεροχή.
Στη σύσταση, τα πρόσθετα προσόντα που κατέχουν αμφότεροι οι αιτητές, αξιολογήθηκαν και τους αποδόθηκε η ανάλογη βαρύτητα. Σημειώνεται, παράλληλα, πως στο Σχέδιο Υπηρεσίας της επίδικης θέσης, δεν προβλέπεται η κατοχή επιπρόσθετων προσόντων, παρά μόνον τριετής τουλάχιστον υπηρεσία στην προηγούμενη της επίδικης θέση.
Δεν συμφωνώ ούτε με τις εισηγήσεις της αιτήτριας Κωνσταντίνου πως το διδακτορικό της δίπλωμα στις Κοινωνικές Επιστήμες, είναι απόλυτα σχετικό με τα καθήκοντα της επίδικης θέσης. Η αξιολόγηση του κατά πόσον συγκεκριμένο πρόσθετο προσόν, εξυπηρετεί τα καθήκοντα και τις ανάγκες της υπό πλήρωση θέσης, ανήκει αποκλειστικά στο ίδιο το διοικητικό όργανο, το οποίο έχει και την ευθύνη της ερμηνείας και εφαρμογής του Σχεδίου Υπηρεσίας. Εντός των πλαισίων αυτών, το Δικαστήριο δεν μπορεί να επέμβει και να προβεί σε πρωτογενή ευρήματα, σε ό,τι αφορά την σχετικότητα ή μη ενός πρόσθετου προσόντος (Σαββίδου v. Δημοκρατίας (1995) 3 Α.Α.Δ. 410, Γιαγκουλλής v. Δημοκρατίας (1999) 3 Α.Α.Δ. 481).
Στην προκείμενη περίπτωση, οι αιτητές υπερείχαν έναντι του ενδιαφερόμενου μέρους, σε πρόσθετα, αλλά μη απαιτούμενα εκ του Σχεδίου Υπηρεσίας, προσόντα. Το ενδιαφερόμενο μέρος, υπερέχει έναντι της αιτήτριας Κωνσταντίνου σε αρχαιότητα στην παρούσα θέση κατά 1 χρόνο και 9 μήνες και έναντι των αιτητών Τσαγκαρίδη και Περικλέους, ισοβαθμούσε σε αρχαιότητα στην παρούσα θέση, υπερείχε, όμως, έναντί τους, κατά 3 χρόνια και 8 μήνες, κατά τον πρώτο διορισμό τους στην δημόσια υπηρεσία.
Όμοια ζητήματα τέθηκαν και στην Ε.Δ.Δ. 18/2016 Κούσιου Κορφιώτου ν. Δημοκρατίας, ημερομηνίας 24.5.2022. Και εκεί η Εφεσείουσα / Αιτήτρια υπερείχε του ενδιαφερόμενου μέρους σε πρόσθετα μη απαιτούμενα από το Σχέδιο Υπηρεσίας προσόντα, ήταν ίση σε αξία, και τα ενδιαφερόμενα μέρη υπερείχαν έναντι της σε αρχαιότητα στην προηγούμενη θέση που κατείχαν. Όπως κρίθηκε:-
«Το ερώτημα που τίθεται είναι κατά πόσο η ΕΔΥ ενήργησε εντός των ορίων της διακριτικής της ευχέρειας. Η κάθε υπόθεση αποφασίζεται στη βάση των δικών της γεγονότων και η αναφορά του ευπαιδεύτου συνηγόρου για την εφεσείουσα σε νομολογία, όπου το Δικαστήριο επικύρωσε αποφάσεις της ΕΔΥ στις οποίες επέλεξε για προαγωγή υποψήφιους που υπερείχαν σε πρόσθετο προσόν, δεν βοηθά την υπόθεση της εφεσείουσας, όπως ορθά διαπίστωσε το πρωτόδικο Δικαστήριο. Το Δικαστήριο κρίνει κατά πόσο η ΕΔΥ, στα πλαίσια των γεγονότων της κάθε υπόθεσης, ενήργησε εντός των θεμιτών πλαισίων της διακριτικής της ευχέρειας. Το κατά πόσο σε μία περίπτωση η ΕΔΥ έδωσε περισσότερη σημασία στο πρόσθετο προσόν και λιγότερη σημασία στην αρχαιότητα, είναι ζήτημα που αφορά την απόφαση της ΕΔΥ. Σε περίπτωση που το Δικαστήριο προβαίνει σε κρίση ως προς τη βαρύτητα που θα πρέπει να δοθεί σε κάθε στοιχείο, θα συνιστούσε υποκατάσταση της κρίσης της ΕΔΥ, κάτι που εκπίπτει του ακυρωτικού ελέγχου του Δικαστηρίου.
Για τους πιο πάνω λόγους, θεωρούμε ότι ορθά κατέληξε το πρωτόδικο Δικαστήριο ότι, εν προκειμένω, η ΕΔΥ ενήργησε εντός των θεσμοθετημένων κριτηρίων προαγωγής, στη βάση των δεδομένων της υπόθεσης (βλ. Θεοκλέους ν. Επιτροπής Δημόσιας Υπηρεσίας κ.ά., Αναθεωρ. Έφεση Αρ. 90/2013, ημερομηνίας 26.11.2019, ECLI:CY:AD:2019:C490)».
Από την δοθείσα σύσταση, διαπιστώνεται η συνέπεια της με τα στοιχεία των φακέλων των υποψηφίων, σύσταση που αποδίδει την πραγματική εικόνα των υποψηφίων, όπως αυτή αποτυπώνεται μέσα στους προσωπικούς φακέλους και φακέλους ετήσιων υπηρεσιακών εκθέσεων των υποψηφίων. Η αναφορά που κάνει, ως προς την καταλληλότητα του ενδιαφερόμενου μέρους, το οποίο και συστήνει, προκύπτει να είναι απόλυτα αιτιολογημένη, χωρίς να προσθέτει ή να αφαιρεί από την υπηρεσιακή εικόνα των υποψηφίων.
Ο Έφορος Φορολογίας, συνεκτίμησε νομίμως όλα τα ενώπιον του δεδομένα και η υπέρ του ενδιαφερόμενου μέρους σύσταση, κρίνεται ως νόμιμη και συνάδουσα με τα στοιχεία των φακέλων.
Η δοθείσα σύσταση, κριθείσα ως νόμιμη και σύμφωνη με στοιχεία των φακέλων, συνιστά ένα αυτοτελές και σημαντικό στοιχείο κρίσης, εφόσον στοχεύει στην ορθή καθοδήγηση του αποφασίζοντος και διορίζοντος οργάνου, προς επιλογή του καταλληλότερου υποψηφίου (Μοδίτης (ανωτέρω)).
Νομίμως, επομένως, η ΕΔΥ αποφάσισε να υιοθετήσει την υπέρ του ενδιαφερόμενου μέρους σύσταση και προχώρησε σε εξέταση των νομοθετημένων κριτηρίων προαγωγής, στη βάση των υπηρεσιακών φακέλων των υποψηφίων. Η ΕΔΥ, εντός των νομίμων πλαισίων, αναφέρθηκε στην υπεροχή του ενδιαφερόμενου μέρους στο κριτήριο της αρχαιότητας, που ανάγεται, σε σχέση με τους αιτητές Τσαγκαρίδη και Περικλέους, στη θέση πρώτου διορισμού του στη δημόσια υπηρεσία και σε αρχαιότητα που ανάγεται στην παρούσα θέση, σε σχέση με την αιτήτρια Κωνσταντίνου, αποδίδοντας αφετέρου, τη δέουσα βαρύτητα στα πρόσθετα σχετικά αλλά μη απαιτούμενα προσόντα που έχουν οι αιτητές, εν τη ισοδυναμία στο κριτήριο της αξίας.
Με βάση τη νομολογία, το γεγονός της καταγραφής εκ μέρους της ΕΔΥ περί απόδοσης της βαρύτητας που αναλογεί σε προσόντα σχετικά αλλά μη απαιτούμενα, αρκεί και δεν χρειάζεται να διευκρινιστεί ποια και πόση βαρύτητα ακριβώς δόθηκε (Παναγή ν. Δημοκρατίας (2011) 3 Α.Α.Δ. 639 και Α.Ε. 8/2016, Αναστασιάδης ν. Δημοκρατίας, ημερομηνίας 16.2.2023).
Το διοικητικό όργανο, εν προκειμένω η ΕΔΥ, διαμορφώνει κρίση, έχοντας υπόψη το σύνολο των ενώπιον του στοιχείων και εφόσον η επιλογή αυτή γίνεται, εύλογα, στη βάση της αξιολόγησης όλων των ουσιωδών δεδομένων και δεν εκφεύγει των άκρων ορίων της διακριτικής του ευχέρειας, το Δικαστήριο δεν είναι δυνατόν να την υποκαταστήσει. Η απόφαση της ΕΔΥ, ως έχει εκτεθεί αυτούσια ανωτέρω, διαπιστώνω πως υπήρξε αιτιολογημένη, ορθή και νόμιμη, στη βάση των ενώπιον της δεδομένων.
Οι δε αιτητές δεν έχουν, εν πάση περιπτώσει, αποδείξει έκδηλη υπεροχή ή προβάδισμα έναντι του ενδιαφερόμενου μέρους, προκειμένου να κριθεί ότι εμφιλοχώρησε πλάνη κατά την άσκηση της διακριτικής εξουσίας της ΕΔΥ, ώστε να δικαιολογείτο παρέμβαση του Δικαστηρίου, το οποίο, ως έχει ήδη λεχθεί, δεν υποκαθιστά την κρίση του διορίζοντος οργάνου, αναφορικά με την επιλογή του καταλληλότερου υποψηφίου για προαγωγή ή διορισμό (Μιλτιάδους ν. Δημοκρατίας (1989) 3 Α.Α.Δ. 1328).
Στη βάση των πιο πάνω, η απόφαση της η ΕΔΥ υπήρξε πλήρως ευθυγραμμισμένη με τη νομολογία και ως τέτοια, επικυρώνεται.
Υπό το φως των πιο πάνω οι προσφυγές απορρίπτονται με έξοδα υπέρ των καθ’ ων η αίτηση και εναντίον των αιτητών, ως αυτά θα υπολογιστούν από τον Πρωτοκολλητή και εγκριθούν από το Δικαστήριο.
Η προσβαλλόμενη απόφαση επικυρώνεται, δυνάμει του Άρθρου 146.4(α) του Συντάγματος.
Γαβριήλ, Δ.Δ.Δ.
[1] Σημειώνεται πως το ενδιαφερόμενο μέρος είναι υποψήφιος αρ. 1, ο αιτητής στην προσφυγή 389/2020 Τσαγκαρίδης, ο υποψήφιος αρ. 4, ο αιτητής στην προσφυγή 393/2020 Περικλέους, ο υποψήφιος με αρ. 5 και η αιτήτρια στην προσφυγή 393/20202 Κωνσταντίνου, η υποψήφια με αρ. 10.
[2] «49. (2) Σε περίπτωση ταυτόχρονου διορισμού, προαγωγής ή απόσπασης στη συγκεκριμένη θέση ή τάξη της ίδιας θέσης, η αρχαιότητα κρίνεται σύμφωνα µε την προηγούμενη αρχαιότητα των υπαλλήλων [...]
(7) Στο άρθρο αυτό —
[...] «προηγούμενη αρχαιότητα» σημαίνει αρχαιότητα των υπαλλήλων στη θέση ή τάξη που κατεχόταν από αυτούς αμέσως πριν από τη κατοχή της παρούσας θέσης τους ή τάξης και αν η αρχαιότητα αυτή είναι η ίδια, η προηγούμενη αρχαιότητα κρίνεται µε την ίδια μέθοδο, αφού εφαρμοστεί αναδρομικά μέχρι τους πρώτους διορισμούς των υπαλλήλων στη δημόσια υπηρεσία.
Σε περίπτωση που η αρχαιότητα στους πρώτους διορισμούς είναι η ίδια, η προηγούμενη αρχαιότητα κρίνεται µε βάση την ηλικία των υπαλλήλων·»
cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο